2011-Aaskereia-Dort, Wo Das Alte Böse Ruht

Τα Black Metal albums της εποχής 1994-1999 που δεν είχα ακούσει τότε και ξεψαχνίζω στις μέρες μας λειτουργούν σαν μια μικρή χρονομηχανή και συνδέουν άψογα το χθες με το σήμερα. Σε αυτή την διαδικασία δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο η σπουδαιότητα των albums εκείνων μουσικά όσο η ηχητική τους φόρμα και πάνω απ’ όλα το ύφος που χρησιμοποιούν στην δομή των συνθέσεών τους. Αν λοιπόν κόψω μια ημέρα ιδιαίτερα δελεαστική σε ρομαντισμούς λαμβάνω το επόμενο στην λίστα και κάνω κατάβαση σε παλαιού τύπου συναισθηματισμούς. Γνωρίζω βέβαια πως αναμιγνυόμενος με το παρελθόν δεν κερδίζω πολλά αλλά είναι ιδιαίτερα δελεαστικό για εμένα προσωπικά να φτάνω τόσο κοντά και ν’ ανασηκώνω την χλαίνη που τους σκεπάζει βλέποντας εικόνες από το παρελθόν, ακούγοντας σκέψεις απλές και ξεκάθαρες.

Όταν είδα ότι το επόμενο album που θα ξεψάχνιζα ήταν το νέο Full-length των Γερμανών ένιωσα ιδιαίτερη όρεξη και αφέθηκα λίγο παραπάνω. Οι Aaskereia είχαν κάνει ένα τέλειο ep το 2004 με τον τίτλο Zwischen Den Welten και ήταν από τις μπάντες που κατάφεραν μέσα στα zeros να μας φέρουν σ’ επαφή μ’ εκείνους τους παλαιούς συναισθηματικούς μας οίστρους, από τότε βέβαια πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια και ήταν ξεχασμένοι στα ντουλάπια και τις σημειώσεις με αστερίσκο. Από τις πρώτες κι όλας νότες του το Dort, Wo Das Alte Böse Ruht καταλαβαίνεις πως είναι ένα album που εσωκλείει την αύρα του Pagan Black Metal στα χνάρια όσων έμαθαν πράγματα από τους Burzum τους Gehenna και προσχώρησαν με προσήλωση στο συναίσθημα, τέτοιοι ήταν οι In The Woods, οι Forgotten Woods οι Kampfar και κάποιοι ακόμα. Το album είναι ένα χειμωνιάτικο ταξίδι στα σκοτεινά δάση, το βάδισμα σε τέτοια μέρη απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και οι Γερμανοί όχι μόνο τον διαθέτουν αλλά τον χρησιμοποιούν και με ιδανικό τρόπο.

Οι ταχύτητες στα μελωδικά ή άγονα riff μας προωθούν με βήμα ταχύ παρουσιάζοντας με ευκρίνεια όλα όσα μπορούμε να θαυμάσουμε εδώ. Οι όμορφες μελωδικές σφήνες ακουστικής κιθάρας διακόπτουν την διήγηση με έξυπνο τρόπο, στο σύνολο του album υπάρχουν αρκετά ακουστικά σημεία αλλά και mid tempo black metal ροή που κρατούν τα χαλινάρια του άρματος (rhythm section) για να μην παρεκτραπεί στο άγνωστο. Το άρμα αυτό αποτελείται από δυο καθαρόαιμα άλογα και συνήθως το δυνατό είναι τα τύμπανα, στην περίπτωση των Γερμανών όμως δεν συμβαίνει αυτό αφού όχι μόνο έχουν ένα γερό μπάσο αλλά του δίνουν και την ευχέρεια να καλπάζει ή να δίνει μια άλλου τύπου υφή στα κομμάτια. Είναι φανερό πως οι συνθέσεις έχουν δουλευτεί μέσα στα χρόνια και η σημείωση της μπάντας ότι γράφουν το παρόν album μια πενταετία γίνετε αντιληπτή με τις πρώτες ακροάσεις. Τα φωνητικά του Grim λαμβάνουν ρόλους πέραν του τυπικού ουρλιαχτού με καθαρούς Fenrizικούς Isengardισμούς ή λίγο ψιθυριστές τάσεις και Depressive άπονες λαρυγγικές κραυγές για τις οποίες αν δεν τον ανεχτούμε μπορούμε να τον συγχωρέσουμε (εντάξει Γερμανός είναι, τι να κάνουμε). Από τα τραγούδια όλα καταφέρνουν και μας μιλούν αληθινά αλλά ακούστε με ιδιαίτερη προσοχή την κομματάρα Der Boshafte Geist όσο και τα εναρκτήρια Die Leichenhexe και Die Waldteufel.

Σύνολο γραφικό αλλά συνάμα πνευματικό όσο ο κάτοικος του ορεινού τόπου που μοιάζει αγράμματος αλλά είναι σοφός, φαίνετε κουρασμένος αλλά είναι δυνατός. Η εσωτερικότητα και το ταξίδεμα είναι ζητήματα σπουδαία για το black metal feeling και εδώ θα βρούμε μια αξιοπρόσεκτη παρουσίασή τους, ένα από τα σπάνια πλέον μαυρομεταλικά περάσματα στην παγωμένη γη με σκοπό την εναρμόνιση με το δέος που προκαλεί το αγέρωχο προσωπείο της φύσης. Τέλος, θα σας εφιστούσα την προσοχή να μην μπερδευτείτε, εδώ δεν έχουμε κανένα Kασκαδιανό ξέπλυμα του στυλ «λίγο βουνό, λίγο λίμνες και το black metal μου» αλλά ένα ατόφιο black metal album.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: