2011-Avichi-The Devil’s Fractal

Το ντεμπούτο των Avichi The Divine Tragedy είχε κυκλοφορήσει το 2007 από την Numen Malevolum Barathri (δηλαδή σα να λέμε κάτι χειρότερο από self-released) έτσι αργήσαμε κάνα δυο χρόνια να μάθουμε τι εμπεριέχει. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε καθόλου το μουσικό του περιεχόμενο να μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Ο Aamonael μοναδικό πρόσωπο πίσω από την μπάντα, είχε φτιάξει ένα επιβλητικό Black Metal με riff που σου μένουν και εκπληκτικά φωνητικά, αρκετά παχιά (φανταστείτε έναν αργό και φθονερό Mikko Aspa σε καθαρές αρθρώσεις) που καλύπτουν με το εύρος τους σαν σύννεφο το μουσικό δημιούργημα. Αυτό που με είχε γοητεύσει ιδιαίτερα στο ντεμπούτο ήταν ο Metal χαρακτήρας των κομματιών στις κιθάρες όσο και η συνεκτικότητα τους με το σκοτεινό και βλοσυρό Black Metal που ήθελαν να καταλήξουν. Ακόμα θυμάμαι το Taedium Vitae αλλά και τις φωτογραφίες φετίχ (μια εξ’ αυτών τσίμπησα και εγώ για άβαταρ στο wordpress).

Στις μέρες μας όταν το πρώτο βήμα τραβάει την προσοχή των ακροατών μια από τις γνωστές εταιρείες αρπάζει το κελεπούρι. Αυτή δεν ήταν άλλη από την Profound Lore Records που χειροτόνησε με τις ευλογίες της και τους Avichi. Ο τίτλος του δεύτερου βήματος είναι The Devil’s Fractal και η ερμηνεία του θα μπορούσε να ξεκινήσει από την τελευταία λέξη, τι θα μπορούσε να είναι άραγε το μουσικό Fractal? Η απάντηση σίγουρα επιδέχεται πολλές ερμηνείες αλλά σε μια σχετική απεικόνιση μπορεί κανείς να δει την πνευματικότητα μιας αέναης επαναληψιμότητας προς το σκοτεινό κενό, το κενό της μυθολογικής αβύσσου ή της επιστημονικής σκουληκότρυπας. Είναι νομίζω γνωστό ότι η ουσία των δυο αυτών τρόπων σκέψης κρύβουν την ίδια κατάληξή, για το ποια είναι αυτή μάλλον μας πληροφορεί η δίπλα λέξη του φετινού τίτλου. Στο μουσικό προσανατολισμό δεν υπάρχουν πολλές αλλαγές ή τομές στο τρόπο σύλληψης των κομματιών. Κάθε όργανο λαμβάνει τον ρόλο που του αντιστοιχεί για να φτάσει σταδιακά το σύνολο σε μια άρτια διακλάδωση απόλυτα εναρμονισμένη με την παικτική διάθεση του Αμερικανού, που πλέει με μεγαλύτερη άνεση και έχει αφεθεί στην αδιάκοπη εκδήλωση των fractal πυκνώσεων.

Όλα ξεκινούν από την riff αντίληψη με δυο απώτερους στόχους προς ενοποίηση. Αφενός την πώρωση της ταχύτητας και αφετέρου την δημιουργία μιας μυστηριακής ατμόσφαιρας όσο είναι επιτρεπτό. Σαν εγχείρημα δεν είναι ότι πιο εύκολο, όμως ο Aamonael τα καταφέρνει και πάλι τοποθώντας μολυσμένες κιθάρες σε heavy metal δοτικότητα για να γκαρίξει πάνω τους μοναδικά. Αν και η αποδόμηση της συνθετικής του αντίληψης φαντάζει εύκολη μιας και βαδίζει σε μια απλή λογική, κάνει στην πράξη κάτι αρκετά δύσκολο. Αυτό οφείλεται στο ότι περπατά δυο δράμια δίπλα στο ορθόδοξο μονοπάτι και καταφέρνει να κρατήσει χαρακτήρα. Ακόμα και στην μυστηριακή ταυτότητα του The Devil’s Fractal, που θα συναντήσουμε το καιόμενο λιβανιστήρι της μοναστικής μαυρομεταλικότητας των ημερών, καταφέρνει να το σπάει σε μικρά κομμάτια μέσω άλλων εκδηλώσεων σε συναισθηματικό περίβλημα μην αφήνοντας το σύνολο ν’ ακουμπήσει τόσο όσο να λάβει το βάπτισμα της ορθοδοξίας. Στο δεύτερο album του Αμερικανού θα μας απασχολήσει περισσότερο το σκέρτσο της διαπεραστικότητας, αυτός ο ήχος της κιθάρας που μαγνητίζει και τελικά εκπέμπει ένα ιδιαίτερο feeling μέσα από την σταδιακή του συμφόρηση μέσα μας. Αυτή η μουσική εμπεριέχει την ηδονή του Black Metal που θέσπισε η Dathspellική σχολή αποτρέποντας όμως τις ξεδιάντροπες κοινοτυπίες για να μην δώσει αφορμές για κακεντρέχειες και διαπομπεύσεις.

Σε τέτοιες κατασκευές παίζει ιδιαίτερο ρόλο η σκέψη του μουσικού και ο απώτερος στόχος του δημιουργήματος. Ίσως για πολλούς εκεί έξω οι μπάντες που δεν διαφοροποιούνται συνθετικά αλλά διευρύνουν την δική τους οπτική album με album να μην έχουν λόγο ύπαρξης. Προσωπικά διαφωνώ με τέτοιες σκέψεις μιας και πιστεύω πως σχετίζονται περισσότερο με τον «δεν προλαβαίνω ν’ ακούσω όσο Black Metal θέλω» χαρακτήρα των ημερών πάρα με το κουραστικό ύφος της υποτιθέμενης καρμπόν επαναληψιμότητας. Συμπερασματικά θαρρώ πως το The Devil’s Fractal αγγίζει ισόποσα με το ντεμπούτο, καταφέρνοντας να φτάσει και σε μια open way τάση από το μέσο και μετά, που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο όσο πλησιάζουμε στην ολοκλήρωσή του. Ο Aamonael έχει την ικανότητα να φτιάχνει εθιστικά album μέσα από μια σχετική απλότητα και μπορεί να κοιτάξει κατάματα την σκηνή τόσο εκεί στην αντίπερα όχθη όσο και στην γηραιά ήπειρο. Αν θέλει κάποιος να έρθει σε επαφή μαζί του, ας κάνει πρώτα τον κόπο ν’ αφουγκραστεί το ντεμπούτο.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: