2011-Hat-Vortex Of Death

Η «δίνη του Θανάτου» άνοιξε και ήρθε επιτέλους η ώρα να σπάσει η συνωμοσία της σιωπής. Μπορεί να πέρασαν εννέα μήνες από την στιγμή της κυκλοφορίας του, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Το Vortex Of Death των Νορβηγών Hat είναι πλέον εκεί έξω, σ’ έξαλλη κατάσταση, έτοιμο να τσακίσει δίχως οίκτο και διακρίσεις. Η ιστορία των Νορβηγών ξεκινά όμως από τον ακίνδυνο χαρακτήρα & generic προσανατολισμό του The Demise Of Mankind που ήταν και το ντεμπούτο τους πριν από δύο χρόνια. Εκεί έφτιαξαν ένα μοντέλο δράσης που δεν έδινε υποσχέσεις παρά μόνο μουρμουρούσε μια διάθεση για Black Metal, έτσι αν κάποιος το συναντούσε σε καμιά γωνία θα ήταν σχετικά δύσκολο να τους επισκεπτόταν εκ νέου. Κι όμως, μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα οι Νορβηγοί κατάλαβαν πως ο σκοπός δεν είναι να παίξεις απλά Black Metal, αλλά Black Metal αξιώσεων. Η πνευματική «ασθένεια» της δημιουργίας ή αλλιώς το παράδοξο της ιστορίας των Deathspell Omega δεν ήταν τελικά μεμονωμένο περιστατικό.

Πρώτο σημείο αναφοράς αυτό το ωχρό εξώφυλλο, μια εικόνα που συνδυάζει το προσεγμένο με το καλοφτιαγμένο και καταλήγει στο φιλοσοφικά ενδεδυμένο. Μάλιστα η δημιουργία και γενική επιμέλεια ανήκει εξ’ ολοκλήρου στον Nevresch (Guitars) κάνοντας το σύνολο δημιούργημα του καλλιτέχνη χωρίς χέρι τρίτων. Αν δει κανείς προσεκτικά εδώ έχουμε μια αναπαράσταση του τίτλου, δηλαδή μια σχετικά απλοϊκή σκέψη. Ο τρόπος όμως όσο και ο χρωματισμός, είναι τόσο ΜΕΣΑ στο Black Metal που βγάζει την αύρα που επιθυμεί ο συλλέκτης οπαδός, δηλαδή μια μεγαλοπρεπή ανάπτυξη της θεματολογίας του «Είδους». Στο εσωτερικό του booklet θα βρούμε εικόνες (επιπέδου Ascension) μέχρι και μικρούς θυρεούς πάνω από κάθε κομμάτι που φέρουν μια λέξη κλειδί, σα να λέμε το έμβλημα κάθε κομματιού. Οι Hat με βάση την λογική κατάφεραν να φτάσουν σε όλα αυτά μέσα από επιμονή και δουλειά, από την άλλη πλευρά μπορεί ν’ άφησαν απλά τους εαυτούς τους ελεύθερους να δημιουργήσουν αυτό που θέλουν ν’ ακούσουν σαν οπαδοί, κατ’ εμέ όμως τίποτε από τα δύο δεν ισχύει τόσο όσο η πνευματική τους καλλιέργεια. Συγκρίνοντας τα δυο τους album, φέτος μου βγάζουν μια περισυλλογή που οδήγησε σε δομική αλλαγή σκέψης. Μέσα από αυτή την διαδικασία νιώθω πως έφτασαν στο επιθυμητό ιδεολογικό προσανατολισμό, ο οποίος με την σειρά του σε καθιστά ικανό να εκπέμπεις. Από εκεί και πέρα για τους Hat ήταν πολύ εύκολο να εμφανιστούν ακόμα και χωρίς corpspaint (βλ. booklet), το επικίνδυνο δεν είχε ποτέ άμεση σχέση με το image, το σοβαρό δεν ήταν ποτέ μια εικόνα, η αισθητική καλλιέργεια και η concept κατασκευή πάνε με αυτόν που φέρει το όραμα και διαθέτει το απαραίτητο επίπεδο. Θέλετε και ένα αρνητικό, γιατί δεν υπάρχει κανένα άλλο, οι στίχοι είναι σχετικά απλοί και κατανοητοί.

Αν πατήσεις το play θα βρεθείς ανάμεσα στα samples μιας επιβλητικής φωνής που διαβάζει στίχους από την Αποκάλυψη του Ιωάννη (μου θυμίζει Christopher Lee από κάποιο film, όταν με ενημερώσουν τι ακριβώς είναι θα κάνω edit) εκεί μέσα στο κενό σκάει σαν κεραυνός εν αιθρία το πρώτο riff του Inhumanus Revelation, είναι βαρύ μελωδικό και μακρόσυρτο, αληθινά Νορβηγικό. Η πορεία ξεκινά με το ρυθμικό μέρος να βαδίζει ατέρμονα σταματώντας μόνο για μικρές αναπνοές, ατμοσφαιρικό μεγαλείο και τεράστιο κόλλημα. Η συνέχεια είναι ανάλογη, το Invocating Death λαμβάνει αργό και μελωδικό χαρακτήρα, εδώ υπάρχουν αλλαγές που θα σας οδηγήσουν χρόνια πίσω και μάλιστα θα τολμούσα να τις χαρακτηρίσω παράδειγμα του Norwegian Black Metal ήχου και της πλοκής του. Το έξοχο The Flesh I Wear που ακολουθεί τσαλαπατά το ακουστικό κέντρο θωπεύοντας τον εγκέφαλο, αγριάδα, τόλμη και θάρρος με καταιγιστικά riff που ξυρίζουν σα λεπίδα και δίπλα τους επιθετικά σχιστά φωνητικά που φτιάχνουν το feeling, ίσως αυτό να είναι το πιο Heavy κομμάτι σ’ ένα album που το Heavy Metal είναι υπαρκτό κατά την εκτέλεση. Στο τέταρτο The Path To Immortality ακούστε το riffing και αναλογιστείτε πόσα χρόνια μας έλειψε η παλιά ηχητική διάσταση, μια Νορβηγία στεγνή μακριά από το ευκολοχώνευτο groove και άλλες αηδίες. Μετά τα 4 πρώτα κομμάτια δύο λέξεις αντικατοπτρίζουν επακριβώς το συναίσθημα που ένιωσα και αυτές είναι: «Μεγάλη Πορωση», το Vortex Of Death είναι μια αναπάντεχη ηχητική διάσταση από εκεί που όλοι την προσμέναμε αλλά δεν ερχόταν. Ακολουθούν τρία κομμάτια που διατηρούν το υψηλό επίπεδο στο feeling, κάνοντας μερικές μανούβρες στο ύφος και ρίχνοντας σχετικά τις ταχύτητες. Το Overmenneske είναι γρήγορο και θα γίνει low-tempo φέροντας μερικά από τα καλύτερα φωνητικά του album, το Ultimate Evil είναι low-tempo για να πάρουμε μια βαθιά ανάσα αλλά έπειτα βγάζει δύναμη, ενώ το Slaves Of Insanity κάνει αργό σουλάτσο με την κιθάρα να μην σταματά ν’ αποδίδει την διάσταση των riff που υμνούμε σε όλο αυτό το κείμενο. Το album θα ολοκληρωθεί με την κομματάρα Tilintetgjørelsen, εδώ δυναμώστε κι άλλο για ν’ ακούσετε ένα έπος που ξεκινά σε low-tempo και κάνει μελωδικές παύσεις με τα φωνητικά να σπάνε σ’ επίπεδα που τα λες και Depressive. Στο 3:35 θα βρείτε την στάση (μαχαιριά στη καρδιά) εδώ ο Undertrykker (Vocals αλλά και Drums) σπάει κυριολεκτικά τραγουδώντας «Den siste tone, av tidens slag. Vart siste andedrag, Ekkoet av jordens puls, gar tapt i det oppslukende Kaos».

Είναι σχεδόν φθινόπωρο και το αεράκι κάνει την γνωστή στριφογυριστή του περιδίνηση κουνώντας τα φύλλα με σπειροειδή τρόπο, σήμερα βρέχει από το πρωί, έριξε μάλιστα και χαλάζι, είναι η πρώτη μέρα εδώ και πάρα πολύ καιρό που ο καιρός είναι σύμμαχος για Black metal. Αν λοιπόν σας έλλειψε το κρύο, τα χειμερινά ρούχα, τα παγωμένα βουνά, αν αναρωτιόσασταν που είναι η παγωμένη riff χιονοστιβάδα από το βορρά, εκείνη που γέμιζε κάποτε τ’ απογεύματα σας, αν υπήρξαν μέρες που μουρμουράτε παλιά Νορβηγικά riff και στο τέλος αναστενάζετε, αν είχατε ξεχάσει ή ακόμα χειρότερα διαγράψει τη Μαμά Νορβηγία, αν είχατε, ξαναλέω, έστω και λίγο αμφισβητήσει τη Μεγάλη Μητέρα του «Είδους» ήρθε το Vortex Of Death και είναι Αγνό και Norwegian και Underground, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δισκάρα και άνετα στα καλύτερα album της χρονιάς.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: