2012-Master’s Hammer-Vracejte Konve Na Místo

Αν θέλαμε να βρούμε μια μπάντα που όρισε το Cult σαν αισθητική στον ακραίο χώρο του Heavy Metal, τ’ όνομα των Master’s Hammer θα έπεφτε άμεσα στο τραπέζι. Η λέξη Cult με την πάροδο των χρόνων έγινε έννοια, τμήμα μιας ορολογίας που βοηθά την περιγραφή των μουσικών εφαρμογών μιας μπάντας όσο και το πακέτο της αισθητικής που χρησιμοποιεί. Μέσα σε αυτό μάλιστα τοποθετούμε τόσο την στάση των μελών της όσο και το εικαστικό κομμάτι, με αφετηρία το logo και κατάληξη τα εξώφυλλα που επιλέγει σε κάθε δουλειά. Κατά την προσωπική μου άποψη για να θεωρήσουμε μια μπάντα Cult πρέπει να εκπέμπει μεταφυσικά, σχηματίζοντας αλλοτινές ατμόσφαιρες οι οποίες με την δική τους σειρά σκορπίζουν αλλόκοτα συναισθήματα. Παράλληλα θα προεκτείνει όλο το παραπάνω λαμβάνοντας μια χύμα στάση, χωρίς προσποιητό attitude, αποδεικνύοντας ότι δεν παίρνει και πολύ σοβαρά τον εαυτό της, εκφράζοντας όσα θα ήθελε τόσο με χιούμορ όσο και μέσα από στεγανά ή στερεότυπα. Η μπάντα μέσω της Cult διάστασης θα συμπεριφερθεί σαν να μην της καίγεται καρφί, έχοντας ως δόγμα το πηγαίο, το ενστικτώδες, το αυθόρμητο αλλά και το αφελές. Βέβαια όλα αυτά θα γίνουν χωρίς καμία επιτήδευση, με άνεση και μπρίο μιλώντας με κάθε ειλικρίνεια τον ακροατή. Η περίπτωση των Master’s Hammer δεν ακολουθεί απλά τα παραπάνω, αντίθετα είναι από τις μπάντες που όρισε το Cult. Αυτό συνέβη γιατί κατάφεραν να δημιουργήσουν μια απόκρυφη ατμόσφαιρα παίζοντας εν πολλοίς Heavy Metal, κάνοντας ένα πάντρεμα από αυτά που σπάνια πετυχαίνουν.

H Demo περίοδος των Τσέχων κράτησε από το 1987 έως το 1990, εποχές που το ακραίο κομμάτι του Metal έκανε δειλά, δειλά την εμφάνισή του. Η πρώτη κασέτα ονομαζόταν The Ritual Murder και ζούσε σ’ έναν μουντό rehearsal πλαίσιο, συνδυάζοντας το Heavy Metal με Thrash & Death στοιχεία. Ο τρόπος της μπάντας περιελάμβανε από solo μέχρι και στιγμές παραφροσύνης, για του λόγου το αληθές ακούστε τα Rychlejší Nez Satan και Hymna Cerné Krve που τ’ ολοκληρώνουν. Την αμέσως επόμενη χρονιά θα έρθει το θρυλικό Finished, εκεί από το εναρκτήριο Duše Nesmrtelných θα βρούμε τις πρώτες ακραιφνείς Black Metal θέσεις για να περάσουμε αργότερα και σ’ εφαρμογές με την Bathory λατρεία να στάζει ολόγυρα. Η μπάντα χρησιμοποιεί τόσο γρήγορα όσο και πιο αργά μέρη έχοντας απολαυστικό ήχο και δύναμη σε όσα εξέφραζε. Το 1989 θα βρούμε την κασέτα The Mass που εισάγει τα occult πλήκτρα δημιουργώντας ένα τούλι γύρω από το καταιγιστικό Black Metal τους. Απλωτό και μεγάλο σε διάρκεια το τρίτο Demo δηλώνει όσα πιστεύει ακόμα και με ιλιγγιώδη σημεία, αλλά ηχητικά κάπου χάνει μιας το rehearsal πλαίσιο αδυνατεί να το αναδείξει. Τέλος, θα κλείσουν την σειρά των Demos με το The Fall Of Idol κάνοντας ακόμα πιο γνωστό τ’ όνομα τους με τις πρώτες εκτελέσεις κάποιων κομματιών που θα βρούμε την επόμενη χρονιά στο ντεμπούτο τους.

Η μαγεία των Τσέχων βρίσκεται αναμφισβήτητα στα δυο πρώτα full-album, τα οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μνημειώδη. Στο Ritual του 1991 ζει και βασιλεύει ακόμα και σήμερα, εικοσιένα χρόνια μετά, το αληθινό Occult Heavy Metal. Οι Τσέχοι ήταν Μεταλάδες με ήθος, ρομαντισμό, πεντάλφες, μαγκούρες, μουστάκια αλλά και έμπνευση που φτάνει στο ζενίθ από το πρώτο ολοκληρωμένο τους βήμα. Το περιεχόμενο του Ritual είναι αγνό και άγονο, ανόθευτο, σταθερό και σεμνά αποκαλυπτικό. Σε όλη του την διάρκεια θα βρούμε ένα ιδιότυπο Heavy Metal με υπέροχες συνθέσεις που εμπλουτίζουν ατμοσφαιρικά τα πλήκτρα και φορτίζουν αδιάκοπα τα στυγνά, αποτρόπαια, γυμνά φωνητικά του František Štorm. Σε φάσεις μάλιστα είναι τσιριχτά/λαρυγγικά με μια ρινική εκφορά, μοιάζοντας εντελώς ξένα, απόμακρα και δίχως οίκτο. Το Ritual ήταν ένα σύνολο που εξέπεμπε απομονωμένο από οποιαδήποτε γνωστή εφαρμογή της ακραίας μουσικής σκηνής των early 90’s, βγάζοντας σε κάθε κομμάτι μια εξαίσια ενοποίηση του πωρωτικού και του ατμοσφαιρικού, του ενστικτώδους και του παράξενου. Έτσι κατάφερνε να εξάγει όλη την βαθμίδα του Cult feeling, σκλαβώνοντας βαθμιαία τον ακροατή μέχρι να τον κάνει υπόδουλο της οπτικής του. Δείτε την εξέλιξη του album και τον ήχο, παρατηρήστε πως κανένα κομμάτι δεν πέσει σε ποιότητα και μπείτε ως αναλυτές στην συνθετική διαδικασία βλέποντας πως κάθε όργανο φέρει στοιχεία που προσδίδουν βάθος στο ευθυτενές πλάνο. Ακούστε το δυναμικό instrumental ομότιτλο και το Geniové που ακολουθεί με το μελωδικό/επικό refrain, ίσως ο μεγαλύτερος Cult ύμνος που γράφτηκε μέχρι σήμερα. Η μεγαλοπρέπεια του Vlasta Voral στα Keyboards, ο μεστός ήχος των τυμπάνων του Mirek Valenta (Silenthell) το μπάσο του Tomáš Vendl (Monster) και πάνω απ’ όλα οι δυο κιθάρες του Tomáš Kohout (Necrocock) και του František Štorm συνθέτουν ένα εξαίσιο μείγμα.

Το 1992 η μπάντα προχωρά στο δεύτερο βήμα της, την classical operetta όπως οι ίδιοι αποκάλεσαν το Jilemnický Okultista και εντυπωσιάζει εκ νέου. Αρχικά εδώ έχουμε ένα εντελώς διαφορετικό εξώφυλλο που εμφανίζει την αγάπη των Master’s Hammer για την τσέχικη παράδοση και μια φωτογραφία στ’ οπισθόφυλλο, όπου τα μουστάκια πληθαίνουν και πέρα από το true πουκάμισο του Storm (είναι το ίδιο που φορούσε και στην φωτογράφηση του Ritual) θα βρούμε την βερμούδα του Mirek Valenta (Silenthell) και το τζινάτο ζόμπι που ακούει στ’ όνομα Tomáš Vendl (Monster). Το roster παραμένει αναλλοίωτο κι επιτυγχάνει μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα να ξεπεράσει τον εαυτό του. Η διαφοροποίηση βρισκόταν στο συνθετικό κομμάτι, στα riff, τα solo και την ουσιαστική ανάπτυξη των πλήκτρων που έδιναν αυτό το «κάτι παραπάνω» στο Heavy Metal τους. Οι Τσέχοι στο Jilemnický Okultista δεν γράφουν κομμάτια που θα μείνουν εύκολα στο μυαλό, αντίθετα κάνουν συνθέσεις που δύσκολα απομνημονεύονται μπορώντας να σταθούν και πέρα από τον Heavy Metal οίκο. Με αυτή την οπτική καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα ομοιογενές μείγμα που έχει ως βασικό ατού την εκπληκτική συσχέτιση των οργάνων εκπέμποντας ένα πρωτότυπο feeling, το οποίο είχε ως χαρακτηριστικό να μετατρέπει αδιάκοπα την δύναμη σε μαεστρία και το πάθος σε μεγαλοπρέπεια. Στο περιεχόμενο καμιά ιδέα δεν υποσκελίζει την άλλη φτάνοντας το αποτέλεσμα στη μέγιστη αρτιότητα, σμίγοντας δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ετερόκλητες μουσικές κάτω από την αιγίδα του Black Metal πέπλου, που εδώ θα βρούμε σαν αεράκι να πλανάται. Ακραίο, επιβλητικό, μουντό, στέκει αμετάφραστο εδώ και είκοσι χρόνια στο σημείο από όπου γεννήθηκε. Τελειώνοντας θα πρέπει να σημειώσω πως αν υπάρχει ακροατής που δεν άκουσε μέχρι σήμερα αυτά τα δυο album και πιστεύει πως ακούει Black Metal καλό θα είναι να κόψει τις κουβέντες και να τα βάζει δυο φορές τη μέρα, σαν αντιβίωση μετά το φαγητό μέχρι να τα μάθει απ’ έξω.

Τα επόμενα χρόνια έρχονται αλλαγές, βλέπετε στο μυαλό του František Štorm δεν ήταν όλα όπως ακριβώς τα ήθελε, έτσι από το 1993 οι Master’s Hammer έχουν μόνο δυο μέλη. Ο ίδιος μαζί με τον Vlasta Voral θα επιστρέψουν ουσιαστικά το 1995 με το Šlágry, έναν δίσκο που έκανε τόσο τον τύπο όσο και το κοινό να στραφεί εναντίον τους. Νομίζω πως η λέξη ξεπούλημα ήταν η πιο καλοπροαίρετη από το πουστριλίκι που πιθανός ακούστηκε τότε, ειδικά αν βάλουμε στο παιχνίδι ότι ο ακροατής των 90’s αγόραζε μια δουλειά για να την ακούσει. Μουσικά το album ήταν γραμμένο από τον Vlasta Voral μ’ επίκεντρο τα πλήκτρα, το πιάνο μέσω της κλασικής του παιδείας και αντίληψης. Οι περισσότερες συνθέσεις ήταν διασκευές σε παλιά κομμάτια διάφορων συνθετών άρα και διαφορετικών αποχρώσεων, έτσι η μπάντα από το πουθενά έμοιαζε πια με τους Laibach. Το αποτέλεσμα βρισκόταν σε άλλα μήκη κύματος, τόσο συνθετικά όσο και στο επίπεδο της ατμόσφαιρας βγάζοντας ένα παράξενο, σχεδόν παράδοξο μείγμα που ανακατεύει πολλά χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Έτσι δεν μιλάμε για ομοιογένεια και σταθερότητα αλλά για πολλές και διαφορετικές αποχρώσεις, όπως κλασσική μουσική, electro στοιχεία, no tempo διηγήσεις και τις κιθάρες να υπάρχουν σε ένα-δυο σημεία απλά σαν πέρασμα. Τα φωνητικά είναι διαφορετικά ζώντας ανάλογα με το σκοπό κάθε κομματιού, με τα περισσότερο εξ’ αυτών να είναι πολύ διαφορετικά απ’ όσα γνωρίζουμε. Σε αντιδιαστολή όσα ζούσαν σε γνωστά μοτίβα σχημάτιζαν αντίφαση με το σχετικά χαρωπό μουσικό μέρος. Ωστόσο εδώ η βασική επιδίωξη της μπάντας ήταν διαφορετική μίας και θέλησε να κάνει στα πρώιμα χρόνια του Είδους μια οπερέτα μακριά από το Heavy Metal στερεότυπο. Σε γενικές γραμμές το σύνολο ήταν ξεκούδουνο, περιπαικτικό και λιγάκι ειρωνικό προς τον πιστό ακροατή τους. Από την άλλη πλευρά πάντα πίστευα και θα συνεχίσω να πιστεύω πως η στάση «ότι δεν είναι true, δεν αξίζει» είναι μια μπαρούφα που λέει πάντα ο ακροατής που δεν έχει όρεξη να εμβαθύνει, να κουραστεί, να το «πάρει αλλιώς». Βάλτε λοιπόν το Půjdem Spolu Do Betléma και ταξιδέψτε χαμογελαστοί στο παραμυθένιο στρουμφοχωριό, μπερδέψτε τα συναισθήματά σας με το Vzpomínám Na Zlaté Časy αλλά ακούστε οπωσδήποτε το Hlava Modernistova που έκλεινε το album με άρωμα παρελθόντος. Η παρατήρηση και κάθε προσπάθεια κατανόησης ενός καλλιτέχνη δεν σημαίνει αναγκαστικά συνταύτιση και πάντα βοηθά τον ακροατή να καταλάβει περισσότερα για την μουσική.

Πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια και βάση του μεγάλου διαστήματος οι περισσότεροι δεν περιμέναμε επάνοδο της μπάντας στα zeros. Ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση λειτούργησε καταλυτικά το πάθος για δημιουργία, αλλά και το Heavy Metal που ήταν, είναι και δεν θα σταματήσει να είναι ένα μικρόβιο, ένα σαράκι που δεν νικιέται από καμιά συνθήκη ζωής. Όπως και να έχει, βάση των γεγονότων οι Τσέχοι αυτοκράτορες επέστρεψαν με την αρχική περίπου σύνθεση το 2009 και το τέταρτο full-album Mantras. Η οπτική τους ήταν διαφορετική μιας κι επανέφερε τα βασικά όργανα σε πρώτο πλάνο δράσης ξεπερνώντας και ουσιαστικά τον σκόπελο του Šlágry. Αρχικά όσοι έχουν γράψει κάποιο κείμενο για το Mantras σημείωσαν επιρροές που έκαναν κάποιους άλλους να γελάσουν, για να πω και εγώ τη μαλακιουλίτσα μου προσφέροντας άφθονο γέλιο, θεωρώ πως η μπάντα που έκανε τους Master’s Hammer να επιστρέψουν ήταν οι Rammstein. Ειλικρινά όμως όποια και αν είναι η αφορμή που ξυπνά έναν μεγάλο παλαιό από την άβυσσο με αφήνει παγερά αδιάφορο. Το Mantras δεν ήταν απλά ένα τυπικό come back αλλά ένα album με στόχο και διαφοροποιήσεις από όσα έκαναν στο παρελθόν. Έτσι, εδώ υπάρχει η παλιά Heavy τακτική με αρκετά μοντέρνα στοιχεία στις κιθάρες (οκ, δέχομαι πως τις περισσότερες φορές το κράμα μοντέρνο riff από retro μυαλό μοιάζει μίζερο, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι στο Mantras) σε μια συνθετική γραμμή που θυμίζει πιο πολύ το Ritual, αν και είναι πιο ασφαλής και εύπεπτη κατά την ανάπτυξη. Πέρα όμως από το αναμενόμενο στο Mantras είχαμε πολλούς πειραματισμούς στο κομμάτι ευθύνης του Vlasta Voral, με πλήθος επιρροών όπως πάντα από την κλασσική μουσική σαν εμβόλιμα περάσματα, ένταση μέσα από ποικιλόμορφα electro στοιχεία, ανατολίτικα ή αποκαλυπτικής μουσικής θέματα ως και beat αναλαμπές που άλλαζαν την πολικότητά του. Το σύνολο βρίθει από μυρωδάτους αρωματισμούς οι οποίοι όμως φέρουν στην ρίζα τους το Cult θεώρημα, ακούστε το ευκολομνημόνευτο Bodhi, το παράδοξο country του Propesko, το παρελθοντικό Vrana, το τελετουργικό Ganesha Mantra και εν τέλει απολαύστε ένα σύνολο που θα παίξει με την αισθητική σας όσο χρειάζεται.

Το φετινό Vracejte Konve Na Místo είναι το πέμπτο full-album και δεύτερο Self-released στη σειρά από τους ίδιους. Η μπάντα εμφανίζεται για πρώτη φορά ως τρίο με τον Necrocock σε κιθάρες και κάποια φωνητικά, νέο Drummer τον Jan Kapák και τον František Štorm να έχει αναλάβει πλέον ολόκληρο το συνθετικό κομμάτι, τις κιθάρες, το μπάσο, τα Synth, το μεγαλύτερο μέρος από τα φωνητικά και τέλος την υπέρ-cult εξώφυλλάρα. Το album είναι χωρισμένο όπως και το Mantras σε δυο μέρη έχοντας από έξι κομμάτια το καθένα (Nostalgia Part και Dementia Part). Το εικαστικό μέρος ομολογώ πως με σκλάβωσε με την πρώτη ματιά, το οποίο σημαίνει πως το αγγελάκι που κατευθύνει με νεύμα τα ποτιστήρια έκανε πολύ καλά την δουλειά του. Εσωτερικά στο κατάλευκο booklet θα βρούμε γκραβούρες τις οποίες επιμελήθηκε ο Blackosh, δηλαδή ο Petr Hošek των Root. Πέρα από την πολύ προσεγμένη και απόλυτα εναρμονισμένη με το μουσικό μέρος δουλειά του Τσέχου θα ήθελα να σημειώσω πως γέλασα αρκετά με την επιλογή του στο ομότιτλο κομμάτι (κατά την προσωπική μου άποψη η μουσική συνέχεια του Geniové) με το αντί-ποτιστήρι επάνω από το λουλούδι.

Εδώ λοιπόν θα βρούμε το πιο απλό συνθετικά full-length των Τσέχων με πολύ λίγα κομμάτια να ξεπερνούν τα τέσσερα λεπτά, χαρακτηριστικό που εκ πρώτης μπορεί να θεωρηθεί αρνητικό αλλά δεν είναι μιας κι εξυπηρετεί τον Metal χαρακτήρα που στοχεύει. Βεβαίως, όταν λέμε για απλότητα δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση και για απλοϊκότητα, για κάτι φτηνό και μέτριο. Αντίθετα εδώ έχουμε μεγάλη όρεξη για το τραγούδι χωρίς συνθετικές τάσεις και μαεστρία, μπερδεμένα περάσματα κι εμβόλιμα στοιχεία. Είναι μια Occult Heavy metal συνάθροιση κομματιών, που το καθένα πραγματεύεται μια συγκεκριμένη ιδέα βοηθώντας την ροή και την ταχύτερη κατανόηση του συνόλου από τον ακροατή (βάλτε το Lingam A Mikve).

Πιάνοντας τις λεπτομέρειες, το ρυθμικό μέρος πάλλεται ανάμεσα σε αργά και γρήγορα μέρη ενδεδυμένα με γλυκότροπες κιθάρες και μελιστάλαχτα πλήκτρα. Τα φωνητικά είναι στα επίπεδα του Mantras έχοντας βγει από την σχισμένη 90’s χροιά προς μια πιο εύσπλαχνη grim αλλά κατανοητή στάση, μάλιστα τις περισσότερες φορές είναι αρκετά αργά στην εκφορά του λόγου γεγονός που τους προσδίδει απαλή ηχητική κάνοντάς κατανοητούς και τους στίχους (βέβαια είναι γραμμένοι και πάλι αποκλειστικά στα τσέχικα). Παράλληλα σε αυτόν τον τομέα θα δούμε πολλές διαφοροποιήσεις με αρκετά διηγηματικά και καθαρά φωνητικά που φέρουν πομπώδεις τάσεις, διανθίζοντας τον συναισθηματικό του προσανατολισμό. Η βάση των κομματιών στο φετινό album είναι στις κιθάρες και τα synth του Štorm που φτιάχνουν ένα μείγμα με αλλαγές συγκριτικά με το παρελθόν. Βλέπετε εδώ δεν έχουμε την Raw στάση του Ritual, την πολυπλοκότητα του Jilemnický Okultista, την ουτοπία του Šlágry ή την αλλοτινή έκφραση και αν θέλετε προοδευτικότητα του Mantras, αλλά μια σαφή τοποθέτηση που σχετικά γρήγορα θα μείνει στο μυαλό φτάνοντας τον ακροατή ως και να την σιγώ-μουρμουρίσει. Οι ιδέες είναι ευέλικτες, σχεδόν πιασάρικες και νομίζω πως εκεί οφείλουμε να σταθούμε για να το ερμηνεύσουμε. Το Vracejte Konve Na Místo δεν ζει σε κάποιον υπέρ-συνθετικό οίστρο αλλά σε μια τραγουδοποιεία όντας το μελωδικότερο τέκνο των Master’s Hammer. Μέσα από αυτή την τακτική επιτυγχάνουν έναν χρωματισμό διαρκείας μεταφέροντας τον ακροατή στην άκρη του κόσμου, εκεί που ο χωρικός μπορεί να γίνει ιεροφάντης, ο γελωτοποιός επιστήμονας και η μοδίστρα πολιτικός.

Στο επίπεδο του feeling το φετινό κράμα δημιουργεί ένα αισθαντικό πακέτο που έχει την δύναμη να βγάζει αδιάκοπα την Occult θεώρηση όσο και αν ψάχνει τις Heavy Metal εξορμήσεις, αυτό εξάλλου ήταν και το βασικό πλεονέκτημα της μπάντας από την αρχή των χρόνων. Όσο όμως και αν προσεγγίζουμε το Cult θεώρημα αισθαντικά, οι λέξεις που θα χρειαστούμε για να περιγράψουμε τι μας βγάζει σε συναισθηματικό επίπεδο είναι λίγες εννοιολογικά, αδυνατώντας να περιγράψουν την πραγματική του διάσταση για τον ψυχικό μας κόσμο. Εντούτοις αν κάνουμε μια προσπάθεια με γνώμονα την περισυλλογή-η οποία εδώ θα πρέπει να συνδυαστεί με «το αφουγκράζομαι» ως συμπεριφορά και όχι σαν υποτιθέμενη εμβάθυνση- θα πούμε πως η Heavy Metal τυπικότητα προσέγγισε τις μεταφυσικές απόρροιες παντρεύοντας με άριστο τρόπο την πραγματικότητα με τα όνειρα και την μυθοπλασία. Η απουσία των Vlasta Voral και Tomáš Vendl δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα. Σε κάθε μπάντα όμως, αυτό που μετρά είναι η ουσία και το περιεχόμενο κάθε προσπάθειας κάτω από το έμβλημά της, άσχετα με τα μέλη που απαρτίζουν την σύνθεσή της. Γνωρίζω καλά και σίγουρα πιστεύω πως κάθε μπάντα είναι τα μέλη της και όχι το έμβλημά της, αλλά έχω πλήρη συναίσθηση πως το λεγόμενο ευρύ κοινό δεν κοιτά ποιοι μουσικοί συμμετέχουν αλλά ποια είναι η μπάντα που ακούει.

Τελειώνοντας σε μια συνεπαγωγή όλων των παραπάνω, το νέο πόνημα των Master’s Hammer εμπεριέχει όλα όσα επιθυμεί ο ακροατής τους αλλά και ο ακροατής του Metal γενικότερα, δίνοντας σαφές προβάδισμα στο Occult ατμοσφαιρικό πεδίο που καλύπτει σχεδόν όλη του την διάρκεια σαν πέπλο αισθητικής προστασίας. Όλα αυτά σε μια εποχή που το μεγαλύτερο μέρος των Μεγάλων Παλαιών έχασε την αίγλη του ή αν το θέλετε διαφορετικά εγκατέλειψε την δημιουργικότητα και στήριξε την ύπαρξή του στ’ όνομα που είχε αποκτήσει με τυπικές εφαρμογές. Εύχομαι να περάσουν αρκετά χρόνια και να είμαστε ακόμα εδώ, κάνοντας κι άλλα πανέμορφα ταξίδια μέσα στην υπερβολή και τον αυτοσαρκασμό των Τσέχων, απολαμβάνοντας στο έπακρο το Cult θεώρημα. Οι Master’s Hammer τράβηξαν από τα late 80’s μια παχιά ευθεία γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό παραδίδοντάς μας την αλήθεια σαν παραμύθι.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: