2012-Mgła-With Hearts Toward None

Στα early zeros κάπου στην Κρακοβία της Πολωνίας ο Mikołaj Żentara (στον Black Metal κόσμο σκέτο M.) δημιουργεί τους Mgła κάνοντας δυο Demo που τελικά δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, οι τίτλοι τους ήταν Northwards το 2000 και Necrotic το 2001. Η πρώτη επίσημη παρουσίαση της μπάντας θα γίνει το 2005 στο πολυσυζητημένο split Crushing The Holy Trinity, μια κυκλοφορία που έγινε γνωστή πρώτα για το μουσικό της μέρος και έπειτα για το limitation που απέκτησαν τα format της. Στα τέσσερα Power And Will κομμάτια του Mikołaj θα βρούμε μια υπέροχη ανάπτυξη της Raw Black Metal θαλπωρής, ένα θεώρημα που τραβούσε ευθύγραμμη πορεία έχοντας ξωπίσω του πνιχτά φωνητικά που απειλούν σαν αρπακτικό από τον ουρανό. Μέσα σ’ αυτό το σύνολο είχαν εξέχουσα θέση τα πολλά μελωδικά riff με τσαγανό, που έφερναν συνεχή ανανέωση στη διάθεση του ακροατή. Βλέπετε μέσα από την μουντή τους γλυκύτητα έβγαζαν ένα τελετουργικό feeling που σκορπούσε στιλπνό φως στο γκρίζο και αχανές της καταχνιάς. Αυτό το εξυψωτικό συναίσθημα ήταν ένα μελωδικό σκότος που φώτιζε τ’ αδυσώπητα εσωτερικά δαιμόνια που ζούσαν μέσα τους. Οι Mgla σ’ αυτή την περιεκτικότατη συμμετοχή ήταν τόσο μέσα στην αισθητική του λιτού, που μάγευε τον ακροατή με καταστρεπτική ρότα και σάπιο, σκουριασμένο μηχανισμό (rhythm section) όσο ακριβώς έπρεπε για να λαμπυρίζει γύρω του σαν κατάσταση, μια ψυχική εκτόνωση.

Το Ep Presence του 2006 θα φέρει στην μπάντα τον Daren που θ’ αναλάβει τα τύμπανα, ήταν ο Drummer των Φιλανδών Kriegsmaschine (όπου συμμετείχε και ο Μ., είχαν ξεκινήσει επίσημα από το 2003 οπότε μπορούμε να τους πούμε λίγο παλαιότερους) αλλά και των Exordium που μοιράζονταν το τρίτο cd Holy Spirit με τους Mgla στο παραπάνω split. Τέλος επειδή πάντα γουστάρουμε τη φάση, είχε και solo black metal project. Το ύφος του Presence είναι λίγο πιο απόμακρο, ενώ ο ήχος είναι πριμαριστός χωρίς να έχει υποστεί κάποια ουσιαστική μετάλλαξη σε όσα εκπέμπει. Τα κομμάτια μεγαλώνουν σε διάρκεια με σκοπό να μπουν σε δρομάκια εντός των τειχών τους σκορπίζοντας riff σαν σωματίδια που δημιουργούν ατμόσφαιρα, σε αυτό βοηθούν και οι ταχύτητες που έχουν κατέβει αρκετά σε μέσο όρο. Η μονοτονία θα συναντήσει την μέριμνα στα riff που κινούνται σαν πέπλο τσιτσιρίζοντας είτε σταμπάροντας μελωδικά το συρόμενο πόνημα, δημιουργώντας ένα άκρως ενδιαφέρον σύνολο για τον οπαδό του αγνού Black Metal που αναβλύζει κολασμένo. Το σύνολο γίνεται δελεαστικό επειδή εκκολάπτει μια σκιά που υποβόσκει στα σοκάκια του, μια religious αύρα που ο Μ. κραυγάζει με περισσό πάθος μέσα από αυτά τα ευέξαπτα, θυμωμένα φωνητικά που σιχτιρίζουν. Όταν αναπτυχθούν όμως οι ταχύτητες το καμένο και πυώδες μυρίζει ολόγυρα, ενώ δηλητήριο στάζει στις κοφτερές του γωνιές. Σε αυτό το σημείο οι κιθάρες ανεβαίνουν σε δυναμική καθώς το ρυθμικό κάνει μικρές στάσεις φτιάχνοντας ένα πηγαίο σύνολο που κοχλάζει ξεμανταλώνοντας τις κερωμένες υπόγειες θύρες των μυστηρίων.

Το 2006 η μπάντα κάνει και ένα επτάιντσο κάτω από τον τίτλο Mdłości που στα Πολωνικά σημαίνει ναυτία. Ο Μ. αποκτά ακόλουθο τον Maciej Kowalski (Darkside) ο οποίος από εκεί κι έπειτα θα γίνει μόνιμος drummer της μπάντας μέχρι και τις μέρες μας. Εδώ αν και μιλάμε για δέκα λεπτά μοιρασμένα σε δυο κομμάτια, θα βρούμε μια δυνατή έκφραση της βάσης που είχαν δημιουργήσει οι Mgla μέχρι τότε. Υπήρχε μια φλόγα στα κομμάτια που αναζωπυρώνεται διαρκώς από τις ταχύτητες χωρίς καμιά λοξοδρόμηση. Οι μελωδίες στα riff βγάζουν μια επική διάσταση που μαγνητίζει, βέβαια όταν λέμε για επική διάσταση στους Mgla δεν αναφερόμαστε σε πολεμική χροιά αλλά σε κάτι διαπεραστικό και ψυχικά ανυψωτικό. Η παραγωγή βγάζει θαμπό ήχο κάνοντας ένα μείγμα που ευνοεί τις μελωδίες ν’ αναβλύζουν σαν πίδακας από μέσα του. Η φάση επτάιντσο θα συνεχιστεί και το 2007 στο Further Down The Nest όπου η μπάντα συνεχίζει να γράφει αξιόλογα κομμάτια σταθεροποιώντας μέσα σε αυτά την δυναμική της και το Black Metal σθένος. Οι δυνατότητές τους είναι εμφανής μιας και μπορούν να λειτουργήσουν το ίδιο καλά μ’ επίθεση και ταχύτητα σε raw συμπεριφορές είτε με mid tempo μελωδική διακύμανση, όπου ο M. ξερνά υπέροχα φωνητικά και σκοτεινά συναισθήματα πλημμυρίζουν τον ακροατή. Αυτά τα δυο εφτάρια καθότι έμοιαζαν αρκετά και γεννήθηκαν την ίδια εποχή, έγιναν Compilation και κυκλοφορήσαν μαζί σε cd.

Το ντεμπούτο δεν καθυστέρησε καθόλου, έτσι αμέσως μετά τις μικρές μα πλούσιες σε γεύση τζούρες των Ep ήρθε και μια μεγάλη. Το Groza γεννήθηκε το 2008 και μας το σέρβιραν μέσα σε γνωστή, λιτή κι απέριττη συσκευασία από την εταιρεία που δεν άφησαν μέχρι σήμερα. Η διήγηση του Πολωνού ξεκινά σε mid tempo καταστάσεις και πολύ μεγαλύτερα σε διάρκεια κομμάτια. Εδώ θα βρούμε μια καλή αλλά έντιμη παραγωγή δομημένη με τέτοιον τρόπο που αναδεικνύει τις αρετές του συνόλου, βγάζοντας καθαρότερα τα όργανα και πιο συμπαγές το περιεχόμενο. Μέσα σε αυτό οι Mgla έχουν βασικό στόχο να λιμνάσουν στον ψυχισμό μας και να τοποθετήσουν εκεί έναν φιλοσοφικό προβληματισμό μέσα από τους ατελείωτους ρητορικούς προβληματισμούς του στιχουργικού τους μέρους. Στοργικά riff δένουν σαν μια αόρατη δύναμη την ρυθμικότητα του τρόμου (Groza στα Πολωνικά) κυματίζοντας μια ορθόδοξη σημαία σε Νορβηγικά τοπία χωρίς να βγάζουν τον φελλό της Πολωνικής Black Metal ιδιοσυγκρασίας που ζούσε πάντα στον επιθετικό/δαιμονικό παροξυσμό. Δαντελένιες ατμόσφαιρες σε θολό σκοτάδι, απόρροιες μια άλλης ψυχολογικής κατάστασης και προσεγμένη αφηγιματηκότητα δημιουργούν ένα full-album που ακουμπά το ντορβά των δυνατών κυκλοφοριών στα zeros.

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το ντεμπούτο, μια νέα δεκαετία ξεκίνησε και οι Mgla επιστρέφουν με το δεύτερο full-album With Hearts Toward None. Σε πρώτο επίπεδο εδώ θα βρούμε ένα εικαστικό πακέτο σε αναμενόμενο αλλά επιθυμητό αισθητικό αποτέλεσμα, μ’ εξώφυλλο που πιάνει τη σκοτεινή μεγαλοπρέπεια εκπέμποντας υποσυνείδητα μηνύματα συνταύτισης. Μπαίνοντας στις λεπτομέρειες θα ήθελα να σημειώσω πως το σύνολο μου φάνηκε πιο ευχάριστο όταν ξεκίνησα να το μελετώ και λιγότερο ευχάριστο όταν ξαναμπήκα σε αυτό μετά τη μελέτη της ιστορίας των Mgla, απέκτησε όμως και πάλι ενδιαφέρον μετά τις επαναληπτικές ακροάσεις (μπορεί και σε μια λογική «ότι ακούμε πολύ» μας φαίνεται όλο και καλύτερο). Ξεκινώντας την περιγραφή εδώ έχουμε μια σοβαρή διαφοροποίηση στο κομμάτι του ήχου που είναι πλέον καθαρός και μοντέρνος, σε μια λογική εναρμόνιση με την εποχή και τις επιταγές της. Βεβαίως δε μιλώ για τίποτε ξέκωλα χάλια, απλά για μια ροή που κελαρύζει με τρόπο απλό και κατανοητό μακριά από το Ep παρελθόν της μπάντας και την μουντάδα που έφερε σε πολλές φάσεις. Θα έλεγα ότι στην νοοτροπία θυμίζει την αλλαγή των Kampfar στο περσινό Mare (βάζοντας πάλι τους Kampfar να συγκριθούν με το δικό τους παρελθόν) κάνοντάς με ν’ αναλογιστώ άλλες αλλαγές, σαν το διάνυσμα Rebel Extravaganza-Volcano των Satyricon και όσα αυτό έφερε για την μπάντα αργότερα. Δεν επιθυμώ να γίνω μάντης κακών απλά στην ενασχόληση με μια μπάντα και τις δουλειές που έκανε, τέτοιες διαφοροποιήσεις είναι έντονα αντιληπτές και φέρουν τόσο κέρδος όσο και χασούρα. Διότι ναι μεν θα τραβήξει την προσοχή νέων ενδιαφερομένων (μη εκπαιδευμένων σε Raw Black Metal ηχοτόπια) αλλά θα δοκιμάσει την αισθητική του παλαιότερου που σε μεγάλο ποσοστό επιζητεί σκουριά και μούργα. Στην περίπτωση των Mgla όλα τα παραπάνω δεν πιστεύω πως ένας μέσος ακροατής θα τα’ αγγίξει αντιληπτικά χωρίς εμβάθυνση στο μέχρι πρότινος υλικό τους σε παράλληλη διάσταση με το νέο.

Στο μουσικό μέρος έχουμε μια mid tempo στρώση κάτω απ’ όλα τα κομμάτια, το ρυθμικό μέρος μοιάζει τυπικό αλλά είναι προσεγμένο ηχητικά δίνοντας στο μείγμα κάτι φρέσκο. Είναι προφανές ότι εδώ θα βρούμε ταχύτητες οι οποίες όμως λειτουργούν σαν περάσματα και όχι ως καθολική διάσταση ενός κομματιού, έτσι η ροή δεν θ’ αγγίξει το αγκάθινο στέμμα επιθετικότητας και βίας κρατώντας μια μέση ωριαία ταχύτητα. Το rhythm Section σαν δομικό στοιχείο κρατά το σύνολο σε μια ισορροπία καθώς ξεμακραίνουν σε ταχύτητες οι κιθάρες, ενώ τα γρήγορα σημεία του είναι όπως τα περιμέναμε. Σε κάθε κίνηση του Mikołaj Żentara θα βρούμε υπέροχα riff και εξαίσιες μελωδικές γραμμές μέσα στις επιθετικές του τάσεις, στο With Hearts Toward None έγινε για μια ακόμα φορά πολύ καλή δουλειά στις κιθάρες, με ιδιαίτερη έμφαση στον χρωματισμό κάθε κομματιού με riff που κινούνται ανάμεσα στο Νορβηγικό πάνθεον και την Ορθόδοξη αυτοκρατορία της εποχής (απ’ όσο φαίνεται η μόδα της πέθανε… πάλι καλά να λέμε) κάνοντας κάθε κομμάτι να μοιάζει πλουμιστό σαν κομψό αεράτο φόρεμα. Εδώ θα βρούμε την ανάποδη δράση με τα riff να στέκουν γλυκά ως και ονειρικά καθώς το ρυθμικό μέρος θ’ ανεβάσει ταχύτητες δημιουργώντας ένα εύγευστο δείπνο. Τα φωνητικά του Μ. έχουν αποδοθεί με ευλάβεια καλύπτοντας ατμοσφαιρικά το σύνολο, η αγριότητά τους παραμένει αλλά είναι τοποθετημένα με τέτοιον τρόπο που μοιάζουν να εφορμούν από πίσω χωρίς να μαγαρίζουν την ομαλή ευθύγραμμη κίνηση του περιεχομένου.

Ο συναισθηματικός κύκλος και οι συνθέσεις έχουν κάτι κοινό, είναι μια υποβόσκουσα νηνεμία πλοκής και αισθημάτων που κάνει το σύνολο να μοιάζει επίπεδο χωρίς όμως να είναι κενό, παράλληλα βγάζει κάτι υπνωτιστικό χωρίς όμως να είναι στεγνό και μη αισθαντικό. Στο ζήτημα των συνθέσεων τα κομμάτια είναι γραμμένα σε ρυθμικό τόνο διανθίζοντάς με τις κιθάρες τα θεμέλιά τους, παράλληλα τα συναισθήματα μεταφέρονται στον ακροατή από την άθροιση riff και φωνητικών. Στην ενδελεχή προσπάθειά μου να βρω τι ακριβώς συμβαίνει, έφτασα στο συμπέρασμα πως η συσχέτιση ήχου και feeling δεν είναι απόλυτα ακριβής. Μετά από κάποιες ακροάσεις άρχισα να μελετώ το album σε χαμηλό volume και παρατήρησα πως η ατμοσφαιρική του πίεση μεγιστοποιήθηκε, βλέπετε κάτω από αυτή την ακρόαση το ρυθμικό μέρος χάνει σε δυναμική καλύπτοντας σαν ομίχλη το σύνολο. Αντίθετα στην δυνατή ακρόαση εντός δωματίου γκελάρει περισσότερο στ’ αυτιά μας βγάζοντας πάνω από τα μαγικά riff το σθένος και την ορμή της καθαρότητάς του. Θεωρώ λοιπόν πως το σύνολο ζει σε μια μη-συνθετική μέριμνα, καθότι η δυνατή ακρόαση μεγιστοποιεί την θεμελιακή δράση ενώ το χαμηλό volume και τ’ ακουστικά βγάζουν πιο πάνω τα φωνητικά κάνοντας το να μοιάζει περισσότερο ατμοσφαιρικό, σκορπώντας μάλιστα γύρω μας μια μυστήρια πάχνη. Υπάρχει όμως και  η λογική που αναφέρει πως ουσιαστικά μπορεί να γίνει και τα δυο, μιας και με την σταθερότητα που πρεσβεύει και διατηρεί σαν σύνολο δημιουργεί μια λαχταριστή μέση ταχύτητα που σε κάνει να νιώθεις τόσο ότι λιμνάζεις όσο και ότι κινείσαι γοργά. Όλα τα παραπάνω μπορεί να μην είναι καν ερμηνεία παρά μόνο οι απόρροιες μιας δυναμικής ακρόασης που λειτουργεί διερευνητικά προς την κατανόηση του συνόλου κάνοντας συνάμα το album οικείο και κτήμα του ακροατή.

Ολοκληρώνοντας το κείμενο άφησα για επίλογο το τελευταίο part του album και έβδομο κομμάτι του δίσκου που κλείνει τη διήγηση με δέκα αριστουργηματικά λεπτά. Μέσα εκεί θα βρούμε τόσο το συναισθηματικό ζενίθ του συνόλου όσο και την καλύτερη ένωση του ορθόδοξου Black Metal με την Norwegian Black Metal παράδοση που έγινε μέχρι σήμερα και σχηματίζει μια άψογη φωτεινή σκοτεινότητα. Ξέρω πως η προσπάθεια κυριολεξίας μου βγάζει ένα οξύμωρο σχήμα εδώ, οπότε ας το πούμε απλά μαυρομεταλική κατάνυξη και οργανική τελετουργία. Το δεύτερο βήμα των Mgla είναι απολαυστικό, επαρκές, κρυφά ατμοσφαιρικό με πολλές στιγμές που το κάνουν να μοιάζει ακόμα και λαχταριστό αλλά θα έλεγα πως απέχει αρκετά από αυτό που λέμε αγορά με κλειστά μάτια, δισκάρα και όλα όσα γλαφυρά αναφέρουμε σε τέτοιες περιπτώσεις.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: