2012-Spectral Lore-Sentinel

Οι Spectral Lore είναι ένα solo project από την Αθήνα, που κινείται στον χώρο από τα mid zeros. Μοναδικό πρόσωπο πίσω από την μπάντα είναι ο Nihilus Ayloss, ο οποίος από την έναρξη της προσπάθειάς του υιοθέτησε χαρακτηριστικά που διέθεταν οι μαυρομέταλλοι πίσω στα 90’s. Έγραψε βλέπετε μουσική αδιαφορώντας για την πρώτη σειρά των ακροατών, δημιουργώντας ένα Black Metal όπως τ’ οραματιζόταν χωρίς να μπαίνει σε παιχνίδια προώθησης. Ξέρω, πως αρκετοί εξ’ ημών εξακολουθούν να παρεξηγούν αυτή την συμπεριφορά πιστεύοντας πως όποιος καλλιτέχνης λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποζητά ένα παράξενο hype. Η πείρα όμως μας δίδαξε πως αυτό που θέλει να κάνει ο μουσικός, συνειδητά ή ασυνείδητα, είναι το αυτονόητο. Αναμένει ν’ ανακαλυφθεί από τους ενδιαφερόμενους και όχι από τυχαίους που θα τον κολακεύουν σε site κοινωνικής δικτύωσης. Ειδικά στο Black Metal που η μουσική σχετίζεται σοβαρά με την αισθητική και το εικαστικό μέρος είναι θεμέλιο του σχεδίου πλεύσης, η αποτραβηγμένη σοβαρότητα είναι στοιχείο δράσης. Εδώ η λέξη ατμόσφαιρα είναι κατάσταση συνείδησης και κάθε ειδικευόμενος αν θέλει να υπάρξει μελλοντικά, οφείλει να δρα πίσω από τις σκιές. Η απομονωμένη θέση, εκτός εμπορικής μέριμνας, αυτή που δεν ενδιαφέρεται για το κέφι του λεγόμενου «ευρύτερου κοινού» αλλά για την τέχνη, δεν είναι απλά true στάση αλλά η κατανόηση μιας ολόκληρης φιλοσοφίας. Είναι δημιουργία δίπλα στις ιδέες, ψηλά στην καταχνιά του έναστρου ουρανού. Οι Spectral Lore κατάλαβαν από νωρίς πως η άκρη του σύμπαντος είναι το γοητευτικότερο μέρος για να ζήσουν. Όσο για εμάς τους απλούς οπαδούς, είναι προφανές πως πάντα μας δελεάζει ν’ ανακρίνουμε διεξοδικά κάθε νετρίνο που ταξίδεψε στα μέρη εκείνα και κουβαλά πληροφορίες για αξιοσημείωτο Black Metal που απλά περιμένει τους πιστούς να προσέλθουν.

Το Spectral Lore I ήταν το ντεμπούτο της μπάντας και ζει ακόμα σε μια παράξενη εσοχή του ασπρόμαυρου δάσους, που ο Ayloss χρησιμοποίησε για το tape format του 2006. Εδώ θα βρούμε Black Metal που φέρει επιρροές από το Depressive στερέωμα και την ελληνική σκηνή του Είδους, μέχρι να μπει σε ambient εκτάσεις και ακουστικά ηχοτοπία. Όλες αυτές οι οπτικές κινούνται σε απομονωμένα μακροβούτια, χωρίς να ξεχνούν να διασταυρωθούν σε ομαλές κοινές πορείες. Το περιεχόμενο έχει οργανική εκφορά σε μονότονο, μουντό καμβά, εμφανίζοντας ωστόσο μια φωτεινή σπιθαμή κατά την ανάπτυξη που συνάδει στην εντέλεια με την συναισθηματικότητά του. Μέσω αυτής της αντίφασης δρα με αξιοσημείωτο τρόπο, μιλώντας συνάμα για το φως και το σκοτάδι, για την αγνότητα και αγριότητα της φύσης. Το ύφος είναι προσανατολισμένο στους δρόμους της ηρεμίας εκεί που το μονοπάτι της ησυχίας τέμνεται με την αινιγματικότητα, το απλανές εκείνο συναίσθημα που τέθηκε στο Black Metal από την αφετηρία του. Στο επίπεδο της δράσης υπάρχει μια τάση για πορεία, αλλά και παραμονή στην ίδια κατάσταση. Δηλαδή, μια ισορροπία πλοκής που μεθοδεύει αργά και σταθερά την συναισθηματική πλάνη του ακροατή. Η μελέτη στα riff βρίσκεται κάπου στην pagan θεώρηση μέσω της οποίας λαμβάνει και το επίπεδο των στοχασμών. Τα φωνητικά που θα βρούμε σε πολύ λίγα σημεία μοιάζουν με συνοδευτικό ροής και ζουν σ’ ένα ιδιότυπο μουρμουρητό πέρα από την κατανόηση, είναι σαν το υπόκωφο ουρλιαχτό μιας ύπαρξης που ελλοχεύει στο κρύο δάσος. Τα πλήκτρα και η κλασική κιθάρα κρατούν σαν στρώμα προστασίας την αισθαντικότητα, κάνοντας το album να μοιάζει με κινηματογραφικό ambient, ενισχύοντας έτσι και την μελωδική του μονοτονία. Σαν άθροισμα το ντεμπούτο των Spectral Lore κρύβει οργανικό ήχο που προσπαθεί να δημιουργήσει μια ηχητική εικόνα της φύσης και το πετυχαίνει με ιδιαίτερη ευκολία, παίζοντας ως και Ambient με Black Metal τρόπους, που ζει αποκρυσταλλωμένο σε μια φωτεινή αλλά όσο θαμπή πρέπει ηχητική οπτική. Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω με χρυσοπορτοκαλιά οπαδικά γράμματα σαν αυτά του Towards…το Zephyrous κλείσιμο με τον Greek Black Metal ύμνο (The Cleansing Rain) Morningrise In The Eternal Fields και το πομπώδες Exodus με το σαξόφωνο.

Σημείωση: Στο Spectral Lore I υπάρχει ένα γοητευτικό σημείο που συναντάμε σε πολλά Black Metal project και με παρακίνησε να κάνω αυτή την εμβόλιμη σημείωση. Είναι μια αντίφαση που δημιουργεί πολλές φορές ο ήχος μιας μπάντας με τις συνθέσεις της. Η αντίφαση βρίσκεται στην μεθόδευση της σύνθεσης και τον σχετικό ήχο που την ζωντανεύει. Δηλαδή από την μια πλευρά έχουμε τ’ όραμα του μουσικού και από την άλλη το ηχητικό του αποτέλεσμά. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι πάντα τα όσα ακούω ως δεδομένα και όχι σαν αναγκαστικές εφαρμογές. Κατανοώ βέβαια την σαστιμάρα του μαυρομέταλλου συνοδοιπόρου στην ακρόαση των “τάπερ” της drum machine (ναι, έτσι ακούγονται σε σημεία) αλλά προσωπικά δεν δίνω δεκάρα για τις επιβεβλημένες ηχητικές τακτικές και ούτε πρόκειται να το κάνω μελλοντικά. Στο Black Metal τέτοια χαρακτηριστικά δεν ήταν ποτέ «το ζήτημα» αλλά «ένα ζήτημα», με το οποίο ασχολείται ο μουσικός αν και εφ’ όσον επιθυμεί. Δεν μπορεί να θεωρούμε πως επειδή «ξέρουμε» ποιος είναι ο «ορθός» ήχος, να πιστεύουμε πως αυτό που ακούμε ενδεχομένως να ήταν καλύτερο κάπως αλλιώς. Εδώ θα βρούμε drum machine και αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Άρα κάθε μομφή επ’ αυτού, αγνοεί και υποτιμά τον μόχθο του μουσικού στην αποτύπωση του οράματος που είχε κατά την αφετηρία της προσπάθειάς του. Αυτό σημαίνει πως το Spectral Lore I θα πρέπει ν’ ακουστεί με τους όρους που θέτει. Να μπει στο μυαλό του ακροατή ως δεδομένο, πως έδω σε κάποια σημεία ακούμε έναν παράξενο θόρυβο, ένα θόρυβο που όμως εγείρει συναισθήματα, δημιουργεί μια ατμοσφαιρική πάχνη και εν τέλη σχηματοποιεί έναν κόσμο. Θαρρώ λοιπόν πως όλοι συμφωνούμε, ότι κανένας από τους εσωτερικούς κόσμους που ξανοίγονται μέσα μας δεν μπορεί να υποτιμηθεί μπροστά στην υποτιθέμενη και πρέπουσα εκτελεστικότητα. Φτάνει πια με τα φετίχ των τεχνικών χαρακτηριστικών σε μια μουσική που στην αφετηρία της έδρασε με χαλασμένα όργανα και κατάφερε να μας σκλαβώσει ολοκληρωτικά.

Η αποκάλυψη του Spectral Lore ΙΙ  που έρχεται τον αμέσως επόμενο χρόνο είναι εντυπωσιακή. Ο Ayloss μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα φαντάστηκε την συνέχεια του project, έχοντας κατανοήσει επακριβώς όσα έκανε στο ντεμπούτο αλλά και οραματιστεί την εξέλιξή τους. Εδώ τα κεκτημένα θα διανθιστούν σε μεγάλο βαθμό καλλιεργώντας το μονοπάτι σε δυο επίπεδα. Το πρώτο είναι το συνθετικό, με μια τεχνική, εκτελεστική και ηχητική επικέντρωση στα κομμάτια που τους δίδει εύρος και ομορφιά, κάνοντάς τα να μοιάζουν μ’ εύφορους καρποφόρους αγρούς. Το δεύτερο είναι το προσωπικό/ενδοσκοπικό, ένα μακροβούτι στον εσωτερικό του κόσμο και μια εμβάθυνση σε όσα υπάρχουν στον πυρήνα της προσωπικότητάς του. Η βάση του album στηρίζεται σε μια concept θεώρηση, στην θεματική ενότητα του προσωπικού δρόμου, αυτού που μάθαμε ν’ αποκαλούμε «μονοπάτι». Αυτή η οπτική είναι δυναμική καθορίζοντας συνάμα την πορεία του συνόλου και τις εκτάσεις που θα περιηγηθεί. Στο περιεχόμενο θα βρούμε τη σύζευξη του Black Metal, της Ambient και της ακουστικής μουσικής σ’ ένα ενιαίο μείγμα. Έτσι το Spectral Lore ΙΙ διακρίνει μια άψογη συνάθροιση ιδεών από τις παραπάνω μουσικές, δεμένες διεξοδικά και με σαφή πορεία. Εκεί είναι το στάδιο που ο Nihilus δίνει όλο του το “Είναι”, φτιάχνοντας με μεγάλη προσοχή τις διασταυρώσεις που θα μπερδέψει τις αποχρώσεις τους, μέχρι να διασπαστούν μεμονωμένες και να χαρακτηρίσουν το σύνολο με τα χαρίσματα που διαθέτουν η καθεμιά τους ξεχωριστά.

Η αναβάθμιση της συνθετικής διαδικασίας θα φανεί στην ταιριαστή συγκόλληση, από την οποία δεν προκύπτει απλά ένα αρμονικό πάντρεμα θέσεων αλλά ένα ομογενοποιημένο μείγμα, που καταλήγει σ’ ενιαίο συναισθηματικό αλλά και μουσικό πλέγμα. Το ταξίδι ξεκινά από το Black Metal κάνοντας το δρομολόγιο Ambient-Ακουστική μουσική χωρίς να μποτιλιάρει στην ανομβρία που επικρατεί στην λεωφόρο της δημιουργίας. Εδώ το Black Metal λαμβάνει όγκο, εμφανίζοντας πάθος και αγριότητα χωρίς να ξεχνά το μονότονο κρεσέντο και την ατμοσφαιρικότητά του. Το πλάνο του Ayloss θα υπερκεράσει αρκετές φορές την Black Metal τάση με ακουστικές διηγηματικές διαβάσεις και Ambient βουτιές σε απροσδιόριστα βάθη, κάνοντας το σύνολο ν’ αναπνέει καθαρά. Στο τοπίο που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα φέγγει ως όραμα η αυτογνωσία, ενώ μουσικά η μέγγενη της μονοτονίας οριστικοποιεί πως κάθε ταξίδι προς στον Εαυτό περνά πάντα από το σκοτάδι. Όταν η οργανική πορεία επανεμφανίζεται ισούται μ’ ένα νέο ταξίδι, σε σκοτεινό αλλά συγκεκριμένο εμβαδόν που ξανοίγει νέους τόπους προς ιχνηλάτηση.

Τα φωνητικά είναι διοχετευμένα μ’ ένταση αλλά δεν χάνουν την ταιριαστή απροσδιοριστία του που είχαν στο Specral Lore I. Στο δεύτερο βήμα έχουν μεγαλύτερο ρόλο ποσοτικά, χωρίς όμως να γίνεται και πρωταγωνιστικός. Αρκούνται στο να εκτελούν αφηγηματικά καθήκοντα ενός παρατηρητή που ζει λίγο μακρύτερα από την πλοκή, αλλά επεμβαίνει για να βοηθήσει στον καθορισμό αλλά κι επανακαθορισμό της πορείας. Η κίνηση στα riff και η χρήση των πλήκτρων είναι φορείς των ατμοσφαιρικών πέπλων, ενώ κάθε κομμάτι είναι γαρνιρισμένο με πολλά διακοσμητικά ακουστικά καλούδια. Οι πινελιές του Ayloss σε όποια μουσική τάση επιλέξει να χρησιμοποιήσει για να εκφραστεί, να πορευτεί ή να διακόψει εμβόλιμα μπορούν να μας μιλήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Προκαλώντας συγκεκριμένες συναισθηματικές εκκρίσεις που ενώ μοιάζουν αυτόνομες, είναι απλά οι άλλες όψεις του ίδιου νομίσματος, σχηματίζοντας αργά μα σταθερά μια ενοποιημένη κι ευθύγραμμη αισθαντικότητα. Εδώ λαμβάνουμε το φιδογυριστό μονοπάτι με τις γκρεμίλες προς το βαθύτερο μέρος του εαυτού μας. Εκεί βαθιά μέσα μας, όλα μοιάζουν ν’ επαναπροσδιορίζονται στη βάση των τόπων έμπνευσης, την ίδια τη φύση. Σε μια περαιτέρω ανάλυση Το Spectral Lore I έκρυβε ατμοσφαιρικά ταξίδια και μια ενηλικίωση στη βάση των Ιδεών, ενώ το Spectral Lore IΙ την δραστηριοποίηση της διανόησης εντός των στοχασμών, την ίδια την Πράξη.

Σημείωση: Στο Spectral Lore IΙ υπάρχει ένα γοητευτικό σημείο που συναντάμε σε πολλά Black Metal project και με παρακίνησε να κάνω αυτή την εμβόλιμη σημείωση. Είναι βλέπετε, μια Heavy Metal διάσταση που υπάρχει σε κάποια riff αρκετών Black Metal δίσκων, τα οποία δεν δυνάμεθα να χαρακτηρίσουμε Heavy Metal για να μη νομίζει ο ακροατής πως θα συναντήσει οπαδικά Heavy Metal riff που κάνουν πανηγυρικό το περιεχόμενο. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν είναι μομφή απέναντι στο Heavy Metal, αλλά ένα χαρακτηριστικό των χρωματισμών που έχουν τα riff στις κλασικές του εφαρμογές. Στο Spectral Lore ΙΙ θα βρούμε πολλά riff που διέπονται από μια Heavy Metal λογική, αλλά δεν ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Θα μπορούσαμε βέβαια να τα χαρακτηρίσουμε απλά Metal αλλά και πάλι δεν θα είχε αποδοθεί νοηματικά η δράση τους, που πολύ απλά εκτοξεύει σε στιγμές την πλοκή σε μια άλλη διάσταση, κάνοντας τα κομμάτια να σφύζουν από ενέργεια. Εδώ λοιπόν υπάρχει Heavy Metal αλλά ζει στο εσωτερικό πλέγμα αρκετών ακόμη εφαρμογών χάνοντας την αυτονομία του αλλά αποδίδοντας την ευεξία του.

Τις περισσότερες φορές τα split δεν είναι καν επιλογή προς ακρόαση, κυρίως γιατί υπάρχουν περίσσιες full-length κυκλοφορίες εκεί έξω. Σε όσους βέβαια έχει αποκαλυφθεί η χρήση τους, αλλά και τα διαμαντάκια που κρύβει κάποιες φορές το περιεχόμενό τους, είναι πάντα μια ξεχωριστή επαφή με την μπάντα που τους ενδιαφέρει. Το σίγουρο είναι πως στα split οι καλλιτέχνες ανοίγουν τις κεραίες τους και βγαίνουν έξω από το πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης που τους διακατέχει, απελευθερώνονται κι εκφράζουν άλλες πτυχές του εσωτερικού τους κόσμου. Έτσι ακριβώς έγινε και στην συνδημιουργία Underjordiska & Spectral Lore το 2008. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια, ένα για κάθε μπάντα, που ξεπερνούν τα τριάντα λεπτά το καθένα αποτυπώνοντας θαλάσσια τοπία με μουσικές που ακροβατούν ανάμεσα στην Ambient και τις ακουστικές προεκτάσεις. Από την πληροφόρηση που έχουμε και οι δυο μουσικοί έχουν συνεισφέρει ο ένας στο κομμάτι του άλλου.

Το Part I των Underjordiska που φέρει και τον τίτλο Descent, ξεκινά από το εξωτερικό περιβάλλον και λαμβάνει πορεία καθόδου σε θαλάσσια βάθη. Ο Σουηδός παίζει με ακουστικό τρόπο σε πρώτο πλάνο φτιάχνοντας ένα γλυκό κολάζ ήχων, μέσω του οποίου προσπαθεί ν’ αποτυπώσει το υδάτινο στοιχείο με θαλάσσια sample και μια συναισθηματική γαλήνη στο μυαλό του ακροατή. Η περιγραφή αυτή θα κρατήσει περίπου το ένα τρίτο της διήγησης, δηλαδή μέχρι την καταβύθιση. Όμως εδώ δεν έχουμε σκοτάδι, αντίθετα ένα φως που συνοδεύει την κάθοδο πλημμυρίζοντας τον ακροατή/δύτη και τους πρώτους τόπους που συναντά. Λίγο αργότερα όταν τα πρώτα βάθη φανούν μέσα στα παράξενα φαράγγια του υδάτινου τοπίου θα επέλθει τόσο η noise επίστρωση όσο και η ambient κατάσταση. Από εκεί κι έπειτα θα έρθουμε σ’ επαφή με το μυστήριο. Εδώ η ανάπτυξη είναι σχετικά αργή, τοποθετώντας με ορθό τρόπο τον ακροατή στην διαδικασία, εμβαθύνοντας ολοένα και περισσότερο στην υδάτινη σκοτεινιά μέχρι να φανεί η πρώτη ακίδα φωτός. Δεν είναι όμως κάτι γνώριμο αλλά ένα παράξενο φως που έρχεται από τ’ απύθμενα βάθη, αφήνοντας εμβρόντητους μουσικό και ακροατή που ενοποιούνται στο απόλυτο βάθος, μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα..

Το Part II των Spectral Lore που φέρει και τον τίτλο Ascent, θα κινηθεί σ’ ένα βαρύ Ambient πεδίο με Noise φλούδα σαν στρώση/τείχος που το κάνει να κοχλάζει στα πρώτα του λεπτά. Η άνοδος θα γίνει με αργές απλωτές καλύπτοντας σπιθαμή προς σπιθαμή την σκοτεινή θαλάσσια άβυσσο, το πέπλο της οποίας θα σκεπάσει με θαλπωρή τις νότες που μοιάζουν με ολογράμματα στο βυθό. Καθ’ όλη την διάρκεια υπάρχουν μικροί φωτεινοί σπόροι που προκύπτουν στο εσωτερικό του μα σβήνουν στο απέραντο. Το Ascent έχει μεγάλη λαχτάρα για συνάντηση με το πλουμιστό φως, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως βαθιά έλξη που όσο περνά ο χρόνος θα γίνει αχαλίνωτο πάθος. Είμαστε όμως ακόμα πολύ βαθιά για να εκφράζουμε την λέξη φως, κι ας είναι η βαθύτερη επιθυμία μας που γίνεται οδηγός στην μαύρη σκοτεινιά. Η πυξίδα μας είναι ακόμα προσανατολισμένη σε τόπους που θα στερηθούμε την όραση. Εκεί στ’ ανήλιαγα βάθη λειτουργούμε με τις ενστικτώδες δυνάμεις που διαθέτουμε, κάνοντας παράξενες κινήσεις στο υδάτινο σύμπαν. Από την μέση του κομματιού και μετά θα βρούμε μια αλλαγή στο πλάνο, βρισκόμαστε βλέπετε σε σημείο που οι φωτεινοί σπόροι γονιμοποίησαν εικόνες και οι ήχοι πλουτίζουν αποκαλύπτοντας φασματικά τους έσπερους τόπους που διαβαίνουμε. Σταδιακά το Ambient περνά στην χρήση ακουστικών οργάνων με γλυκές αποχρώσεις και η κυανή σκοτεινιά απομακρύνεται. Το φως σκάει από μακριά και οι ελπίδες να λουστεί η σύνθεση μέσα του μεγαλώνουν. Εδώ έχουμε μια εξιστόρηση που η μονοτονία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά τρόπος δράσης και μάλιστα απόλυτα λειτουργικός σ’ εκφραστικό επίπεδο. Η έξοδος στην επιφάνεια της θάλασσας δεν θα γίνει φαντασμαγορικά, αλλά με μια απλή και φυσιολογική ανάσα. Το νερό αναποδογυρίζει στην ακρογιαλιά και ο ήχος των γλάρων συνοδεύει τις νότες του πιάνου, πλημμυρίζοντας το συναισθηματικό μας κέντρο με μια ηρεμία. Το σημείο αυτό το είχαμε συναντήσει και στην είσοδο του Descent (Underjordiska) κι έρχεται να ενοποιήσει το ταξίδι από την ακρογιαλιά στο βυθό και την επιστροφή από τ’ αβυσσαλέα βάθη στην εξωτερική ομορφιά. Συμπερασματικά, η αφετηριακή μελαγχολική ευτυχία θα μεταλλαχτεί σε μια περιπετειώδη εσωστρέφεια που θα κρατήσει καθ’ όλη την διάρκεια του split, για να φτάσει με την επάνοδο σ’ έναν επανακαθορισμό του τοπίου της θάλασσας που θωρούσαμε ανέμελο καμβά και αποδείχθηκε σκοτεινός πλούτος.

Το 2010 οι Κινεζικές εταιρείες Pest & Midnight Productions βγάζουν στην αγορά μια διπλή συλλογή με τ’ όνομα Der Wanderer Über Dem Nebelmeer. Σ’ αυτήν συμμετέχουν μπάντες που ασχολήθηκαν με τον ατμοσφαιρικό Black Metal ήχο και την Ambient. Ανάμεσα τους θα βρούμε τους Agalloch και τον Mathias Grassow, τους October Falls, Velnias και αρκετούς ακόμα. Οι Spectral Lore είναι εδώ με το ακουστικό Pilgrimage, ένα κομμάτι γραμμένο σε μελωδικές γραμμές κλασικής κιθάρας που θ’ αγγίξει σταδιακά μια soundtrack υφή. Νοσταλγικό με θετική αύρα, στέλνει το νου μας σε μια γραμμή αναπόλησης με την απαραίτητη μελαγχολία ως οδηγό που μεριμνά για τις αναμνήσεις που θα εξεταστούν. Σαν σύνθεση χαρακτηρίζεται από λιμνάζουσα ηρεμία και απλωτή μελωδικότητα που δεν σταματά να προσεγγίζει συναισθήματα που νιώσαμε για μια τόση δα μικρή στιγμή κι έπειτα χάθηκαν. Αν κι εδώ έχουμε μια προσέγγιση πολύ μακριά από τον Black Metal ήχο, το κομμάτι λειτουργεί ως ορισμός ενός σκοτεινού πέπλου με γλυκό πυρήνα.

Το πρώτο βήμα των Spectral Lore στα 10′s έρχεται στο split με τους Locust Leaves, ένα project από την Αθήνα που δραστηριοποιήθηκε περίπου από τα mid zeros κάνοντας κομμάτια, αλλά χωρίς να μας έχει δώσει κάποια επίσημη κυκλοφορία μέχρι σήμερα. Αρχικά εδώ έχουμε μια ακόμα concept συνδημιουργία, με τις μπάντες να χρησιμοποιούν μια κοντινή θεματική ενότητα. Αυτή ξεκινά από το εξώφυλλο και καταλήγει σε όσα πραγματεύονται οι στίχοι, που είναι εξολοκλήρου γραμμένοι στα ελληνικά. Το εικαστικό μέρος και η αισθητική γενικότερα, βγάζουν το split από τα στεγανά του Είδους χωρίς όμως αυτό να χάνει σε νοηματική απόχρωση και Metal προορισμό. Από τις πληροφορίες που έχουμε το εξώφυλλο επιμελήθηκε μέλος των Locust Leaves, ενώ οι μουσικοί έχουν συνεισφέρει ο ένας στο κομμάτι του άλλου.

Η έναρξη θα γίνει με το δεκαπεντάλεπτο Duty των Spectral Lore που επιστρέφουν φέτος μετά από τέσσερα χρόνια απουσίας. Το κομμάτι έχει ως αφετηρία επιμεταλλωμένα riff που σταδιακά θα γίνουν θεμέλιο της σύνθεσης, κάνοντας μια μελωδική αλλά επιθετικά διακείμενη διάβαση. Σε αντιδιαστολή τα φωνητικά ξεκινούν με Weakling εφορμήσεις και μας διαπερνούν σαν ανεμοστρόβιλοι έξαψης με Death Metal επελάσεις και αλαφιασμένα ουρλιαχτά μέχρι την γέφυρα που θα μπουν στο μοτίβο της απαγγελίας, προσφέροντας μια άλλη οπτική σε ποιητικό τόνο. Το Καθήκον είναι το πρώτο κομμάτι που έγραψε ο Nihilus Ayloss και δίνει έμφαση στον τομέα των φωνητικών, χτίζοντας ουσιαστικά με αυτά τους χρωματισμούς της μουσικής του. Οι Spectral Lore επιστρέφουν λοιπόν με ιδιαίτερη ένταση, νέα στοιχεία και ποικιλία θέσεων σε σύγκριση με το μέχρι πρότινος υλικό τους, θα έλεγα μάλιστα πως εδώ έχουμε το πιο Metal κομμάτι που έγραψαν μέχρι σήμερα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως έχει γίνει αλλοίωση στην υφή και τη συναισθηματική πορεία που συνήθως λαμβάνουν. Αντίθετα μάλιστα εδώ υπάρχει μελωδική ζάλη διαρκείας, με το ρυθμικό μέρος να πιάνει ταχύτητες και την ερμηνεία να τρυπά τον ακροατή ως το μεδούλι. Το σύνολο θα μπορούσαμε να το φανταστούμε σαν τους Wolves In The Throne Room λιγότερο απλωτούς, με τα riff τους βαπτισμένα σε Metal κολυμπήθρα έτσι που να μοιάζουν ευθύγραμμα και καταιγιστικά. Στο Duty η διαφοροποίηση καίει ως δάδα ανεξαρτησίας, ενώ η ποικιλία στην πλοκή και το έντεχνο συνταίριασμα επιρροών διαγράφουν μια πορεία που σπάνια συναντάμε στον συγκεκριμένο ήχο. Τρανταχτό παράδειγμα το ρυθμικό μέρος μετά το ένατο λεπτό, με τις κιθάρες ν’ αγγίζουν κλίμακα ελληνικής παραδοσιακής μουσικής αλλά και το πομπώδες φινάλε που τοιχοκολλείται χωρίς ψεγάδι στην άνω επιφάνεια.

Το Promise των Locust Leaves ξεκινά από ένα Heavy Metal καταποντισμό με brutal φωνητικά κάπου ανάμεσα στο Death και το Black Metal και προχωρά σε μια ρυθμική επιθετική τακτική με progressive αναφορές. Το σημείο που χρωματίζει, αλλάζει και διανθίζει την πλοκή είναι τα riff, μέσα τους θα βρούμε έξυπνες ιδέες που συνδυάζουν διάφορες επιρροές προεκτείνοντας ουσιαστικά την σύνθεση. Έπειτα θα έλθει μια αλλαγή που σπάει την πορεία, είναι μια μελαγχολική διήγηση που εκτρέπει το κομμάτι πέρα από την Metal εθνική οδό με στόχο το εσωτερικό πεδίο του ακροατή και τις συναισθηματικές του απόρροιες. Η παύση αυτή είναι στο ίδιο ακριβώς ύφος με την αντίστοιχη στο Duty των Spectral Lore, ενοποιώντας πρακτικά το concept μεταξύ Καθήκοντος και Υπόσχεσης. Εδώ όμως η απαγγελία των ελληνικών δεν είναι απλά σημείο αλλά μια αισθαντική λίμνη, λαμβάνοντας έκταση που μετασχηματίζει το κομμάτι δίνοντάς του αλλοτινή ατμόσφαιρα. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως ξεσπάθωμα σε σπαρακτικό τόνο. Στο τελευταίο μέρος του κομματιού θα γίνει η συνάντηση των δυο δρόμων σ’ ένα mid tempo δέσιμο αρχικά και σε μια παραπάνω ταχύτητα έπειτα. Καταλήγοντας σ’ ένα αρμονικό συνταίριασμα που ολοκληρώνει την πρώτη δισκογραφική παρουσία των Locust Leaves με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Εκεί ψηλά στον ουράνιο θόλο φέγγει μια δεσμίδα φωτός που μοιάζει να εκπορεύεται από θολωτό πλανήτη και δείχνει κάπου βαθιά μέσα στην φύση. Είναι πολύ μακρύτερα από το μονοπάτι του οδοιπόρου και μοιάζει να πέφτει στην σκιώδη πλευρά του ορεινού ορίζοντα. Ολόγυρα το σεπτό κυανό σούρουπο μαγνητίζει σκλαβώνοντας την προσοχή του ακροατή σε θέση ανάλογη μ’ αυτή των παλαιών Limbonic Art, αλλά με μια εικαστική αναβάθμιση. Στο τρίτο full-album των Spectral Lore ο μαθητής που κάποτε επέλεξε ατραπό και αργότερα βάδισε στον δρόμο των μυστηρίων, κατανόησε την σιωπή κι έγινε φρουρός (Sentinel) της πύλης. Το περιεχόμενο για πρώτη φορά τραβά μια ακραιφνή Black Metal πορεία η οποία ξεκινά με πολλές στροφές άρα και μεγάλες ταχύτητες. Μοιάζει μάλιστα να έχει ως βασικό σκοπό την σταδιακή σύνθλιψη με την μαζική επίθεση που εξαπολύει. Το πλάνο του Nihilus Ayloss διακρίνεται από πλουραλιστικό σθένος και συγκροτημένη πλοκή, ενοποιώντας στοιχεία με καταληκτική πορεία. Έτσι στο Sentinel θα βρούμε μια συλλογή τρόπων έκφρασης που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα επιρροών σε μια ακολουθία που ριζώνει μέσα μας σταδιακά, σχηματίζοντας αρχικά αχνά κι έπειτα γεωμετρικά ένα χάρτη που οδηγεί σ’ αστέρια μακρινά.

Στον εξιλεωτικό αναθεματισμό του All Devouring Earth θα βρούμε μια συνάρτηση που μοιάζει να μαθηματικοποιεί την Black Metal αφετηρία, είναι σα ν’ ακούς διασκευή σε Pagan riff από μέλη των Portal και Liturgy. Οι κιθάρες είναι κοφτερές και σε φάση στριμμένες αλλά συνεχώς αισθάνεσαι την αιθέρια βάση τους. Στην πορεία θα σαρώσει με μια ανατολίτικη θέση, σηκώνοντας Deethspell-ικά εξαπτέρυγα στον ουράνιο θόλο, σ’ έναν φωτογενή βιβλικό μετεωρισμό… «Και ο Αρτζούνα είπε: Ω Αμετάβλητε, οδήγησε το άρμα μου ανάμεσα στις δυο στρατιές, ώστε να μπορέσω να δω εκείνους που είναι έτοιμοι να πολεμήσουν εναντίον μας και να μάθω, την παραμονή της μάχης, με ποιους πρέπει να πολεμήσω.» (Μπάγκαβαντ Γκίτα 1, 21-22) ..και ο πόλεμος στο The Dejection Of Arjuna μαστίζει εν μέσω μελωδιών, γύρω του πλέουν σ’ εναρμονισμένη πορεία Death φωνητικά και heavy ιλιγγιώδη riff σχηματίζοντας έναν χαοτικό χορό που αλλάζει διαρκώς πορεία στριφογυρνώντας, αναποδογυρίζοντας κι εξαπολύοντας ηλεκτρικά φορτία, καταφέρνοντας ν’ αποδώσει με ιδιαίτερη μαεστρία την εσωτερική πάλη του Αρτζούνα. Η Metal τεχνική θα εκτοξεύσει τις δυνάμεις της στο The Coming Of Age χτίζοντας ένα κυκλοθυμικό τείχος με γέφυρες που ζευγαρώνουν solo και riff σε πανέμορφες αλλαγές, κρύβοντας καλά πίσω τους όσα έπονται στα επόμενα χρόνια. Στο Quest For The Supramental θα μας αγγίξει μια ανατολίτικη ηρεμία που θ’ αποδοθεί με αργά και βασανιστικά θέματα, μικρά ανάποδα riff και φωνητικά που βρίσκονται ξανά στην Death Metal θέση, υπερκαλύπτοντας τις απαιτήσεις μας με μια Heavy/Doom δολοπλοκία ροής. Η ανάληψη προς τις ουράνιες σφαίρες δεν θ’ αργήσει και το My Ascension Into The Celestial Spheres έρχεται να προοικονομίσει το μουσικό αυτό γεγονός με οργανικές καταβάσεις που εσωκλείουν επιρροές ύφους από μπάντες όπως οι Nightbringer & Negative Plane, ιδιαίτερα στα μπουκωμένα αργόσυρτα φωνητικά, αποδεικνύοντας πως κάθε λάμπρη επική πορεία μπορεί να σπάσει σε ατμοσφαιρικά ανεμίσματα. Το Sentinel θα τελειώσει μ’ ένα μικρό δώρο μέσα στο album, το Atlus (A World Within A World) είναι κυριολεκτικά ένας κόσμος μέσα σ’ έναν άλλο κόσμο βαδίζοντας σε Ambient μονοπάτια. Εδώ είναι το άντρο της ησυχίας και παρουσιάζει στην μισή του ώρα ένα μινιμαλιστικό δέμα ήχων που καταφέρνει να μας ταξιδέψει μέσα σε θολωτές διαστάσεις και να μπολιάσει στο ηχητικό κενό τζούρες του απόκοσμου.

Ο Nihilus Ayloss χαρακτηρίζει την μουσική του Sentinel, Epic Transcendental Black Metal, θέλοντας να παντρέψει μέσα στον ορισμό του Hunter Hunt-Hendrix την δική του οπτική, την διάνοιξη του δικού του δρόμου. Το μονοπάτι όμως που έσκαψε μοιάζει περισσότερο με τούνελ, λες και μπήκε στ’ αρχέγονα όρη του Είδους για να ενώσει, την μεταφυσική ατμόσφαιρα με το επικό στοιχείο και το Black Metal με την Heavy Metal φύση του, αυτή που σταδιακά χάνεται προς χάριν άλλων τέρψεων. Ολοκληρώνοντας ένα έργο που κατά την προσωπική μου γνώμη προσπερνά παρασάγγας τους Liturgy, άσχετα αν αυτοί πράγματι κατάφεραν να σκιαγραφήσουν πορεία. Ωστόσο αυτό που μετρά εδώ είναι το πρακτέων, έτσι το Sentinel ζει στις κιθάρες και τον ζωογόνο ηλεκτρισμό τους, παράλληλα επιτυγχάνει έναν μαγικό συγκερασμό ταχύτητας και ατμόσφαιρας που μετασχηματίζει τον εαυτό του, δίχως να ξεχνά τ’ αγαπητά θεμελιώδη τερτίπια του Είδους. Εδώ το Black Metal μετατρέπεται σ’ ένα Ινδουιστικό βούκινο που σαλπίζει πολεμικά αλλά διοχετεύει ουσία κάνοντας ταξίδια στην στρατόσφαιρα, παίζοντας με Heavy Metal πυγμή για να σχηματίσει συνολικά μια από τις καλύτερες στιγμές για το Είδος μέσα στο 2012. Ας βάλουμε λοιπόν τα καλά μας, γιατί φέτος οι Spectral Lore υποσκελίζουν όσα έγραψαν μέχρι σήμερα προσπαθώντας ν’ αγγίξουν συμπληγάδες. Όποιος ήρωας φτάνει κοντά σε μυθικά πλάσματα, να ξέρετε ότι πολύ σύντομα θα καταφέρει και να τα προσπεράσει, είναι άλλωστε αυτός που… «Αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο την ικανοποίηση και τον πόνο, το κέρδος και την απώλεια, τη νίκη και την ήττα, είναι αυτός που ετοιμάζεται να πολεμήσει, κι έτσι δεν θα είναι ένοχος» (Μπάγκαβαντ Γκίτα 2, 38 σε διασκευή).

Σημείωση: Η μουσική ταμπέλα είναι ένα σημαντικό εργαλείο τόσο για την κατανόηση των κατευθύνσεων ενός Είδους όσο και για την φιλολογική συζήτηση ανάμεσα στα μέλη που αποτελούν την κοινότητά του. Σ’ αυτή την εμβόλιμη σημείωση καλούμαστε να αποδώσουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεό» ρίχνοντας λίγο παραπάνω φως στ’ όμορφο αυτό ζήτημα. Εδώ βέβαια δεν θα μας απασχολήσουν όλες οι μουσικές ταμπέλες, αλλά μονάχα το Transcedental Black Metal που τα τελευταία χρόνια τέθηκε ως νέο Sub-Genre. Ιστορικό σημείο είναι το μανιφέστο του Hunter Hunt-Hendrix και η χρήση του όρου Transcendental από τους Liturgy το 2011 για το album Aesthethica, γεγονός που στα μάτια των περισσοτέρων από εμάς έμοιαζε περισσότερο μ’ επιστέγασμα ύπαρξης παρά με Πραγματικότητα και μουσική ουσία. Το κακό όμως δεν έγινε από την ίδια τη μπάντα, που κατ’ εμέ το παλεύει και θα συνεχίσει να το παλεύει με θεμιτό τρόπο, αλλά από τον μουσικό τύπο και κυρίως από Αμερικάνικα internet magazines που πάντα λαχταρούν να σφιχταγκαλιάσουν νέες μπάντες, προωθώντας τις δουλειές τους ως next big thing, βοηθώντας κυρίως την τσέπη τους με τις διαφημίσεις που εισπράττουν δημιουργώντας επισκεψιμότητα από τον ντόρο παρά τους ακροατές. Κανείς λοιπόν απ’ όλους αυτούς τους «ρεπόρτερ» δεν μας είπε, ούτε αναφέρει σε κάποια σημείωση πως ο όρος Transcendental προϋπήρχε, έχοντας ήδη χρησιμοποιηθεί από τα μέλη της κοινότητας για να περιγράψουν την ουσία, την ψυχή και το σθένος παλαιότερων συγκροτημάτων, όπως για παράδειγμα τους Weakling, μια μπάντα που κατάφερε να εκφράσει μόνο μ’ ένα full-album (το Dead As Dreams του 2000) πυρηνικά συναισθήματα που οδηγούν στο υπερβατικό (Transcendental) την έκσταση ή πιο απλά την αγνή ενστικτώδη έκφραση. Εν κατακλείδι η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντα στην κατεστημένη ιστορία, αλλά παραέξω στις ιστορίες που λένε οι άνθρωποι μεταξύ τους. Μα πάνω απ’ όλα θα εντοπισθεί στο συναίσθημα, την ουσία που ζει στον καθένα από εμάς και νιώθει όσα εισπράττει. Θαρρώ λοιπόν πως όλοι συμφωνούμε ότι η χρήση ενός όρου θέτει ως προϋπόθεση την πράξη όσων αυτός εκφράζει. Έτσι οι Spectral Lore στον Sentinel παίζουν Transcendental Black Metal στο επίπεδο που το έκαναν σχετικά ή ολοκληρωτικά μπάντες όπως οι In The Woods->Weakling->Wolves In The Throne Room αλλά και αρκετές ακόμα που το κατάφεραν σε μικρότερο βαθμό μέσα σε μεμονωμένα κομμάτια. Το μόνο που μένει να κάνει όποιος επιθυμεί να ελέγξει τα παραπάνω, είναι ν’ αφήσει ελεύθερο τον συναισθηματικό του κόσμο και ν’ αφουγκραστεί διεξοδικά τη μουσική.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: