Burning Church Forest

Μολονότι με περιμένουν πολλά album για να εμβαθύνω, αρκετά εξ’ αυτών με ιστορική σημασία, κάτι μ’ έχει πιάσει κι αλητεύω ψάχνοντας πέρα από τα βασικά. Δεν ξέρω αν είναι άρνηση επαφής με δεδομένες φόρμες ή αν το θέλετε αλλιώς μια ψιλοβαρεμάρα για βιωμένες ηχητικές εμπειρίες. Αλλά μου κάθονται καλά στ’ αυτί και κάτι παράξενα μοτίβα, που αρχίζω να το φιλοσοφώ. Συμπέρασμα επαρκές δεν έβγαλα, όμως πιστεύω πως όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με το Black Metal, έλκεται μυστηριωδώς από τις οπτικές που έχουν αποδομήσει τον Metal μπούσουλα, οδηγώντας τον γρηγορότερα στην αγκαλιά της καταχνιάς. Σε αυτές τις εφαρμογές αλλάζουν σχετικά και οι κανόνες, γιατί δεν υπάρχει αξία στην σύνθεση και τον οίστρο του δημιουργού, αλλά στην χρήση των οργάνων, τον ήχο και το ατμοσφαιρικό επίπεδο των κομματιών. Παράλληλα θα δούμε την οπτική της μπάντας ως μορφή τέχνης, που έχει τη δύναμη να μεταφέρει την συνείδησή του ακροατή σ’ ένα άλλο επίπεδο. Εκεί μπορεί να εισπράξει ένα σκοτεινό πλούτο που χάνει στις κινήσεις με Metal διάμετρο, δηλαδή στο Black Metal που τα riff θα παρεκτραπούν σπινθηρίζοντας χρωματισμούς μακριά από τον αρτηριοσκληρωτικά μέλανα χαρακτήρα (έχοντας προφανώς πολλές Metal επιρροές). Όσον αφορά τον ακροατή που θα εισπράξει άμεσα τέτοιες εκδοχές δεν μπορώ να πω και πολλά. Κατά την προσωπική μου γνώμη είναι αδύνατο να κατανοήσει αυτό το ύφος, όποιος πιστεύει ακόμα στην γραμμικότητα του Black Metal και δεν έχει απολαύσει ποτέ του Demo (παλιό, καινούριο, του Wrest δεν έχει σημασία) ηχητικά. Από εκεί και πέρα ο άξονας εμβάθυνσης θ’ ανεβρεθεί στη συνταύτιση με την αισθητική της μπάντας αλλά και την όρεξή του να ταξιδέψει μέσα στο Black Metal της. Έπειτα η καταβύθισή δρα αυτόνομα μέσα του, κάνοντας απομονωμένη το δικό της ταξίδι στ’ απύθμενα βάθη.

Θα πάμε λοιπόν μέχρι την Αυστραλία και πιο συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα της, κοντά στην πρωτεύουσα του Σύδνεϋ και πιο συγκεκριμένα στη παραθαλάσσια πόλη του Newcastle. Εκεί θα συναντήσουμε τους Burning Church Forest, μια πενταμελή μπάντα που επιδίδεται εδώ και αρκετό καιρό σ’ ένα αυτόνομο Black Metal tribute. Θα το αναλύσουμε διεξοδικά, μελετώντας track by track τα πέντε βιβλία (όλες τους οι δουλειές έχουν τον τίτλο Book) που έκαναν μέχρι σήμερα. Πριν ξεκινήσω όμως θα ήθελα να περιγράψω την βασική φωτογραφία που χρησιμοποιούν και βλέπετε εδώ πιο πάνω. Παραμορφωμένες φιγούρες κι ένα χέρι μπροστά τους, στην «grim» αφετηρία. Εδώ οι Αυστραλοί πολύ έντεχνα υποδηλώνουν την tribute θέση του project. Εξηγώντας πολύ απλά την αίσθηση που έσπειρε το Black Metal ιστορικά αλλά και την δική τους θέση, μια «neo-grim» αισθητική, που εξηγεί περίφημα τη νοοτροπία μιας μπάντας «φόρου τιμής» στο οικοδόμημα.

*Σε κάθε τίτλο Θα βρείτε το ανάλογο Bandcamp Link για ν’ ακούσετε ολόκληρο το album (δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε εσάς, αλλά σε μένα αυτά τα Link ξεκινούν από το δεύτερο κομμάτι, οπότε πριν το Play ρίξτε μια ματιά) και σε κάθε κομμάτι το ανάλογο Link για μεμονωμένη ακρόαση.

2009-Book 1

Chapter 1: Αρχικά βομβώδες κι έπειτα πριμαριστά τηγανητό μ’ ένα συνεχές riff, μοιάζει με μάστιγα που ποθεί το αργό κάψιμο των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Η συνέχεια θα δοθεί με απάνεμα ουρλιαχτά που όσο προχωρά το κομμάτι θα γίνουν δυναμικά, χωρίς να μένουν μόνο εκεί, αφού οι έχοντες το μικρόφωνο (δεν είναι μόνο ένας) ξανοίγουν εαυτό στις Furze εκφράσεις παραφροσύνης, χρωματίζοντας την σεμνή τελετή έναρξης. Το ρυθμικό μέρος είναι μια έξη που μπορεί να γίνει λατρεία, ειδικά με τα τύμπανα και την δερματική τους παρέα, που φέρουν μια δύναμη ασφαλείας μέσα στη χαοτική μέριμνα του κομματιού.

Chapter 2: Μονότονο κρεσέντο με τηγανιτά riff να σκεπάζουν σαν πάπλωμα το ρυθμικό μέρος, που ανάβει και παίρνει μπρος δουλεύοντας ασταμάτητα ως γεννήτρια. Το άπλωμά κουβαλά ως ειρμό το χαοτικό σύγκρυο, ενώ τα ουρλιαχτά σκούζουν σε Us επίπεδα (τα Us φωνητικά χαρακτηρίζονται από τη μεγιστοποίηση της υπερβολής, παγιδεύοντας τον ακροατή σε μια κατάσταση που ενώ δεν είναι σοβαρή, δεν μπορεί χαρακτηριστεί και αστεία). Το δεύτερο κεφάλαιο θα ολοκληρωθεί μ’ ένα απαλό κλείσιμο στην ambient έκταση.

Chapter 3: Ζωή σε κρυφό και μελωδικό low tempo ρυθμό, πλέοντας αμέριμνο στα πελάγη ενός μονοδιάστατου λογικού ειρμού. Εδώ τα riff δεν πρωταγωνιστούν, λαμβάνοντας θέση στ’ ομαλό ρυθμικό μέρος για να κινηθούν καθ’ όλη την διάρκεια μαζί του. Ο βασικός πλοηγός είναι τα φωνητικά που θα ξεκινήσουν σαν απόχρωση και θα λάμψουν λαμβάνοντας ρόλους με διάφορους χρωματισμούς και ανάλογο ύφος, μαγεύοντας όταν φτάσουν κάπου ανάμεσα στη δαιμονιώδη και τερατική μορφή που εισάγει κόμιξ/παραμυθένια στοιχεία στο σύνολο. Το τρίτο κεφάλαιο ανήκει στη λίστα με τα κομμάτια της μπάντας που φέρουν την επαφή τρίτου τύπου, αυτή που ξεχωρίζει, απλώνει μια πάχνη ομίχλης και καλλιεργεί την ατμόσφαιρα.

Chapter 4: Με στοιχειοθετημένο τρόπο και βάση σε όσα έκαναν στα πρώτα κομμάτια μπαίνουν στο τελευταίο μέρος, ένα δεκαοχτάλεπτο φόρο τιμής στην κτηνωδία που θα λάβει εκκίνηση στην «ως άνω» τηγανιτή μέριμνα και θα προσχωρήσει παραπέρα με μικρές παύσεις αναπνοής αλλά και νέες επιθέσεις. Τα φωνητικά από την ήπια δράση θα φτάσουν στο ασταμάτητο ουρλιαχτό, παρουσιάζοντας το θριαμβευτικό πνεύμα ακόμα και με αλαλαγμούς. Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος του κομματιού, γιατί ουσιαστικά δεν έχει να μας δώσει τίποτε παραπάνω παικτικά, αλλά θα έρθει να εγκαθιδρύσει την επιβολή, την ολοκληρωτική νίκη της έξαψης.

2009-Book 2

A tribute to the true norwegian black metal of the 1990’s, σημειώνουν στο Bandcamp.

Chapter 1-Ashes Of The Crucifix: Η τέφρα του εσταυρωμένου θα έρθει να ρίξει λάδι στη φωτιά, το δεύτερο βιβλίο ξεκινά μ’ ένα κρεσέντο επίθεσης και μίσους. Οι Αυστραλοί δομούν μια υπερβατική αλλοφροσύνη για να τσαλαπατήσουν το ακουστικό μας κέντρο. Πριμαριστός ήχος, άριστα τηγανιτό riffing και μια οχλοβοή που υπόκεινται σε κανόνες μετρονόμου ως κατάθεση διαπιστευτηρίων πυγμής. Παράλληλα τα ουρλιαχτά σκάνε φόρα παρτίδα σε αλαλαγμούς κι ένας κακός χαμός βασιλεύει, οδηγώντας τον ακροατή μέσα σε βρυχηθμούς, ανυπεράσπιστο και ανήμπορο ν’ αντιδράσει.

Chapter 2-The Freezing Fog: Κάνοντας μια μίξη των Funeral Fog & Freezing Moon από το De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem στον τίτλο και χαμηλώνοντας τη ταχύτητα, συνδράμουν στην έναρξη της ατμοσφαιρικής πλοκής. Τα φωνητικά εδώ αναβαθμίζονται στον ρόλο του εκφραστή ενώ το Doom πνεύμα εφορμά κάνοντας τη δράση να παρασιτεί κάπου παραδίπλα σε low tempo τηγανιτό riffing. Ο ξερός και απρόσεκτος ήχος των τυμπάνων βοηθά το κομμάτι ν’ αναδείξει το παγωμένο του προσωπείο, εξάγοντας συναισθήματα εγκατάλειψης αλλά σε δελεαστικά απόκοσμο περιβάλλον.

Chapter 3-The Dead Trees: Εδώ θα βρούμε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας, τόσο στα οργανικά κόλπα που εφαρμόζει όσο και στα συναισθήματα που εγκολπώνει. Στο ρυθμικό μέρος αρχικά υπάρχει μια επιθετική αιχμή που αργότερα θα γεννήσει μια νεκρή Noise/Ambient ζώνη, κατά την οποία ο βόμβος θα συναντηθεί με την απονιά της αταξίας. Δημιουργώντας μια σχάση που το μετατρέπει και θα γεννήσει μια πομπώδη ανάπλαση. Στις κιθάρες θα έρθουν εξωγενείς κινήσεις με κάποια υποχθόνια riff/solo που αντισταθμίζουν την ορμή αλλά και ο θελκτικός όγκος που ανατριχιάζει. Τα φωνητικά συνεχίζουν την υπερβολή, χωρίς να ξεχνούν τους άλλους ρόλους, οι οποίοι όταν έρθουν θα εξυψώσουν το κομμάτι. Εδώ μαζί με την Raw έκρηξη θα υπάρξει ατμόσφαιρα και μάλιστα ιδιότροπη, άθροισμα σπάνιο και πυρωτικό μέχρι το μεδούλι του ακροατή.

Chapter 4-Watching The Alter Burn: Μια κίνηση γεμάτη εσωστρέφεια, low tempo ρυθμικό με μια ατμοσφαιρική χροιά που αγγίζει βελούδινα. Αναγκαία αλλαγή πλοκής και τροφή για το συναισθηματικό κέντρο του ακροατή. Κίνηση που φέρει μέσα της ένα δραματικό χαρακτήρα προσπαθώντας ν’ αποδώσει μια εναλλακτική επίθεση στο συγκινησιακό μας. Το ουρλιαχτό κάπου στη μέση και η αλλαγή με το riff μέτρησε ιδιαίτερα. Το καιόμενο τέλος συνδράμει με την δική του σειρά στην παρακέντηση της πορείας του album. Δοκιμάστε ν’ ακούσετε το κομμάτι σε διάφορα volume και δείτε τις διαφορές, αυτό το τρικ παίζει βέβαια και για πολλά ακόμα κομμάτια της μπάντας.

Chapter 5-Sacrifice Your Freedom:  Πολεμικός τυμπανισμός, πρόλογος αργός και μακρύς που αναδεύει διάφορα, τα φωνητικά είναι πνιχτά και μακρόσυρτα. Μετά το πεντάλεπτο θα ξεθαρρέψουν και το ρυθμικό μέρος θα βρει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί. Τα live τύμπανα ψυχορραγούν και τα φωνητικά θα γίνουν ακόμα πιο τσιριχτά, μπαίνοντας σε χαμηλές συχνότητες. Το μήνυμα είναι σαφές, θυσία της ελευθερίας. Στο δέκατο λεπτό θα γεννηθεί μια ambient κατάσταση που θα εξελιχθεί μέχρι και το τέλος. Αρχικά με συχνότητες, ήχους κι έπειτα με την φλόγα που αναδεύεται, γνωρίζοντας πως πρέπει να ζεστάνει τον ακροατή μέχρι να λάβει την τελική του απόφαση. Δύναμη, αποφασιστικότητα και μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα που μαγνητίζει.

2010-Book 3

Chapter 1-The Power Of The Inferno: Η δύναμη της κόλασης θ’ αποδοθεί με μια έξοχη Live θέση στα τύμπανα, τα οποία είναι πολύ μπροστά και λυσσομανούν χωρίς να κρατούν «ντε και καλά» το μέτρημα. Τα φωνητικά ξεκινούν δαιμονικά και μπαίνουν σε πνιχτή διάθεση κοντά στην συνολική μουντάδα που αποπνέει το σύνολο. Τα riff είναι πολύ πίσω δρώντας σε μια ευθύβολη κίνηση, κάνοντας τη δουλειά του ρυθμικού μέρους για μια περεταίρω βοήθεια στο σύρσιμο της ροής. Εδώ το κόλπο της αλλαγής ρόλων στα όργανα, είναι το καλύτερο παράδειγμα σε αυτό που ψάχνουμε όταν μιλάμε για εξέλιξη του οργανικού Black Metal ήχου. Μετά το πέμπτο λεπτό θα γεννηθεί μια θορυβώδης ησυχία, μια γέφυρα που θα οδηγήσει το κομμάτι σε ambient κλίμακα. Εκεί μπροστά στο άγνωστο που παραμονεύει διαρκώς βασιλεύει η αινιγματικότητα, με τον τρόμο και τη θηριωδία να είναι γεννήματα του μυαλού για όσα μπορούν να συμβούν. Λίγο πριν το φινάλε μια καλοπεσμένη μελωδία τραβά την κουρτίνα και…

Chapter 2-Kirkebrann:…η εικόνα του καιόμενου ναού (πολύ ορθά γραμμένο στα Νορβηγικά) μοιάζει με το απαύγασμα της δύναμης που έχει η κόλαση. Εδώ θα υπάρξει μια μεμβράνη ατμόσφαιρας που εσωκλείει τα όργανα σε μια επισταμένη αναζήτηση. Οι κιθάρες παίζουν κάποια riffογραμμή «στο αλλού» και τα φωνητικά ξανοίγουν εαυτό πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν την ηδονή της βεβήλωσης. Ο ρυθμός θα έρθει σαν μια γιορτή σε Low tempo καλωσορίζοντας την Black Metal ροή που θα διαγράψει πρώτα τυμπανιστικά κι έπειτα κιθαριστικά την εκεχειρία. Έπειτα οι φωνητικές αναζητήσεις κοχλάζουν σα τη πύρινη λαίλαπα.

Chapter 3-Feel The Heat From The Flames: Ατμοσφαιρικού τύπου και ambient πλοκής με οργανικό τρόπο μπαίνει βαθύτερα στο concept, για να μας μεταδώσει μέσω ήχων την πύρωση της φλόγας. Τα φωνητικά οργιάζουν κρυφά και φανερά σε ρόλους προς όφελος της διαδικασίας. Μετά το πεντάλεπτο θα υπάρξει μαγική κίνηση του ρυθμικού. Στο σημείο αυτό δείτε την γοητεία που ασκεί η αποδόμηση του μοντέλου ταχύτητα->γέφυρα->ταχύτητα και την μυσταγωγία που δύναται να εσωκλείει ο όγκος, ακόμα και αν το μοντέλο δράσης είναι απλοϊκό. Θα τολμούσα να πω ότι αυτό είναι παράδειγμα κορυφαίου ήχου για μελέτη. Στα τελευταία του λεπτά μια «τούπα/τούπα» τυμπανιστική θέση θα του δώσει προσωπείο κομματιού έτσι για το ξεκάρφωμα. Μέχρι το 11 λεπτό που τη σπάει με μια φωνητική εμπειρία και μετατρέπει τον ακροατή σε υποχείριο τους. Εδώ έχουμε την πιο έντεχνη δημιουργία της μπάντας που σχετίζει μουντάδα, συναίσθημα και ανεβάζει τη βελόνα του feeling. Παίξτε το δυνατά και αφεθείτε οριστικά.

Chapter 4-As You Die In The Fire: Ambient φυσιογνωμία με πειραματισμούς στον ήχο της κιθάρας, λίγα φωνητικά πειραγμένα και αρκετά πίσω. Ηχητική απεικόνιση του θανάτου στην φωτιά με το λατρεμένο concept να μην βρίσκει ησυχία, μου θυμίζουν την αρρώστια που έχουν οι Immortal με τα βουνά. Μέχρι που, για μια ακόμα φορά λίγο πριν το τέλος, θα πάρουν τα όργανα για ένα κλείσιμο με το rhythm section ζωντανό και την πλοκή σε ειρμό, ένα Black Metal ηλεκτρικό, φορτισμένο και όσο φασαριόζικο πρέπει.

2011-Book 4

Chapters 1-6: Experimental album compiled from various recordings from the past 5 years. We hope you do not enjoy it, σημειώνει η μπάντα στο Bandcamp. Εδώ λοιπόν θα βρούμε την πιο παράξενη κυκλοφορία των Burning Church Forest, αναλυόμενη σ’ ένα κομμάτι περί τα τρία τέταρτα της ώρας. Πριν μπούμε στο περιεχόμενο θα ήθελα να σημειώσω πως στα δικά μου μάτια, αυτό είναι και το καλύτερο εξώφυλλο απ’ όσα χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα. Είναι βέβαια ένα σκίτσο που δεν απεικονίζει την ζωντάνια της φωτογραφίας (που χρησιμοποιούσαν), μα βγάζει δύναμη κι ένα μοχθηρό αέρα, εκφράζοντας κατά γράμμα το Black Metal.

Έναρξη μέσω μιας άκρατης επιθετικότητας, είναι μια άγονη θέση, δίχως οίκτο, που κόβει το ενδιαφέρον σαν επικίνδυνη τροχαλία σε κίνηση και μοιάζει θανατηφόρα όσο οι σκουριασμένες προεξοχές της. Έτσι απλά οι Αυστραλοί στα πρώτα κιόλας λεπτά διώχνουν τους απαίδευτους και μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά στο ευαγγέλιο του θορύβου. Δίνοντας ζωή σ’ ένα Noise στρώμα που θα έρθει για να εγκαθιδρυθεί με μανία, σχηματίζοντας βόμβους και οργανικές εκρήξεις που βγάζουν μια πομπώδη αύρα. Εδώ τα ουρλιαχτά πλήρως παραμορφωμένα λειτουργούν ως στοιχείο επανάληψης. Αργότερα η θορυβώδης χαράδρα θα μεταγλωττιστεί οργανικά σέρνοντας την πλοκή, μονότονα και βασανιστικά για πολλά λεπτά. Μέχρι να επέλθει ο τριγμός μαυρίζοντας τη ψυχή μας, μετατρέποντας σε κατράμι το απώτερο Είναι μας, για να μη θυμόμαστε το φως, να φτάσουμε στην ζάλη, έλκοντας έτσι την απευκταία για τη ζωή μέγγενη που οδηγεί στο σκότος. Κι έπειτα η λογική εξομάλυνση σε μια εκτός ειρμού ροή, μέχρι ν’ αποκτήσει θεμέλια τυμπάνων και να μπει η κιθάρα σε ογκώδη σχηματισμό σπέρνοντας ολόγυρα την πώρωση με μια βαριά κι ασήκωτη περατζάδα. Στ’ απόνερα της οποίας θα σχηματιστεί ένας βόμβος που πάλλεται και μια λίμνη σχετικής ησυχίας ξανοίγεται μπροστά μας. Ένα κουδούνισμα που προκαλεί πονοκέφαλο σκούζει διαρκώς, γύρω του τύμπανα σε σχηματισμό και τεταμένοι ήχοι από τα έγκατα σηματοδοτούν το ξύπνημα του… βρυχάται πέρα στο βάθος. Βλεννώδες δαιμονικό θα βγει από τα έγκατα του πυθμένα και θα συνεχίσει να κραυγάζει, αργά και σπαρακτικά τα δικά του παράξενα λόγια. Ενώ δίπλα του κάνει σαματά μια μικρή λιτανεία για να το συνοδεύσει. Ως ότου ν’ αποκατασταθεί και πάλι η ηρεμία για να εισβάλει ένα από τα καλύτερα riff που έγραψαν ποτέ, στο βάθος του ορθού μας. Καμία δυνατότητα περιγραφής έπειτα, οι ήχοι και οι αποκλίσεις τους κινούν το σωρό σε αλληλουχίες. Μα για το κλείσιμο θα έρθει ένα ακόμα σημείο, που θα ενώσει διάφορες θέσεις σε οργανικό Low tempo κάνοντας ένα ατμοσφαιρικό πέρασμα που μαγεύει. Δεν ξεχνά τον ύμνο στο θόρυβο, με τον κακό ήχο ως καμβά, πάνω στον οποίο θ’ απλώσει riff και θαμπά φωνητικά. Στο φινάλε θα θυμηθεί πως ξεκίνησε, πράγμα συνετό για τον ψυχισμό του ακροατή. Βέβαια δε μιλάμε γι’ αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί, αλλά για μια ενδοφλέβια ένεση λήθης. Μπας και ξεχάσει με το τέλος της πρώτης ακρόασης, πως εδώ κατάπιε λεβιέ ταχυτήτων νταλίκας.

2012-Book 5

Chapter 1-Underjordiske: Δυναμικό και αρκετά έντονο κομμάτι, βασισμένο στα πρίμα και τον ενοχλητικό τους αέρα. Μουντό και μπουκωμένο με φωνητικά που αγγίζουν σε σημεία την λύσσα του Wrest. Φέρει ρυθμικό μπούσουλα σε τεταμένη έκκριση, αλλά κι ένα φιμε riff σαν υποδιαστολή της συνεχόμενης κίνησης. Αργότερα η σκούρα επίθεση θα χαλαρώσει τα δεσμά του θορύβου επιτρέποντάς του να κυριαρχήσει, αποκαλύπτοντας σιωπηλά όσους ζουν κάτω από τη γη (βλέπε τίτλο). Το κλείσιμο θα γίνει στην ambient δράση των μελετητών του υποσυνειδήτου Abruptum.

Chapter 2-Torturert Av Brann: Τυλιγμένο σε Doom σάβανα και μια έξοχη low tempo δράση περιδιαβαίνει. Τα σάπια του φωνητικά, που είναι αγριωπά και δίχως πυγμή μας μεταφέρουν στη διαδικασία αποτέφρωσης και το βασανισμό μέσα στις φλόγες (δείτε τον αργό τους τόνο..σαν το απομακρυσμένο ουρλιαχτό του βασανιζόμενου). Απαράμιλλη σήψη και πίκρα, σεμινάριο για το τι σημαίνει οργανικό Black Metal με ατμόσφαιρα. Εδώ η μπάντα πακετάρει τον αρνητισμό από λαγούμι σε λαγούμι. Καταφέρνοντας ως και τη διαφοροποίηση από την τυπικότητα, μέσα απ’ αυτό το μαγευτικό riff που γεννιέται από την έναρξη, κάνει παρέα στο ρυθμικό μέρος και δίδει εξωτική αύρα στο κατά τ’ άλλα Raw Black Metal τους. Έξοχο γι’ αυτό που είναι.

Chapter 3-Den Gamle Troen: Οργανική λατρεία σε υπερθετικό βαθμό και minimal ιδέες που θα πορευτούν μονόπαντα στην λεωφόρο της ταχύτητας. Μπροστάρης στη διαδικασία είναι τα φωνητικά που καταθέτουν ψυχή κι εκπέμπουν μανία. Εδώ βασιλεύει η επίθεση, μα η θαμπή χρήση των riff εξακολουθεί να χρωματίζει το album ως κρυφός φωτισμός. Μια συνετή επιλογή πλοήγησης, τηρουμένων των συνθηκών και της άκαμπτης θέσης που ζει το ρυθμικό μέρος. Η παλαιά πίστη δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί καλύτερα.

Chapter 4-Onde Trollkjerringer: Αν η μετάφραση στ’ αγγλικά είναι σωστή, το κομμάτι έχει τον τίτλο «Διαβολική παλιόγρια» και λειτουργεί έτσι ακριβώς, στέλνοντας χολοσκασμένες κατάρες ολόγυρα. Τα φωνητικά είναι ακόμα πιο κοντά στο ύφος του Wrest (πάντα μιλώ για την Demo εκδοχή της φωνής του) και το μουσικό μέρος θα πιάσει τις απαιτούμενες ταχύτητες με περισσή οργή και δύναμη αγγίζοντας την θορυβώδη εκδοχή που το κάνει να μοιάζει Live, χαοτικό και τα συναφή. Τα φωνητικά στο τέλος θα βγάλουν κάτι παράξενες κραυγές, αποτυπώνοντας την κακία της παλιόγριας και σ’ εσωτερικό επίπεδο.

Chapter 5-Gutten Som ødela Verden: Αργό και παραπληγικό θα ξεροτηγανιστεί σε ανάλογο riff αναδύοντας αρώματα. Έπειτα θα πέσει το λάδι του ρυθμικού καταποντισμού, κλασικά μετά το πεντάλεπτο για να θυμηθούμε και το παρελθόν της μπάντας, πιάνοντας άμεσα χιλιόμετρα κι εξάγοντας το ανάλογο feeling. Αργότερα θα επανέλθει στο αργό του τσιτσίρισμα εμποτίζοντας τη θαμπή ατμόσφαιρα που έλειπε απο το υπόλοιπο album. Δεν θα μείνει όμως εκεί και θα παρεκτραπεί εκ νέου σιχτιρίζοντας με περισσή μανία μέχρι το αποτρόπαιο τέλος με τα παραμορφωμένα φωνητικά σε οχλαγωγία και την αρμονική ambient ολοκλήρωση. Σ’ ένα βαθμό εδώ έχουμε το πιο παράξενο κομμάτι του Book 5 που μας μεταφέρει την ιστορία του αγοριού που κατέστρεψε τον κόσμο.

Αυτό είναι το πρώτο album της μπάντας που δεν έχει στο εξώφυλλο κάποια εκκλησία σε δάσος, ενδεδυμένη φλόγες. Παράλληλα πέραν του τελευταίου κεφαλαίου ζει σε τεταμένη επίθεση, χωρίς ατμοσφαιρικές αναζητήσεις και παράξενα μοτίβα, αλλάζοντας για μια ακόμα φορά τον δρόμο πλεύσης των Αυστραλών, με το θετικό πρόσημο να χαρακτηρίζει κάθε βήμα τους απο τα Late zeros μέχρι και σήμερα.

Στη σελίδα τους στο bandcamp υπάρχει και μια χαριτωμένη σημείωση για το Book 5 γραμμένη στα Νορβηγικά, η οποία λέει: «sanger basert på norske historier. Vi beklager dårlig oversettelse. vi kun snakker engelsk. Hvis du ikke liker dette kan du gå til helvete og utføre Munnsex på Satan» και σε μια ελεύθερη μετάφραση μάλλον σημαίνει «Τα τραγούδια είναι βασισμένα σε Νορβηγικές ιστορίες. Ζητούμε συγγνώμη για την κακή μετάφραση αλλά μιλάμε μόνο Αγγλικά. Αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να πάτε στην κόλαση και να κάνετε τσιμπούκια στο Σατανά».

Σε τέτοιες μπάντες το συμπέρασμα είναι άκομψο. Αλλά επειδή διάλεξα ένα παράξενο τρόπο ανάλυσης της κατάστασης που δημιουργούν μουσικά, οφείλω να σημειώσω τα παρακάτω: Οι Burning Church Forest έχουν διαλέξει έντεχνα τον δρόμο τους, παίζοντας Raw Black Metal χωρίς να ξεχνούν τις οργανικές ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, τη παράνοια και την φαντασία. Δημιουργούν νέα album έχοντας καινούριες ιδέες αλλά και νέους στόχους, χωρίς να ξεχνούν πως εκπροσωπούν τον πρωτόλειο οργανικό ήχο και τον περιορισμό των εφαρμογών ηχητικά. Τέλος δεν το κουνάνε ρούπι από το συνεκτικό concept των Book κυκλοφοριών και της «true» ασπρόμαυρης εικαστικής θέσης. Μπείτε στη φάση τους μόνο αν είναι να παραμείνετε, αλλιώς μην μπείτε καθόλου.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: