2012-Elysian Blaze-Blood Geometry

Folder

Μακριά στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας ζει και δημιουργεί ο Mutatis, το προσωπικό του project έχει τ’ όνομα Elysian Blaze και δραστηριοποιήθηκε στα zeros. Έργο μακρινό που φέρει ως στέμμα μια αισθητική σταθεροποιημένη στο grim υποείδος και την καμένη νοοτροπία ως σφραγίδα γνησιότητας. Η μπάντα αυτή ήταν κρυμμένη στα λαγούμια του underground εδώ και χρόνια κι εκεί θα παραμείνει. Γιατί πολύ απλά δεν αφορά κανένα ακροατήριο που ψάχνει το Black Metal στα Booklet της Profound Lore. Φέτος ο Αυστραλός επανέρχεται μετά από τέσσερα χρόνια μ’ ένα δύσκολο έργο που έχει διάρκεια δυο ώρες. Πριν χαθούμε μέσα του θα δούμε συνοπτικά την ιστορία της μπάντας στα zeros..

Folder

Το πρώτο Demo του Αυστραλού έφερε τον γλαφυρό τίτλο Prophecies Of Misery και κυκλοφόρησε σε cd-r πίσω στο 2003. Το περιεχόμενο ήταν μονότονο και περιθωριοποιημένο στην κλειστοφοβική ιδέα που το γέννησε, συνδυάζοντας προσεκτικά την Depressive αισθητική με το ατμοσφαιρικό Black Metal, χωρίς να ξεχνά την cult ρομαντική χροιά των 90’s. Στο μουσικό μέρος θα βρούμε τον συγκερασμό δυο βασικών δρόμων. Αρχικά της ταχύτητας στην λεωφόρο του ονείρου, με μπροστάρη μια drum machine που παίζει τον ρόλο του ρυθμικού μέρους. Σημείο που μοιάζει γοητευτικό και ταιριάζει στην πλοκή, που είναι ο δεύτερος δρόμος. Εκεί θα βρούμε έναν πολύ αργό τρόπο ανάπτυξης, με λίγες ιδέες που συνδυάζουν την ησυχία με τη μελωδία και την αινιγματικότητα με το φόβο. Ο Mutatis με το πρώτο του Demo θέτει τους Elysian Blaze στο περιθώριο, εκεί που ζει το απάνεμο Black Metal. Σε μια θέση απαγκιστρωμένη από την Evil αφετηρία και concept που στηρίζεται στον άνθρωπο και τους φόβους του. Επικεντρώνει την προσοχή του στο θάνατο, την ησυχία και τη μιζέρια κωπηλατώντας σα τον «βαρκάρη» στα θέρετρα του σύμπαντος όπου καρτερικά αναμένουν οι ψυχές. Οι μελωδίες είναι μουντές και μια σιωπή ζει στα περισσότερα κομμάτια. Τα φωνητικά είναι Depressive μα συνεκτικά με λίγες κραυγές, ενώ τα πλήκτρα δίνουν μια περαιτέρω μελαγχολία στο συναισθηματικό μουσικό μέρος. Το κομμάτι In Silence And Demise είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, το πρώτο κείτεται δίνοντας χώρο στο μπάσο και την αφήγηση και το δεύτερο να θωρεί ορίζοντες πασχίζοντας να τους φτάσει. Η μοναδική παρατυπία θα βρεθεί σε κάποια riff με αυτές τις metal «γκα/γκα/γκάν» θέσεις αλλά είναι αμελητέα. Ο Αυστραλός είναι ρομαντικός και αρχικά έφτιαχνε μουσική για ταξίδια, αλλά σε όχημα που δεν κάνει πολύ φασαρία (=κτελ).

Foldertape

Την επόμενη χρονιά οι Elysian Blaze θα γίνουν υπαρκτοί και στο επίπεδο των κυκλοφοριών, μιας και το δεύτερό τους Demo Beneath Silent Faces κόπηκε σε κασέτα από μια άγνωστη εταιρεία, εν ονόματι Plague. Μουσικά ο Αυστραλός μέσα σε μικρό διάστημα ανέπτυξε περισσότερο τις ιδέες του αλλά και το concept που τις κυοφορούσε. Η βασική αλλαγή βρίσκεται στον ήχο καλύπτοντας την ησυχία του πρώτου Demo, με τα σάβανα της σάπιας ηχητικής φόρμας. Έπειτα στα φωνητικά που πιάνουν μια θέση στην γαλαρία εκφράζοντας με περισσότερο πόνο τους στίχους, η χροιά τους είναι περισσότερο πνιχτή και υψίσυχνη. Η δράση στο Beneath Silent Faces θα περάσει μέσα από μεγάλα instrumental μέρη που κλωθογυρίζουν στην ιδέα που τους έδωσε ζωή, σε θορυβώδες περιβάλλον είτε στο επίπεδο ενός συναισθηματικού ρομαντισμού πάντα σε γκρίζο φόντο. Το Black Metal του Αυστραλού εδώ αγγίζει θεμιτά την soundtrack διακύμανση, μιας και απομακρύνεται αρκετά από τις ταχύτητες προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα σκουριασμένο καταπέτασμα με γλυκές αποκλίσεις. Όπως στ’ ομότιτλο κομμάτι που θα πιάσει μια μελωδική δυσαρμονία μέχρι να ξεχυθεί με Depressive μανία, χωρίς να εγκαταλείψει το θελκτικό αυτό πλάνο. Παράλληλα η κίνηση έχει μια αργοπορία που φέρνει στο μυαλό Doom καταστάσεις ποτισμένες στο μελάνι ενός ατμοσφαιρικού ήχου. Στο μεγαλείο του εναρκτήριου Anvil Chorus (όνομα και πράγμα) θα βρούμε τα πλήκτρα ως δομικό στοιχείο της σύνθεσης, καμία σχέση όμως με γιρλάντες σε πολύχρωμα κάγκελα. Οι ομορφιές τους έχουν αποδοθεί πολύ εύστοχα στον υπέροχα σάπιο ήχο που περικλείει το σύνολο. Το δεύτερο Demo υποσκελίζει την cult θεώρηση του πρώτου μετεωρίζοντας τον καλλιτέχνη στο παράδοξο, ένα ηχητικό μεγαλείο για καμένους μα δύσκολο εγχείρημα για τους αμύητους.

Folder

Η όρεξη για μουσική παρέα με τη μελέτη στον ήχο κάνουν τον Αυστραλό δημιουργικό. Έτσι πολύ σύντομα έγραψε και το ντεμπούτο του 2005 Cold Walls And Apparitions, ένα album που περιγράφει εξαίσια ο τίτλος και το εξώφυλλό του. Κρύοι τοίχοι και οπτασίες, ένα μαύρο κελάρι με βαρέλια κι ένα υπέροχο αργόστροφο Depressive Black Metal μπολιασμένο στη μελωδία και τον μουντό ήχο. Ο Αυστραλός οργανωμένος πλέον και μ’ επισταμένη προσοχή στη θεματολογία κατορθώνει να γεννήσει ένα σύνολο που έχει μεγαλύτερη απήχηση στον ακροατή. Στην συνθετική διαδικασία θα βρούμε τον άνω τρόπο σκέψης με διακλαδώσεις, σε αυτές θα δώσει χρόνο σε όλα τα όργανα ν’ αναδυθούν για να στιγματίσουν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο το album. Όλες του οι σκέψεις τείνουν προς το συναίσθημα, έχει βλέπετε τη γνώση πως αυτό θα επιτευχθεί με αρκετές αλλαγές στην πλοκή και την πυξίδα στραμμένη προς την εσωστρέφεια. Παράλληλα δεν ξεχνά πως η εκδοχή του θα ήταν ανάλατη κι αδύναμη χωρίς ηχητικά τρικ. Έτσι πέραν της γκρίζας απόχρωσης δομεί ένα σχετικό όγκο σε σημεία που μεγαλώνει την λεπτή, σχεδόν χάρτινη ηχητική μορφή του συνόλου. Στη δράση δεν θ’ αρνηθεί να σκορπίσει στους πέντε ανέμους την παικτικότητα για την ατμόσφαιρα αλλά και το ίδιο το Black Metal για την μελαγχολία. Ωστόσο στην ιδέα του full-album δεν ξεχνά το Είδος, φέρνοντας πάλι στο μυαλό του την πορεία με τη drum-machine ως ρυθμικό μέρος και τ’ απομακρυσμένα σχιστά φωνητικά που γνέφουν με απονιά τη δαντέλα της αισθαντικότητας. Μα δεν θα αιχμαλωτιστεί, γνωρίζοντας πως πάντα υπάρχει χώρος για μια παρένθεση στο απροσδιόριστο soundtrack που μαλακώνει ή δυναμιτίζει. Με φαντασία, ατμοσφαιρική προτεραιότητα και συγκεκριμένη θέση, ο Αυστραλός γεννά μουσικές που θα μείνουν στο μυαλό μας. Κοπιάστε, ειδικά αν είστε από αυτούς που είχαν, έχουν και θα έχουν επαφές με χαμόσπιτα, υπόγεια και λογής λογής δωμάτια που ζούσαν πάντα οι ζοφερότερες κατ’ οίκον ιστορίες.

Folderother

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2006 με το έργο του να είχε πάρει πλέον σάρκα και οστά. Το concept του δεύτερου Full-length θα βρεθεί στην αίσθηση του σώματος, χωρίς να ξεχνά το εξωτερικό περιβάλλον και τα ερεθίσματά του. Αυτό άλλωστε επισφραγίζουν και τα δυο εξώφυλλα που κόσμησαν το Levitating The Carnal, όπου υπάρχει ο εσωτερικός θόλος ενός μεγάρου για να εκφράσει μια συναισθηματική μεγαλοπρέπεια. Αίσθηση την οποία θα συναντήσουμε και μουσικά να φυτρώνει σα δροσερό λουλούδι μέσα στην αποσυντεθημένη υφή του. Στη δεύτερη ολοκληρωμένη προσπάθεια καλλιεργεί ένα ηχητικό μοντέλο που ενοποιεί δυο αντίθετα σημεία. Την σκούρα απόχρωση του Funeral Doom και την μελωδία ενός ατμοσφαιρικού Black Metal. Το Depressive είναι πια κοχύλι στον πυθμένα και θα εμφανιστεί μόνο ως όξυνση της βασικής ροής παραμένοντας απλά επιρροή. Παράλληλα σε σημεία υπάρχει και μια ambient διάθεση, τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και του επιτρέπουν να ξεκινά αργά με πινελιές ή να τις χρησιμοποιεί κατά την διάρκεια αντισταθμίζοντας την μονότονη πλοκή. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνει και υπνωτίζει τον ακροατή που χάνει τα κομμάτια, γιατί δεν υπακούν στους κανόνες της δεδομένης μορφής. Η σπουδή του Αυστραλού στην θυμική γοητεία είναι πετυχημένη και μπορούμε να πούμε πως εδώ μεγαλώνει και συνθετικά. Παράλληλα τακτοποιεί το μονοπάτι του κάτω από μια ισόπλευρη ανάπτυξη του ήχου, οριοθετώντας μια συνολική θερμοκρασία στο περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό προσπερνά έντεχνα την διαφορετική ηχητική που έφεραν οι διάφορες μουσικές του θέσεις στο παρελθόν. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα είναι η γέννηση της μελωδίας από τα πλήκτρα, τη κιθάρα και τα φωνητικά μέσα στη μουντή ζάλη του πένθιμου ρυθμικού μέρους, σημείο που μοιάζει αυτοσκοπός σε όλα τα κομμάτια. Το Levitating The Carnal είναι ρομαντικό και σάπιο ταυτόχρονα, αγγίζοντας διάφορα συναισθήματα που τελούν ένα υπέροχο ταξίδι. Με βάση όλα τα παραπάνω μπορούμε να λέμε πως αυτό είναι το πληρέστερο έργο του στα zeros. Μπείτε στην φάση ακούγοντας το Eclipse ή τ’ ομότιτλο, αλλά να ξέρετε πως τίποτε δεν είναι καλύτερο από το να χαθείτε ολοκληρωτικά μέσα του.

Folder

Το Universal Absence κυκλοφόρησε το 2008 από μια Γαλλική εταιρεία με τ’ όνομα Insidious Poisoning Records. Ήταν ένα split υπερπαραγωγή με συνολική διάρκεια άνω της μιας ώρας. Εδώ θα βρούμε το καθαρό ηχητικά Depressive των Βρετανών Lyrinx, που καθυστερεί σε μεγάλα κομμάτια μα εξελίσσει εαυτό σε μια γνήσια έκφραση. Τους Πορτογάλους Death Overcomes Reality σε μια πιο τσιτσιρίζουσα εκδοχή, που φέρει τη ζεστασιά όσο και την παγωμάρα του αργού πριμαριστού Black Metal. Ανάμεσά στις δυο αυτές μπάντες θα κάνουμε μια στάση για το Black Hole Euphoria των Elysian Blaze. Ένα κομμάτι μεγάλο σε διάρκεια που ξεκινά στην βάση των αργών τυμπανισμών και στόχο την αφύπνιση μιας μελωδίας. Η ευφορία της μαύρης τρύπας μας ταξιδεύει, πέρα και μακριά από την πραγματικότητα. Με συνεχόμενη ροή και μονότονη πλοκή στοιβαγμένη στη συναισθηματική ρότα της υποχθόνιας λατρείας, έστω κι εδώ είναι καλυμμένη πίσω από επιστημονικές επιρροές.

Mutatis

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα και το τρίτο βήμα των Elysian Blaze που βρίσκεται από το καλοκαίρι κοντά μας. Οφείλω να ομολογήσω πως από την πρώτη εκείνη στιγμή μοχθώ να μπω στην ουσία του χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο Mutatis βλέπετε μετά απ’ όσα έκανε στα zeros, όπου και άνδρωσε το project του, θέλησε να πάει παραπέρα. Έλαβε λοιπόν το λαχταριστό μονοπάτι που βλέπουμε να χάνετε στις φυλλωσιές, είναι ο δύσκολος δρόμος που οδηγεί στην ανύψωση. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο ενός έπους σε διάρκεια που θα σφύζει από ζωή, ικανοποιώντας πρώτα τον ίδιο κι έπειτα τον ακροατή, απόφαση δελεαστική όσο κι επικίνδυνη. Έτσι το Blood Geometry ξεπερνά τις δυο ώρες και λογικά μας το ετοίμαζε όλη την τετραετία που λείπει από την σκηνή. Στα προκαταρκτικά σχόλια πρέπει να σημειώσω δυο βασικά πράγματα. Αρχικά αυτό το album είναι δύσκολο να γίνει κτήμα του ακροατή που δεν θα κουραστεί, οπότε έχει απαιτήσεις από εμάς για να δώσει όσα κουβαλά. Αφετέρου είναι παράδοξο να λατρευτεί από οπαδούς που δεν έχουν, έστω και προχείρως, αναμιχθεί με την ιστορία της μπάντας.

Εδώ θα βρούμε σε μια ολότητα τη μουσική που έκανε στο παρελθόν, με νέες συστοιχίες, περαιτέρω εμβάθυνση και πάνω απ’ όλα πάθος. Το Blood Geometry παίζει με όλους τους πιθανούς τρόπους που ο ίδιος χρησιμοποίησε στα zeros, εξαιρώντας τον πρώτο/Depressive που είχε ήδη μεταμορφωθεί. Στόχος του είναι η ομογενοποίηση των δυο συναισθηματικών εκδοχών που πάντα έφερε ως γνώμονα. Από την μια πλευρά η σκούρα, παρηκμασμένη πτώση και από την άλλη μια ρομαντική αναλαμπή, η αυγή των συναισθημάτων στον γκρίζο ψυχισμό. Στην υποείδος εξήγηση μπορούμε να πούμε ότι οι Elysian Βlaze παίζουν Funeral Doom/Atmospheric Black Metal και να είμαστε μέσα στο παιχνίδι. Αλλά δεν είναι ουσιαστικό, γιατί περιγράφει όλα όσα θα ζήσουμε όπως μια ξύλινη ταμπέλα το μικρό χωριουδάκι που αναφέρει σαν όνομα. Εδώ υπάρχει δημιουργική τάση, μια γεμάτη όρεξη δράση με όραμα και επιθυμία να ιχνηλατεί αδιάκοπα άγνωστους προορισμούς.

Το βήμα αυτό φέρει μαζί του ένα δίκαιο προβληματισμό που θα γεννήσει ρητορικές ερωτήσεις: Είναι άραγε το μεγαλεπήβολο κύκνειο άσμα μιας μπάντας που είχε σχεδόν εξαντλήσει τα περιθώρια τροποποίησης του ήχου της; Αυτό όμως μπορεί να ειπωθεί και ανάποδα: Μήπως η τροποποίηση του δρόμου τους έγκειται στο άνοιγμα του περιεχομένου του; Σε όσες ερωτήσεις έρθουν στο μυαλό μας αντί γι’ απάντηση θα γεννηθεί μια νέα ερώτηση. Γι’ αυτό τίποτε δεν μετρά περισσότερο από το ίδιο το ταξίδι, ελάτε λοιπόν μαζί μας, λίγες μέρες πριν ο κόσμος των Μάγιας εκπνεύσει και πατήστε το play σ’ ένα album που μοιάζει με λαβύρινθο.

Μας περιμένει μια υποχθόνια λαμπρότητα στην πανέμορφη μελωδία του A Choir For Venus. Είναι σαγηνευτική και μπορεί να μάθεις να σιγοτραγουδάς, μα στο τέλος θα μοιάζει ως ανάμνηση. Τα πλήκτρα εδώ είναι ταιριαστά και σίγουρα μια έντεχνα αφημένη φάκα για όσα έπονται. Πρώτο ξεκινά το επικό The Temple Is Falling, ένας αργός Doom παιάνας συνοδοιπόρος με το ρυθμικό Black Metal του Mutatis σ’ έναν Funeral ηχητικό καμβά και μια ρομαντική μελωδία ξωπίσω. Δομημένη στην αρχή από μια παράξενη χορωδία κι έπειτα από τα πλήκτρα, κάποια riff μου έφεραν στο μυαλό τον ήχο των Rhinocervs. Έπειτα θα υπάρξουν διακυμάνσεις με τον χρόνο να δίδεται στις προεξοχές των παραπάνω δρόμων, ως τον πανέξυπνο ρυθμικό σχεδιασμό (από το 8:15 περίπου) και τη σιωπή της πλοκής που ακολουθεί μέχρι την ολική αναδόμηση και την γοητευρική ολοκλήρωση.

Η καταβύθιση που ακολουθεί έχει τ’ όνομα Sigils That Beckon Death και είναι το πρώτο από τα τρία κομμάτια του album που ξεπερνούν το εικοσάλεπτο. Μουσικά εξιχνιάζει την παράξενη γεύση μιας μελωδικής Funeral Doom που θα πάρει μορφές αλλά θα κρατήσει την ιδιαιτερότητά της μέχρι το φινάλε. Αρχικά θα βρούμε ένα στείρο Doom βάλτο με τροποποιήσεις πλοκής σε αργό, μονότονο πλάνο που δεν αμελεί την έκφραση. Αργότερα κινείται ρυθμικά με riff σε Metal αποχρώσεις που το υπογραμμίζουν συναισθηματικά. Σύντομα θα μπει σε mid tempo χαροπαλεύοντας να μην κυλίσει εκ νέου στον Doom/Black Metal βρόντο σκορπώντας εαυτό σ’ ένα ανερμάτιστο άπλωμα. Μα δε θα το κατορθώσει κι ολισθαίνει ξανά, οι δυνάμεις παλεύουν ανακόβει κι επαναολισθαίνει διαρκώς. Μέχρι που θα γεννήσει ένα riff καταλύτη κι οδηγό σ’ ένα ρομαντισμό διαρκείας. Μέσα στο πρίσμα αυτό θα βρει συγγενείς συνισταμένες και θα βοηθηθεί να βγάλει επαρκώς τα εσώψυχα. Καταλήγοντας σ’ έναν αναγκαίο μηδενισμό, εκεί θ’ αφυπνίσει μια μεγαλοπρέπεια κρυμμένη υπό σκιά, που φυσά σε μικρά σύννεφα καπνού ένα κρυφό/επικό feeling, το οποίο θα διοχετευθεί και στα riff που τελειώνουν την εξιστόρηση. Το δομικό μοντέλο εδώ φωταγωγεί μελωδικά το γκρίζο ταξίδι, προκαλώντας γλυκιά ζάλη σαν αυτή της μεσημεριανής μέθης, παρουσιάζοντας με αρκετές λεπτομέρειες, έξυπνες αλλαγές και ονειρικές πλεύσεις το εύρος που έχουν πλέον οι Elysian Blaze.

Τ’ ομότιτλο λειτουργεί ως κλείσιμο του πρώτου μέρους, κουβαλώντας έναν αργό προσανατολισμό και φωνητικά που μαγνητίζουν σε μια απομακρυσμένη διήγηση. Βασισμένο στα πλήκτρα και το μυστήριο ακολουθεί την ίδια ατραπό και το εναρκτήριο του δεύτερου μέρους A Blade For Twilight. Αμέσως μετά θα βρούμε δυο κομμάτια που ξεπερνούν το εικοσάλεπτο και το μισάωρο αντίστοιχα, ανοίγοντας τα όρια των Elysian Blaze σε σημεία που δεν ταξίδεψαν ποτέ μέχρι σήμερα.

Το Pyramid Of The Cold Son ξεκινά με το καλύτερο riff του album, είναι μελωδικό & επικό ταυτόχρονα κάνοντας κυκλική κίνηση μέσα σε τύμπανα και μια ονειρική χορωδία. Σε λίγο θα εξελίξει την διάστασή του αποκαλύπτοντας την κρυμμένη του δύναμη, μέχρι να εμφανιστεί ένας θάμνος από πλήκτρα και να πορευτούν μαζί αδελφοποιημένα, δίδοντας το ένα τη σειρά του στο άλλο. Δεν αργούν όμως ν’ απορροφηθούν από το μεγάλο Doom πλάτωμα, λαμβάνοντας μια αργοκίνητη πορεία γεμάτη μελωδικά στολίδια. Σε σημεία θα θυμηθεί την καταγωγή του ανακτώντας ένα Black Metal ρυθμικό μέρος για να εκφραστεί σε ολότητα επιστρέφοντας και πάλι στην ακολουθία. Ο Mutatis χρησιμοποιεί πρωτογενή στοιχεία για να πορευθεί αλλά διαθέτει την απαιτούμενη διαύγεια ορθής χρήσης και τελικής μίξης. Είναι προσηλωμένος στο σκοπό του κι εδώ επιτυγχάνει με απόλυτη ακρίβεια και συνεκτικότητα αυτό για το οποίο μόχθησε. Δείτε τα riff της σταδιακής όξυνσης μέχρι το ρυθμικό, προπομπό της ησυχίας, μια παύση κίνησης με γλυκότροπα πλήκτρα που θα βοηθήσει την αφήγηση, ως τη γέφυρα με κεντρικό σημείο αναφοράς τα φωνητικά. I am sole believer… I am a soul believer… η μορφοποίηση με Doom σκυρόδεμα επιστρέφει και άνθιση νέων riff στο επίπεδο της έναρξης μεγιστοποιούν την ευεξία μέσα στην σάπια δράση. Κολλημένο επάνω του θα πάρει σκυτάλη, το βλοσυρό και δαιδαλώδες Blood Of Ancients, Blood Of Hatred που εκκρίνει μια μονολιθική χημική ένωση θέτοντας σε κίνηση την διάσταση της μπάντας. Δηλαδή μια νέα αργοκίνητη μάζα μέχρι η ρυθμική φλόγα να το παρασύρει στην διηγηματική λεωφόρο, όπου και παραμένει τρυπώνοντας όλο και περισσότερο το σφουγγάρι της no tempo μελέτης, με ambient διάθεση μα οργανικό περιεχόμενο που αγγίζει όλο και περισσότερο την soundtrack ευαισθησία. Ο μηχανισμός ροής αρκετά αργότερα θα εξομαλύνει τις ισορροπίες ανάβοντας πάλι την σειρήνα της λειτουργίας του. Μέχρι την κορύφωση των τελευταίων λεπτών, όπου θα επέλθει η ενοποίηση ρυθμικής Doom πλοκής σε Black Metal απάγκιο τυμπάνων και μια μελωδία που χρυσίζει στις άκρες του. Το Void Alchemy ολοκληρώνει το έπος έχοντας τον ρόλο της κάθαρσης, είναι ένα ambient κατευόδιο που ζει αποκλειστικά στους βόμβους και τ’ απομακρυσμένα φωνητικά για την οριστική λύση του μυστηρίου.

Στα Late 90’s επιθυμούσα διακαώς μεγάλα σε διάρκεια album, γιατί αργούσα να μάθω τα μυστικά τους και τελικά μπορούσα να τα μελετώ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Είχα βλέπετε λίγα albums στην κατοχή μου και αυτή η λαχτάρα για διάρκεια ήταν το συνεπακόλουθο. Στα early 10’s έχω τόσες πολλές επιλογές που με ξενίζει η μεγάλη διάρκεια, σε σημείο μάλιστα να γίνεται τροχοπέδη στην σχέση μου μαζί τους. Η αποδοχή των δεδομένων αλλά και των δυνατοτήτων που έχουμε ως ακροατές είναι βασικός παράγοντας που καθορίζει τις επιλογές και το γούστο μας σε κάθε εποχή. Ωστόσο ο Mutatis με το Blood Geometry μπορεί να κουράζει, να ενοχλεί, να σφίγγει με τον κλοιό της μουσικής του. Μα κρατά αναμμένη την δάδα του underground καθ’ όλη την διάρκεια, κατορθώνοντας συνάμα να πλέκει μια γλυκιά θαλπωρή. Λίγο πριν ολοκληρωθεί το παρόν κείμενο έγινε γνωστό το νέο πόνημα του Αυστραλού μέσα στο 2013 με τίτλο Serpentrances, αναμένουμε λοιπόν μ’ ενδιαφέρον.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: