Mare Cognitum

2011-The Sea Which Has Become Known

FolderΤο solo project των Mare Cognitum ανήκει στον Jacob Buczarski, που ζει κι εργάζεται στη Santa Ana της Καλιφόρνια. Η ιστορία του ξεκινά στα 10’s, με την κυκλοφορία του πρωτότοκου full album The Sea Which Has Become Known το 2011. Η διήγηση αρχίζει από το εξώφυλλο με μια υπέροχη μινιμαλιστική απόδοση του διαστήματος και συγκεκριμένη σπορά ιδεών. Σαν λογική αντικατοπτρίζει το ύφος των συναισθημάτων που εξέπεμπε το εξώφυλλο του Drawing Down The Moon των Beherit. Η βάση και των δυο εικόνων αποτυπώνεται από την πλαγιά μιας πλανητικής θέσης που προβάλει την γοητεία της ερήμωσης αλλά και μια αστρική προοπτική που το καθένα θέτει με διαφορετικό τρόπο. Οι Beherit απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης με τους κρατήρες της σελήνης και την αστρική προοπτική με αυθαίρετους κυανούς χρωματικούς τόνους. Οι Mare Cognitum απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης μέσα από το άγονο πέτρωμα ενός ακαθόριστου πλανήτη και την μαύρη του σκιά, που θα ενοποιηθεί υπέροχα με το παντέρμο σύμπαν. Η αστρική προοπτική στο The Sea Which Has Become Known έχει αποδοθεί έξοχα μ’ έναν ερυθρό γίγα που μαγνητίζει θνήσκοντας με το θαμπό άλικο φέγγος του. Ψηλότερα όλων, συνηγορεί καταφατικά και το πρωτόλειο εκτόπλασμα του raw Logo των Mare Cognitum.

Η μουσική πραγμάτωση στο ντεμπούτο είναι κοντά στην εικαστική του επιλογή, επιτυγχάνοντας μια σύμπτυξη που αφήνει ελεύθερη μια αρμαθιά συναισθημάτων στο μπουντουάρ των ακροατών, Αυτά ξεκινούν από τη ρομαντική μελαγχολία και λειτουργούν με μια αφηγηματικότητα που βγάζει ποικίλες δυναμικές. Το μουσικό μέρος είναι δοσμένο με γλυκιά αγριότητα στην οποία δεν ζει το επικίνδυνο του Είδους, μα το ατμοσφαιρικό ταξίδεμα που θα τελεσφορήσει μέσω της συναισθηματικής ηρεμίας και γαλήνης που το διέπει. Δυο είναι τα βασικά στοιχεία των εφαρμογών, από την μια πλευρά η Black Metal μοναξιά των Depressive ανεμικών riff και από την άλλη η prog Metal σύνθεση με τεταμένα τεντώματα και λιγοστές Heavy ακίδες.

Τα πέντε του κεφάλαια προσπερνούν τα επτά λεπτά το καθένα και αφιερώνονται στην πορεία. Ο βασικός σχεδιασμός βγάζει μια λάμψη που διαρκεί από την αφετηρία μέχρι το τέλος και είναι γεμάτη χρωματισμούς καθώς καταθέτει τα εσώψυχα. Η λογική της δομής προάγει σκέψεις δημιουργικής πορείας και θα έλθει με αρκετές αλλαγές μέσα στα κομμάτια συντηρώντας το ενδιαφέρον καθ’ όλη τη διάρκεια. Έτσι κατορθώνει να βγάλει από μέσα του την υπεροχή της Black Metal έξαψης με ατμοσφαιρικό παρονομαστή. Το όργανο που δίνει τις θέσεις είναι η κιθάρα, η οποία εξάγει riff με δυο διανυσματικές μεθόδους. Η πρώτη είναι το γενεσιουργό riff που εμφανίζει τη θέση και η δεύτερη το αγνάντεμα, που θα μας ταξιδέψει καλύπτοντας τις αποστάσεις από αλλαγή σε αλλαγή ως ατμοσφαιρικό νέφος. Τα τύμπανα δεν είναι φυσικά, αλλά έχουν ορθό ήχο (αν εξαιρέσουμε τα πιατίνια που βγάζουν ένα φύσημα) ενώ το μπάσο δε θα εκδηλωθεί, πέρα από το φινάλε του Lustrate. Από την άλλη πλευρά εδώ υπάρχουν τα γλυκά πλήκτρα του Internal Deliquescence που ζουν σε μια εξαίσια συμπόρευση με τις κιθάρες. Ανάμεσα σε όλα αυτά θα δραστηριοποιηθούν ιδανικά τα φωνητικά, προφέροντας με τόλμη λέξεις ως προβληματισμούς ύπαρξης, οι οποίοι θα λάβουν τη μοίρα τους μαζί με τη μουσική, δημιουργώντας ένα σύνολο που μοιάζει με ταξιδιωτικό οδηγό του έναστρου μελανώματος.

Συμπερασματικά το The Sea Which Has Become Known εμπεριέχει Black Metal χωρίς πολλές επιθέσεις και ιλιγγιώδεις παροξυσμούς, μιας και στον τομέα της ταχύτητας χρησιμοποιεί εξαίσια τις Metal καταβολές/επιρροές του δημιουργού του (π.χ Vehement Coalescence). Αυτό βέβαια εξαλείφει τη ζοφερότητα αλλά δε φτωχαίνει το σύνολο, βλέπετε το ντεμπούτο των Mare Cognitum βγάζει εκατομμύρια φωτόνια μέσα από τον πυρήνα του, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τη νοσηρή πλοήγηση του Είδους. Η προσέγγιση στο ύφος μπορεί να περιγραφεί ορθά, ως μια συμπαντικά ατμοσφαιρική οπτική με δόσεις μελαγχολίας σε χρωματικούς τόνους. Αν τώρα αναρωτιέστε πως μπορεί να επιτευχθεί η τελευταία αντίθεση δεν έχετε παρά να διαλογιστείτε με καμβά το αστρικό μοτίβο και τη συνείδησή σας να κρατά το μέτρο του ανθρώπου.

2012-An Extraconscious Lucidity

FolderΈνα χρόνο αργότερα μας ήρθε το δεύτερο βήμα του Αμερικανού με τίτλο An Extraconscious Lucidity. Σε πρώτο πλάνο το photoshop εξώφυλλο δημιουργεί ένα μόρφωμα, λες και οι Limbonic Art το γύρισαν στο Post Rock, σπρώχνοντας τους θιασώτες της μαυρομεταλλικής λαίλαπας εκτός του περιεχομένου. Είναι όμως αυτό το σκοτάδι, αυτό το ζοφερό μαύρο που βλέπετε μέσα στην εικαστική του διάσταση και σε καλεί να δεις την εικόνα σε συνδυασμό με τη μουσική. Ζητά, χωρίς να χρησιμοποιεί προστακτική, να γυρίσεις τη πυξίδα της αισθητικής σου λίγες μοίρες πέρα από την θεατρική Black Metal κυριότητα κι έπειτα ν’ αφουγκραστείς με προσήλωση. Μα το σπουδαιότερο είναι πως δεν ωρύεται, δε μορφάζει μέσω της αισθητικής του, αντίθετα είναι σιωπηλό και σημαίνει. Ο Jacob Buczarski με το δεύτερο πόνημα των Mare Cognitum κάνει μια μαθηματική υπέρβαση, θέλοντας να εκφράσει στο απόλυτο την δική του μαυρομεταλλική κοσμοθέαση. Καλεί νοερά και τον τελευταίο λάγνο της λεγεωνικής συμφοράς των ακόρντων, να θυμηθεί την Prog Black Metal προοπτική δράσης, που ενδεχομένως οραματίστηκε κάποτε. Τον καθίζει στο σκαμνί της περιστροφής με κυκλοθυμία και φαντασία, ζητώντας του με νότες να κάνει περισυλλογή, μα πάνω απ’ όλα να οραματιστεί τα καθέκαστα με «μια επιπλέον συνειδητή σαφήνεια».

Αρχινά και ξετυλίγει ως σύννεφο την στοχευμένη του τέχνη, βγάζοντας από τη φαρέτρα riff μετεωρίτες από μακρινούς αστέρες που χορεύουν ολόγυρα στο αέναο πάλκο. Μοιάζουν με σταλαγμίτες φωτός ή σταλακτίτες σκότους σε μια δαντελένια συρραφή μετά των πόλεμο των δυνάμεων. Είναι μια μουσική ζωγραφιά που αναπαριστά τα υπερκόσμια φαινόμενα μ’ επιβολή, δύναμη και γλυκύτητα δηλαδή κυριολεκτώντας. Αυτό είναι το μέτρο του οραματισμού και σύνθεσης του Αμερικανού και στη πράξη βγαίνει αγνό, αυθόρμητο και γραμμικά ευθύβολο μέσα από το δώμα της σύλληψης. Το σπουδαιότερο όμως είναι πως ο ίδιος δεν κρυφογελά με μικρά ψήγματα διαφοροποίησής από το μέσο όρο των εφαρμογών. Αντίθετα μοχθεί κάθε δευτερόλεπτο να έχει φρεσκάδα και πάνω απ’ όλα μπολιάζει τις ιδέες του στη κολυμπήθρα μιας εξωστρεφούς δράσης, που θα ξεκινήσει κρυστάλλινη και θα παραμείνει διαυγής μέχρι το τέλος. Στο An Extraconscious Lucidity Βασιλεύει ως απόλυτος ηγεμόνας και μονάρχης, η μεγάλη μητέρα των χρωμάτων, η ηλεκτρική κιθάρα. Απέραντη, μαία αισθήσεων, γεμάτη πάθος και ορμή, μόνη στον απέραντο θόλο. Γεμίζει πολυεπίπεδα riff και διαθλαστικά solos που διαπλέκονται μεταξύ τους με ορχηστρική διακύμανση και ακμαία ζέση. Σχηματίζουν αύρα ευαισθησίας που τυλίγει το σύνολο οδηγώντας το από το ναδίρ της συναισθηματικότητας στο ζενίθ ενός πνευματικού κρεσέντο.

Τα τύμπανα αν και προγραμματισμένα έχουν ιδανικό ήχο, δεν βγάζουν άσχημες όψεις και φέρουν ενδιαφέρουσες ιδέες στο προσκήνιο. Σε γενικές γραμμές είναι ο φορέας της έξαψης, μέσα από την οποία θα επιτευχθεί ένα ντελίριο δράσης. Θεωρώ πως ακόμα και στη μακρά πνοή τους, τις ταχύτητες και τα Blastbeat που εξάγουν, συνεπικουρούν απόλυτα τις στιβάδες των riff. Τα φωνητικά είναι λίγο αχνά, τοποθετημένα σε δεύτερο και τρίτο ρόλο, στέκουν όμως εκφραστικά και δουλεμένα δίδοντας βάθος στην διηγηματική σχηματοποίηση της μουσικής. Στην απλή συσχέτιση με το σύνολο, μπορεί να μοιάζουν κομπάρσος, μα στην ευκρίνεια, στη θεώρηση του μουσικού κατά τη συνθετική διαδικασία είναι κολώνα βοήθειας, υπόγεια μεν απαραίτητη δε. Η παραγωγή είναι άνω των προσδοκιών, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως εδώ έχουμε ένα solo project, κι ένας άνθρωπος δεν είναι εύκολο να χειριστεί μόνος του όλες τις λεπτομέρειες. Ωστόσο ο Αμερικανός το καταφέρνει με υπευθυνότητα, εστιάζοντας στην ηχητική εκφορά της μουσικής του και όχι στον υποτιθέμενο ήχο του μουσικού είδους που χρησιμοποιεί. Τέλος, θα έλεγα πως είναι περιττό να μιλήσουμε για την ατμόσφαιρα σε μια εφαρμογή δοσμένη καθ’ ολοκληρία στην ευαισθησία των εσωτερικών χορδών, οι οποίες πολύ σπάνια γίνονται νότες. Αυτό ακριβώς έχει επιτευχθεί στο An Extraconscious Lucidity, πράγμα σπουδαίο κι ονειρικό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ενοποίηση της βίαιης ορμής και του τρωτού συναισθήματος. Η ατμόσφαιρα εδώ δεν είναι αιθέριο σκέπασμα αλλά ανάσες και λαμπρή ματιά, είναι μάλιστα τόσο ποτισμένη στο σύνολο που καλύπτει ακόμα και τις χαραμάδες του, μοιάζοντας σχεδόν ατελέσφορο να περιγραφεί. Το αγαθό κάνει σπάνια την εμφάνισή του στα λημέρια μας.. κι εμείς ως είλωτες της σκοτεινιάς δε θέλουμε να το δούμε κάνοντας μακροβούτια στο φέγγος της σελήνης. Γνωρίζουμε όμως ενδόμυχα πως τίποτε αρτιότερο από το σούρουπο, όπου η αγριότητα έχει πάντα ραντεβού με το ρομαντισμό.

Είναι τουλάχιστον απρόσμενο το άλμα του Αμερικανού στο δεύτερο μόλις βήμα του, γιατί λειτουργεί το μοιρογνωμόνιο του προοδευτικά, πασχίζοντας να παίξει μια μουσική που θα έχει αφετηρία, μέσο και κατάληξη αλλά θα διέπεται σε κάθε της στιγμή από το επιθυμητό και δραστήριο, το αναπάντεχο και οξυδερκές. Για να εξηγηθώ οριστικά, εδώ έχουμε μια ενότητα που χτίζει επάνω στην όξυνση των Weakling, στην προοδευτική εξήγηση των Krallice μα πάνω απ’ όλα στην μονόχνοτη ύπαρξή της, όντας δραστικά υπερφίαλη κι εκκωφαντικά επεξηγηματική. Η μελωδική βία του An Extraconscious Lucidity στέκει πέρα από το θεμέλιο οικοδόμημα του Black Metal, σα μετέωρος κρεμαστός κήπος μέσα στο αβυσσαλέο μαύρο του σύμπαντος, μεταφέροντας απλά και ξάστερα ένα ευωδιαστό μαυρομεταλλικό μήνυμα ζωής κι ευεξίας.

2013-Mare Cognitum & Spectral Lore-Sol

Folder

Ύστερα από την περσινή εξύψωση Spectral Lore και Mare Cognitum, έρχεται φέτος κοντά μας και η ενοποίησή τους. Ο τίτλος του split είναι Sol και στα λατινικά σημαίνει ήλιος. Το εξώφυλλο ανήκει στον JoeJesus και μας εκσφενδονίζει στους δρόμους των αστρικών νεφελωμάτων, οδηγώντας την αντίληψή μας στα ενδότερα του διαστήματος. Η επιλογή αυτή ζει σε πρώτο επίπεδο μακριά από την οπτική του Είδους (Black Metal), μοιάζοντας περισσότερο με άλλες Metal εικαστικές προσεγγίσεις. Ωστόσο η απάντηση που θα μας δοθεί από το περιεχόμενο, φανερώνει μια αρμονική σύζευξη ήχου και εικόνας. Έτσι το εξώφυλλο εκφράζει μερικές από τις προοπτικές της μουσικής, όντας καταδεικτικό των εφαρμογών. Στο εσωτερικό θα βρούμε ένα κομμάτι από κάθε project που έχει διάρκεια κοντά στη μισή ώρα, με στιχουργική και μουσική ανάπτυξη κοντά στη θεματολογία του τίτλου. Καθώς επίσης κι ένα τρίτο κομμάτι που πλέει σε ambient πελάγη κι έγραψαν μαζί. Με αυτό τον τρόπο οι δυο μουσικοί τεμαχίζουν την παλαιά αντίληψη της «versus» ηθικής που υπήρχε στα Split του παρελθόντος. Αλλά δεν μένουν μόνο στο κλίμα καλής συνεργασίας, αντίθετα προσχωρούν μαζί στο επόμενο στάδιο. Είναι μια κοινή εννοιολογική προσέγγιση που διέπει όλους τους τομείς της κυκλοφορίας, αγγίζοντας ουσιαστικά τους δρόμους της συνδημιουργίας, κάνοντας εν τέλη ένα Split ισάξιο με full-album.

Το νέο κομμάτι των Mare Cognitum έχει τίτλο Sol Ouroboros και κρατά ακόμη αναμμένο το καμινέτο των riff εξάγοντας με περιγραφική γλυκύτητα το τρομερό σύμπαν. Είναι πύρινα και σχηματίζουν την επιβολή του αστρικού θόλου, βάζοντας πυρκαγιά στα συναισθήματά μας με την στάση τους. Το φετινό μισάωρο έργο είναι χωρισμένο σε μικρότερα μέρη, βάση εξέλιξης και αλλαγών. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε τμηματικά γι’ αυτά ώστε να γίνει κατανοητό το σύνολο. Οφείλουμε να δούμε την συνθετική του αντίληψη ως πέρασμα και μήνυμα, ως ακρωτήρι και όρμο της ιστορίας του, σα μια δεδομένη όψη που προσφέρει νέες συγκινήσεις. Στον τρόπο γραφής ο Αμερικανός αλλάζει λίγο το ύφος της δράσης χρησιμοποιώντας δυο βασικούς δρόμους διάβασης. Θα μπορούσαμε να τους δούμε από ψηλά ως κυκλικότητα, την οποία θέτει ο ίδιος στον τίτλο του κομματιού μέσω της λέξης ουροβόρος. Στη μουσική του αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη δυναμική σπορά του Metal μέρους και τη λιμνάζουσα ηρεμία της ambient πλοκής, που διαδέχονται η μια την άλλη και διαχέονται η μια στην άλλη σ’ έναν κύκλο γεγονότων. Στη πρώτη είναι που χρησιμοποιεί τη Black Metal έξαψη, τα Heavy riff, τις Progressive αλλαγές, τις groovy ελεύσεις και λογής λογής ετερόκλητες μεταξύ τους θέσεις που συνασπίζονται αρμονικά. Στη δεύτερη είναι που θα κυλίσει σε ambient στρώματα με οδηγούς άλλα όργανα πέραν της κιθάρας και θα χτίσει μια ατμόσφαιρα γεμάτη εικόνες. Μα πέρα από τις ωχρές περιγραφές το Sol Ouroboros διαχέεται ως χρυσό μάγμα και ντροπαλό ρόδο. Μοιάζει με δύναμη που αγγίζει το σκοτάδι σαν τον αρχαίο Μίδα και μετατρέπει το αιώνιο σούρουπο σε πρωινό φέγγος, γεμάτο τα χρώματα της αυγής. Μόνο που εδώ το φως είναι ανέσπερο, δίπλα στον Ήλιο δεν βραδιάζει ποτέ..

Η επιστροφή των Spectral Lore με το Sol Medius επεκτείνει το δρόμο του Sentinel με μια πνευματική διαπραγμάτευση στιχουργικά και μια μουσική συντέλεια παικτικά, μέχρι τη φραγή της γαλήνης. Έπειτα θα λάβει τον ιδιότροπο δρόμο που οδηγεί στην σύζευξη της μαυρομεταλλικής μεταφυσικής και της πολύπλοκης φρασεολογίας κάνοντας χαρτοπόλεμο ακόμα και τον όρο Transcendental. Ο Ayloss κάνει αφήγηση του έναστρου ουρανού μέσα από μια αρμαθιά riff στροβιλισμών που εξάπτουν στρεσογόνα το αντιληπτικό μας κέντρο, προκαλώντας συναισθήματα αγωνίας, ενώ συνάμα πληγώνουν το ψυχικό μας κόσμο με τα χρώματα που εξάγουν. Είναι σα να βλέπεις μέσα από τις νότες των riff ένα χαρμόσυνο σημάδι στις αποφράδες στιγμές της εποχής που ζούμε, ένα λουλούδι μετά την αποκάλυψη του σκότους. Έπειτα θα τραβήξει για το απάνεμο μετέωρο τ’ ουρανού, που είναι γεμάτο σύννεφα και αστρόσκονη. Είναι μόνο κι έρμο μα γαλήνιο άντρο, πέρα από την σήψη και την οχλοβοή. Εκεί γεννά νέα ατμόσφαιρα, πλανεύτρα κι αιθέρια που θα μας κλέψει το νου με μια εσωστρεφή ambient διακύμανση. Αργότερα, μέσα από μια σταδιακή περιοδικότητα θα έλθουν κοντά μας τα όργανα, κάνοντας τη δική τους αργή περιήγηση μέσα στη νηνεμία. Θα ζωντανέψει λοιπόν μια Funeral Doom διήγηση στα φωνητικά, ενώ τα τύμπανα χτίζουν στον αιθέρα τόπο για βάδισμα και η κιθάρα σαν το «εγχειρίδιο του σεπούκου» περνά αιχμηρά μέσα μας. Έπειτα θα έρθουν κοντά μας οι Black Metal ταχύτητες, για να ενοποιηθούν με τις φροντίδες των ηλιόλουστων riff που αγγίζουν μικρά solo κι εκσπερματώνουν σε ολόκληρο το διηνεκές με φωταύγεια. Έχουν ως αποστολή την γονιμοποίηση μιας ιδέας που πρέπει να τρυπώσει και να μείνει στην καρδιά μας. Η πλούσια τεχνική εισερχόμενη στο Transcedental Black Metal οδηγεί την θεώρησή της μαυρομεταλλικής υπέρβασης στον εξευγενισμό και την ποιότητα. Δεν είναι ξενιστής που τρώει το σκοτάδι, είναι φως που προβάλει θανατηφόρο από τον πυρήνα ενός μοχθηρού αστέρα.

Το κομμάτι που κλείνει το Split έχει τίτλο Red Giant και μας μεταφέρει την ambient θεώρηση των δυο project, αφού Spectral Lore & Mare Cognitum συνεργάστηκαν από κοινού σε μια σιωπηλή περιήγηση στ’ ανεξερεύνητα λημέρια τ’ ουρανού. Οι δυο μουσικοί, Jacob και Ayloss, κατάφεραν μέσα από το Sol ν’ αφήσουν τη βάση τους κάνοντας παρέα ένα βήμα στο διάστημα. Αυτό σημαίνει πως προσπέρασαν το Black Metal με ατόφιες prog Metal φράσεις, χωρίς να ξεχνούν στιγμή τις θέσεις του και τα συναισθήματα που το διέπουν. Θεωρώ πως εδώ έχουμε ιστορικά, ένα από τα λιγοστά γινόμενα Metal πανσπερμίας που θα προκαλέσει παρόμοια συναισθήματα σε ακροατές με διαφορετικές καταβολές και πορείες. Συνεπώς η συγκεκριμένη δουλειά έχει ένα βασικό πλεονέκτημα που σπάνια συναντάμε και θαρρώ πως είναι το κλειδί της επιτυχίας του. Συνήγορος όλων αυτών μια συνακόλουθη παραγωγή για όλες τις εφαρμογές που εμπεριέχει κι ένας υπέροχος ήχος για να την ζωντανεύει. Το ηλιοκεντρικό concept του Sol υπάρχει σε κάθε στιγμή της αισθητικής. Μοιάζει με κοινή συνισταμένη που ενώνει τις παρυφές σ’ ένα ενιαίο και αδιαίρετο έργο και καλεί τους ακροατές με κλίση στη σπουδή και το μόχθο να εισέλθουν.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: