Utuk-Xul

??????????????Στο Black Metal υπάρχουν δεκάδες φωτογραφίες σαν αυτή. Η συγκεκριμένη όμως θα χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα, γιατί οι εικονιζόμενοι έπιασαν το παραδοσιακό μονοπάτι στη δεκαετία του 90 και δεν το παράτησαν μέχρι σήμερα. Μπορεί σαν πόζα να είναι πασίγνωστη και σπουδαία για την αισθητική του Είδους, αλλά η ερμηνεία της δεν έγινε ποτέ αντικείμενο στοχασμού. Στις παλιές μέρες ας πούμε, κυριαρχούσε η πλακατζίδικη διάθεση, όπως κάποιος που είχε πει κάποτε, πως η στάση του Paul Ledney στο εξώφυλλο του Dethrone the Son of God μοιάζει σα να κρατά αόρατα πορτοκάλια. Προσωπικά δε αδικώ καμιά προσπάθεια ερμηνείας, γιατί το απλό είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψει κανείς και τελικά ο χαβαλές είναι μονόδρομος. Η παραπάνω εικόνα ξυπνά κάτι από το αβίαστο παρελθόν του Black Metal. Εδώ έχουμε μια στάση σώματος, ακίνητη και παραστατική. Θα έλεγα λοιπόν, πως το χέρι στην grim αφετηρία (όπως το είχα βαφτίσει στα κείμενα για τους Burning Church Forest και Rhinocervs) αποδίδει την πρωτόλεια αίσθηση της απειλής, μοιάζοντας με το γράπωμα του αρπακτικού. Ωστόσο η κίνηση προς τα πάνω, υποδηλώνει την έλευση μιας αόρατης δύναμης. Σημείο που στην αισθητική του Black Metal έχει αποδοθεί σταράτα με τη σκοτεινή θεματολογία. Παράλληλα εδώ υπάρχει μια μεταβολή στη κράση του ανθρώπινου σώματος. Οι μύες τεντώνουν προκαλώντας γωνίες που κάμπτουν τ’ ανθρώπινα μέλη και ζωγραφίζουν μια γκριμάτσα ζοφερότητας στο πρόσωπο. Αυτή είναι μια απλή περιγραφή της παραδοσιακής πόζας του Black Metal που πάντα έχει πάθος, θέλοντας να προσφέρει τρόμο για το σκοτάδι και όσα αυτό γεννά στην ανθρώπινη φαντασία. Το σπουδαίο όμως με τις φωτογραφίσεις των μελών μιας μπάντας είναι πως από τα πρόσωπα και τη στάση τους μπορείς να συλλάβεις ορισμένα από τα στοιχεία της μουσικής τους. Κάθε τέτοια φωτογράφιση συμμετέχει, άθελά της, σε μια παράδοξη μάχη. Έναν χαριεντισμό μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το συνολικό αίσθημα που προσφέρει στον ακροατή, γέρνει την τραμπάλα προς το σοβαρό ή το αστείο, αποκαλύπτοντας πολλές φορές τη μουσική δεινότητα ή αστειότητα του περιεχομένου. Στο κείμενο για τους Master’s Hammer είχα σημειώσει «για να θεωρήσουμε μια μπάντα Cult πρέπει να εκπέμπει μεταφυσικά, σχηματίζοντας αλλοτινές ατμόσφαιρες οι οποίες με την δική τους σειρά σκορπίζουν αλλόκοτα συναισθήματα. Παράλληλα θα προεκτείνει όλο το παραπάνω λαμβάνοντας μια χύμα στάση, χωρίς προσποιητό attitude, αποδεικνύοντας ότι δεν παίρνει και πολύ σοβαρά τον εαυτό της, εκφράζοντας όσα θα ήθελε τόσο με χιούμορ όσο και μέσα από στεγανά ή στερεότυπα. Η μπάντα μέσω της Cult διάστασης θα συμπεριφερθεί σαν να μην της καίγεται καρφί, έχοντας ως δόγμα το πηγαίο, το ενστικτώδες, το αυθόρμητο αλλά και το αφελές. Βέβαια όλα αυτά θα γίνουν χωρίς καμία επιτήδευση, με άνεση και μπρίο μιλώντας με κάθε ειλικρίνεια τον ακροατή». Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία ως σημεία επισκόπησης ενός μοντέλου δράσης, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δυο βασικά μέλη των Utuk-Xul εκφράζουν μέσα από τη στάση και το ύφος τους ισόποσες δόσεις σοβαρού και αστείου, τοποθετώντας την τραμπάλα του χαριεντισμού των δυνάμεων σε ισορροπία. Κάπως έτσι αγγίζουν το νυμφώνα της Cult αισθητικής.

Πίσω στο τέλος της δεκαετίας του 90 κάθε πικραμένος που γούσταρε το Black Metal ξεκίνησε τη δική του μπάντα. Με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι έχαναν το ενδιαφέρον τους, αποδεικνύοντας πως ήταν απλά ένα καπρίτσιο, σβήνοντας στη λήθη του χρόνου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν την δική τους ιστορία και οι εν λόγω Κολομβιανοί, την περίοδο 94-97 με τ’ όνομα Dies Irae. Από εκείνη την πρώιμη περίοδο δεν έχουμε κάποιο μουσικό ίχνος, μιας και απέβη άκαρπη η αναζήτηση του χαμένου Demo The Law Is for All, που λέγεται πως κυκλοφόρησαν το 1995. Όταν τα 90’s άρχιζαν να ολισθαίνουν προς τα 00’s και πιο συγκεκριμένα το 1997 αλλάζουν όνομα σε Utuk-Xul ξεκινώντας μια νέα ιστορία που θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Το πρώτο το τους Demo είχε σαν τίτλο τ’ όνομα της πρώτης μπάντας Dies Irae, εμπεριέχοντας κάποια κομμάτια από την εποχή 94-97. «Μουσικά» έμπαινε με τα μπούνια στην Raw ευτυχία. Μικρά μονότονα κομμάτια με το ρυθμικό μέρος σε πανσέληνο δράσης και τη φωνητική συστοιχία, ισχνή μα πειστική να ζαλίζει κάπου στο βάθος. Το μπάσο είναι γραμμένο πολύ μπροστά οπότε γίνεται κατανοητό, ενώ τα τύμπανα πιάνουν το μοντέλο ταπεράκια και φτάνουν στη μεταλλική κατάληξη (για όσους καλιγούλες σαν εμένα, αρέσκονται ακόμα σ’ αυτή τη συνδυαστική ατεχνίλα). Πάνω απ’ όλα όμως εδώ υπήρξε ένας Salamander που σκορπά μια χούφτα riff αναπτέρωσης. Είχαν τη δύναμη ν’ ανυψώνουν τα κομμάτια, αλλάζοντας κίνηση στη μονοκόμματη πορεία. Η προφορά της λέξης darkness (ως ντάρνες) στο Invokation of Satan (θα ήθελα να είναι γραμμένο με «k» από ορθογραφικό λάθος της μπάντας και όχι από κάποιο τυχαίο λάθος του καταχωρητή στο Metal Archives.) αλλά και του ύφους στα intro & outro αγγίζουν το μεγαλείο της εκφοβιστικής αναπαράστασης.

2002-Southern Legions Of Satan

Folder

Ο καιρός περνά, το ημερολόγιο γράφει Οκτώβριος 2002 και οι Utuk-Xul κυκλοφορούν ένα Split με τους συντοπίτες τους Thy Antichrist, οι οποίοι έχουν καταγωγή από το Medellín της Αντιόχειας. Πρωτοεμφανιζόμενοι κι εκείνοι, σμίγουν για την μεγιστοποίηση της επίθεσης. Ο τίτλος του Split ήταν Southern Legions of Satan με τις μπάντες έχουν και τον δικό τους τίτλο πλευράς. Possessed by my own Satan (Thy Antichrist) & The Spirit of the Abyss (Utuk-Xul). Όπως βλέπετε στα εξώφυλλα η αισθητική τους έχει ως αφετηρία τη σκοτεινή θεματολογία του Heavy Metal. Χρησιμοποιούν έγχρωμο καμβά για να ζωντανέψουν από μια δαιμονική παράσταση το καθένα. Η οπτική των Thy Antichrist ήταν παραδοσιακή, έπαιζαν ένα σκοτεινό Heavy Metal με Black φωνητικά, γεμάτο μελωδικά riff που γλεντούσαν τη θηριωδία. Ωστόσο δεν ήταν διόλου κακοί σε αυτό που έκαναν, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό ακόμα και τα solos. Οι Utuk-Xul χρησιμοποιούν τα κομμάτια του Demo, παρέα μ’ ένα νέο Intro κι ένα νέο κομμάτι, το δυναμικό Typhared. Το βασικό κόλπο ήταν πως άλλαξαν την παραγωγή, βγάζοντας παραέξω τις κιθάρες για να συντηρήσουν την Heavy Metal πανδαισία μπροστά από τη σκοτεινή διάσταση. Έντονοι κι επιθετικά διακείμενοι σφίγγουν τη δράση τους μέσα στο μονοκόμματο, ξεχειλίζοντας από όρεξη και πάθος για δράση. Ένα split με retro ρεμβασμούς, ιδανικό για όσους ξεχνούν μέσα από τη παραζάλη των νέων τάσεων, πως ηχούσε η μουσική αυτή πριν από μια ντουζίνα χρόνια.

2003-The Goat Of The Black Possession

First

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2003 και το ντεμπούτο τους The Goat of the Black Possession, αφιερωμένο από τη μπάντα στον εκλιπόντα «Eternal Warrior» Salamander. Το εντυπωσιακό με τα τότε χρόνια, που internet υπήρχε αλλά δεν μπορούσε ακόμη να βγάλει προς τα έξω τη μουσική, ήταν η συνέχιση της εφαρμογής ενός τρομερού αξιώματος. Τ’ όνομα του θα μπορούσε να στέκει σα παράφραση μιας θεμελιώδους αρχής της φυσικής επιστήμης, ως η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)». Βλέπετε το album αυτό μπορεί να κυκλοφόρησε από τη Hell Attacks Productions το 2003 στην Κολομβία, αλλά έγινε γνωστό στην Ευρώπη με την επανακυκλοφορία του από τα Ολλανδικά label Displeased Records & From Beyond Productions. Για να το δούμε και σε παράδειγμα, το κείμενο που είχε γράψει ο Τόλης Γιοβανίτης για το εν λόγω album στο Underground Kommandoz, δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2005 στο Metal Hammer κι ανέφερε: «Πείτε με υποκειμενικό καραγκίοζη, αλλά αδιαφορώ. Το Intro και Outro του εν λόγω δίσκου με το εκκλησιαστικό όργανο και τη σατανική επίκληση στα ισπανικά, απλώς σ-π-έ-ρ-ν-ε-ι!!! Κατά τ’ άλλα, έχουμε τυπικό τέζα απολίτιστο κολομβιανό black/death που έχει κολλήσει στα late 80’s-early 90’s και δε λέει με τίποτε να βάλει μυαλό. Καταιγιστικοί ρυθμοί κι ατσούμπαλο grinding που ακούγονται περισσότερο σαν συμπτώματα overdose από αγνή νοτιοαμερικάνικη κοκαΐνη και μια παραγωγή που ίσως έβαζε ακόμη και τους Φιλλιπινέζους Kratornas σε σκέψεις… Οι γνωστοί-άγνωστοι μερακλήδες λοιπόν, ας κάνουν τα κουμάντα τους. Τούτος ο καφές τσιτώνει εγγυημένα. Saludos Satanas!». Εδώ λοιπόν έχουμε μια παρουσίαση που γίνεται με δυο χρόνια καθυστέρηση, με τη μπάντα να κερδίζει πόντους αφάνειας, την γνήσια μαυρομεταλλική αίσθηση του κρυμμένου μυστικού, που ζει μέσα στις παράξενες ψαλμωδίες και τη ξεροκεφαλιά δράσης. Εκεί λοιπόν έρχονται οι μερακλήδες, που κάλεσε ο Τόλης να επαγρυπνούν. Αρχίζουν που λέτε να σκάβουν αδιάκοπα και με γυμνά χέρια τις κρύπτες του underground. Αργά ή γρήγορα, αλλά με μια επιπλέον καθυστέρηση, οι περισσότεροι από εμάς ακούσαμε αυτό το δίσκο, εκτιμώντας τον κατά διάνοια. Συνεπώς η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)» ισούται με την αποσιώπηση του δημιουργού, προς όφελος του περιεχομένου του. Γιατί από τη θέση της επισκότισης θα δρα στο ποίμνιο σα νεφελώδη ιστορία, κερδίζοντας πόντους μυστικισμού. Οι οποίοι θα κάνουν λίγο πιο απολαυστική την ακρόαση σαν έρθει η ώρα. Σαν συναίσθημα είναι μια προσμονή, αίσθηση που υποσυνείδητα εμπλουτίζεται με προσδοκία και δυο σταγόνες δέους.

Folder

Οι Κολομβιανοί εδώ αλλάζουν μοτίβο, κάνοντας παράλληλα και μια ανύψωση στην αισθητική τους. Το εξώφυλλο με το τραγίσιο κεφάλι σε κομιξάδικο σχεδιασμό και τα σύμβολα στις πάνω γωνίες είναι επιβλητικό (τόσο στην ασπρόμαυρη πρώτη έκδοση, όσο και στη Rossoneri δεύτερη). Εμπεριέχει το θεσμό του Είδους σε απλοϊκή επεξήγηση με αφέλεια που γοητεύει όσους μπορούν να εισπράξουν το ήθος του Black Metal, από την οπτική γωνία της βασικής του εκπόρευσης. Αν το θέλετε πιο απλά, είναι η αφέλεια τυλιγμένη στα σπάργανα του απόκρυφου. Στο εσωτερικό θα βρούμε αυτά τα δυο γοητευτικά κομμάτια για είσοδο κι έξοδο. Στην περιγραφή που είχε κάνει πριν από εννιά χρόνια ο Τόλης θα ήθελα να συμπληρώσω τον τρόπο εκφοράς των ισπανικών λέξεων, που αγγίζουν το μειλίχιο μα προστακτικό ύφος ενός καθολικού λόγου προς το ποίμνιο. Δεν είναι δηλαδή τρομακτικοί ή σκοτεινοί μα οικείοι και το μαγευτικότερο όλων, κρατούν τη σαγηνευτική ηρεμία του ιερουργού. Η οποία προέρχεται από την πίστη του, πως λέει την αλήθεια…

Έπειτα ξεκινά το μαυρομεταλλικό μέρος με δυο κομμάτια (Snake of the Abyss & Vision of the Fire) που ξεπερνούν τα δέκα λεπτά το καθένα, καλύπτοντας το μισό χρόνο του δίσκου. Το έναυσμά αυτής της συνθετικής δράσης είναι μια χοντροκομμένη και ατέρμονη ζέση, σα την όρεξη του λαίμαργου να καταπιεί όσα βλέπει στο μπουφέ. Μονότονοι και καταπιεστικοί καλύπτουν κάθε κομμάτι μ’ ένα ρυθμικό μέρος βροντή, κάνοντας κρυφές επιθέσεις με riff που στριφογυρνούν στη βασική ιδέα και πνιχτά φωνητικά με gremlin καταγωγή. Υπάρχει όμως μια καταραμένη όρεξη εδώ μέσα, ένα απαράμιλλο πάθος για δράση, που ενώ βαριέσαι κινεί κάτι μέσα σου να τους ακολουθήσει. Είναι αυτή η απότομη αναλαμπή κάποιων riff που γεννιούνται και θα σε κάνουν να νιώσεις, ακόμα και μαζοχιστικά, οπαδός της νοοτροπίας τους. Η λογική τους θέτει το αποτρόπαιο ως βασικό πλοηγό της οπτικής τους. Φανταστείτε το σα μια κατάσταση που μπαίνεις και παραμένεις κάποιο διάστημα επειδή δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Μοναδική διέξοδος η συνθηκολόγηση, κάτι σαν αυτό που κάνουμε από λίγο έως πολύ κατά τη βίωση όσων είμαστε αναγκασμένοι να βιώσουμε. Στα The Ancient God of the Light (Part II) και Whispers of Typhared ανεβαίνει ο ρυθμός, χωρίς ν’ αλλάζουν οι σταθερές της εξίσωσης. Ωστόσο υπάρχει μια ταχύτητα παραπάνω και τα φωνητικά του Inferus Vobyscum γίνονται ατίθασα σα το χλιμίντρισμα αδάμαστου καθαρόαιμου ή γουρουνίσια σα το αχόρταγο χοιρινό που λασπώνει το ροζέ κορμί του. Μουσική σταθερή και ατέρμονη ως στάση και νοοτροπία που θέλει να σιχτιρίζει αδιάκοπα. Κι όμως αγαπητοί, το αναπάντεχο ζει και σε αυτό το album, μέσα στο επικό instrumental Allax Xul. Έναν παιάνα γραμμένο στις μελωδικές γραμμές της Νορβηγίας, λες και βγήκε από τ’ ομότιτλο Ep των Forlorn (1996) και θα ζήλευαν πολλές φτασμένες μπάντες. Δίχως αμφιβολία είναι το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ. Άψογες ανυψωτικές μελωδίες που συνοδεύουν τύμπανα παφλασμού, μια ονειρική διήγηση μέσα στη παρακμή όπως μονάχα στο Black Metal συμβαίνει.

Εκεί που θα μείνω συνειρμικά και με κέφι θα θέλω να συζητώ διαχρονικά είναι στο που κάθεται η βελόνα του υποείδους, για τους Utuk-Xul του ντεμπούτου. Στη περιγραφή των mid-zeros θα μπορούσε να θεαθεί ως Black/Death, βάση της αγαρμποσύνης και του υπερφίαλου ρυθμικού μέρους που διακρίνει τη σταθερότητα του ύφους τους. Στις μέρες όμως έχει αλλάζει τόσο πολύ το Black/Death, που μοιάζει δύσκολο να το περιγράψει κάποιος έτσι. Μέσα στο The Goat of the Black Possession υπάρχει η ζωική λύσσα του παλαιού USBM (η αξία του οποίου έγινε πλέον πράξη, μέσα από το νεοσύστατο US οικοδόμημα με τα μικρά Demos και την υπέροχη αισθητική τους). Η καταγωγή του όμως πηγάζει από τον εμπνευσιακό μαρασμό της αντιγραφής στην ασπρόμαυρη τριλογία των Darkthrone, καθώς και την Unholy Black Metal αίσθηση ανύψωσης.

2005-Ancient Aethyrs Of The Southern Abyss

Folder

Το δεύτερο Split Ancient Aethyrs of the Southern Abyss θα γίνει παρέα με τους κολομβιανούς Mephiztophel. Στη πλευρά των Utuk Xul θα βρούμε και πάλι το παλιό σενάριο. Τις πρώιμες νοσταλγικές μέρες με τον Salamander εν ζωή και τι άλλο από τα κομμάτια του Demo. Σαν bonus έχουν προσθέσει το πριμαριστό Orations, από το χαμένο Promo του 1995. Ωστόσο εδώ έχουμε τη βέλτιστη ηχητική αναβάθμιση της παλιάς κασέτας, έναν φόρο τιμής στην έναρξη της ιστορίας τους και βέβαια στο χαμένο συμπολεμιστή. Στην άλλη πλευρά το intro των Mephiztophel είναι πολλά υποσχόμενο κάνοντας ένα drum/ambient κατευόδιο, για να ξεκινήσει έπειτα η δράση. Εδώ έχουμε σχετικά μεγάλα κομμάτια που θα περιδινήσουν τον ορισμό του Raw Black Metal, με την χαοτική τροπή που μοιράζει απλόχερα ορισμένα από τα συναισθήματα του πρωτόλειου ακραίου ήχου. Είναι το χαοτικό πλαίσιο με τις ανένταχτες κιθάρες σε πριμαριστό πλέξιμο και τα λυσσαλέα φωνητικά που δομούν ένα συναρπαστικό μοτίβο. Μη πάει το μυαλό σας όμως σε κάτι ποιοτικό, εδώ έχουμε το απλό ηχητικό πρίσμα που κάνει την ακρόαση ευχάριστη εμπειρία. Είναι μια καλή πρόταση για όσους έχουν πιάσει την παλινδρόμηση του ήχου και ψάχνουν τη ποταπή, μα αισθηματική, μαυρομεταλλική τους καμμενιά.

2007-Whispers Of Yessod

Folder

Στην τετραετία που πέρασε από το ντεμπούτο, οι Utuk Xul ήταν μια νεκρή μπάντα. Το δημιουργικό πρόβλημα ήρθε να λύσει μια διπλή αλλαγή στο Line up. Οι Gigim Maskin Xul (κιθάρες) και Fire (μπάσο) αποχωρούν από την παρέα μετά από δεκατρία χρόνια. Τα δυο εναπομείναντα ιδρυτικά μέλη Inferus Vobyscum (φωνητικά) και Tophel (τύμπανα) θα πλαισιώσει ο Furkas (κιθάρες) που γνώρισαν δυο χρόνια νωρίτερα ως μπασίστα των Mephiztophel. Ξεκινώντας από τα βασικά, εδώ έχουμε το καλύτερο εξώφυλλο της ιστορίας τους. Ζωγραφιστό και όσο αίολο οφείλει, κουβαλά τον πρωτόγονο συναισθηματικό οδηγό του Είδους. Είναι η παύση μιας εικόνας που προβάλει τη μάχη του γίγνεσθαι. Ο μυθικός δράκος που βασανίζεται στις θαλάσσιες δίνες. Η μάχη της ύπαρξης για μια ανυπέρβλητη/παραμυθένια δύναμη ενάντια στη φύση, την οικοδέσποινα, τροφό και κάποιες φορές δολοφόνο των παιδιών της. Σχεδιαστικά, εδώ βλέπουμε μερικές από τις πιο ευχάριστες αποχρώσεις του γκρι, που με τη βοήθεια του λευκού και τις θολές μαύρες περιοχές αγγίζουν την εικαστική μαγεία. Θα έμπαινα στην ακρόαση αυτού του album μόνο και μόνο γι’ αυτό το εξώφυλλο. Για τα χρώματά του και την αδάμαστη εικόνα που εμπεριέχει.

Πατώντας Play το Lugnashad ξεκινά επιβλητικά και μπαίνουμε στην διαδικασία.. Το σύνολο είναι χωρισμένο σε δυο μέρη έχοντας ένα παραπάνω intro, που στέκει ως δώρο σε όλους όσους ταξίδεψαν με τα ritual του ντεμπούτου. Η βάση του μοντέλου δράσης τους είναι το πηγαίο εκφραστικό ντελίριο που γεννά ένα κολαστήριο οχλοβοής. Δομικά είναι πλέον ωμοί, έχοντας προβάδικη παραγωγή και κασετικό ήχο. Με σαθρότητα, οργή και μανία παίζουν ευθύγραμμα και μονότονα, τηρώντας το πρακτικό δόγμα της παράδοσης. Το οποίο σημαίνει πως κάθε κομμάτι εμπεριέχει μονάχα μια χούφτα riff που προέρχονται από το κεντρικό (πείτε το, πυρηνικό riff κάθε κομματιού). Αυτός ήταν ο τρόπος που εκφράστηκαν οι περισσότεροι από τους μεγάλους παλαιούς, έχοντας παράλληλα ένα και μοναδικό σκοπό: Τη διατήρηση της έξαψης. Οι Utuk-Xul θα το πετύχουν αυτό κρατώντας από την αρχή μέχρι το τέλος του Whispers Of Yessod, μια αρμαθιά από ατόφια συναισθήματα αδρεναλίνης να λαμπυρίζουν στην αρρώστια του.

Στο ύφος τα περισσότερα από τα riff ξεκινούν από το Black Metal έχοντας μεταλλικές απολήξεις. Είναι όμως άρτια τοποθετημένα και προεκτείνουν το μέταλλο στις όχθες του σκότους, για να μην αλλοιώσουν τη χαοτική διάσταση. Τα φωνητικά ζωοποιούν τοτεμικά σύμβολα από το υπερπέραν, καθώς ζουν στην απώτερη άκρη κάθε σύνθεσης. Αυτό που κουλαντρίζει όμως τη φάση είναι τα τύμπανα του Tophel. Δεν είναι πως κρατούν σωστά το ρυθμό, κάθε άλλο. Είναι πως αλαλάζουν βράζοντας σα παλαιολιθικό καζάνι, βγάζοντας αναθυμιάσεις από θανατερό μαγκάλι, σκορπώντας παρέα με τα φωνητικά την απαράμιλλη λατρεία που μοιάζει με την μάχη της φύσης όπως αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο.

Η ατσουμπαλία εδώ κατεβάζει τον όγκο και μένει στο Raw πρίσμα. Μπορεί να υπάρχει παφλασμός, αλλά έχει δοθεί με τρόπο που δεν οδηγεί τους συνειρμούς στην χοντροκοψιά. Πάντα όμως είχαν ως βασικό στοιχείο τον ατελείωτο κρότο της ατέρμονης πρόσκρουσης. Θεωρώ πως αυτοσκοπός του Whispers Of Yessod είναι το σύξυλο ύφος και οι ανέμελες βόλτες στα τάρταρα. Εκεί και μόνο εκεί, μέσα στην ανημποριά της σκούρας αυτής ατμόσφαιρας μπορεί να υπάρξει ενδιαφέρον για τον ακροατή στο δίσκο αυτόν. Βλέπετε η εκδοχή τους είναι ένα tribute, στο μέγιστο peak του μαυρομεταλλικού ήχου. Δοσμένη με γνήσια ζέση, πηγαίο μίσος κι αλύτρωτο πάθος. Το μεμπτό του σημείο βρίσκεται στη διάρκεια, είναι κοντά στα πενήντα λεπτά και σε όσους δε μπορούν να εισπράξουν τη ζωντάνια του, σίγουρα θα μοιάζει Γολγοθάς. Συνεπώς μπείτε μετρημένα, γιατί σπάνια θ’ αναθαρρήσετε και στο τέλος δεν θα φεύγει η πίκρα από το στόμα και η ζαλάδα από το μυαλό. Ένα έπος για όσους ακούνε Black Metal, επειδή τους αρέσει το χάρβαλο του Black Metal και όχι για όσους ακούνε Black Metal επειδή βρήκαν κάποτε σε αυτό στοιχεία προοδευτικότητας. Νέτη παράδοση χωρίς γιρλάντες.

2011-Final Time Beginning Of New Eon

Folder

Κύλησαν τέσσερα ακόμα χρόνια, η μπάντα πέρασε πάλι το κατώφλι της ανυπαρξίας κι εναρμονίστηκε με το αβυσσαλέο σκοτάδι. Το παράδοξο που έγινε όμως το 2011 μπορεί ν’ τους αποδώσει βραβείο Obsurίλας. Βλέπετε κατάφεραν και πάλι να κρατήσουν την «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)», όπως ακριβώς έκαναν πριν από οκτώ χρόνια. Πόσο εντυπωσιακό όμως είναι να το πετυχαίνουν σε μια εποχή που το διαδίκτυο είναι ικανό να φέρει ακόμα και τη μυρωδιά της κλανιάς ενός μουσικού στη μύτη μας, λίγο μετά την εκτέλεσή της; Το τελευταίο τους βήμα διέρρευσε (ολόκληρο) στο τέλος Γενάρη του 2014, δηλαδή δυο χρόνια και βάλε μετά την πρώτη του έκδοση. Δε ξέρω αν αυτό ήταν μια ηθελημένη στάση ή απλά το ενδιαφέρον του κοινού για τους Utuk-Xul είναι πολύ μικρό και κανείς δε μπήκε στον κόπο να το μοιράσει. Όπως και να έχει αυτό συνέβη και μπορεί να σημειωθεί στα πρακτικά. Συνάμα καλό θα ήταν να γίνει επιτέλους αποδεκτό, αφού δε μπορεί να γίνει κατανοητό, πως αυτή η μουσική δεν οφείλει να δίνει συνεντεύξεις, να κυκλοφορεί δίσκους από κάποιο label και να κάνει live. Αντίθετα μάλιστα, ίσως είναι χρέος της να μένει στην αφάνεια και να μην θέλει να γίνει δημοφιλής. Το Black Metal δεν είναι διασκέδαση απλά την εμπεριέχει παικτικά, εικαστικά και πάνω απ’ όλα στην κουβέντα που κάνουμε μεταξύ μας. Αν ένας ακροατής γουστάρει τη φάση, θα ψάξει μόνος του και θα βρει τι του αρέσει. Η ικανοποίηση βρίσκεται στην ανακάλυψη κι έπειτα στην αποκάλυψη της αίσθησης που θ’ αποκομίσει. Το νόημα του Black Metal εμπεριέχει αποστασιοποίηση από το βασικό μοντέλο της μουσικής που είναι η γνωστοποίηση.

Ο τίτλος του τρίτου full-album Final Time Beginning of New Eon μοιάζει ν’ αναγγέλλει μια νέα εποχή για τη μπάντα. Στο εξώφυλλο βλέπουμε ένα απομονωμένο, σχεδόν τελειωμένο δασικό περιβάλλον, που είναι τοποθετημένο μέσα σε μια θαμπή γκραβούρα από το logo της μπάντας και δυο πεντάλφες. Με αυτό τον τρόπο φέρνουν ένα μήνυμα έκφρασης. Είναι το αρχαϊκό Pagan μοτίβο που οδηγεί τους συνειρμούς στο πρώτο μονοπάτι του ήχου. Ως είθισται με κάθε παύση τους, έχουμε αλλαγή στο Line-up. Έτσι και τότε ο Lord Lebzul (κιθάρα και μπάσο) πήρε τη θέση του Furkas. Το album ξεκινά σα φωνή από το παρελθόν, μέσα από τον αέρα και την αστραπή, με αυτή τη νοερή νότα στα πλήκτρα γεμίζοντας 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας. Τα υλικά παρασκευής του μας είναι γνωστά, αλλά αυτό που τα έθρεψε τον καιρό της σιωπής τους απρόσμενο. Ήταν ένας μουντός σχεδόν κούφιος ήχος, σκέτο βάλσαμο, που διαγράφει το χάος προς τέρψη της αλύτρωτης πώρωσης. Θα έλεγα πως είναι κυνικός, μια ψίχα έξαψης όπως τη θωρούν τα αιμοβόρα μάτια του Black Metal. Πρακτικά σχηματίζει ένα album σκυθρωπό αλλά ζωντανό και πολύ περισσότερο Heavy, απ’ όσα θεωρούνται στις μέρες μας τέτοια. Όχι, δεν πρόκειται για έναν καλό δίσκο, δεν τους καίγεται καρφί για κάτι τέτοιο. Εδώ έχουμε ένα πανηγυρικό album που γιορτάζει τη φύση του. Είναι τεταμένα άνυδρο, στερεμένο από μοντέρνο πλασάρισμα και προοδευτική λογική. Απλό, ξεκάθαρο Black Metal που άκουσε τους κτύπους της μελανής του καρδιάς και το θέριεμα της στύσης του. Δυσφορία; Δεν υπάρχει πρόβλημα, έχουν βγει αρκετοί τζάμπα δίσκοι με προοδευτικό μανδύα για να περάσει κανείς την ώρα του, απέχοντας από γνήσιες εμπειρίες.

Στον τρόπο δράσης τα τύμπανα είναι πολύ μπροστά, παρφουμάροντας την εξιστόρηση με τη μανιασμένη δράση τους. Δε ξέρω αν ο Inferus Vobyscum έκανε τη χάρη στον πιστό του σύντροφο Tophel, μετά από τόσα χρόνια, για περισσότερο δυναμισμό. Αυτό που ξέρω και μπορώ να μεταφέρω είναι πως εδώ τα drums είναι η φλόγα του σκοτεινού πνεύματος (Utux-Xul). Με αυτή την διαφοροποίηση στον καμβά αλλάζει και η θέση/κράση των φωνητικών. Βλέπετε φεύγοντας από το χάος της παραγωγής κι αγγίζοντας κάτι σταθερό, τα ουρλιαχτά δεν μπορούν να μοχθούν στο ακαθόριστο. Συνεπώς ο Inferus Vobyscum μπορεί να παραμένει στην ίδια γραμμή εκφοράς του λόγου αλλά θα έρθει πιο μπροστά, για να γίνει περισσότερο κατανοητός και με διαφορετικό τρόπο επιθετικός. Έκανα τη σκέψη πως ο νεόφερτος Lord Lebzul έδωσε όλη αυτή τη retro φρεσκάδα στη μπάντα, αλλά δε μπορώ να το τεκμηριώσω. Πόση τέτοια φρεσκάδα άλλωστε, μπορεί να προσφέρει ένας 33άρης σε 35άρηδες; Σίγουρα όμως τους κέρδισε με τη μετρημένη του σκέψη στα riff, τα γλυκά περάσματα και το Heavy Metal φρόνιμα που τον διακρίνει. Παίζει σα να διηγείται την early 90’s νοοτροπία, με τη διαφορά πως δεν κάνει tribute. Την μεταφέρει αυτούσια σα μύθο. Ένα μύθο με αγάπη στα κλισέ, φλογερό πάθος και Minimal διάθεση. Οι Κολομβιανοί με αυτή την κυκλοφορία οπισθοδρομούν στο μονοπάτι τους, φτάνουν τον πυρήνα του πηγαίου κι ακουμπούν τις ακρουδότριχες του πριμιτιβισμού. Κρατούν το λιτοδίαιτο μενού, γίνονται περιεκτικοί μικραίνοντας τη διάρκεια (δεν είναι ούτε 28 λεπτά το σύνολο) και αποδίδουν αποτέλεσμα γράφοντας τον πιο μεστό δίσκο της ιστορίας τους.

Σαν κερασάκι στην τούρτα κάνουν στον ακροατή ένα δώρο, εκτελώντας μια από τις καλύτερες διασκευές που έγιναν ποτέ στο Transilvanian Hunger. Βλέπετε τις περισσότερες φορές που μια μπάντα προσπάθησε να παίξει έναν ύμνο στο αρχικό του ύφος, χάνει το αυθόρμητο σερβίροντας ένα μέτριο πιάτο. Εδώ όμως υπάρχει κάτι μαγικό. Είναι ένας υπόγειος ξεσηκωμός των αισθήσεων, μια άκρως συναισθηματική επισκόπηση του βασικού μοτίβου. Ακριβώς όπως ο παλαιός επικός οίστρος του πρωτοτύπου, με το γουργουρητό riff να παχνίζει ομίχλη στη πόλη, γκρεμίζοντας το αστικό περιβάλλον με νοερά βουνά. Αλλά πάνω απ’ όλα το κάνουν με συναίσθηση απέναντι στη γένεση των συναισθημάτων που προκάλεσε στο ποίμνιο η αρχική μορφή. Έχουν την εσωτερική γνώση, που θα βγει εκτελεστικά σα γλέντι, ακουμπώντας τη βάση του Είδους και την αλύτρωτη αίσθηση. Ακούστε το πολύ δυνατά! Έπειτα το outro θα έρθει να κλείσει το δίσκο μέσα από αστραπές, τον ήχο της φωτιάς και το γλυκό πληκτράκι που γεμίζει με 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας.

Βρισκόμαστε στην πόλη Cali, σ’ ένα κτίριο που μοιάζει κατά συνθήκη με συναυλιακό χώρο. Ο κόκκινος φωτισμός αναβοσβήνει σα φάρος και μια αλαργινή αίσθηση πλημμυρίζει το χώρο. Στο κοινό μια μικρή μερίδα Κολομβιανών (αρκετοί εξ’ αυτών αδιάφοροι) και από πάνω τους, μια γυμνόστηθη και στατική μπάντα που φορά ακόμα πρόκες. Το πρόσωπο κλειδί είναι ο εκφραστικός Inferus Vobyscum. Η τεταμένη του έκφραση θα γιγαντωθεί από το 3:20, όταν γυρνά και λαμβάνει το ξόανο. Η κάμερα ζουμάρει σταδιακά και η ζοφερή του έκφραση σε συνδυασμό με την ιδιότυπη λιτανεία που πράττει, αγγίζει τον άπαρτο πυρήνα του Είδους. Γνωρίζω πως σε αρκετούς ακροατές αυτό το θέαμα μοιάζει χοντροκομμένο, γραφικό, απαρχαιωμένο. Είναι όμως συνάμα αιχμηρό, αχαλίνωτο λιτό κι απέριττο, ειλικρινά ελεύθερο ν’ αποδίδει ολόκληρη τη γκάμα των συναισθημάτων του Είδους.

Ξέρω πως η σοβαρότητα έθρεψε το Είδος και μπορώ ν’ αναλογιστώ πως Black Metal χωρίς την αισθητική του τελετουργικού μυστικισμού δε νοείται. Τι γίνεται όμως όταν αυτός δεν είναι σοβαρός αλλά σοβαροφανής; Πολύ απλά βγαίνουν δεκάδες μπάντες έχοντας ως όραμα ν’ αναπαράγουν όσα έπιασαν από το έργο των Deathspell Omega. Μπορεί να φορούν τηβέννους, να λένε πως κάνουν «τελετή» αντί για live, να διακηρύσσουν το αντίθεο μανιφέστο τους (=όσα έπιασαν από τις αλληγορίες του Hasjarl) αλλά τελικά αναπαράγουν. Μπορεί η προ δεκαετίας αισθητική αποκάλυψη των Deathspell Omega ν’ ανύψωσε τη Νορβηγική θεματική των 90’s. Αλλά, η δίχως τσίπα copy-paste λογική της θεματικής τους ενότητας, είναι αντιδημιουργική καταντά βαρετή και κουράζει.

Σε αντίθεση δείτε την πλοήγηση των Utuk-Xul. Το παραδοσιακό ξόανο του Inferus Vobyscum δεν είναι μόνο ένα πολιτισμικό στοιχείο αλλά και μια έξυπνη σκέψη. Εδώ δεν υπάρχει ζήτημα λατρείας ή πίστης. Είναι η αναπαράσταση της επαφής του ανθρώπου με την αρχέγονη πλευρά του, την εσωτερική έξαψη που καλούμε αρχέγονο ένστικτο. Συνάμα το εκτελεστικό μέρος εκπέμπει στο ίδιο πλαίσιο με την αισθητική τους. Η λύσσα και η μονοτονία είναι παρούσες σα μουσική αναπαράστασή του συναισθηματικού πλούτου που επιφέρει το απολίτιστο. Η έξαψη μπορεί να επέλθει μέσα από τη μανία, τα πενιχρά μουσικά κίνητρα και το αιμάτωμα του ακουστικού κέντρου.

Ξεπερασμένοι αλλά ξεχωριστοί. Εκφραστές του απλού, χωρίς ιδιαίτερους αποδέκτες που ποθούν το περίπλοκο. Παλαίμαχοι με νεανικό πνεύμα και πάνω από κάθε τι άλλο, σταθεροί ως ρούκουνες του αδυσώπητου. Αν δεν υπήρχαν μπάντες σαν αυτή, το ίδιο το Είδος δε θα μπορούσε ν’ αποτρέψει τον εκμαυλισμό, από υποκριτές/φερόμενους ως σωτήρες. Το σύμβολο τους θα κυματίζει σε αυτό το Blog, μέχρι να το πάρει το ατελεύτητο σκοτάδι.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: