Archive for the Απρίλιος 2011 Category

2011-Krallice-Diotima

Posted in Απρίλιος 2011 on 15 Μαΐου, 2011 by Plunderer

Οι Krallice είναι από τις μπάντες που πέφτουν όλο και συχνότερα στο τραπέζι των συζητήσεων για την εξελικτική πορεία του Black Metal. Στο ομότιτλο ντεμπούτο του 2008 όσο και στο Dimensional Bleedthrough του 2009 μας υπέδειξαν την μουσική τους ταυτότητα αλλά και τις παικτικές τους ικανότητες. Τα μέλη της μπάντας είχαν αφιερωθεί αλλά και αφεθεί στην δημιουργία κομματιών που προσχωρούσαν σε μια ατέρμονη πορεία, με διττό σκοπό. Εξωτερικά, σε μια τεχνική διαμόρφωση του τυπικού (όπου «τυπικό» βάλτε το ρυθμικό μέρος του Black Metal που εδώ έγινε σχεδόν παραλήρημα) και εσωτερικά, σε μια εκφραστική πορεία που οδηγεί στην μουσική τελείωση ή την μεγιστοποίηση της ικανοποίησης. Αν και τα δυο παραπάνω album είναι αυτοτελή, εμπεριέχοντας το καθένα αρκετά μεμονωμένα στοιχεία προς ανάλυση και υπογράμμιση, μας παρέχουν ένα γινόμενο ικανό για να τοποθετήσουμε τους Krallice στην θέση των επίδοξων κατασκευαστών. Όπως πάντα συμβαίνει με τις νέες οπτικές, οι Αμερικανοί αρχικά έλαβαν πόντους και μερική αναγνώριση από τους νεότερους που εντυπωσιάζονται πιο εύκολα ενώ παράλληλα δυσαρέστησαν τον true οπαδό που μόρφασε λαμβάνοντας το απαραίτητο grim ξενέρας. Στην βάση όμως των πεπραγμένων τους, οι Krallice κρατούν παραμάσχαλα ένα τουβλάκι για να τον Jenga τοίχο του Black Metal. Αν τώρα αυτό το τουβλάκι είναι απο εκείνα που δεν αλλάζουν τα δεδομένα ή αυτό που θα μπορέσει να κρατήσει τον πύργο του είδους βοηθώντας στην υπερύψωση του, θα μας το δείξουν τα 10’s. Από την άλλη σίγουρα δεν ανήκει σ’ εκείνα τα «τουβλάκια» που φέρουν την κατάρα και μπορούν να ρίξουν ή να μαγαρίσουν τοίχους σαν τον θεόρατο που ύψωσε το Black Metal μέχρι σήμερα.

Από την στιγμή που οι Wolves In The Throne Room αλλά και οι Leviathan έκαναν οπαδούς ψέκασαν την φιλοδοξία σε όλους τους υπόλοιπους συντοπίτες τους. Δεν θα το έλεγα τόσο εμμονή όσο φιλοδοξία των Αμερικανών για ισχυρά black metal albums και μια τάση εδραίωσης του USBM στις δυνατές σκηνές, αν και εμπεριέχει πολλά ξεχωριστά και διαφορετικά μουσικά ανοίγματα. Η έκφραση της παραπάνω λογικής έγινε την φετινή χρονιά από τον νεανία Hunter Hunt-Hendrix των Liturgy ενώ πρακτικά είχε ξεκινήσει μια τριετία πιο πριν από μουσικούς σαν τους Krallice. Επειδή πάντα μου άρεσαν οι ταμπέλες και διαβάζω πολλούς χαρακτηρισμούς θα ήθελα να εμβαθύνω λίγο λέγοντας πως η καραμέλα του Avant-garde black metal μου θυμίζει λίγο την γκομενική τσαχπινιά του «ακούω έντεχνο» ενώ η συνεχής περιγραφή της γλυκιάς μελωδικότητας ως post rock/black metal με κάνει να σιχτιρίζω. Έχω λοιπον την αίσθηση ότι η ταμπέλα που τους αρμόζει περισσότερο είναι το progressive black metal, θεωρώντας όμως το progressive περισσότερο ως complex πλοκή και όχι ως προοδευτισμό (άσχετα αν εδώ μπορεί να θεωρηθεί και έτσι). Στην προσωπική μου, μεταξύ σοβαρού και αστείου, περιγραφή οι Krallice χρησιμοποιούν και προσπαθούν να μετεξελίξουν τον στρόβιλο των Wolves In The Throne Room όταν τα πουλάκια δεν είναι εδώ.

Αν θέλουμε να περιγράψουμε το μουσικό τους μονοπάτι είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε λέγοντας φράσεις όπως: πολυεπίπεδη διάρθρωση με συνεχή αλλαγή riff που καταλήγουν σε άλλα riff και solo σχηματίζοντας μια πορεία που ακόμα και το καταδεικτικό ατέρμονη (πορεία) παρουσιάζει κενό περιγραφής. Το rhythm section εδώ χτίζει και κινείται ανοίγοντας δρόμους ταυτόχρονα, δηλαδή αυξάνεται και κορυφώνεται σε μια παράλληλη κατάσταση. Μέσα σε όλο αυτό καταφέρνει να είναι μελωδικό χωρίς να ξεχνά και τις απαραίτητες συνθετικές ομαλοποιήσεις για να ξεθυμαίνει. Μέσα στον ρυθμικό κυκεώνα δράσης υπάρχει ένας Colin Marston (ίσως και ο Mick Barr μαζί) που καταφέρνει να χρησιμοποιήσει μελωδικές κιθάρες ή prog τεχνικές στην κατασκευή των riff και να παίξει Black Metal. Έτσι διαγράφεται μια σύγχυση που φτάνει τον ακροατή σε μια παράνοια, αυτή της αλλαγής των δεδομένων του. Παράλληλα μπάσο και τύμπανα λειτουργούν μ’ ένα τρόπο συνεκτικό χωρίς να υστερούν σε δουλειά ή στην συνεισφορά των συνθέσεων. Η μπάντα διαθέτει σφιχτό δέσιμο και ομοιογένεια, δείτε πως όλο αυτό εκπέμπεται από κομμάτια σαν το Telluric Rings. Τα φωνητικά έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα, πίσω από τα Instrumental crescendos, ωστόσο και σε αυτόν τον τομέα έχουμε αλλαγές και νέες εφαρμογές. Ο Mick Barr δεν μένει μόνο στο να ουρλιάζει σπαρακτικά αλλά διογκώνει την έκφραση του σε death metal αργούς και ώριμους βρυχηθμούς που όμως αρθρώνει κατανοητά.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το θέμα των συναισθημάτων που εξάγουν οι Krallice, σε αυτό το σημείο υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με όσα συμβαίνουν στα Black Metal albums. Oι Αμερικανοί βάση σχεδίου είναι αναγκασμένοι να διαγράψουν με παχυλό μαρκαδόρο την λέξη feeling γιατί δεν τους εξυπηρετεί. Έτσι, αν υπάρχει κάτι που μπορεί να προσεγγίσει αυτό που κάνουν είναι η λέξη Vibe/Vibes, μια λέξη που περιγράφει σωστότερα την συναισθηματική σπορά των Αμερικανών προς τον ακροατή. Το Black Metal δεν είναι εύκολο να διατηρήσει τo Landscape Feeling αν εκδηλωθεί με το βάρος της συνθετικής μέριμνας στο τεχνικό μέρος της δομής. Έτσι θα γίνει μια υποκατάσταση και το feeling μετατρέπεται σε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, κάτι που μοιάζει ακόμα και ξένο. Αν μπορούσα να προσθέσω κάτι ακόμα σε αυτό, θα έλεγα πως το music perfection που τείνουν να δημιουργούν είναι αναπόσπαστα δεμένο με το emotional perfection που προκύπτει. Έτσι μπάντα και ακροατής θα συναντηθούν περισσότερο σε συναισθηματικά μονοπάτια που προέρχονται από την εγκεφαλική τους συμπόρευση. Το σύνολο έχει σαφή φωτεινή πορεία με την αγριάδα και το μίσος να λείπουν λιγότερο από όσο στο παρελθόν και να μην αλλάζουν τον προσανατολισμό σαν εμφανιστούν.

Συμμαζεύοντας τα παραπάνω ο Black Metal ακροατής αρχικά θα χαθεί στην πορεία του ρυθμικού μέρους που μοιάζει να τρέχει με ήχους που προσεγγίζουν f1 σε γκάζι/φρένο πάνω στις γρήγορες στροφές. Θα μπερδευτεί στην κλιμάκωση της ελεύθερης ροής ή του συνθετικού δαιδαλισμού θεωρώντας τον ένα περίεργο prog τζαμάρισμα. Θα ενοχληθεί από τα υπερβολικά και μακρά κομμάτια και τον μελιστάλαχτο ήχο της κιθάρας. Θα ξεράσει στην εικόνα της διαγραμμένης συναισθηματικής έκφρασης αλλά αν δώσει τον απαραίτητο χρόνο, βγει από τα στεγανά, ακούσει και ξανακούσει το album, θα καταλάβει όλα τα παραπάνω και ίσως καταφέρουν ν’ αναποδογυρίσουν μέσα του με θετικό πρόσημο.

Αντισυμβατικό αλλά ακόμα μέσα σους κόλπους του ένοπλου αγώνα και της επίθεσης το Diotima αναχρωματίζει το σκούρο πράσινο σε κυανό, με κόλπα που μοιάζουν αρχικά ανάλατα αλλά σταδιακά αποκτούν εγκεφαλικότητα και στιλ. Με άλλα λόγια οι Krallice δούλεψαν και τελικά δημιούργησαν μια άλλη ηχητική έκδοση του Black Metal χωρίς να’ ναι και ο αρχικός τους στόχος. Η ιέρεια της Μαντινείας Διοτίμα δίδαξε τον Σωκράτη τα μυστικά του έρωτα (λόγου) ως πόθου και ως κινήτρου για το ωραίο και το αληθινό, το κάλλος. Έτσι και οι Krallice ανέβηκαν φέτος μια ακόμη οροσειρά αναζητώντας την ιέρεια και τις γνώσεις της ή από την άλλη έλαβαν τον ρόλο της Διοτίμας θέλοντας να μας διδάξουν. Δεν ξέρω αν τα κατάφεραν, αλλά μπορώ να πω πως εμείς ακούσαμε προσεκτικά την διδαχή και την ονομάζουμε εκδοχή.

2011-Aosoth-III

Posted in Απρίλιος 2011 on 10 Μαΐου, 2011 by Plunderer

Οι Aosoth ξεκίνησαν ως project που συμμετείχε ο main man των Antaeus, MkM. Το ιδανικό ομότιτλο ντεμπούτο που κυκλοφόρησαν το 2008 είχε την διάθεση να σε αρπάξει σαν πεινασμένο αιλουροειδές και να σε χτυπήσει αλύπητα στο πετρωμένο χώμα, μέχρι το υποψιασμένο του φινάλε που τα έλεγε και με ιδιαίτερο στόμφο. Η μπάντα έγινε άμεσα γνωστή και αποδεκτή, έτσι ένα χρόνο αργότερα, όταν και το θέμα των Antaeus έμπαινε στο ψυγείο, εξαπέλυσε το επόμενο της χτύπημα με το Ashes Of Angels. Εκεί τα πράγματα έγιναν ακόμα καλύτερα τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά. Οι κιθάρες είχαν ενδιαφέρουσες ιδέες πέραν της δεδομένης επίθεσης και τα κομμάτια αποκτούσαν μορφές, έτσι το αποτέλεσμα ήταν καλύτερα στημένο από το ντεμπούτο με ατού ένα πιο ευρυγώνιο feeling.

Το φετινό τρίτο έργο των Aosoth γεννήθηκε στο πνιγερό βουνό της αποτρόπαιας υπερβολής εκεί που βαδίζουν οι λίγοι, οι τολμηροί. Εκεί στον πυρήνα του, μέσα στο μαύρο χώμα έχουν πακτωθεί οι ομφάλιοι λώροι της πνευματικής χολέρας των Deathspell Omega και του ψυχικού τύφου των S.V.E.S.T. Δεν είναι όμως βατό και προσπελάσιμο για τους πολλούς, εδώ μπορούν να κοινωνήσουν μόνο οι ηγέτες της σκηνής, όπως ας πούμε ο MkM. Όλο αυτό το βουνό είναι ζωσμένο από ένα δάσος με αρχαία γυμνά δέντρα και μια αφηρημένη ζάλη κάτω από τον απάγκιό τους. Περπατάς αδύναμος και αποκαμωμένος, δεν μπορείς να δεις καθαρά και γλιστράς στα σκαλοπάτια μια αρχαίας κατακόμβης που μυρίζει λιβάνι και θείο. Κατρακυλάς κοπανώντας παντού μέχρι να σκάσεις με γδούπο στην μικρή της πλατεία, όλα εδώ γύρω είναι σκοτεινά και η μούργα της φρίκης κολλάει επάνω σου. Περίεργες μελωδίες έρχονται από μεγάλο βάθος και εσύ δεν έχεις πυρσό ν’ ανάψεις. Σε λίγο θα μυρμηγκιάσεις σύγκορμα στην ιδέα του τι μπορεί να περπατά δίπλα σου, θολό σκοτάδι παντού, μια αφόρητη μυρωδιά πλανάται στον χώρο, νιώθεις ναυτία αηδιασμένος εκεί που κείτεσαι. Η νευρικότητα σου αργά αργά θα μεγαλώνει μέχρι να γίνει αγχωτικό παραλήρημα (ΙΙΙ). Αργότερα που θα συνηθίσεις το θαμμένο φως του αρχαίου αυτού τόπου θα σε καταδιώξει ψυχικά ένα συνονθύλευμα εικόνων από τους προσωπικούς σου δαίμονες, τότε θα θελήσεις να τρέξεις αδιάκοπα για να κρυφτείς. Δεν υπάρχει όμως εδώ θαλπωρή πέραν της ζεστής δυσωδίας, δεν υπάρχει όμως εδώ ασφαλής οίκος για την καρδιά, ναυάγησες δύστυχε! ναυάγησες στα έγκατα των σπηλαίων της αριστερόστροφης φωτιάς, δεν έχεις ελπίδα…

Οι Aosoth πέρασαν με μεγάλη ευκολία από τον σκόπελο του τρίτου full-album ξεπερνώντας  την νοοτροπία τους με σκοπό να βαδίσουν σ’ ένα black Metal με νέα διάσταση και άλλο νόημα. Σε αυτό το σημείο ας δούμε το εσωτερικό πέπλο των επιρροών. Το (part) III κινείται σε μια μουσική σύζευξη ενοποίησης και αυτοσχεδιασμού. Έχει ως αφετηρία την Antaeus πυγμή και δομή την Intelligent περίοδο των Blut Aus Nord. Τα φωνητικά πλουμίζουν σαν πάχνη το σύνολο μέχρι να ξεμπουκώσουν με Wrest τροπολογία. Όλα τα παραπάνω είναι αναμεμιγμένα σε σωστές δοσολογίες με καταλύτη το religious feeling που περιπλέκει την πλοκή φτάνοντας την σε αποκαλυπτικούς ατραπούς. Το εξώφυλλο μας προτάσσει το logo της μπάντας, σχεδιασμένο από τον Erik Danielsson των Watain (σε λίγο θα βγάζει και φωτογραφίες μπας και βγάλει κάνα φράγκο).

Το album είναι χωρισμένο σε έξι κομμάτια με ενιαίο concept και άμεσα σε κεντρίζει το ύφος και το σθένος της πορείας. Όλα αναπτύσσονται αργά και βαλτώνουν σαν μια κινούμενη άμμο που θρέφει μικρές ρουφήχτρες ταχύτητας. Οι άρρωστες δυσαρμονικές κιθάρες του BST έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σκίζοντας την σχετική νηνεμία με στραβά riff σε πνιγερό τόνο. Το Black Metal των Γάλλων εκπέμπει αισθήματα ζόφου και πανικού μέσα από ένα άριστο ρυθμικό μέρος που μοιάζει με πυκνή μάζα και βαδίζει σαν τυφώνας που κινείται αργά και καταστρέφει με γοητευτική μεγαλοπρέπεια το ανομολόγητο. Δεν υπάρχει επιείκεια για τον ξεΐγκλωτο, δεν υπάρχει οίκτος για τον υπερόπτη, βασανισμός των ανίκανων μέχρι το απώτερο «Είναι» τους. Όλο το album μοιάζει σαν ένα ενιαίο και αδιαίρετο αρχαίο τραγούδι καταποντισμού, ανατριχίλα και σιωπή… τα έγκατα εκπέμπουν δόλια γητεία.

2011-Cult Of Erinyes-A Place To Call My Unknown

Posted in Απρίλιος 2011 on 5 Μαΐου, 2011 by Plunderer

Οι Cult of Erinyes είναι από το Βέλγιο και πιο συγκεκριμένα από τις Βρυξέλες. Δισκογραφικά πέρσι έκαναν το πρώτο τους Ep με τον τίτλο Golgotha (ακούστε το και αυτό αν μπείτε στην διαδικασία) και φέτος ντεμπουτάρουν για το πιο επίσημο του θέματος με το Full-length A Place Τo Call My Unknown. Σαν μπάντα ανήκουν στην νέα γενιά που σπεύδει να παίξει black metal και είναι λογικό να έχουν διάφορα κατά νου να δοκιμάσουν. Δεν είναι όμως βιαστικοί να καινοτομήσουν άμεσα αλλά συνεπείς και μελετηροί, οπότε ξεκινούν το χτίσιμο από την βασική μονάδα της μουσικής αυτής, τον πυρήνα ή κορμό, το σταθερό rhythm section που κρατά σφιχτά όλο το οικοδόμημα. Οι Βέλγοι στηρίζουν πολλά στην επιδεξιότητα τους, έχοντας λοιπόν εύκολα το πρώτο αυτό επίπεδο και συνεκτικά ως μπάντα και ηχητικά ως αποτέλεσμα προχωρούν στο επόμενο και πιο δύσκολο βήμα. Την δημιουργία ενός κράματος που μέσα από το τυπικό θα ξεδιπλώνει τον δικό τους τρόπο, με σκοπό την προσωπική έκφραση βαδίζοντας προοδευτικά στην διάνθησή του οικοδομήματος με ατμόσφαιρα και πορεία προς τον σκοτεινό τόπο που θα μπορέσουν να καλέσουν το δικό τους άγνωστο.

Για να επιτευχθεί ο παραπάνω συνδυασμός κατεβάζουν το ποτάμι της επίθεσης σε mid tempo εκβολές με αρκετά μελωδικά και ομιχλώδη στοιχεία, τοποθετώντας παράλληλα το συναίσθημα στην μαγεία της εσωτερικότητας προσεγγίζοντας ακόμα και ηχοτόπια με αύρα σε ritual feeling. Οι συνθέσεις κινούνται κυκλικά έχοντας ως πλάνο τους δυο παραπάνω δρόμους, με δουλεμένες πορείες και instrumental κομμάτια για μεγαλύτερα και πιο εσωστρεφή break. Σε αυτή την διαδικασία τα φωνητικά του Mastema λαμβάνουν βασικό ρόλο παίζοντας, αφού αρθρώνονται με τρόπους που ξεπερνούν το black metal που είναι ο βασικός, αποκτώντας από death metal βρυχηθμό μέχρι και πολύ ωραίες καθαρές υμνικές απολήξεις που θυμίζουν ως και Arcturus.

Η εταιρεία τους Les Acteurs de l’Ombre στο διαφημιστικό flyer προτείνει το A Place Τo Call My Unknown στους φίλους των Hate Forest, Blood Of Kingu, Necros Christos, Craft, Glorior Belli, Watain, Shining and Behexen. Προσωπικά δεν συμφωνώ με τις μπάντες αυτές σαν μεμονωμένες επιρροές αλλά μπορώ να τις δω ως δαντέλες ενός κεντητού, δηλαδή σαν μια πολύ σχετική συρραφή διαφορετικών στοιχείων που ενδεχομένως περιγράφουν τον σκοπό του Black Metal τους. Οι Cult of Erinyes είναι μια μπάντα που θέλει να παίξει αυτό ακριβώς που ακούμε, έχοντας συγκεκριμένη άποψη και αισθητική αρκετά μακριά από τους γνωστούς και δεδομένους δρόμους του μονοδιάστατου. Το κύριο όπλο σε όλο αυτό είναι πως όλες οι επιρροές έχουν ενοποιηθεί με τρόπο ευρηματικό, γιατί ενώ συνέχεια σου θυμίζουν πολλά, δεν ξέρεις τι είναι αυτό που πραγματικά επιπλέει. Έχω την αίσθηση ότι όλο αυτό ωφελείται σε μεγάλο βαθμό στις κιθάρες και τον τρόπο που παίζει ο Corvus. Μιας και αναφέρθηκα σε επιρροές, ο τρόπος ανάπτυξης του ρυθμικού μέρους εμένα μου θυμίζει τους Funeral Mist με μια μικρή απόληξη που ρέπει το σύνολο σε λαϊκισμούς τύπου Enthroned που σπάνε γρήγορα αλλά ομαλοποιούν τις επιθέσεις.

Τέλος, η εσωτερικότητα όσο και τα συναισθηματικά πλοκάμια σε αυτό το ντεμπούτο έχουν αρκετό ενδιαφέρον. Από το δυναμικό εξώφυλλο ως τον απλό και τίμιο τίτλο, που περιγράφει αποφθεγματικά την εσωτερική σχέση black metal και νεολαίας του σήμερα, παρουσιάζουν ένα γερό κράμα που θέτει του Βέλγους στους σκεπτόμενους και ελπιδοφόρους για ακόμη καλύτερα στο μέλλον. Όπως είδα και στις παρακάτω φωτογραφίες η αισθητική τους, αν και είναι ακόμα στα σπάργανα, παρουσιάζει θέση και συνάδει με την δράση της μουσικής.

2011-Blut Aus Nord-777 Sect(s)

Posted in Απρίλιος 2011 on 29 Μαρτίου, 2011 by Plunderer

Οι Blut Aus Nord έκαναν φέτος το όγδοο Full-length τους, μετά το ομολογουμένως αξιόλογο και πάνω απ’ όλα πηγαίο εκφραστικά Memoria Vetusta II: Dialogue With The Stars. Αφήνω εκτός την φάση του περσινού What Once Was… Liber I, διότι τα Libers θα είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για την μπάντα. Στην εικόνα ενός δυνατού εξώφυλλου (με πολλές αναφορές μεταφυσικού ενδιαφέροντος) είδα μια επιστροφή στα μονοπάτια που άρχισαν με το The Mystical Beast Of Rebellion γιγαντώθηκαν με το The Work Which Transforms God, τεκμηριώθηκαν με το MoRT και ίσως πορεύτηκαν σε ομαλότερα δρομάκια με το Odinist, The Destruction Of Reason By Illumination. Εννοείται πως σ’ όλα τα παραπάνω δεν ξεχνώ να σημειώσω τα κομμάτια του πολύ καλού split Dissociated Human Junction αλλά και τα τρία bonus της επανέκδοσης του The Mystical Beast of Rebellion που κυκλοφόρησαν στο τέλος του 2010.

Όλα λοιπόν κυλούσαν ομαλά μέχρι που μάθαμε μέσω της Debemur Morti ότι φέτος θα έχουμε δυο ακόμα ολοκληρωμένα albums, το 777-The Desanctification τον Σεπτέμβρη και το 777-Cosmosophy τον Νοέμβριο. Η concept λογική του 777 είναι πολύ πιθανό να εκφραστεί με παρόμοιο μουσικό προσανατολισμό, επιπρόσθετα μιλάμε για μια συνολική διάρκεια που θα ξεπεράσει τις δυο ώρες. Άμεσα βίωσα δυο αντίθετα συναισθήματα, από την μια πλευρά χάρηκα, γιατί εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτή η μπάντα έχει την ικανότητα να δημιουργεί πρόβλημα κατανόησης στον ακροατή με τις μουσικές πράξεις που ακολουθεί. Από την άλλη πλευρά αγανάκτησα σαν οπαδός, γιατί υποθέτω πως μέσα σε τόσες ώρες μουσικής θα είμαι αναγκασμένος να δεχθώ εκπτώσεις κι επαναλήψεις σε τυποποιημένα μουσικά κόλπα. Για να ολοκληρώσω την σκέψη μου στο αρχικό πλάνο, νιώθω ότι ο αγαπητός μου Vindsval έχασε κάπου το μέτρημα θέλοντας να υπερβεί εαυτό με μια επική τριλογία. Έχω ακόμα πολλά ερωτήματα και απορίες αλλά αφήνω τα πάντα να υπάρχουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου αναμένοντας. Στο τέλος του χρόνου αυτού οι Γάλλοι θα κριθούν πέρα από οπαδισμούς και θα δούμε αν τελικά επικρατήσει η χαρά ή η αγανάκτηση.

Στο Sect(s) που είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας όλα ξεκινούν από το τεντωμένο προς την οχλοβοή rhythm section, με τα στραβά riff να παίζουν κόντρα (Epitome Ι) και να μας οδηγούν σ’ ένα Soundtrack Black Metal υπό την συνοδεία των γνωστών πλέον κιθαριστικών ανεμοστρόβιλων. Τα οποία θα βρούμε να κάνουν κύκλους στον αέρα της λεγόμενης intelligent οπτικής, πάντα υπό την συνοδεία φωνητικών σε μαγκωμένα μουρμουρητά και πιο σπάνια σε επιθετικά, τσιτωμένα και πνιχτά, που σε σχέση με την μουσική έχουν ρόλο κομπάρσου. Αυτό είναι το δομικό στοιχείο του Sect(s) και απλά επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μέχρι το τέλος του. Είναι όμως κοινά παραδεκτό πως εκεί που κλωθογυρίζει ο Vindsval μέσα στον ίδιο του τον εαυτό πετά ένα riff «χαραμάδα στο άπειρο» ή ένα κλείσιμο σαν του Epitome I [το οποίο μου θύμισε Apollyon Sun αλλά και το δικό τους Level 2 (Nothing Is Not) από το Thematic Emanation Of Archetypal Multiplicity Ep] και μας ευχαριστεί στο έπακρο. Στο 777 Sect(s) όμως υπάρχει μια γενικευμένη ατολμία σε νεοτερισμούς και εικόνες από άλλους ορίζοντες, βεβαίως θα βρούμε ωραίες ιδέες κοπτοραπτικής και αναλαμπές μελωδίας αλλά μέχρι εκεί. Συνολικά όλα τα παραπάνω κατευθύνονται σε μια ανακατωσούρα του Black Metal χωραφιού που καλλιεργούν κάνοντας καλό στα ζιζάνια που ζουν εκεί παρά στα σπαρτά που θα ήθελαν να φυτρώσουν. Οι συνθέσεις βασίζονται σε κάποιες ιδέες που αφορούν είτε την υπερφόρτωση του όγκου είτε την Soundtrack λογική, κάνοντας την μπάντα να πιάνει μια ομαλή ευθύγραμμη κίνηση που σε κοιμίζει (ακριβώς σαν το κτελ που πάει με 80χλμ την ώρα και πάντα με νανουρίζει). Τα Epitome IIΙ και V θα σας δείξουν πρακτικά το παραπάνω, ενώ τα Epitome IV και VI που είναι πιο τεχνικά και σχετικά δυσνόητα το αποφεύγουν αρκετά αλλά όχι και ολοκληρωτικά. Τουλάχιστον θα βρούμε και εδώ ένα γοητευτικό σουλάτσο στο απέραντο (Epitome II) το οποίο αναπνέει καθαρό αέρα, εννοώντας ότι δεν θα μπουκωθεί με πυξίδα στραμμένη στην οχλοβοή ή την no tempo soundtrack ροή.

Το Sect(s) είναι ένα album που δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει τον ακροατή κάνοντας εξαίσιες κινήσεις. Από εκεί και πέρα μετρά ποιος ακούει το album και ποια η σχέση του με την μπάντα. Έτσι για τον αμύητο ακροατή που μέσα στην ατυχία του αυτό θα είναι το πρώτο Blut Aus Nord album που θα βιώσει, ίσως είναι απολαυστικό. Τώρα για τον μυημένο οπαδό της μπάντας που αγοράζει τους δίσκους και έζησε αδιάλειπτα το ταξίδι που μας προσφέρουν μέχρι σήμερα, υπάρχει πιθανότητα να λειτουργήσει όλο το ζήτημα αρνητικά.