Archive for the Αύγουστος 2011 Category

Black Twilight Circle

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2011, Δεκέμβριος 2011, Ιανουάριος 2010, Ιανουάριος 2011, Ιανουάριος 2012, Ιούνιος 2011, Μάρτιος 2011, Μάιος 2010, Μάιος 2011, Μάιος 2012, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Σεπτέμβριος 2010, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on Ιανουαρίου 30, 2013 by Plunderer

Crepúsculo Negro-LogoΑπό τα late zeros μέχρι τα early 10 ‘s η Crepúsculo Negro δημιούργησε σούσουρο γύρω από τη δράση της. Το κοινό του underground Black Metal γοητεύτηκε από το επίπεδο της αισθητικής που εξέπεμπε. Οι κινήσεις της ήταν μελετημένες, διότι όσα έκανε σχετίζονταν μεταξύ τους σε concept αλληλουχίες. Αρχικά είχαμε μια παρέα μουσικών από την οποία γεννήθηκε το label και κατ’ επέκταση παραπάνω από μια ντουζίνα μπάντες, με σχετική θεματολογία και κοντινές Black Metal θέσεις. Έπειτα ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν της αναλογικής ηχητικής λατρείας, με τα tape format που κυκλοφορούσε και τέλος την δημιουργία ενός «οίκου» για να στεγαστεί. Δηλαδή μια «οργάνωση» που ονομάστηκε Black Twilight Circle και βάδιζε στα χνάρια των Γαλλικών Λεγεώνων (Les Légions Noires) οι οποίες είχαν γεννηθεί παράλληλα με τον χαμό της Νορβηγίας, τον Inner Circle του Euronymous και τα όσα τέλος πάντων έγιναν μέχρι τη δολοφονία του.

Οι Λατινοαμερικάνοι που βρίσκονται πίσω από τον Black Twilight Circle εισέπραξαν τα 80’s και 90’s ως οπαδοί κι έφτασαν να δημιουργήσουν στα late zeros μια, σχετικά πάντα, παρόμοια κατάσταση. Βασίστηκαν στον cult απόηχο, ο οποίος πήγαινε από forum σε forum και τον ακολουθούσε η λαγνεία των ακροατών για την αγορά κάθε νέου tape που σχετιζόταν μαζί του. Η μουσική, που είναι και το βασικό στοιχείο της ιστορίας, πήγαινε πολλές φορές πίσω από τις αναθυμιάσεις που την τύλιγαν, δημιουργώντας με την διάστασή της ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα. Η ολοκλήρωση του μυστήριου έγινε μέσα από δεκάδες Live (αξίζει να ψάξει κανείς και να δει αρκετά από αυτά) που έδωσαν στην Αμερική, με bilds που δημιουργούν από τα σπλάχνα τους. Έκαναν για παράδειγμα συναυλίες με πέντε μπάντες που τις αποτελούσαν 7-8 άτομα (και μπορεί να λέω πολλά).

Τους τελευταίους μήνες του 2012 η Crepúsculo Negro έβγαλε ανακοίνωση πως έκλεισε. Στις 21/12/12 τα πράγματα άλλαξαν, με μια λιγόλογη αναφορά μας πληροφορεί πως το label ανοίγει ξανά και σύντομα θα εκδώσει την πιο φιλόδοξη δουλειά του. Παρακάτω λοιπόν θα βρείτε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει: Αρχικά της κυκλοφορίες του label της Crepúsculo Negro που σχετίζονται με τον Black Twilight Circle και το Black Metal, με χρονολογική σειρά. Το οποίο σημαίνει πως δεν θα βρείτε εδώ, το Demo των Mata-Mata που παίζουν Punk, τα Live και όσα Ep κυκλοφόρησαν ως συλλογές μιας μπάντας με όλα τα κομμάτια της. Αφετέρου θα βρείτε τις κυκλοφορίες του Black Twilight Circle από την «εξαδέλφη» Rhinocervs και άλλα μικρότερα label. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλω να καλύψω μια ιστορία που έλαβε σφραγίδα με cult βουλοκέρι, μπαίνοντας στον πάπυρο των γεγονότων που αναμόχλευσαν το Black Metal.

Στο κείμενο αυτό δεν θ’ ασχοληθώ καθόλου με τα κοτσομπολιά που κυκλοφόρησαν μετά το λουκέτο της Crepúsculo, τις ιδεολογικές αντιφάσεις και την αντιεμπορικά κινούμενη εμπορική της μέριμνα. Είναι παράξενο αλλά όσο κι αν θέλω να κουβεντιάσω γι’ αυτά κατ’ ιδίαν, σιχαίνομαι να τ’ αναπαράγω στον γραπτό λόγο. Σοφά εξάλλου λέμε ότι τα λόγια φεύγουν και τα γραπτά μένουν και είναι άδικο να γεμίσει το κείμενο με φήμες και σχόλια που μένουν σταθερά και αμετάβλητα στο χρόνο, χαρακτηρίζοντας τη μουσική. Η αναπαραγωγή μιας ιντριγκαδόρικης ιστορίας μπορεί να βοηθά τη «φάση», όπως ακριβώς βοήθησε το Black Metal στα 90’s η ιστορία με τους φόνους και το κάψιμο εκκλησιών στη Νορβηγία. Σε τέτοιες όμως προεκτάσεις η μουσική θα χαθεί κάπου πίσω από αυτά και δεν θ’ αντιμετωπιστεί με τον σεβασμό που της αρμόζει, όπως και έγινε δηλαδή με το Νορβηγικό Black Metal. Έτσι επιλέγω συνειδητά να μην ασχοληθώ, προσπαθώντας να περιγράψω όσο πληρέστερα μπορώ την ιστορία αυτή, με γνώμονα την μουσική.

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο πρέπει να σημειώσω πως τα Label της Crepúsculo Negro και Rhinocervs όσο και ο Black Twilight Circle δεν θα μείνουν στην ιστορία του Είδους μόνο για την συνδρομή τους στην εξέλιξη του λεγόμενου Us. Δηλαδή τον Demo παροξυσμό των ημερών, που αρχίζει να χαρακτηρίζει την καθημερινότητα των ακροατών. Αλλά κυρίως στην προσπάθεια που έκαναν για επιστροφή στο παρελθόν, τις ρίζες του Heavy Metal με τις κασέτες για format, τα flyers ως προώθηση ενός Live και την ερασιτεχνική, με την ρομαντική έννοια του όρου, στάση και συμπεριφορά.

2008-Volahn-Dimensiónes Del Trance Kósmico (1)

Folder

Στην υπέρβαση του χωροχρόνου θα χρειαστούμε ενέργεια και αυτή ήταν διάχυτη στο ντεμπούτο της μπάντας αλλά και της εταιρείας του θηριώδη Λατίνου από την Γουατεμάλα, Eduardo Ramírez. Οι Volahn, δηλαδή ο Volahn, εντυπωσιάζει στο ντεμπούτο του με το να κάνει δρασκελιές στο άπειρο και μαγεύει με τις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του μέσα στο χάος. Πολλές μπάντες στην διάρκεια των χρόνων προσπάθησαν να παίξουν χαοτικό Black Metal, μα λίγες κατάφεραν να κρατούν παράλληλα το ενδιαφέρον του εγκεφάλου και του αυχένα. Ολόκληρο το Dimensiónes Del Trance Kósmico περικλείει μια επική μυσταγωγία, μέθη για το υπερβατικό και αναζήτηση της πνευματικής ανέλιξης. Μα μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνά την φύση του ανθρώπου, μεταδίδοντας όλα τα παραπάνω μέσα από την αναζήτησή τους στο χωροχρονικό παρόν, στην δεδομένη πραγματικότητα, τη χθόνια φύση τους.

Το ντεμπούτο των Volahn είναι συνάμα υπέρλογο και θνητό, φρέσκο και μουντό, πέρα από τις αντιθέσεις του είναι απλό, κατανοητό, σκούρο, ζόρικο. Λαμπιρίζει μέσα του ένας πυρήνας ιδεών αλλά και μαυρομεταλλικών θέσεων που ακουμπούν το παρελθόν και γνέφουν στο μέλλον. Riff πολλά riff και μερικά σπουδαία riff, γοητευτικά τύμπανα σε όμορφο ηχητικό πακετάρισμα και πνιγερά φωνητικά με διακυμάνσεις οργής ως τον Depressive αλαλαγμό. Συγκεκριμένη πορεία με βάσεις και μια έκδηλη διάθεση να γεννά μελωδίες στους κόλπους της επίθεσης. Τα κομμάτια ζουν σε μια δυναμική ισορροπία και δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιο, μα θα θυμάμαι το επίμονο ηχητικό σούρσιμο του Soledad En Despertar ως το βάλσαμο της ακουστικής του κιθάρας. Την εμβατηριακή εισαγωγή του Uno Con Kaos με το riff που παραμένει μέχρι τέλους και ευφραίνουν καρδία. Το υπερωκεάνιο μελωδίας σε σκληρό πλαγκτόν του Cuerpo De Fuego και τέλος την θεουργική γητεία του Trance Ceremonial, κομμάτι για μισό χαρτί πρέζα (που λέγε και μια ψυχή).

Όποιος απολαύσει το μουσικό του εγχείρημα και κολυμπήσει μαζί με την μπάντα σε άλλους ουρανούς και θέρετρα ψυχών, καλό θα είναι να κάνει μια μελέτη στους στίχους. Μπορεί να είναι γραμμένοι στα Ισπανικά και να μεταφράζονται σχετικά απ’ όποιον δε ξέρει, μα ολοκληρώνουν την διαδικασία εμπλουτίζοντας το υπέρλογο της μουσικής. Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του Black Twilight Circle.

2009-Various Artists-Worship Black Twilight (2)

Folder

Αυτή η συλλογή όταν κυκλοφόρησε είχε έντονο μουσικό ενδιαφέρον, μιας και παρουσίαζε έξι από τις μπάντες του label. Τέσσερα χρόνια μετά αυτό θα το παραμερίσουμε για δυο λόγους. Αρχικά όλα τα κομμάτια θα εξεταστούν με την σειρά τους στις κυκλοφορίες που ακολούθησαν και αφετέρου γιατί εδώ έχουμε τα γεννητούρια του Black Twilight Circle. Είναι μια «σέχτα» που μιμείται σ’ ένα επίπεδο τις Γαλλικές Λεγεώνες (Les Légions Noires), μια από τις Μεγαλύτερες στιγμές του Black Metal σε όλα τα επίπεδα. Τα νήματα του Black Twilight Circle κινεί το Heavy Metal ως κουλτούρα από image ως attitude, καλλιεργώντας μια νοοτροπία στους πρόποδες της οπτικής του, τη ρίζα του. Είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια συνεκτική αισθητική και όχι τόσο κάποια ιδέα/φιλοσοφία, όπως έγινε στην Νορβηγία και τον Inner Circle του Euronymous. Θεωρώ την συγκεκριμένη κασέτα βασικό εγχειρίδιο κατανόησης για τον ακροατή, μιας και από εδώ μπορεί να έρθει σ’ επαφή με αρκετές μπάντες του «κύκλου» και τον ιδιαίτερο ηχητικό τους προσανατολισμό.

2009-Arizmenda-Within The Vacuum Of Infinity… (3)

cover

Η δεύτερη full-length κυκλοφορία είναι το ντεμπούτο των Arizmenda, το solo project του Murdunbad. Στην δράση τους μοιάζει ν’ ανακατεύτηκαν τόσο ο Eduardo Ramírez όσο και ο Juan Cabello. Δυστυχώς όμως το Metal Archives αποδεικνύεται αρκετά αναξιόπιστο γιατί τους αφαίρεσαν από τα members, σε σημείο να νιώθεις ότι η πληροφόρηση τους προέρχεται από τα κουτσομπολιά των Black Metal forums. Για εμένα προσωπικά έχουν σημασία τα μέλη μιας μπάντας, αλλά πάντα επιλέγω να κρίνω το σύνολο. Έτσι αφήνω τον ρόλο του stalker σε άλλους, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανωνυμίας τους. Ο ρόλος άλλωστε της αινιγματικότητας είναι γοητευτικός, καταφέρνοντας μέσα στο παιχνίδισμά του να σε παρασύρει σ’ επαναληπτικές ακροάσεις.

Εδώ θα βρούμε την μεγαλύτερη κυκλοφορία του label σε διάρκεια. Στοιχείο που αρχικά φαντάζει με καταναγκασμό ακρόασης, όντας επώδυνη στα πρώτα σκαλοπάτια συσχέτισης. Οι Arizmenda στο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal προσανατολισμένο στην ταχύτητα μα τυλιγμένο σε μια ηχητική εσωστρέφεια, σημείο που καθορίζει η θαμπάδα της παραγωγής. Είναι μια ασφυξία που προκαλεί η συνάρτηση: μουντάδα ήχου & πνιγερός τόνος ρυθμικού μέρους & απόκοσμα φωνητικά, τα οποία θα φτάσουν πολλές φορές στο άπατο βάθος των σπαρακτικών ουρλιαχτών. Κι όμως η κατάσταση μόνο επίπεδη δεν είναι, διότι τα riff που ξεπετάγονται από μέσα του έχουν την δύναμη να συγχύσουν, να μπερδέψουν και εν τέλει ν’ αναζωογονήσουν τον ακροατή. Αυτό θα το επιτύχουν μέσα από ατέρμονες μελωδικές γραμμές που γεννιούνται ως όνειρο στις δαιδαλώδεις συνθέσεις. Είναι μια αίσθησης λαμπρότητας και αρμονίας που κάνει το σύνολο αιθέριο μέσα στην συμπιεσμένη του ζάλη, μια πανέξυπνη αντίφαση δράσης. Το Within The Vacuum Of Infinity… είναι ένα δύσκολο album γιατί στον τρόπο ανάπτυξης κουβαλά τη παγίδα των Paysage d’ Hiver/Darkspace, κάτι που μοιάζει με μονόχνοτη αιωνιότητα. Μα διαθέτει μια περεταίρω ικανότητα συνδυασμού, αφού μπορεί σε παράλληλη συμπόρευση να δημιουργεί χάος και συναισθηματισμό (ακούστε το The Agents Of Transformation). Ακόμα, όσο εξελίσσεται βγάζει περισσότερες ομορφιές, όπως την Deathspellίζουσα riffάρα του Drowning In The Pain Of Consciousness και το ιδανικό, μεστό και ζεστό κλείσιμο του Deny The Disease Of Life. Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στον τίτλο του album και των κομματιών μιας και δεν υπάρχουν στίχοι. Εκεί η μπάντα παρουσιάζει την αίσθηση της ανυπαρξίας παρέα με ολόκληρη την οικογένειά της, δηλαδή το άπειρο, την κενότητα, το τίποτε φτάνοντας μέσα από συνειρμούς σε μια αναβάθμιση της Depressive/Suicide θεματολογίας.

Αν λάβουμε την ανυπαρξία σε μια συναισθηματική απεικόνιση μέσα μας, θα φυτρώσει ένα αίσθημα που κάμπτει το σώμα και συγχύζει το μυαλό. Είναι μια συνταρακτική έξαψη που παράγει φόβο, απέναντι στην προοπτική ανικανότητας δράσης της συνείδησης ή πιο απλά την διαγραφή της παρατήρησης, κατανόησης και σκέψης. Είναι ένας λογισμός που προσπαθεί να εξοντώσει το φιλοσοφικό «Εγώ», «Είμαι», «Υπάρχω» με την ίδια του τη δράση, με λίγα λόγια ένας παραλογισμός. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου επάνω στην δική τους, πρέπει να σημειώσω πως το τετριμμένο ερώτημα για το φόβο του θανάτου πρέπει κάποια στιγμή ν’ αντικατασταθεί από τον φόβο της ανυπαρξίας.

2010-Axeman-Arrive (4)

Cover

Οι Axeman είναι το tribute solo project του Eduardo Ramírez (Volahn) στην ακραία εκδοχή του Heavy Metal. Εδώ θα βρούμε ένα συγκερασμό στο ύφος των Amebix, Slayer, Sepultura, G.I.S.M, Sarcofago. Δηλαδή, την ηχητική ενοποίηση των 80’s από το Los Angeles μέχρι την Βραζιλία, μια αυστηρά Αμερικανική υπόθεση. Τα τρία κομμάτια του φτάνουν τα είκοσι περίπου λεπτά και σκουριάζουν τον ηχητικό καμβά, με λαχταριστές ατέλειες και πριμαριστά riff που θα οδηγηθούν σε σολαριστή έξοδο. Τα φωνητικά είναι αχνιστά με μια πρωτόλεια αγριότητα ως ότου η μοχθηρότητα περάσει σε Heavy Metal τσιρίδα, αρωματίζοντας τον αέρα μας με την αγνότητα των τιμημένων 80’s. Ηλεκτρικά πορωτικό, γεμάτο ανάρμοστες Death και Thrash απολήξεις, χωρίς καμία χλέπα νεοτερισμού να μαγαρίζει τις καθαρές του ρίζες, τον Cult ψυχισμό του. Οι Axeman δεν έχουν κάνει δεύτερο βήμα από τότε, δείχνοντας την tribute διάθεση που είχαν αφετηριακά. Αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και στην φωτογράφιση του Ramírez. Ο οποίος βγάζει το μπλουζάκι των Moëvöt (μεγαλείο αυτισμού) που φορά με τους Volahn και βάζει αυτό των Reencarnación (αδίστακτοι Κολομβιανοί, της εποχής του παλαιστή Απόστολου Σουγκλάκου).

2010-Kuxan Suum-Kinich Ahau (5)

folder

Στη μυθολογία των Μάγιας τ’ όνομα της μπάντας Kuxan Suum αποκρυπτογραφεί «το μονοπάτι στον ουρανό, που οδηγεί στο κέντρο του σύμπαντος». Στο Metal Archives έχουν σημειώσει και κάτι επιπρόσθετο, που δεν βρήκα στα κιτάπια μου αλλά μ’ άρεσε. Είναι λέει, ρεύματα ή πύλες που επιτρέπουν στο μαθητή να ταξιδεύει μεταξύ «πραγματικοτήτων», κατασκευασμένα από μια συνειδητότητα/ζωογόνο δύναμη και προέρχονται από το κέντρο του κόσμου, Hunab Ku. Αυτό είναι το πρώτο Demo/κομμάτι της μπάντας με τον τίτλο Kinich Ahau (προσωνύμιο των Μάγιας για το θεό Ήλιο). Τα μέλη τους δεν μας είναι γνωστά (αλλά κιθάρα παίζει ο Volahn) κι επιδίδονται σ’ ένα ψυχεδελικού τύπου Post Black Metal με σκοπό την περιπλάνηση του νου μας σε άλλες διαστάσεις.

Η μουσική ξεκινά σε soundtrack πλάνο και μας ταξιδεύει αρκετά διερευνητικά, προτείνοντας άγνωστους τόπους. Σταδιακά προσαρτά χαρακτηριστικά riff σαν στρώμα υπέρβασης της αφετηρίας και λίγο αργότερα τον απαιτούμενο κορμό, τη ρυθμική ραχοκοκαλιά με τρόπο επιμελημένο και συνεκτικό. Η ταχύτητα θα μπει μαζί με τα φωνητικά που εντείνουν τη δυναμική του. Ύστερα το ρυθμικό μέρος πιάνει το μπούσουλα της σχάσης και τα riff θα κατευθυνθούν σε μια μελωδική περιήγηση, ενώ τα φωνητικά σ’ ένα κρεσέντο γεμάτο πόνο και σπαραγμό. Το βύθισμα μετά τη μέση οδηγεί την εξιστόρηση σε κύκλο, μέχρι να γεννηθεί και πάλι το παραπάνω εγχειρίδιο ανάπτυξης. Η πλοκή ενοποιεί υπέροχα τις δυο αυτές οπτικές και το κομμάτι θα πορευθεί στην λογική της αλληλοσυσχέτισής τους. Ιδιαίτερα ικανοποιητική προσπάθεια με trip feeling, που ρέπει προς το άγνωστο για την τέρψη του ακροατή.

2007-Ashdautas-Where The Sun Is Silent (6)

FolderΟι Ashdautas είναι η μπάντα αφετηρία για την όλη φάση. Σχηματίστηκαν πίσω στο 2002 και τα μέλη τους ήταν: Naeth στα φωνητικά, Eduardo Ramírez σε κιθάρες και φωνητικά, Fah στο μπάσο (μετά ήρθε ο Kallathon), Murdunbad στα τύμπανα και Arrken στη κιθάρα. Αρχικά έκαναν δυο Demo, Betrothed To Our Void (2003) και As Τhe Vile Must Digress (2004) τα οποία μετουσιώθηκαν στο ντεμπούτο Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain (2006). Εκεί, αν μπορέσετε ν’ ανεχθείτε την απαράδεκτη λύσσα των φωνητικών εξάρσεων του Naeth θα έρθετε σ’ επαφή με αρκετά μαυρομεταλλικά καλούδια. Όπως το ρυθμικό μέρος που κρατά τον έλεγχο κάθε σπιθαμής, τα συνεχή riff που κελαρύζουν την πορεία, τον θελκτικό όγκο κι ένα μπάσο με σαφή χαρακτήρα και ρόλο στην πλοκή. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις ενδιαφέρουσες αλλαγές και συσχετίσεις τότε οι Αμερικάνοι δημιούργησαν ένα αξιόλογο ντεμπούτο μεν, που έπασχε από ορμονικές διαταραχές δε.

Την επόμενη χρονιά έγραψαν το Where The Sun Is Silent, το οποίο επανακυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro το 2010. Εδώ θα βρούμε ένα μπουκωμένο ηχητικό κατασκεύασμα που στέκει αρκετά απρόσιτο σε πρώτο επίπεδο. Γκρίζα θαμπάδα, ατέλειες, σφυρίγματα ήχου, στόμωμα, αυξομειώσεις, λαθάκια και γενικά ότι καλύτερο υπάρχει για το Black Metal ακροατήριο (ή μήπως όχι;). Ο σχεδιασμός του αποτελείται από μια μονοκόμματη ρυθμική κίνηση που αγγίζει το χάος (λογικά Live ηχογράφηση), στην οποία τα riff έχουν το βασικό ρόλο οδηγώντας γοργά το σύνολο προς τον ακαθόριστο μακρινό ορίζοντα. Οι Ashdautas παίζουν δυναμικό Usbm που ξενίζει γαρνιρισμένο με μικρούς ηδονισμούς. Μέσα στην κίνηση των δυο αυτών διαθέσεων θα βρούμε τα πλεονεκτήματα της προσπάθειας. Σημεία βέβαια που οι Αμερικανοί δεν επεδίωκαν ν’ αναδείξουν, γιατί η ακατέργαστη λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη από την εξύψωση της παικτικής αλληλουχίας. Ωστόσο μπορούμε ν’ αναφερθούμε στις κρυμμένες «χάρες» της οπτικής, όπως οι κιθάρες που σπέρνουν riff σε μεγάλες ποσότητες, αγγίζοντας και τις πνευματικές αναζητήσεις (Synaesthesia). Έπειτα τα ζεστά τύμπανα που σιγοντάρουν από το βάθος, ακόμα και ως ακαθόριστος θόρυβος και τέλος τα φωνητικά που στέκουν σε πολύ καλύτερες συχνότητες σε σύγκριση με το ντεμπούτο και σκούζουν δυναμικά. Τελειώνοντας θ’ αφήσει στον ακροατή τον δικό του ορισμό για το Usbm: Το ηχητικό πάκτωμα του Ευρωπαϊκού Raw Black Metal με μαγαρισμένη αισθητική γεμάτη σχήματα υπερβολής. Ένα Ep πρεσαρισμένο μέχρι το μεδούλι στην καταχθόνια ροή, σαν τρενάκι του τρόμου που δεν θα κόψει ποτέ ταχύτητα. Βίαιο και σθεναρά ιλιγγιώδες δεν θ’ αφήσει κανένα σημείο του ανεκδήλωτο σε σιωπή.

Naeth

Σημείωση: Στ’ αριστερά σας είναι ο Naerth, για τις ικανότητες του οποίου είχα ερωτηματικά. Το Black Metal όμως είναι μια μουσική που ο τρόπος ερμηνείας ή εκτέλεσης δεν αποκαλύπτει απαραίτητα και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Πολλές φορές απλά συμμετέχει ως γρανάζι μιας αισθητικής που η εκάστοτε μπάντα θέλει νε προβάλει. Από την στιγμή που είδα αυτή την φωτογραφία του Naerth, μου ήρθε στο μυαλό ο Tomas Stench (Morbosidad) στην τίγκα πρόκα/μάσκα αερίων εμφάνιση του. Στο μυαλό του ακροατηρίου μια τόσο χοντροκομμένη image καρικατούρα (και συνάμα εκπληκτικά γαμάτη) ταιριάζει απόλυτα με μια ηχητική θέση κάπου στη χαβούζα Black/Death εκδοχή των Morbosidad. Ο Naerth τώρα, μπορεί να τολμούσε φωνητικά στο μοτίβο «σκούζω σα δεκατριάχρονο μαλακισμένο που του έκλεψαν τις ηλεκτρονικές συσκευές» αλλά πήγε και το έντυσε μ’ ένα image «φιάσκο», ακολουθώντας το μονοπάτι τίγκα πρόκα/κουκούλα για να το αναδείξει. Η σύλληψη του βγάζει γούστο, ακόμα κι αν το έκανε από ντροπή επειδή δε μπορούσε να κάνει grim φωνητικά. Σ’ επίπεδο αισθητικής όμως είναι τόσο έξυπνα οξύμωρη που γίνεται δελεαστική και ειλικρινά θα με οδηγούσε σε Live εμφάνιση των Ashdautas, ακόμα κι τα φωνητικά στρίγγλιζαν με την υστερία του Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain. Γιατί στην ουσία, το Black Metal είναι κάτι παραπάνω από μουσική…

2010-Kallathon-Before Drifting Into The Abyss (7)

folder

Εδώ έχουμε το solo project του μπασίστα των Ashdautas, ένα Ep που εμπεριέχει δυο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ηχογραφημένα στο πλαφόν μιας live εκτέλεσης. Στ’ ομότιτλο τα υποχθόνια riff κινούν την διαδικασία, τα τύμπανα ανοίγουν λίγο το εύρος και το μπάσο είναι τόσο μπροστά που μπουκώνει την εξιστόρηση. Τα φωνητικά έχουν δευτερεύοντα ρόλο με τον Αμερικανό να μοιάζει λες και τραγουδά με τις παλάμες σε σχηματισμό επάνω στο στόμα του, αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του As The Sky Fell, I Left You Behind που θα βγουν φωναχτά σε κραυγές αγωνίας. Εκεί θα αναζητηθεί η πορεία μ’ αιχμηρές προεξοχές αλλά και η στρεσογόνα διαδικασία που μεταφέρει την εσωτερική διεργασία προτού παρασυρθούμε στην Άβυσσο. Μονότονη κι ευθύγραμμη πορεία που κάνει έντεχνα ηχητικό απάγκιο να διαβεί το μπάσο, λογικό βέβαια μιας και ο τύπος είναι μπασίστας κι έβγαλε το άχτι του. Το Black Metal του στηρίζεται πολύ στην κλοτσοπατινάδα του ήχου βγάζοντας αντί για χύμα πλοκή κάτι σχετικά ατακτοποίητο. Σε πιο ανέμελες ακροάσεις βέβαια άρχισε να με φτιάχνει η οπτική με το μπάσο στη θέση του πρωταγωνιστή και τ’ άλλα όργανα σε κομπαρσιλίκι. Συμπερασματικά το πρώτο Ep των Kallathon δεν ήταν και για το κάλαθο των αχρήστων αλλά δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας. Πιστεύω όμως πως ο ακροατής που θα μπει στην γενικότερη φάση του κύκλου, θα δικαιολογήσει το στημένο μοτίβο και τη προχειρότητα, γιατί από το εσωτερικό του θα εισπράξει το ρημαδιασμένο που νιώθει ολόγυρα.

2010-Absum-Purgatoire (8)

Folder

Ο Devon Boutelle ή Yagian ή σκέτο Y. βρίσκεται πίσω από τους Absum. Είναι ακόμα το μοναδικό πρόσωπο πίσω από Glossolalia, Odz Manouk κι ένας από τους ιδρυτές των Rhinocervs (δηλαδή παίζει κι εκεί). Σε γενικές γραμμές ένας από τους πιο δημιουργικούς μουσικούς της παρέας και σίγουρα ο ικανότερος να σκεπάζει εαυτό στ’ αόρατα σάβανα της ασημότητας. Το project των Absum προϋπήρχε έχοντας ένα Demo κι ένα Ep από το 2008, τα οποία δεν έχω ανακαλύψει ψηφιακά για να γνωρίζω τα καθέκαστα. Στο Compilation Purgatoire 2007-2009 που κυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro θεωρούσα πως έχει μαζέψει υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες. Αλλά είδα πως οι διάρκειές δεν μοιάζουν με όσα έκανε σε Demo και Ep, οπότε κατέληξα πως αυτά τα κομμάτια που θα βρούμε εδώ είναι μάλλον κάποια ακυκλοφόρητα που έγραψε σ’ εκείνη την περίοδο. Όπως κι αν έχει η ιστορία, εδώ ζει ένα αργό και φθονερό Black Metal που κολυμπά αμέριμνο στην παχύρευστη λίμνη του Funeral Doom. Τα φωνητικά είναι ισοδύναμα της μουσικής κοχλάζοντας με μια περιοδικότητα, μοιάζει σα να ‘χεις βάλει μικρόφωνο σε τσουκάλι που βράζει. Τα riff έχουν τον ρόλο του εξερευνητή εξάγοντας χρωματικές αποχρώσεις ή καλύτερα φωτεινές δυναμικές μέσα στη μούργα, ενώ τα τύμπανα τον κλασσικό μονότονο ρόλο της αργής κίνησης. Το ύφος των Absum δημιουργεί κλίμα που αγγίζει το soundtrack με σκηνοθετική νοοτροπία, χωρίς να χάνει το επίπονο και απρόσιτο σύγκρυο του Funeral Black Metal. Έτσι η ακρόαση είναι αποπνικτική σαν ατμοσφαιρικό ταξίδεμα στην φωτιά και το πύρωμα, κάνοντας το Purgatoire ειδεχθές πλατσούρισμα σε παραλία της κόλασης γι’ ακάθαρτες ψυχές.

2010-Blue Hummingbird On The LeftBloodflower (9)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Ep των Blue Hummingbird On The Left, από την πληροφόρηση που έχουμε τ’ όνομά τους είναι μια ελεύθερη μετάφραση του Αζτέκου θεού Huitzilopochtli. Την μπάντα αποτελούν τέσσερα πρόσωπα (άγνωστο ποια είναι ακριβώς) ταγμένα στον Μεξικανικό «ρομαντισμό». Το Bloodflower εμπεριέχει Raw Black Metal εφαρμογές σε σαθρό ηχητικό πακετάρισμα και riff που διάγουν ένα μονότονο χαοτικό πέρασμα. Αν και μικρό σε διάρκεια κουβαλά πυγμή και προσήλωση στην έκφραση, έτσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα φωνητικά. Αυτό είναι ένα θετικό χαρακτηριστικό μέχρι η μπάντα να το στείλει σε μονοπάτια που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Αυτό θα συμβεί στο Southern Rules Supreme με το φλάουτο και τους αλαλαγμούς σε ινδιάνικο τόνο να καταστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό το Peha της σοβαρότητας. Από εκεί και πέρα το μπαλάκι πάει στους ακροατές οι οποίοι αποφασίζουν αν θα την κάνουν μ’ ελαφρά ή θα παραμείνουν εδώ λαμβάνοντας την υπερβολή ως γλαφυρότητα και Cultιλίκι, αφήνοντας την κριτική τους δεινότητα για κάτι που προορίζονταν από την αρχή για σοβαρό.

2010-Odz Manouk (10)

folder

Αυτό είναι το δεύτερο project του Yagian που έκανε γνωστό η Crepúsculo Negro. Στην Αρμένικη μυθολογία ο Odz Manouk ήταν γιός ενός ανώνυμου βασιλιά που γεννήθηκε ως ερπετό. Απέρριπτε κάθε φαγητό και τρεφόταν αποκλειστικά με παρθένα κορίτσια, το δώμα του ήταν ένας απομονωμένος θάλαμος κάτω από το κάστρο του βασιλιά. Μια μέρα του πήγαν για γεύμα μια νεαρή κοπέλα με τ’ όνομα Arevhat. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εισήλθε στον θάλαμο του τερατώδη γιού και βρήκε την κοπέλα ζωντανή και τον Odz Manouk μεταμορφωμένο σ’ έναν όμορφο νεαρό άνδρα. Χρόνια αργότερα ο Odz Manouk έγινε βασιλιάς και η Arevhat βασίλισσα, κάνοντας επιτυχημένο έργο ως ηγεμόνες της Αρμενίας.

Καταχθόνιες Black Metal αναζητήσεις τυλιγμένες σε ασπρόμαυρο ηχητικό μανδύα με αποτραβηγμένα πνιχτά φωνητικά που σκούζουν την μακάβρια αλήθεια. Η ανάδειξή του ντεμπούτου των Odz Manouk θα γίνει από τα riff «αλάτι στην πληγή» που υπάρχουν σε σημεία των A Mymex Omen, The Indisciplinarian, I Will Crush To Marrow This Crow Of Ill, The Roaming και διάγουν έκλυτο βίο, ανοίγοντας πύλες μεγαλείου στη μανία. Δηλαδή, το ρυθμικό μέρος που τηρεί το απαράμιλλο μανιφέστο και μια χαοτική πάχνη αναδύεται γύρω μας. Οι Odz Manouk επιλέγουν Raw Black Metal εφαρμογές αλλά μανουβράρουν τα γκέμια της οργής μέσα στο μίσος, παράγοντας μια καθ’ όλα πνιγερή συναισθηματικότητα. Ο ήχος τους είναι δελεαστικός γιατί εθίζει, περιορίζοντας τα όργανα μέσα στο φύσημα, τις μικρές εκείνες γραμμές ή τρυπίτσες λάθους, που σε κάνουν να νιώθεις κάτι από την late 80’s-mid 90’s ζωτικότητα. Επιζητούν διάκριση μέσα από το πάθος και την δυναμική του μουσικού κι όχι από τον καλλωπισμό της τεχνολογίας. Είναι η τροφή του ακροατή που δεν ικανοποιείται από υποχόνδριους μελετητές του ορθού ήχου κι επιλέγει να βυζαίνει το γάλα της βρωμιάς. Είναι η λαχτάρα για Black Metal που δείχνει αποστροφή στην εξέλιξη, στρέφοντας το ενδιαφέρον στα ηχητικά τερτίπια, στην ίδια του την βάση, την χαλασμένη κατάνυξη.

2010-GlossolaliaGold In The Throat (11)

FolderΓλωσσολαλιά είναι η πράξη ομιλίας ή γραφής σε άγνωστο γλωσσικό σύστημα (Harper’s Encyclopedia of Mystical & Paranormal Experience). O όρος γλωσσολαλιά, προέρχεται από τις λέξεις γλώσσα και λαλώ (μιλώ) και αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, συνήθως στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης (Britannica Encyclopedia of World Religions). H Glossolalia είναι το πρωτότοκο τέκνο του Devon Boutelle και το Gold In The Throat ένα καλά οργανωμένο Compilation, που εμπεριέχει όλα όσα έκανε η μπάντα από το 2007 με τις Self-released κασέτες ως το ντεμπουτάκι Ep του 2008 Bondage.

Πίεση και μανία υψωμένα στους κόλπους της ημικρανίας, ίλιγγος και μυδρίαση στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εδώ έχουμε Black metal που κουβαλά από τον πυθμένα μέχρι την ακροτελεύτια μπασογραμμή του την καταφασία. Μια εγκεφαλική νόσο επαναληπτικής ροής με γνώμονα την κάβλα. Είναι η σουρτούκα πόρνη κίνηση χωρίς χάρη, ζουπιγμένη στα δώματα της ηχητικής σήψης και πριμαριστής λατρείας. Μπουκωμένη συμφορά ηλεκτρικών απολήξεων και κάτι υποχθόνια φωνητικά μπασταρδεμένα με τη πλοκή σε μια παράξενη συνεύρεση. Τα riff ξεχειλίζουν ένταση και ο ψημένος για φαιδρά μοτίβα ακροατής πασχίζει να βρει σωστό volume που θα του εξασφαλίσει την υγεία των ώτων, κι ύστερα απολαμβάνει. Αυτό είναι το πρότυπο του χαοτικού Usbm σε προσιτό όρος υπερβολής που δεν ξεθυμαίνει, δεν ξαποσταίνει και γενικά δεν ενδιαφέρεται για τίποτε ακολουθώντας τον δικό του κανόνα διαστολής. Τέλος, λίγο πριν ολοκληρωθεί το Three Knots Of A Rope ο Yagian θα περάσει από το ατέρμονο μοτίβο σε riff που σκίζει τη ροή για μια πρέζα trip αγαλλίασης. Επιθυμητό αρχικά κι έπειτα ποθητό, από κάθε πρεζάκι που μπήκε στους κόλπους της καταχνιάς και πήρε στάμπα μελανή που φέρνει στη σκιά του.

2010-Dolorvotre (12)

Folder 2

Ο Eduardo Ramírez (Bass, Drums, Guitars, Keyboards, Vocals) παρέα με τον Juan Cabello (Drums, Guitars, Keyboards, backing Vocals) σχημάτισαν πίσω στο 2009 τους Dolorvotre. Εδώ έχουμε τ’ ομότιτλο Full-album του 2010 που ξεκινά με intro βγαλμένο από τις κασέτες των Moëvöt και προχωρά σε μια κακοφορμισμένη πλοκή στο πλάνο των Les Légions Noires. Η tribute οπτική αυτού του project είναι φανερή ακόμα και στ’ όνομα Dolorvotre, που μοιάζει με ακουστική μίμηση της γλώσσας Gloatre: Είναι η μυστική διάλεκτος που δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν, για τα ονόματα των project και τους τίτλους των κομματιών τους, οι Γάλλοι των Λεγεώνων πίσω στα 90’s.

Το ύφος της μπάντας είναι πνιγμένο μέσα στη θαμπάδα, γεμάτο φύσημα και διακυμάνσεις εμβέλειας, έτοιμο να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ένα βουητό που εξυμνεί την κραιπάλη, τις καταχρήσεις και κάνει μαθήματα διαφθοράς. Ανυπόφορο σε σημείο να συναρπάζει, θα έρθει πακεταρισμένο σε βιολετί χρώμα για τη μνημοσύνη των παλαιών Demo κυκλοφοριών. Στην πλοκή θα βρούμε τα φωνητικά σε ρόλο μπροστάρη, που βγάζουν μια παθιασμένη μουρμούρα να ψελλίζει ολόγυρα. Οι κιθάρες κρύβονται πίσω από τύμπανα ή φτιάχνουν τη μαγιά προσπερνώντας καθετί άλλο (Worship Black Twilight & Treasure Of Sin). Ο ρόλος τους είναι καταλυτικός γιατί δίνουν την αίσθηση κίνησης σε μια μπαφιασμένη προσπάθεια. Η παραγωγή αποτελεί τη βάση του εγχειρήματος, γιατί είναι σχεδιασμένη με τρόπο να μετατρέπει το Raw Black Metal σε νόσο ψυχικής διαταραχής. Ραντίζει συνέχεια χαλασμένες ατμόσφαιρες κάνοντας ακόμα και τα γρήγορα σημεία να μοιάζουν ενταφιασμένα στο ιλαρό μνήμα της μουρμούρας. Οι Dolorvotre μπορεί ν’ αγγίζουν τη Γαλλική πρωτόλεια αντίληψη των λεγεώνων περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο project του κύκλου, αλλά δεν ξεχνούν την Usbm τακτική που θα προσαρτηθεί σε σημεία. Αν και μπουχτισμένο μέχρι τα μπούνια αυτό το ντεμπούτο κατάφερε να τους δώσει συμβόλαιο με την Ajna Offensive, την Αμερικάνα μάνα του νέου Black Metal κύματος. Εν αναμονή λοιπόν του διαδόχου, με την ελπίδα να μας το σερβίρουν σ’ ένα ακόμα χειρότερο ηχητικό μοντέλο.

2011-Arizmenda-Without Circumference Nor Center (13)

Folder

Μερικές φορές ένα εξώφυλλο κουβαλά μια επιβλητική παρουσία κι ένα δυναμικό χρώμα οδηγώντας το ακροατήριο σε παραλήρημα, ακόμα κι αν στο επόμενο κοίταγμα δει τις Kitsch και Humor αναφορές. Το δεύτερο full-album των Arizmenda είναι πρώτα απ’ όλα μια δόλια παγίδα κι έπειτα η συνέχεια της ιστορίας τους. Το αναφέρω αυτό διότι είχα πολύ αρνητική άποψη για το περιεχόμενό του στις απλές ακροάσεις. Αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην ενδελεχή παρατήρηση και συσχέτιση μαζί του κατάφερε να με μαγέψει. Ο δόλος θα εντοπιστεί στον ήχο που πέτυχαν, γιατί είναι μακράν ο χειρότερος που έχει υπάρξει σε κυκλοφορία του Black Twilight Circle. Είναι τόσο σκυθρωπός που με το ζόρι ξεχωρίζεις τα όργανα, ενώ αυτά παίζουν κομμάτια που θα μπορούσαν ν’ αναδειχθούν στην λογική μιας νορμάλ Black Metal παραγωγής. Οι Αμερικανοί όμως δεν επέστρεψαν για να κάνουν αίσθηση με μια κανονικότητα. Αντίθετα προσβάλλουν την αισθητική τους μ’ ένα ηχητικό τριβέλισμα θέλοντας να παίξουν με το αντιληπτικό μας επίπεδο, πετώντας το γάντι στο μυαλό μας. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε ιχνηλάτες του ασύμμετρου σχεδιασμού τους, αποκτώντας ολική αίσθηση του εγχειρήματός. Δεν εννοώ βέβαια να καταγράψουμε σε πεντάγραμμα τις αλληλουχίες των οργάνων, αλλά να βγάλουμε πόρισμα αποκαλύπτοντας το πέπλο της Ίσιδας. Πολύ πιο απλά να συντριβούμε με την αέναη πλοκή παραμένοντας αναλλοίωτοι μετά τη μυητική διαδικασία.

Στο περιεχόμενο του Without Circumference Nor Center τα τύμπανα και το μπάσο, το λεγόμενο ρυθμικό μέρος, είναι σε πολλά σημεία ενσωματωμένα. Ωστόσο, στο μπάσο θα δοθεί χώρος να γοητεύσει κινώντας τα νήματα σε ολόκληρα κομμάτια (Riders Of The Pale Horse…Crucifixion Of The Worm, Swalling Seas of Desire…Smashing Vessels Spilling Thought). Έπειτα οι κιθάρες εντείνουν με αγριότητα το εγκεφαλικό άλγος στη μεγαλύτερη διάρκεια, σιγοντάροντας στο γκρέμισμα των ορίων. Θα έρθουν όμως κάπου κάπου με διάθεση να εξαϋλώσουν τη πλοκή από την μούργα που κουβαλά με τόση μουντάδα, θα τις δούμε να σηκώνουν το σύνολο ακόμα και σε καθαρούς ουρανούς για μια και μόνο ανάσα. Τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και ζουν σ’ ένα συναίσθημα που μοιάζει με τύφο μονοτονίας. Εκεί θα επέλθει η λάμψη οφθαλμών των riff ως νέκταρ, θρεπτική κι αντίδοτο πλοκής. Τα φωνητικά έχουν και πάλι τριτεύοντα ρόλο, σε σημεία μάλιστα είναι τόσο πίσω που τα καταπίνει εξ’ ολοκλήρου η ροή. Αν όμως παρακολουθήσει κάποιος τον τρόπο τους, θα βρει πολλές αποχρώσεις που εντείνουν την ερμηνεία βγάζοντας αχαλίνωτο πάθος (Embrace Beauty In Your Arms…And Slit Her Throat). Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση χαίρομαι να βλέπω τους καταπληκτικούς τίτλους και το Black Metal των Αμερικανών να βγαίνει ολοένα και πιο εσωστρεφές. Γιατί πλέον είναι ένα χαοτικό πρόβλημα, χωρίς περιφέρεια και κέντρο, όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος του.

Οι ενδιαφερόμενοι που θα μπουν εδώ με ύφος θα βγουν όπως μπήκαν. Δεν πιστεύω πως θ’ αντέξουν ούτε δυο ολόκληρα κομμάτια, συνεπώς μοιάζει επιβεβλημένη μια διαφοροποίηση νοοτροπίας κατά την προσέγγιση. Θα πρότεινα λοιπόν σε όποιον εισέλθει, να το ακροαστεί με ακουστικά και καλό θα είναι να μην έχει παίξει πρωτύτερα μια ντουζίνα κυκλοφορίες. Η κάκιστη παραγωγή δεν θα γίνει ανεκτή διαφορετικά και σίγουρα θα στενέψουν τα περιθώρια κατανόησης και συσχέτισης. Θεωρώ αυτό το album την πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή του Black Twilight Circle, γιατί δεν δίδει απλόχερα τα δώρα του. Αντίθετα ζητά ένα αντίδωρο όρεξης κι επιμονής για να γεμίσει έξαψη τον ακροατή. Το αποτέλεσμα της ανάμιξης μαζί τους, μπορεί να θεαθεί σαν μια συρρίκνωση μέσα στο άπλωμα της πορείας τους.

2011-Volahn & Tukaaria (14)

Folder

Εδώ έχουμε το πρώτο split της παρέας που μας παρουσιάζει τους Tukaaria, μιας και είναι η πρώτη τους εμφάνιση ιστορικά. Πριν πάμε όμως στα κομμάτια τους, θα συναντήσουμε τους Volahn με το μεγάλο Tormenta Nativo και το intro του Nacom. Ο Ramírez μουτζουρώνει σχετικά τον ήχο, θέλοντας να βγάλει τον πρωτόλειο εαυτό της μπάντας του. Είναι ένα γρήγορο Black Metal με τύμπανα σε ακουστική ταπεράκια/μπολάκια, πάνω στα οποία είναι ακουμπισμένα φωνητικά αγριότητας και ξωπίσω κάτι κουμπωτές κιθάρες που σφυρίζουν μέσα στον καθ’ όλα χαλασμένο ηχητικό περίγυρο. Ένας διαφορετικός χαρακτήρας των Volahn, μαγαρισμένος σε μουρτζούφλικη παραγωγή που προσαρτά όλο και περισσότερα ραδιοφωνικά παράσιτα μέχρι να ολοκληρωθεί. Μπορεί να μην αγγίζει την μαγεία του ντεμπούτου, αλλά ικανοποιεί τη σάπια rehearsal καμενιά που ζει μέσα μας, όντας δελεαστικό να λάβει ακροάσεις. Θεωρώ πως τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να ξενίσουν τους ακροατές που γοητεύτηκαν από το πρότερο ύφος της μπάντας. Αλλά στην επανεξέταση θαρρώ πως όλοι συμφωνούμε ότι είναι από θεμιτό ως δελεαστικό να βγαίνουν οι μουσικοί πιο ελεύθεροι στα Split, δίνοντας άλλες προοπτικές. Γιατί δεν είναι μόνο το cult της ιστορίας που πρέπει να ικανοποιηθεί αλλά και η εξέλιξη του ήχου που μπορεί να καμωθεί από την αλλαγή της εφαρμογής, πάντα στα όρια του μοντέλου.

Η λέξη Tukaaria ανήκει στους Ινδιάνους Yaqui και σημαίνει νύχτα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα solo project, με τον μουσικό να φέρει ως ψευδώνυμο τ’ όνομα της μπάντας του. Τα τρία πρώτα κομμάτια τους στέκουν σταθερά σε μονότονο, χαοτικό Raw Black Metal με αφοσίωση στην ομαλοποίηση της ταχύτητας. Το ρυθμικό μέρος είναι θεμέλιο κίνησης και στήνει το μαύρο σκηνικό, τα φωνητικά είναι αξιοσημείωτα και ρητορεύουν grim ιστορίες με πυγμή, μέχρι να πιάσουν καθαρές μελωδικές αναζητήσεις (Giver Of Oblivion) σε μουντό φόντο. Ολόγυρα οι κιθάρες με συγκεκριμένα riff εξελίσσουν το μοντέλο, είναι επιφορτισμένες τον έλεγχο της ταχύτητας, την αύξηση και τη μείωση της. Μέχρι να μπει το Otma που θα κάνουν μια ζόρικη αλλαγή για το άνοιγμα της μηχανής τους. Ο τρόπος των Tukaaria είναι επίπεδος στη βασική νόρμα του Usbm αλλά εκπέμπει σθεναρά στην κλίμακα επίθεσης και βίας. Η διάνοιξη στον ήχου των κομματιών που έγινε στην επανέκδοση του Raw To The Rapine από την Profound Lore Records, τους έδωσε μια νέα διάσταση κρατώντας συνάμα και τα θετικά τους χαρακτηριστικά.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως τα split του Black Twilight Circle είναι άλλη μια έντεχνη παγίδα που αιχμαλωτίζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία. Αυτό γιατί προεκτείνουν τα όρια της «φάσης» και οι οπαδοί ως άλλου τύπου πρεζάκια θέλουν την δόση τους, εκδηλώνοντας τ’ οπαδικό τους φρόνιμα με την εξάντληση κάθε κασέτας από την προπώληση.

2010-ShataanWar Cry Lament (15)

Folder

Οι Shataan είναι ένα project που κουβαλά αρκετά διαφορετική φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Έχουν τρία μέλη, τον Shataan σε φλάουτο, κιθάρα και φωνητικά, τον Eduardo Ramírez στο μπάσο και τον Murdunbad στα τύμπανα. Το μοναδικό Demo που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα έχει τίτλο War Cry Lament και το πιο αινιγματικό εξώφυλλο του κύκλου, γιατί μπορεί να περάσει ακόμα και απαρατήρητο. Το περιεχόμενο τραμπαλίζει ανάμεσα στη λύπη και τον πόνο με μια ιδιότυπη έκφραση, που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως θρηνητική κακομοιριά. Αρχικά το φλάουτο κάνει λίγο folklore την εισαγωγή αλλά στην συνέχεια δεν στολίζει παράταιρα την οπτική, το μπάσο μπουμπουνίζει μελωδικά όντας πανταχού παρόν. Δίπλα τους σουλατσάρουν τύμπανα σε αχνό φόντο και riff που παίζουν σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Έχουν ως στόχο να κρατούν την ταχύτητα σε mid tempo πλαίσια και το καταφέρνουν με πολύ θετικό πρόσημο για τη συναισθηματική πορεία του συνόλου. Οι Shataan δεν παίζουν Black Metal, απλά το κουβαλούν ως χαρακτηριστικό ψυχής στον πυρήνα της έκφρασης τους. Η αλήθεια είναι πως δε μπορείς να πεις και τι ακριβώς παίζουν ή πως φαντάζουν, κι αυτό θα προστεθεί στα θετικά. Το πιο παράξενο στοιχείο στο War Cry Lament είναι τα φωνητικά, που ζουν στις παρυφές μιας καθαρής άρθρωσης με φωναχτές τάσεις σε ρόλο μοιρολογίστρας, χαροπαλεύοντας αρχικά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ζήτημα είναι πως όσο περνά η ώρα βγάζουν ένα ύφος που θυμίζει, έστω και σχετικά τον Quorthon (Cycle Of Destruction And Rebirth). Σαφώς δεν μιλάμε για κάποια εκπληκτική ερμηνεία, ούτε όμως και για παρωδία και αυτό το τελευταίο σπάνια συμβαίνει όταν υπάρχει μιμητισμός. Ξεχωριστό κι ενδιαφέρον project που θεριεύει στους κόλπους της εξωστρέφειας, θέλοντας να μοιραστεί μαζί μας τους καημούς του, ν’ αγγίξει τον ψυχισμό μας με την συναισθηματική του φόρτιση.

2011-The Haunting Presence (16)

FolderΕδώ έχουμε την πρώτη Black/Death έλευση του κύκλου. Οι The Haunting Presence είναι project του Ghastly Apparition, δηλαδή του Blasphemer Nuclearwhore Of Black Blood που είχε παλαιότερα μπάντες στο ίδιο ύφος, όπως οι Nocturnal Blood, Nuclear Desecration και Hate Kommand. Όπως ανέφερε και η Crepúsculo Negro ως υπότιτλο στην ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Demo: Είναι ένα βίαιο Σαμανιστικό χάος που κάνει επίκληση στην φρίκη, το άγχος και τον υπερφυσικό τρόμο. Εδώ θα βρούμε τέσσερα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, που εξερευνούν με περισσό πάθος την θαμπή και σχετικά παχύρευστη μαγεία του πρωτόλειου οργανικού ήχου. Μια ανήσυχη και αδιαπέραστη νοημοσύνη σπέρνει στο διάβα της καθώς βίαιες πράξεις ασέλγειας ποινικοποιούν όσο χρειάζεται το περιεχόμενο. Μέχρι να φτάσουμε στο βορβορώδες κρησφύγετο της μούργας, τα Obscure βασίλεια και το τελετουργικό τους μανιφέστο για συνειδητή καταστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον αντί-παιάνα για την θεϊκή υπόσταση του άγχους. Τα τύμπανα είναι μπροστά και τα φωνητικά (μαύρος σκύλος) το ισοδύναμο τους, κιθάρες και μπάσο (Violent Acts Of Carnality) ρολάρουν την πλοκή σχηματοποιώντας μια λαχταριστή κλεισούρα που προκαλεί νευρικότητα. Εδώ έχουμε μια αποτρόπαια έλευση στα χνάρια των μετρητών της οργής Archgoat, Blasphemy και Demoncy. Η χαβούζα σε όλο της το μεγαλείο με μια κρυφομπολτοζέ παραγωγή που στομώνει τα περιθώρια, αφήνοντας να περάσουν μόνο οι αναθυμιάσεις μεθανίου για την εξύψωση της βρώμας. Η πλήρης γεύση που αφήνει αυτό το ενδεκάλεπτο Demo μας δίνει το δικαίωμα να κοιτάμε το μέλλον του Black/Death από την σκοπιά της μικρής κακοφορμισμένης λαίλαπας, όπως ακριβώς μας τα είπαν και οι Black Witchery στο Inferno Of Sacred Destruction.

2011-Ashdautas & Bone Awl (17)

folder

Το flayer της Crepúsculo Negro έβγαζε μεγάλη προσμονή για ετούτο το split. Υπήρχε περισσό πάθος και μια λαχτάρα που επεδίωκε να γεμίσει με κάψα τον ακροατή. Στα μάτια τους όλο αυτό είναι δικαιολογημένο μιας κι εδώ θα βρούμε νέο υλικό από τους παλαιούς της συνομοταξίας. Αρχικά οι Ashdautas επιστρέφουν με το τελικό τους Line-up, γράφουν ένα νέο κομμάτι κι έπειτα διαλύονται. Το Vermillion Stars In Depths Familiar είναι ένα Μεγάλο Έπος τόσο σε διάρκεια όσο και σ’ εφαρμογές, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ κι ένα κύκνειο άσμα που τιμά το Black Metal. Είναι μια σύνθεση που ομογενοποιεί εκπληκτικά το Black Metal παρόν με το Heavy Metal παρελθόν, δομημένη με τρόπο που αυτό δεν θα παρατηρηθεί άμεσα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δεν κουράζει διόλου σ’ επίπεδο πλοκής, ενώ ξεπερνά τα είκοσι λεπτά, γιατί κουμαντάρει το δρόμο του αιχμαλωτίζοντας με τις εφαρμογές του όλο και περισσότερο την προσοχή μας. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εδώ είναι οι κιθάρες, μιλάμε για riff, πάρα πολλά riff με ποικίλα δεσίματα, που κάνουν όλες τις απαιτούμενες κινήσεις προέκτασης αγγίζοντας ακόμα και solo σημεία με υποχθόνια ψυχεδελική μέριμνα. Οι αλλαγές που επιτυγχάνουν στο tempo μοιάζει με αναπνοή καθαρού οξυγόνου για την διαύγεια του εγκεφάλου στο επόμενο αγνάντεμα. Τα τύμπανα έχουν έναν υπέροχο γεμάτο ήχο μα και διακριτικό συνάμα, ενώ το μπάσο κουμπώνει επάνω τους σαν μωρό σε αγκαλιά. Μοναδικό μεμπτό σημείο είναι τα πνιχτοστριγγλιχτά φωνητικά, τα οποία εδώ κάνει ο Volahn κρατώντας το ύφος που είχε η μπάντα ιστορικά. Το θετικό είναι πως μοιάζουν περισσότερο με αυτά που έκαναν στο Where The Sun Is Silent και σταδιακά συνηθίζονται. Το δεύτερο κομμάτι Choirs Of Vice είχε γεννηθεί από το 2009 και θα το βρείτε σ’ εκείνη την πρώτη collection κασέτα του Black Twilight Circle που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Είναι ογκώδες και δυναμικό, γεμάτο συναισθήματα αγριότητας. Θα κινηθεί με riff σε διάφορες όψεις, μια εκ των οποίον μοιάζει με υποχθόνια μελωδική στρεβλότητα ενώ η φωνητική συστοιχία σκούζει μαστιγώνοντας το ακουστικό μας κέντρο.

logoΟι Bone Awl είναι ένα ζόρικο ντουέτο από το Novato της Καλιφόρνια με σωρεία Demo, Split και Ep κυκλοφοριών από το 2002 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας που πέρασε. Το μονοπάτι τους δεν ήταν ακραιφνώς Black Metal αιχμαλωτίζοντας μέσα στο Raw & Minimal σκηνικό Punk και Noise επιρροές, στρώσεις ή σκέψεις. Η μονομανία τους, όσο και η πολύ συγκεκριμένη συνθετική διάσταση που υπηρετούν τους δίδει καλή θέση στην ιστορία του Usbm. Η αισθητική τους είναι εθιστική όταν γίνει αποδεκτή, αλλά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θέλει κουράγιο και μια πεντάδα κυκλοφορίες τουλάχιστον. Από την έναρξη της πορείας τους διακρίνονται μέσω μιας εξαίρετης εικαστικής προσέγγισης, την ακολουθούν ηχητικοί τραμπαλισμοί, προσφέροντας σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία δελεαστικό ήχο με διαφοροποιήσεις. Δυστυχώς δεν μας παίρνει ο χωροχρόνος για λογάκια πάνω στις κυκλοφορίες τους (είναι βλέπετε καμιά εικοσαριά..), ωστόσο θεωρώ πως αξίζει μια καλή βουτιά στο λαγούμι με τις καρφίτσες τους. Οι γυρολόγοι του ήχου όσο και οι σοβαροί μελετητές που θ’ ασχοληθούν, ξέρουν ότι θα φτάσουν σε συμπεράσματα αν πάρουν την ιστορία από την αρχή. Επειδή όμως αυτό το Blog δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς απτές προτάσεις, οφείλω να σημειώσω πως όσα έκαναν ακουμπούν μια συγκεκριμένη ποιότητα που δεν έχει τόσο νόημα να τη δούμε σ’ επίπεδο σύλληψης ή παικτικά αλλά σε ηχητικό σερβίρισμα. Σε αυτόν λοιπόν τον τομέα μου έκαναν εντύπωση οι κασέτες Night’s Middle, By Ropes Through Dirt, Night Is Indifferent, So I Must Take from The Earth, Meaningless Leaning Mess και το Split με The Rita.

Στο παρόν Split επανέρχονται στο δικό τους μοτίβο, με μικρά σε διάρκεια κομμάτια και γουργουρητό ήχο που γεννοβολά κυκλικά riff. Η φυσιογνωμία τους κοντεύει το Punk αλλά δεν το αγγίζει στον ειρμό, μιας και ζει σε μέτριες ταχύτητες. Οι ιδέες τους έχουν αυτή την μονοδιάστατη προσέγγιση κάνοντας το σύνολο να μοιάζει με Live τζαμάρισμα. Σημείο που γενικότερα έχουν στον χαρακτήρα τους ακόμα κι όταν μεγαλώνουν τον χρόνο των κομματιών. Τα φωνητικά βρίσκονται σ’ εσωτερική προεξοχή και ζουν αρκετά μεταλλαγμένα κοντεύοντας σε σημεία τον ήχο του Wrest (της Demo περιόδου). Ενώ το ρυθμικό μέρος βοηθά να βγει μια rock n’ roll υφή, τυλιγμένη βέβαια πολλά σκοτεινά βυθίσματα για να περιγραφεί ορθά απ’ αυτό τον όρο, ωστόσο η κινητική διάσταση που έχει με αναγκάζει να τον χρησιμοποιήσω. Οι Bone Awl τηρούν κατά γράμμα το μονοπάτι τους, που είναι ένα κακόφημο και αδιέξοδο σοκάκι. Σημείο που σπάνια θα βρεθούν μεγάλες παρέες για να χαρτογραφηθεί ως τόπος του μαυρομεταλικού χάρτη, αλλά ιδανικό για ν’ αράξουν τίποτε πρεζάκια σαν εμάς.

2012-Kallathon & Volahn-Disequilibrium Of The Ecliptic Plane (18)

FolderΗ ιστορία των Split κυκλοφοριών που προάγουν την κοινή συνισταμένη και πορεία του label θα συνεχιστεί με την ένωση Kallathon και Volahn. Οι πρώτοι μπαίνουν εδώ δυναμικά παίζοντας Black Metal με Raw θεμέλια που ζει σε ταχύτητες και παράξενα φωνητικά με ογκώδη σχηματισμό, σε φάσεις καγχάζουν μιλώντας δυνατά. Ο Kallathon στην δεύτερη προσπάθεια έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στα riff, τοποθετώντας τα στο πηδάλιο της μαούνας του. Από εκεί μανουβράρουν με τέχνη, σα καπετάνιος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να ξεφύγει από το φουρτουνιασμένο πέλαγος. Έτσι μετατρέπουν την επίθεση σε αρμονική πορεία με το καράβι τους να σκίζει πλέον και καθαρούς ωκεανούς. Μοιάζει στην εξέλιξη με τα καιρικά φαινόμενα που τροποποιούν τα κύματα, διαγράφοντας σταδιακά τα θαμπά χρώματα ώστε να γεμίσει φως ο καμβάς που επιμελούνται. Είναι μια θαλασσοταραχή που θ’ αντικατασταθεί από την εμφάνιση του ήλιου, μια μελωδική διαύγεια που εγκαθιδρύει νέες εικόνες του ίδιου τόπου. Αργότερα (Of Earth, Wind, Seas Of Blood And The Rhythm Of Chaos) θα έρθει το μπάσο να γεννήσει μια νηνεμία, τ’ απάνεμα σημεία αφυπνίζουν συναισθήματα που θα παραμείνουν στην κλίμακα της εσωστρέφειας, ολοκληρώνοντας έτσι μια πανέμορφη εξιστόρηση. Τα κομμάτια είναι ακόμα μεγάλα σε διάρκεια όπως και στο ντεμπούτο, μα ο τρόπος που συνθέτει πλέον ο Αμερικανικός τα κάνει ξεκούραστα με σαφή και συγκεκριμένο στόχο.

FolderΟ Volahn σε ότι κι αν κάνει μετά το ντεμπούτο, προκαλεί μετάλλαξη στο ύφος του. Είναι λες και προσπαθεί να τοποθετήσει το project σε όλες τις πιθανές εκτάσεις της Raw Black Metal πλοκής, βγαίνοντας μάλιστα και σε αχαρτογράφητα σημεία. Στο παρόν split μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάτι από τους παλαιούς Volahn αλλά έχει υποστεί μετάλλαξη στον ήχο της κιθάρας. Εδώ λοιπόν θα βρούμε τέσσερα κομμάτια νορμάλ διάρκειας, σε σχετικές ταχύτητες γεμάτα μελωδικά riff στο επίπεδο που επιτάσσει η concept/split διαδικασία. Ο Eduardo Ramírez δεν παίζει όμως πρόχειρα με χύμα διάθεση, αντίθετα μελετά ιδιαίτερα την σύνθεση, τον ήχο και την πορεία των κομματιών. Προσπαθεί να εξάγει φρέσκο feeling με ακαθόριστο συναισθηματισμό, σημείο βέβαια που μπορεί να είναι συνέπεια και όχι αυτοσκοπός. Τα riff του αγκαλιάζουν θερμά το θυμικό μας και μπορούν να χαρακτηριστούν χρωματικά ή καθάρια. Τα τύμπανα έχουν υπόκωφο χαρακτήρα προκαλώντας κίνηση, ενώ τα δυναμικά φωνητικά θα μας κάνουν αφήγηση σε ομοούσια κάθετη γραμμή με το ρυθμικό μέρος. Μαζί σχηματίζουν το ζόρικο τμήμα του συνόλου που θα έρθει σε σύγκρουση με τις μελωδικές κιθάρες. Ο ήχος των οποίων είναι το μυστικό όπλο του εγχειρήματος. Γιατί είναι τόσο στιλπνός λες και χρησιμοποιεί παλαιό λαμπάτο ενισχυτή, αγγίζοντας σε σημεία την γλυκάδα του surf ή ψυχεδελικού rock. Συμπερασματικά δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον αντιφατικό κράμα με μοναδική παραξενιά την ακαθόριστη αισθαντικότητα. Μουσικά μπορούμε να το χαρακτηριστούμε Usbm μόνο τυπικά, γιατί κουβαλά τόσο ξεχωριστή γεύση που μένει κάπου αυτόφωτο μεγαλώνοντας τον χαρακτήρα των Volahn. Τα κομμάτια Q’ukumatz και Tecpán είναι καταπληκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

2012-Muknal (19)

Folder

Οι Muknal έκαναν το πρώτο τους Demo με μια θαυμάσια εικαστική προσέγγιση. Βρίσκονται στα σπλάχνα της μητέρας γης και φωτίζουν με ρόδινο χρωματισμό, αποκαλύπτοντας την κρυφή γοητεία της πρώτης μήτρας. Δαιδαλώδη τούνελ και σχισμές σε βράχους ρήγματα και ρωγμές, στόμια και μελανές κοιλότητες ως θέλγητρα μυστηρίου. Η αργόστροφη Black Death στοιβάδα που θα γίνει στρόβιλος κατέφθασε. Ένα τακτοποιημένο οικοδόμημα που ενοποιεί την Death Metal κατολίσθηση με το αινιγματικό καντήλι του Black Metal. Ένα έργο που κοντεύει τη χασμωδία μα υπακούει σε μετρονόμο, έχοντας για σύμμαχους riff σα Doom ογκόλιθους και χοντρά φωνητικά που μας γνέφουν να μπούμε στην αλλοφροσύνη του, σα κακοφορμισμένος σκύλος. Η ψυχική του διάσταση σκοτεινιάζει με θαμπάδες την προσοχή μας, μεταφέροντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική γούρνα, όπου τα riff ανοίγουν χαραμάδες μετατρέποντας τη μελανή οπή σε καταχθόνια κρύπτη γεμάτη λαμπερούς κρυστάλλους. Σα τεχνική συνάρτηση δουλεύει το ρυθμικό μέρος, κατεβαίνοντας σταλαγμίτες και πηδώντας σταλακτίτες, όπως η νυχτερίδα που στο μάτι μοιάζει με νευρικό πουλί και στο διαβήτη πάει με ραντάρ, σε τέλεια κίνηση. Ήχος βαρύς και συνεχόμενος κοντά σε νεότερους αναζητητές του πρώιμου ακραίου ήχου όπως οι Vasaeleth και Mitochondrion, αλλά γεμάτο διάθεση και πάθος για μια άρτια και πρωτόγονη αίσθηση. Gourmet Black/Death, για οπαδούς που επέλεξαν ν’ ακολουθήσουν τ’ αρούργια μέσα στο φλοιό της γης και δεν ξαναγύρισαν κοντά μας.

2012-Muknal & The Haunting Presence (20)

Folder

Αυτή ήταν η τελευταία κυκλοφορία της Crepúsculo Negro πριν μπει σε ύπνωση. Μια χημική ένωση πυριτίου και άνθρακα που σχηματίζει το καρβίδιο του Black/Death. Ένα concept split που ομογενοποιεί τις μουσικές των δυο project, λες και συνουσιάστηκαν τελετουργικά σε καταβόθρα. Ένα Us Black/Death για λεχρίτες που πάσχουν από ανθρακωρυχωλαγνεία και θα θελαν να ζήσουν σα τυφλοπόντικες μέσα στα μπετά. Να νιώθουν τους σεισμούς πιότερα και απ’ το επίκεντρο, να ηδονίζονται στους μετασεισμούς και να επιζητούν καταποντισμούς ως εξιλέωση. Οι ψαλμωδίες που υπάρχουν σε σημεία άλλωστε, μαρτυρούν τις προσευχές τους για το φρικτό μας τέλος. Από εκεί και πέρα μόνο Μπίχλα και κατραπακιές, μνησικακία και μαύρη αηδία. Με απλότητα και σοφία οι δυο μπάντες αποδεικνύουν τον ουσιαστικό στόχο των Split κυκλοφοριών: Να σφύζουν από ελευθερία εφαρμογών και να μην δείχνουν κανέναν οίκτο στους ακροατές. Γι’ αυτό σκορπίστε στο δωμάτιο το πουρί της σόμπας, καθίστε αναπαυτικά και πατήστε το play, θα ‘χει λάσπες και σκατά η φάση.

Εδώ τα πάντα μπουκώνουν για τους Muknal, τα δυο τους κομμάτια μοιάζουν να ‘ρχονται από τα βάθη του βασαλτικού στρώματος, έχοντας οργώσει γερά κάθε σπιθαμή του. Είναι μια χολοσκασμένη οργή χωρίς φτιασίδια, από σχισμές που δε θώρησαν ποτέ δράμι φωτός. Μουντάδα, φύσημα κι ένα ευαγγέλιο πηχτών τυμπανισμών με τακτική μανία. Σιαμαία επάνω τους φωνητικά που υποσκελίζουν την χοντροκοψιά της μουσικής με την δικιά τους, ουρλιάζοντας μαύρες πίκρες απ’ το βούρκο. Μερικά riff μαρτυρούν αιρετικές κινήσεις σε στρεβλό πλάνο, μα δεν είναι τίποτε άλλο από τους τριγμούς που βγάζουν οι τεκτονικές πλάκες σαν τις προσπερνούν οι μπουλντόζες της ψυχής τους. Μούργα, φούμο και γκρίζα πάχνη για τους The Haunting Presence, που ακολουθούν εκκρίνοντας θερμική ενέργεια μέχρι την υφαλοκρηπίδα. Στην ίδια ηχητική μέριμνα αλλά πιο ατακτοποίητοι μουγκρίζουν στο παχνί τους. Μέχρι να μπει το Hideous Faces Of Unknown με φωνητικά που τσουρούφλισαν απολήξεις του πυρήνα, βγαίνοντας δυνατότερα απ’ οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Εκεί βασιλεύει το μπάσο και η οργή, τύμπανα από τον πυθμένα κι ένα μάτσο σφυριά που ξεσκατίζουν το μανδύα της γης από τα πετρώματα του σκότους. Orthodox Black/Death ή στεγνά το πιο σάπιο και γοητευτικό Demo που έχετε ακούσει εδώ και πολύ καιρό…

2011-Tukaaria-Raw To The Rapine (21)

Folder

Το ντεμπούτο των Tukaaria, Raw To The Rapine, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το Split με Volahn όπου και τους γνωρίσαμε. Το Black Metal τους είναι Raw ακόμα και στον τίτλο, σχηματίζοντας πνιγερό feeling με καλό ήχο που τιμά αρκετά το δέρμα των τυμπάνων. Η λεηλασία του ακατέργαστου συνοδεύεται από φωνητικά που κραυγάζουν σε γεμάτες εκφράσεις και τείνουν ν’ αγγίξουν πολλές εκδοχές ερμηνείας. Θα φτάσουν μέχρι και μελωδικά περάσματα όπως στα Prehistoric Silence & Glorifying Atrophy (από τα καλύτερα κομμάτια του Demo μαζί με τ’ ομότιτλο και το έξοχο Transfixion). Τα riff έχουν ως βασικό στόχο την ευθυγράμμιση της ροής αλλά δεν μένουν μόνο εκεί, προκαλώντας κι άλλες ρότες που φτάνουν τη μουσική σε μερική διαφοροποίησή. Στις προεξοχές αυτές είναι εξαίσια, βγάζοντας προς τα έξω ένα project που εσωκλείει αρκετές πτυχές στην κατά τ’ άλλα αγνή και τυπική του πορεία. Η κίνησή τους μάλιστα μπορεί να μεταστρέψει ακόμα και το βασικό μοντέλο του συναισθηματικού μοτίβου, γεννώντας μελωδίες που δεν χαλούν το ύφος της Raw Black Metal μοβόρας ροής. Ο ήχος στα τύμπανα όσο και οι διάφορες χρήσεις τους, είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι του Αμερικανού. Αυτό γιατί πειραματίζεται παίζοντας με αρκετές αλλαγές χωρίς να μεταλλάσσει τη επιθετική ορδή που χαρακτηρίζει το σύνολο. Αγγίζει τόσο τις γεμάτες, ογκώδεις καλοστεκούμενες θέσεις όσο και τις γρήγορες προσπεράσεις, ενοποιώντας δέρμα και μέταλλο ισόρροπα. Μαγειρεύοντας εν τέλει ένα άκρος ενδιαφέρον ρυθμικό μέρος από την αρχή μέχρι και το τέλος, που κρατά δέσμιο τον ακροατή στη δράση του.

Προς το τέλος του 2012 η Profound Lore Records επανακυκλοφόρησε το Raw To The Rapine μαζί με όλα τα κομμάτια των Tukaaria από τα Split που έκαναν. Η νέα παραγωγή άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του συνόλου, κάνοντας τη μπάντα ακόμα πιο προσιτή σε ακροατήρια που δυσκολεύει ο ήχος σιχτίρισμα. Πέραν αυτού κατάφερε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τ’ αξιόλογα χαρακτηριστικά του, όπως κάτι riff σε σημεία που ήταν θαμμένα και τον όγκο που του πηγαίνει πολύ.

2011-Odz Manouk & Tukaaria (22)

Folder

Η Ιεροτελεστία της πυγμής θα συνεχιστεί και σε αυτό το Split, που εμπεριέχει άλλη μια ενδιαφέρουσα ενοποίηση. Οι Tukaaria σκάνε μύτη με τρία κομμάτια από το θαμπό τους κρησφύγετο, με ήχο που τα κάνει να μοιάζουν μακρόσυρτα χωρίς να’ ναι μεγάλης διάρκειας. Για μια ακόμα φορά τα τύμπανα κλέβουν πόντους από την λοιπή διαφθορά, μαγαρίζοντας όσο πρέπει το τύμπανό μας για να τα ποθεί ασταμάτητα. Τα φωνητικά είναι μπουκωμένα στάζοντας δηλητήριο με λόγια οργής μέχρι να ξεφύγουν σε καθαρές αρθρώσεις από κούφιες γωνίες γοητεύοντας. Τα riff λυσσομανούν, μανουβράρουν και εν τέλει ανοίγουν πύλες σκορπώντας μικρές ηδονές μελωδίας. Στην επανακυκλοφορία της Profound Lore που είδαμε παραπάνω έχουν αλλάξει λιγάκι τις διάρκειες των τριών κομματιών, βγάζοντας όγκο με τα εκρηκτικά συναισθήματα να πληθαίνουν μέσα μας.

Στην πλευρά των Odz Manouk θα έρθουμε σ’ επαφή με το βαρύ τους προσωπείο, ένα Raw Black Metal που έχει αποκτήσει όγκο και μασουλά τη ταχύτητα που πλέον μοιάζει με πάχνη. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια που αναμοχλεύουν ατμόσφαιρες μέσα στην πλοκή, μεταλλάσσοντας θετικά τον χαρακτήρα της μπάντας. Το νέο πρόσωπο θα βρεθεί και στις επιμέρους πρακτικές. Όπως τα φωνητικά που στη βασική τους διήγηση περιφέρονται σε λαχταριστή grim εκφορά, μέχρι να φτάσουν τις λεπτές μελωδικές φόρμες που θυμίζουν Urfaust. Αλλά και τα riff που έχουν πλέον διττό ρόλο. Από τη μια σιγοντάρουν το ρυθμικό μέρος ξύνοντας τη λεωφόρο, προσφέροντας ολίσθηση και κατ’ επέκταση ταχύτητα και από την άλλη κάνουν παράτολμα και ακαθόριστα μελωδικά σουλάτσα σε αργό φόντο. Ο Yagian φτιάχνει έντεχνα και τον ήχο στα τύμπανα, είναι λες και τα εσωκλείει σ’ ένα σύννεφο να δίνουν όγκο, επιτρέποντας την λεπτομερή ακρόαση των άλλων οργάνων. Μέσα απ’ όλα αυτά κατορθώνει ολοένα και περισσότερες διαφοροποιήσεις στα project του, καταλήγοντας να κάνει πολύ καλά κομμάτια. Σημείο που δύσκολα συναντάμε όταν το κύριο μέλημα είναι ο δρόμος της αλλαγής, αν και κάτι μου λέει πως αυτό μπορεί να έγινε ανάποδα.

2011-Nihilobstat (23)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Demo των Nihilobstat και ζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε instrumental εκτάσεις. Το project πέρα απ’ το ξεκίνημά του δεν υφίσταται κάνοντας live, μένοντας καλά κρυμμένο ως άσημο τέκνο πίσω από την αυλαία. Τα τρία μέλη τους έχουν ως όνομα ένα γράμμα, το μοναδικό που μας πάει κάπου είναι το γράμμα Y. (παίζει μπάσο) και παραπέμπει στον πανταχού παρόν Yagian. Εδώ θα βρούμε Raw Black Metal που όσο προχωρά φλερτάρει με Doom ξόανα και όσο κωλυσιεργεί βγάζει μυρωδιές ατμοσφαιρικών εφαρμογών. Τα riff είναι μια ήρεμη δημιουργική δύναμη που προχωρούν την διαδικασία, τα κινεί μια τάση για μελωδία αλλά και πρίμα προθέσεις. Το ύφος της μπάντας είναι ετοιμόρροπο, στο μεταίχμιο μιας παραγωγής με αρκετό φύσημα και μοιάζει σχετικά αργόστροφο. Σε σημεία το ρημαδιασμένο σύστημα θα παρεκτραπεί σε ξεσπάσματα χωρίς να μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσα τους. Αποκορύφωμα ταχύτητας είναι το τρίτο μέρος που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με κανέναν τρόπο, εκεί μάλιστα τα riff θα βγάλουν άρωμα Rhinocervs περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι. Τα φωνητικά υπάρχουν μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο και στέκουν πολύ πίσω σε ατακτοποίητους σχηματισμούς. Η χύμα πλοκή σε συνδυασμό με τις παραπάνω λεπτομέρειες φεγγοβολά ένα παράξενο φως που μοιάζει οικείο και δελεαστικό. Σχηματίζοντας εν τέλει ένα εθιστικό Demo που μπορείς να χαθείς μέσα του σε ανερμάτιστους στροβιλισμούς. Το Nihilobstat κουβαλά κι ένα γουστόζικο εξώφυλλο που μεταδίδει δέος και τρόμο μ’ ένα σκίτσο. Η επιλογή τους είναι εξαίσια γιατί μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατορθώνοντας μάλιστα να είναι τόσο εύστοχη ώστε να μην μπορεί να θεαθεί με καμιά εκ των δυο αυτών αισθήσεων. Δίδει λιτά και κομψά στον ακροατή μια καρικατούρα ρεαλισμού για να του θυμίζει το βαθύτερο Είναι του Black Metal. Στις σημειώσεις του Metal Archives διαβάζουμε, Live rehearsal recorded in 2000 και το δεχόμαστε άμα θέλουμε, κάνοντας συνειρμούς για το πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε τότε ή αν όσα μουσικά περιγράφει τα είπε κάνεις άλλος από τότε. Απαντήσεις πολλές και διάφορες, ουσία καμία..

2011-The Haunting Presence (24)

coverΕδώ έχουμε ένα Ep έξι λεπτών που κυκλοφόρησε η πρωτοεμφανιζόμενη Shaman Of Horrors Offering, για το Live Ritual “Dolorvotre and The Haunting Presence”, στις 19 Νοεμβρίου του 2011 στο Los Angeles. Χρονικά είχε έρθει λίγο πριν από το Split με τους Muknal, το οποίο είχε κοπεί και πάλι για μια ανάλογη φάση, το West Coast Tour των δυο συγκροτημάτων. Στα μουσικά δρώμενα θα βρούμε την καθαρή ηχητική οπτική της μπάντας, χωρίς πολύ όγκο, στα στενά όρια του απέριττου Black/Death των παλαιών ημερών. Οι τίτλοι των κομματιών Post-Human Intruders, The Implementations Of Mental Torture & The Omnipresence Of Uncontrolled Darkness Devastates This Mortal Sphere είναι όλα τα λεφτά. Γενούν ακόμα και σε μια τόση δα μικρή έκφραση, το γούστο και την δεισιδαιμονία που μας προτρέπουν ν’ απολαύσουμε δεκάδες φορές τη μουσική. Στα ηχητικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας, εδώ τα πάντα θ’ ακουστούν με λεπτομέρειες, ειδικά στα τύμπανα που είναι αρκετά μπροστά και κινούνται φασαριόζικά. Τα φωνητικά βροντούν μ’ εκκωφαντικές χασμωδίες χωρίς σταματημό, ενώ τα riff είναι σημείο του ρυθμικού μέρους οδηγώντας την ροή σε πορεία. Τέλος για μια ακόμα φορά βλέπετε ένα εξώφυλλο που κουβαλά την πρωτόλεια αισθητική, αυτή που όσο αποδομήσει κανείς το Black Metal μένει σα στάχτη κρατώντας αναμμένη τη δάδα του Underground.

2011-Various Artists-Odour Of Dust And Rot (25)

Folder

Το Odour Of Dust And Rot δεν είναι ένα απλό ένα collection, όπως τα περισσότερα Various Artists που κυκλοφορούν εκεί έξω. Αλλά μια συλλογή με νόημα και πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αν δείτε μάλιστα το Α5 booklet που συνοδεύει τις κασέτες, ίσως συμφωνήσετε ότι πρόκειται για διάδοχο του Crushing The Holy Trinity σ’ επίπεδο αισθητικής. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε άτακτη σειρά κομμάτια από μπάντες όπως οι Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk και πέντε ακόμα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά με τίτλο, σκιαγραφώντας πίσω τους το label Rhinocervs που λειτουργεί και ως μπάντα.

Στο περιεχόμενο οι Raw Black Metal εφαρμογές αναμιγνύουν την υπερβολή του Usbm με αλλόκοτες οργανικές θέσεις που βγάζουν άλλες μυρουδιές. Επίθεση και χάος με σκοπό το συσκοτισμό και τη λαχτάρα για ζάλη. Μεθύσι των αισθήσεων με οσμές σκόνης και σαπίλας γύρω από τις μελωδίες του γοητευτικά απόκρυφου. Αυτή είναι η μυστική κυκλοφορία της παρέας κι έχει ως όραμα τη μαγγανεία της ψυχής μας. Εδώ έχουμε μια σύλληψη στο ύφος του Worship Black Twilight αλλά με ιδιαίτερη συνοχή και τακτοποίηση. Με την ειδοποιώ διαφορά πως δεν παρουσιάζει την ιστορία του κύκλου, αλλά τη συνεχίζει στο επόμενο επίπεδο, την concept ενσωμάτωση των μουσικών του εφαρμογών.

Το Odour Of Dust And Rot είναι μια συνεκτική δουλειά που παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις εφαρμογές αλλά τις δένει με κοντινά ηχητικά σάβανα, ώστε να μοιάζουν ως μια ενιαία κι απαράλλακτη πορεία. Η σειρά των κομματιών δεν είναι τυχαία, χαρακτηρίζοντας με τις εφαρμογές κάθε μπάντας ένα συγκεκριμένο προορισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ακολουθούν την Split λογική, δηλαδή τα κομμάτια κάθε μπάντας με τη σειρά. Παράλληλα τα project αλλάζουν εδώ και το ύφος τους, δείχνοντας πως μεριμνούν για την εξισορρόπηση του περιεχομένου. Ακόμα σε όλα αυτά τα project υπάρχει ένα κοινό πρόσωπο (Yagian) που αν δεν έχει γράψει τα πάντα έχει τουλάχιστον συνεισφέρει στα περισσότερα. Απ’ όλα τα παραπάνω ορμώμενος σας παρουσιάζω τα κομμάτια σα να έγιναν από μια μπάντα, θεωρώντας πως αυτός είναι και ο στόχος τους.

Την αυλαία της πρώτης κασέτας ανοίγει το Enslave Every Star, ένα ονειρικό Low-tempo μ’ επιβλητική ατμόσφαιρα και πλοηγό τα γενεσιουργά riff που θα ξεκινήσουν μ’ ένταση και θα φτάσουν σε κλιμακώσεις. Όλα αυτά μέσα στη μουντάδα που μας προσφέρουν αξιοσημείωτα τύμπανα και ογκώδη μουρμουρητά φωνητικά, που σαν φουντώσουν αγγίζουν τους Von Goat. Στο Filth In The Light ακολουθεί μια μελωδική, μα τραχιά και πριμαριστή έκφραση που αποκαλύπτει πόσο μπορεί να δελεάζει η βρωμιά μέσα στο φως. Εδώ έχουμε ταχύτητα και δυναμισμό στα riff, ενώ τα φωνητικά ζουν σε ογκώδη σχηματισμό από το βάθος. Στο Living Graves το tempo θα πέσει για την αγνή και αχνιστή Funeral αργοπορία, που θα λάβει χώρα σε καθαρό ηχητικό περίγυρο. Τα φωνητικά κρατούν την παχιά και αργή άρθρωση μέχρι να μπουν σε φωνήεντα ψάλτη. Σαν παύση πορείας με πλοκή στέκει το Strain I ακολουθώντας την ίδια φωνητική αρρυθμία μέσα σε μελωδικές κιθαριστικές απολήξεις. Για να ξεφύγουμε από την δευτερεύουσα φωνή με τις χρωματιστές χροιές του Empty As The Prophecy, μα μη γελιέστε, αμέσως μετά θα βγουν σε ακραία έκφραση και ρυθμούς απόγνωσης. Συνοδεύονται από μια μουσική σε μελιστάλαχτη ταχύτητα που αρχίζει ν’ ανεβάζει ρυθμό μέχρι την θεσπέσια εμφάνιση των υμνικά κινούμενων ρομποτικών φωνητικών, σχηματίζοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής. Πέφτουν ιδανικά οι παλμοί στο Rhythms Of The Feast που σκεπάζει σαν intro κι έπειτα περιδιαβαίνει σε μια πολύ αντιφατική κίνηση μ’ εξαίσιο αποτέλεσμα. Είναι η μαγεία του Low-tempo που βγάζει μια ρυθμική πορεία ενώ στο εσωτερικό του τα riff χρωματίζουν με υπέροχες μελωδίες και τα φωνητικά σκούζουν την δική τους αλήθεια με αλύτρωτο μίσος. Το νευρικό τέντωμα του Profaned ζει μονότονα στη πριμαριστή ηχητική βελόνα των riff. Καταφέρνει ταυτόχρονα να γοητεύει και να ενοχλεί, είναι μια υποχθόνια μαγεία του μυαλού με σκοπό την ύπνωση των αισθήσεων. Η πρώτη κασέτα θα ολοκληρωθεί με τη θύελλα (Tempest) η οποία θα έρθει να παρασύρει το συναισθηματικό μας κέντρο με διαβολικά καθαρά και μελωδικά φωνητικά στο ύφος των Urfaust. Παράλληλα εδώ θα βρούμε κι ένα καταπληκτικό riff που ολοκληρώνει κάθε φορά τον κύκλο του κομματιού, λίγο πριν αυτά ξεκινήσουν.

Την δεύτερη κασέτα ανοίγει το χωρίο Strain II, εκεί μας ηρεμούν απλές φωνητικές αποχρώσεις και καπάκι θα μπει το καταπληκτικό Principle Of Harmonic Resonance. Θ’ ανοίξει τα φτερά του σταθερά μέχρι την φοβερή αλλαγή λίγο πριν το δεύτερο λεπτό, κι ύστερα θα επιτεθεί αιματηρά με μια πολύ ωραία riff προσπέραση εις διπλούν. Από εκεί και πέρα η πλοήγηση θα γίνει σε Black Metal φόντο και θα επαναλάβει τα δυο του μοτίβα μέχρι την ολοκλήρωση. Το εντυπωσιακό στοιχείο του θ’ αναβρεθεί στα φωνητικά του τύπου, που γογγύζουν κοντά στα γκαρίσματα γαϊδάρας που κάνει ο Yusaf Parvez στο The Plunderer των Ved Buens Ende (από το Demo τους Those Who Caress The Pale) κάνοντας τον γράφοντα να βγάζει αλαλαγμούς λατρείας. Φωτεινή πορεία μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, σκεπασμένη μαλακές κουβέρτες ενός μελωδικού mid tempo στο Traced In Absurdity, οι καθαρές και αργές riff πινελιές κάνουν την πλοκή του ένα instrumental βάλσαμο. Η επόμενη στάση αναφέρει στη ταμπέλα Strain III, εκεί θα βρούμε μονάχα riff σε δελεαστικό ήχο με μικρούς τυμπανισμούς και κάποιες φωνητικές θέσεις να γεννιούνται σταδιακά. Η επικά επιβλητική έναρξη του A Virulent Wind θα το μετατρέψει σε κράσπεδό του συνόλου, είναι ένα ξέφωτο που φυσά Raw Black Metal ούριος άνεμος, μέχρι να πιάσει μποφόρ ταχύτητας και να μας ταρακουνήσει. Εδώ τα riff παίζουν συνεχώς και το μπάσο ακολουθεί κατά πόδας, όλα βαίνουν βάση σχεδίου μέχρι το riff (4:18) που θα μας σκλαβώσει οριστικά. Η ολοκλήρωση θα γίνει με το Restless Specter απλά και σταθερά, μ’ ένα riff που κινείται σε Mid tempo ρυθμό και πολύ καθαρό ήχο. Τα φωνητικά σκούζουν σε αργές, λαχταριστές κραυγές και το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με περίφημο τρόπο.

2012-Absum & Odz Manouk (26)

cover

Φτάσαμε λοιπόν και στην προτελευταία κυκλοφορία του κύκλου. Τελευταία χρονικά είναι το RH-14 των Rhinocervs, το οποίο θα εξετάσουμε μέσα στο 2013 μαζί με το RH-15. Σε αυτό το μικρό Split που κυκλοφόρησε η Final Agony Records θα βρούμε δυο κομμάτια. Αν δεν το έχετε καταλάβει από τον τίτλο, εδώ έχουμε έναν μουσικό που χρησιμοποιεί δυο δικά του project για να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο. Αρχικά στο The Rotting Sea των Absum κολυμπά μ’ έξαψη στην γνωστή φαιοπράσινη λίμνη. Είναι ένα μεθύσι συνείδησης γεμάτο μελωδική μούργα, ώστε να προκαλεί λαχτάρα και όρεξη στον ακροατή για συμπόρευση. Αργό σε εξέλιξη με συνεχόμενα Riff που σφυρίζουν ατέρμονα και βοηθητικούς τυμπανισμούς. Τα φωνητικά είναι τοποθετημένα πολύ προσεκτικά όπου είναι αναγκαίο για να εξυμνήσουν την σαπιοθαλασσιά. Με τους Odz Manouk εντυπωσιάζει και πάλι σε Split κυκλοφορία, αυτή την φορά με το κομμάτι The Esophagus να κινείται με χάρη σε Mid Tempo κατάποση. Φανταστείτε έναν ογκωδέστατο και αργό σκελετό που τσιγκλάει με riff σε μελωδικό τόνο. Τα οποία ξεκινούν ως χέρι που βοηθά το ρυθμικό μέρος και θα ξεφύγουν σ’ έξοχες μελωδικές γραμμές, φτάνοντας ακόμα και σ’ ένα φάλτσο solo λίγο πριν το κλείσιμο. Η ιδιαιτερότητα του κομματιού θα βρεθεί στα φωνητικά, γιατί θα πορευθούν από τη κατάφαση μιας grim φρασεολογίας μέχρι την ακαθόριστη χορωδιακή εκφορά, από τη θέση «βάθος κήπος» και όλα αυτά υπό την συνοδεία μια μουντής μεταλλικής τριβής που θυμίζει Master’s Hammer.

Tula

Επίλογος με συνολικά συμπεράσματα σε ένα τόσο μεγάλο Αφιέρωμα/Γολγοθά δεν έχει νόημα να υπάρξει. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω τα παρακάτω: Πιστεύω πως η μουσική που αναλύεται στο παρόν κείμενο θα έχει σε λίγα χρόνια την δική της ταμπέλα, μπορεί να ονομαστεί Post-Corpspaint Black Metal, Neo-Grim Black Metal, Progressive Usbm ή οτιδήποτε σκεφτεί κάποιος, μπορέσει να το πλασάρει σε πολλούς και θεσμοθετηθεί. Είναι όμως κρίμα να περιμένουν οι ακροατές τη δημιουργία μιας ταμπέλας για ν’ ακούσουν νέες εφαρμογές. Για να γεννηθεί ένα νέο υπό-είδος πρέπει να γίνουν ζυμώσεις και να υπάρξουν συνεχιστές. Από τους οποίους μόνο οι χειρότεροι μιμητές μπορούν να βάλουν tag σε μια εφαρμογή, δημιουργώντας νέο ρεύμα από την αντιγραφή που κάνουν στο βασικό πλάνο. Η ουσία λοιπόν είναι πως ο Black Twilight Circle αυτή τη στιγμή έχει πέσει στην άβυσσο κι είναι έτοιμος να ξαμοληθεί σε νέες προοπτικές ή να σβήσει οριστικά. Άρα και το καταλληλότερο χωροχρονικό σημείο για ν’ ασχοληθείτε με την συνεκτική του αισθητική, όσοι δεν το έχετε πράξει μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως το Usbm θα βασιλέψει αυτή τη δεκαετία λαμβάνοντας την σκυτάλη από την Γαλλία των zeros, που την είχε λάβει από τη Νορβηγία των 90’s. Όποιοι κι αν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι κάθε εποχής, το Black Metal βασιλεύει και θα βασιλεύει στο διηνεκές. Δεν ακολουθεί παράγραφος που αποδεικνύει με επιχειρήματα την υπεροχή του Black Metal απέναντι σε κάθε άλλη μουσική που γεννήθηκε ποτέ, και σκούξτε όσα μαγκούφικα λολς θέλετε.

2011-Midnight Odyssey-Funerals From The Astral Sphere

Posted in Αύγουστος 2011 on Φεβρουαρίου 13, 2012 by Plunderer

Ο Dis Pater έχει καταγωγή από την πόλη Brisbane της Αυστραλίας, που βρίσκεται στην πολιτεία Queensland κοντά στις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού και είναι το μοναδικό πρόσωπο πίσω από τους Midnight Odyssey. Το project της Οδύσσειας του Μεσονυχτίου ξεκίνησε στα late zeros και ο Αυστραλός έκανε δυο Demo cd-r που άξιζαν περισσότερο από μερικές ντουζίνες full-length μεγάλων εταιρειών, όχι μόνο σε μεράκι και μόχθο αλλά και μουσικά. Η πρώτη του δουλεία έφερε τον τίτλο Forest Mourners και ημερομηνία ολοκλήρωσης το 2008. Εκεί θα βρούμε ένα υπέροχο ταξίδι, ήταν μια ιστορία μέσα στα δάση του παρελθόντος και εμφάνιζε ένα μελωδικό Black Metal που αντλούσε στοιχεία από το ύφος των Summoning μέχρι να κρυφτεί στ’ Ambient λημέρια του Varg Vikernes, εκπέμποντας αρκετή από την μαγεία των late 90’. Αυτή η πρώτη δουλειά δεν ήταν όμως σε καμία περίπτωση τυπική και τετριμμένη, βλέπετε ο Αυστραλός μπόρεσε εξαρχής να θρυμματίσει παλιές εικόνες μέσα στο δικό του πλάνο κάνοντας τον ακροατή περιήγηση στα μέρη που έζησαν κάποτε παγανιστές. Στην νηνεμία και την αγνότητα της φύσης, στους τόπους δύναμης και περισυλλογής που τηρούσαν ευλαβικά τα μυστήρια του δάσους. Λίγο αργότερα μικρές ανόθευτες Black Metal επιθέσεις θα βγάλουν μίσος ενάντια στην οργανωμένη θρησκεία και τους αλλότριους εισβολείς από τον λεγόμενο «πολιτισμένο» κόσμο. Ήρεμο γεμάτο χρώματα κατάφερνε να βγάλει ακόμη και επικές/πολυφωνικές ατμόσφαιρες στην αύρα της ησυχίας που διέμενε.

Την επόμενη χρονιά ήρθε το δεύτερο Demo κάτω από τον ταιριαστό και απόλυτα καταδεκτικό τίτλο Firmament. Αρχικά εκεί είχαμε ένα πανέμορφο εξώφυλλο (αναφέρομαι στην cd-r έκδοση), βελτιωμένο ήχο και προηγμένες συνθέσεις. Το Black Metal του Αυστραλού έφερε ομοιογενές ρυθμικό μέρος σε απαλά tempo, που φυλάκιζε μέσα του και καλλιεργούσε κιθάρες και πλήκτρα σε μελωδικούς σχηματισμούς, δημιουργώντας προσωπικό ύφος. Οι Midnight Odyssey με το δεύτερο βήμα τους αποκτούσαν ήχο και κατάφερναν να χτίσουν μια μουσική που διέθετε ολόκληρο το ατμοσφαιρικό πακέτο. Ο πλούτος του Dis Pater μπορεί ν’ ανιχνευτεί στην προσήλωσή του στα κομμάτια, μιας και τα διακοσμούσε όσο περισσότερο γινόταν χωρίς όμως και να τα μπουκώνει κουράζοντας τον ακροατή. Έτσι με το Firmament δεν θα το βαρεθεί καθόλου όποιος αρέσκεται να κολυμπά σε Atmospheric Black Metal συμπαντικές θάλασσες. Αν υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο στην δεύτερη προσπάθεια ήταν η μεταμόρφωση που επιτυγχάνει διαρκώς στα τραγούδια του, δηλαδή η συνεχής αλλαγή της πορείας τους από το βασικό πλάνο, στις συναισθηματικές νιφάδες της κιθάρας και τους πλουμιστούς ambient κήπους των πλήκτρων. Μακρές και μελαγχολικές σκέψεις μέχρι να περάσει σε Depressive φωνητικές γραμμές για μια περαιτέρω ένταση, χωρίς όμως να ξεφεύγει από τις Pagan αφετηρίες του. Εξάπλωση της μονοτονίας με μια extra ανάπτυξη της μελωδίας καθώς άπλωνε την διήγησή του σε μακρινούς ορίζοντες. Για όποιον θέλει γρήγορα συνταιριάσματα οι Midnight Odyssey έδειχναν να μοιάζουν σαν ένα κράμα των συμπατριωτών τους Austere και των Γάλλων Alcest, αλλά θα είναι άδικο να μιλάμε για επιρροές μιας και όλες αυτές οι μπάντες ανήκουν στα late zeros, έχοντας κοινούς παρονομαστές από το παρελθόν του Είδους.

Ο Dis Pater από το καλοκαίρι του 2011 ξεπέρασε την Demo εποχή γράφοντας το πρώτο ολοκληρωμένο του πόνημα κρατώντας όμως σθεναρά το Underground attitude. Αυτή η νέα πορεία που διάλεξε θα φέρει το έργο του μπροστά σε περισσότερους ακροατές και τον ίδιο σε μια περεταίρω δράση, μακριά από το μοναχικό μονοπάτι που πλέον ολοκληρώθηκε. Εμείς, ως υποτακτικοί της συναισθηματικότητας υποστηρίζουμε τον δρόμο του στην κύρια οδό και θα εξιχνιάσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στο ντεμπούτο του Funerals From The Astral Sphere που κυκλοφόρησε από την I, Voidhanger Records. Σε πρώτη φάση λοιπόν, εδώ έχουμε ένα δίσκο που ξεπερνά τις δυο ώρες σε διάρκεια, κατά συνέπεια δεν θα ολοκληρωθεί σύντομα αφήνοντας απλά μια καλή γεύση. Αντίθετα θα ξεκινήσει από την φλούδα του αισθήματος και θα φτερουγίσει ψηλά στο συναισθηματικό κόσμο, όντας ένα πλήρες δημιούργημα που τελικά φέρνει την κηδεία από το αστρικό επίπεδο μέσα στο δωμάτιό μας. Αυτό θα φανεί από τον φλοιό του album μ’ ένα δεμένο concept, το εξώφυλλο που έφτιαξε ο ίδιος ως και τους στίχους που εμπεριέχουν πολλές μονάδες κατανόησης επί του συνόλου. Η Αισθητική του Αυστραλού είναι πολύ προσωπική και αναπαριστά στην εντέλεια τον ψυχικό του κόσμο, φέροντας παράλληλα σπερματικά το Black Metal feeling. Η ουσία και το βάθος του έργου φανερώνουν σταδιακά την ενασχόληση και την αγάπη του καλλιτέχνη σε αυτό που κάνει, έτσι μπορεί κανείς μ’ ευκολία να διακρίνει στο πρόσωπό του την γνησιότητα να λάμπει σαν άστρο έκφρασης στον συννεφιασμένο ουρανό της τυποποίησης του Black metal.

Η μουσική του Αυστραλού στο Funerals From The Astral Sphere ανοίγει διάπλατα, βλέπετε στο έπος που έγραψε έχει την δυνατότητα ν’ αναπτύξει, παρουσιάσει και εν τέλει αποκαλύψει πολλά από τα μυστικά του. Εδώ λοιπόν έχουμε τρεις τρόπους έκφρασης που μπορούμε να σχολιάσουμε. Αρχικά ένα οργανικό ambient που μας εισάγει στο υδάτινο στοιχείο, βγάζοντας την αίσθηση ότι κολυμπάμε σε χρωματιστά νερά, αποκαλύπτοντας κατά την διάρκεια της πλεύσης μας παράξενες εικόνες ξεχασμένων ναών στα έγκατα ενός βυθού. Ίσως πάλι αυτό το υδάτινο στοιχείο να’ ναι το σκούρο κενό του άπειρου σύμπαντος και οι ναοί αυτοί, μακρινές εικόνες από τους άλλους τόπους και κόσμους που ταξιδεύει η ψυχή μετά τον θάνατο του υλικού σώματος. Έπειτα ένα νέο στοιχείο εμβάθυνσης, είναι μια πολύ μελωδική και μελαγχολική μουσική με καθαρά φωνητικά που στέκει σαν διηγηματικός ξεναγός, ένα διαφορετικό ύφος που εισάγει μια παραμυθένια ατμόσφαιρα στην οποία σταδιακά θα χαθούμε ταξιδεύοντας χωρίς αναμνήσεις από την πρότερη ζωή μας. Τέλος, το Atmospheric Black Metal σε γλυκές όσο και αγκάθινες θέσεις, που έρχεται συχνά σαν αλλότριος επισκέπτης και μεγιστοποιεί την ένταση χωρίς να ενοχλεί με την παρουσία του. Ο Dis Pater παίρνει λευκό καμβά και ανακατεύει όλα τα παραπάνω στοιχεία κάνοντας σε κάθε κομμάτι σχηματισμούς που αναμοχλεύουν τις συμπαντικές και τις ανθρώπινες διαστάσεις σ’ ένα γήινο ταξίδι με υπέρλογο προορισμό.

Οι καταρράκτες της μελωδικότητας προκαλούν ζάλη και το μουσικό κομμάτι των Midnight Odyssey καλλιεργεί μια μεταφυσική ρομαντικότητα. Από πάνω του, δίπλα του και ξωπίσω σαν σχήμα οξύμωρο θα έρθει το φωνητικό μέρος παρέα με τους στίχους να ρίξουν αλάτι στον πόνο και εντείνουν τη θλίψη. Ο Αυστραλός κάνει πραγματικά του κεφαλιού του σ’ ολόκληρο το μήκος και το πλάτος του album, έτσι δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να γράψει κομμάτια σαν το An Ode To Dying Spirits και το Lost ενώ εκ των προτέρων γνωρίζει πως οι μισοί ακροατές που απευθύνεται μπορεί να προσπεράσουν. Παράλληλα κρατά σταθερό το mid tempo φτάνοντας ως και το flat ύφος κατά την ροή με κύριο όπλο μια αφηγηματικότητα που μπορεί να χρωματίζει κάθε κομμάτι με λαμπερές θέσεις ακόμα και όταν έχει φτάσει μέσα στο βαθύ συμπαντικό σκότος. Ο μοναδικός του στόχος είναι η ανάπτυξη των ιδεών του κατά την σύνθεση, έτσι σε πολλά σημεία δείχνει πως δεν του καίγεται καρφί να παίξει με δεδομένο τρόπο παραμένοντας προσηλωμένος στο έργο του. Φεγγοβολώντας μαγικά ή ψέλνοντας επικά θα ολοκληρώσει το ταξίδι του πέρα μακριά στην μεταγήινη αστρική ζωή, σχηματίζοντας εν τέλει ένα όνειρο σε μουσικό φόντο.

Αναμφισβήτητα εδώ έχουμε ένα συναισθηματικό μουσικό με στόχο και όραμα να καλλιεργεί στο έπακρο ατμοσφαιρικές αναζητήσεις. Τέτοιες προσπάθειες ζητούν δυναμική ακρόαση, δηλαδή την ικανότητα του ακροατή για συμπόρευση. Μπείτε εδώ αν έχετε διάθεση και προπαντός τη δυνατότητα να ζήσετε μέσα στην Οδύσσεια του Μεσονυχτίου. Αν υπάρξει αυτό το συναίσθημα φροντίστε να είναι μια παράξενη ώρα της νύχτας, την διαδικασία θα βοηθούσε η άκαμπτη στάση του σώματος, με τη νοερή προσοχή δοσμένη στον πηδαλιούχο Dis Pater, ακόμα την κατανόηση σας θα βοηθούσε η πρόωρη ενασχόληση με το στιχουργικό περιεχόμενο. Όπως και να έχει το Funerals From The Astral Sphere και οι Midnight Odyssey θα σας δώσουν ένα εισιτήριο για το «αλλού» μετ’ επιστροφής, μόνο που το πίσω χαρτάκι δεν αναφέρει το πότε.

2011-Isvind-Intet Lever

Posted in Αύγουστος 2011 on Ιανουαρίου 14, 2012 by Plunderer

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 90 το Νορβηγικό Black Metal δεν γέννησε απλά καλές μπάντες, αλλά ένα ολόκληρο πάνθεον. Η δημοσιότητα που έλαβαν οι πρώτοι εξ’ αυτών, θέσπισε μια μικρή elite, μια ομήγυρη που θεωρήθηκε η μουσική έκφραση του λεγόμενου Inner Circle. Πέρα όμως από τα γεγονότα που σημάδεψαν τη Νορβηγία στα early 90’s, εκεί που έσβηναν τα φώτα της δημοσιότητας ζούσαν και δραστηριοποιούνταν πολλοί νέοι και ταλαντούχοι μουσικοί ικανοί μ’ αγνοημένοι, παραμένοντας στην αφάνεια, μακριά από την επίγεια Valhalla, χωρίς δόξες και τιμές, χωρίς ελπίδα πως μια μέρα θα καταφέρουν να καταστεριστούν. Οι Isvind είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μπάντας με τέτοια διαδρομή. Η πορεία τους ξεκίνησε από τα early 90’s με τρία Demo την περίοδο 1992-1994. Εκεί καταπιάνονταν μ’ ένα Black Metal κύμα που ενοποιούσε ιδανικά την πομπώδη έκφραση με την mid tempo και μελωδικά προσανατολισμένη ροή (βάλτε το Demo Nivelheimen). Ποιοτικά ακολουθεί τ’ ομότιτλο Ep του 1995, ο ήχος έμεινε στα λημέρια του προηγούμενου Demo Herskerinnen, βγάζοντας ένα λυσσασμένο προσωπείο μέσα στην δεδομένη μουσική του φρασεολογία. Παράλληλα τα Folk φωνητικά και η Pagan & Ritual διάθεση δεν σταματούν να τους ενδιαφέρουν κάνοντας το feeling αεράτο με κομμάτια σαν το Et Slag Mot De Veike να στέκει ικανό να μας γοητεύει ακόμα και σήμερα.

Η πρώτη full-length προσπάθεια δεν άργησε να έρθει, το 1996 λοιπόν κυκλοφορούν μόνοι τους το Dark Waters Stir που παρέμεινε σε μια σχετική αφάνεια. Μουσικά μπορεί να μην άγγιζε την τελειότητα αλλά είχε πολλές καλές στιγμές, λειτουργώντας σαν την μυρωδιά του ξύλινου σπιτιού, εμφανίζοντας εικόνες και σκέψεις που ζουν στο χρονοντούλαπο των αναμνήσεων. Εκεί θα βρείτε πολλά riff που σχίζουν τον άνεμο κάνοντας ευθύγραμμες πορείες στο άπειρο, σταθερό ήχο στο γνωστό Νορβηγικό μοτίβο που δεν έχει επαφές με το χαοτικό Black Metal και δεν σκαμπάζει από κόλπα ροής. Ανένδοτο και αυταρχικό, εκπέμπει αυτό που θέλουν οι οπαδοί σε Pure συναισθηματικές καταστάσεις και την απαραίτητη ρυθμική βοή που κουνά τον αυχένα. Αυτά τ’ album είναι το μεγαλύτερο φετίχ των οπαδών του ήχου αυτού, γιατί ενώ εμπεριέχουν το μουσικό δοκίμιο που γουστάρουν να μελετούν δεν τα έχουν ως σήμερα καταβροχθίσει για να τα ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά. Οι κινήσεις των Isvind στα zeros ήταν σχεδόν μηδαμινές μ’ ένα split μαζί με τους Orcrist και ένα promo το 2004. Αυτή η αναλαμπή έμοιαζε περισσότερο με ανάνηψη μετά από βαρύ εγκεφαλικό κώμα, παρά με μια πραγματική δήλωση που έχει κάτι να μας πει.

Έτος επαναδραστηριοποίησης και πιθανής αφύπνισης 2011. Η Black Metal μουσική φέρνει πλέον ένα παραπάνω κομμάτι ψωμί στο σπίτι, αλλά οι Νορβηγοί εξακολουθούν να μην μπλέκουν μ’ εταιρείες κάνοντας ανεξάρτητες κινήσεις. Το Intet Lever μοιάζει περισσότερο με δήλωση για την τιμή των όπλων, παρά με κίνητρο που αποβλέπει σε οποιαδήποτε σοβαρή υλική ανταμοιβή. Στις μέρες μας όμως συμβαίνει και ένα παράδοξο γεγονός, που δίνει χώρο και λόγο ύπαρξης σε δεδομένα ηχητικά μοντέλα. Οι σκηνές βλέπετε σταμάτησαν την γεωμετρικά αυξανόμενη διόγκωσή τους, συντεθλιμμένες από την προσωπικότητα ορισμένων σχημάτων που μεγαλούργησαν στα zeros, αλλά κυρίως γιατί οι περισσότεροι συνδαιτυμόνες της ομήγυρης έχασαν την διάθεση ή την φλόγα τους. Οι περισσότερες μπάντες του «τώρα» παλεύουν να βρουν νέα και αλώβητα Hype να πιαστούν, με την πλειονότητα να καταλήγει στις πεπατημένες εκδοχές του «σήμερα» αναπαράγοντας. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι παράξενο μα και συναρπαστικό, μιας και το θρυλικό Norwegian Black Metal εκπροσωπείται πλέον μόνο από νέους επίδοξους συνεχιστές (βλέπε Hat) ή τον βόρειο και νότιο όμιλο της τρίτης εθνικής κατηγορίας των mid 90’s. Οι Isvind έπαιζαν μπάλα εκεί, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ κακή μπάντα, απλά έζησαν, μεγάλωσαν, ανδρώθηκαν και πορεύτηκαν στον ερασιτεχνισμό. Σ’ αυτό το γλυκό minimal λευκό εξώφυλλο με μαύρο logo που στην αλλαγή δεκαετιών θα γίνει απλά μαύρο εξώφυλλο με κόκκινο logo. Ρομαντισμοί, Self-released κυκλοφορίες και independent καταστάσεις για τους φίλους του αγνού Νορβηγικού ήχου και τους απανταχού γραφικούς που λατρεύουν την Cult εκπροσώπηση και φτύνουν στον κόρφο τους μην γίνει το αγαπημένο τους «άγνωστο» συγκρότημα ένα εμπορικά φερόμενο κουμάσι.

Το Intet Lever είναι ένα γλυκό Skillingsboller, ικανό να φέρει στον ουρανίσκο σας τις παραδοσιακές γεύσεις. Εμπεριέχει αξιοπρεπές Νορβηγικό Black Metal riffing με πολλά νοσταλγικά σημεία στον συνεχή κύκλο ροής τους. Το σύνολο μιλά μέσα από ευθύγραμμες πορείες, μελωδικά μέρη μέχρι να μας κυκλώσει για να συνεχίσει με νέες ευθύβολες αναρριχήσεις, πομπώδη φωνητικά που πλέκουν όμορφες εικόνες αλλά και grim αγέρωχη χροιά που επιταχύνει στο σκοτάδι. Ισότιμα κομμάτια με πολλά σημεία να ξεχωρίζουν λαμβάνοντας ενθυμικές θέσεις στο μυαλό μας. Συνολικά εδώ θα βρούμε το ξεχωριστό feeling που θεριεύει την εσωτερική του φλόγα όντας παγωμένο μέχρι το μεδούλι. Παράλληλα μπορεί να διακριθεί για την μαγική ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στην άξεστη και τη γλυκιά του ορμόνη, χωρίς ν’ αφήνει καμία εκ των δυο να επικρατήσει λαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ατμόσφαιρα. Οι συνθέσεις εμμένουν στο δόγμα και το παράστημά των Isvind στέκει αγέρωχο και άμεμπτο ηθικά. Συμπερασματικά το Intet Lever είναι ένα κράμα που ζωοποιείται από το Heavy «ειδικό βάρος» χωρίς όλο αυτό να παρενοχλεί το Black Metal μοτίβο. Πιθανολογώ πως σαν σύνολο μαγεύει περισσότερο μετά από την εμβάθυνσή μας στην σταθερότητά του. Δηλαδή, μοιάζει να ξεκινάει το χαϊδολόγημα του νου σας μετά από κάποιες ακροάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απαραίτητη και η πέψη του για να το καταλάβουμε. Αν και αφορά κάθε ενδιαφερόμενο, μπορεί να προταθεί ειδικότερα στους οπαδούς των Enslaved, Taake, Borknagar, Kampfar, Forlorn μιας και μοιράζεται μαζί τους πολλά κοινά υλικά στην κατασκευή.

Πολλοί λένε πως οι πεπατημένες του παρελθόντος είναι πλέον αδιάφορες, άλλοι πάλι θέλουν ακόμα και εν έτη 2012 παλιομοδίτικο Νορβηγικό Black Metal σιχτιρίζοντας τα νοθευμένα μοντέλα. Για να μπορεί να υπάρξει και στο μέλλον η μουσική έκφραση που μάγεψε και σημάδεψε πολλούς εξ ημών, έχει ανάγκη τόσο την διαφοροποίηση στην ρίζα όσο και την ταγμένη θέση. Εδώ έχουμε το δεύτερο και μας αρέσει ιδιαίτερα που μπορεί να γεννιέται ακόμα στην ίδια συχνότητα, φτιαγμένο από ψυχές του παρελθόντος. Οι Isvind επιστρέφουν από τις στάχτες δεκαετούς λήθης εκεί που μπορούσαν αλλά και εκεί που είχαμε ανάγκη. Μια ακόμα βόλτα στα 90’s, που τραβά πορεία από τα μικρά φιόρδ ίσα πάνω στα κατάλευκα βουνά μοιάζει υπέροχη άσχετα με την ημερομηνία του γράφει το ημερολόγιό.

2011-Nightbringer-Hierophany Of The Open Grave

Posted in Αύγουστος 2011 on Σεπτεμβρίου 5, 2011 by Plunderer

FolderΟι φέροντες τη νύχτα από το Κολοράντο είναι υπερδραστήριοι και νυχτώνουν το καλοκαίρι μας με μια εκ νέου κυκλοφορία. Οι απόλυτοι άρχοντες του χαοτικά αβυσσαλέου Black Metal έκαναν στην αρχή της χρονιάς ένα συλλεκτικό κολάζ πίσω από τον τίτλο Emanation, που κυκλοφόρησαν οι μερακλήδες της Starlight Temple Society. Σε αυτό το compilation πέτυχαν έναν ιδανικό συνδυασμό που ξεκινά από το status του limitation, προχωρά στην minimal αισθητική, με δισέλιδο booklet και κυνικό εξώφυλλο και ολοκληρώνεται με Black Metal. Εκεί στο εσωτερικό του είναι που μας φέρνει κοντά με τ’ άγονα τοπία των πρώιμων ημερών, με τον λίγο πιο στεγνό ήχο και τις συνθέσεις που κουβαλούν την σπιρτάδα της αφετηριακής θέλησης. Σπάνια οι κυκλοφορίες που παρουσιάζουν την πρώτη εποχή μιας μπάντας μπορούν να σε οδηγήσουν σε μεγαλύτερη απόλαυση από τις μετέπειτα, πιο μελετημένες, προσπάθειες. Εδώ όμως συμβαίνει περίπου κάτι τέτοιο, μιας και το λίγο πιο λιτό σε συνδυασμό με το λίγο πιο ωμό αγγίζει την γνησιότητα και βγάζει την κρυφή χάρη του feeling που μαγνητίζει.

Hierophany Of The Open Grave είναι ο τίτλος του τρίτου Full-length και πάμε να δούμε τι σκάρωσαν ο Nox Corvus με τον Naas Alcameth και την παρέα τους. Στο εικαστικό μέρος, η κομιξ εκδοχή έφτασε φέτος πιο κοντά στην ζωγραφική τέχνη, που φέρει μέσα της μια συμβολική γλώσσα για να δέσει με το μυστήριο των στίχων. Το εξώφυλλο μοιάζει με γκραβούρα που έχει κλαπεί από αρχαίο σύγγραμμα γεμάτο απόκρυφες γνώσεις. Πάραυτα όπως είχα ξαναγράψει και στο Apocalypse Sun σκέπτομαι πως θα τους πήγαινε ιδιαίτερα μια προσεγμένη (Noevdia) αισθητική κοντά στους Funeral Mist, σκέψη που ακόμα μου μοιάζει ιδανική. Ωστόσο δέχομαι την διαφοροποίηση τους, μιας και η ζωγραφική τέχνη είναι τουλάχιστον διαφορετικός σχεδιασμός δράσης συγκριτικά με το μεγαλύτερο ποσοστό των μουσικών του «Είδους» που καλύπτουν την ανασφάλειά τους πίσω από το Deathspellικό concept. Η φρεσκάδα τέτοιων θέσεων σίγουρα φτάνει τον ακροατή σε μια άλλου τύπου οφθαλμική ικανοποίηση όσο και για την σκηνή σε μια περαιτέρω διαδρομή.

Στο περιεχόμενο βαδίζουμε στα ίδια μονοπάτια, με την βάση της δημιουργίας αναλυμένη σε μακρές συνθέσεις που λειτουργούν με ταχύτητες αλλά και mid tempo κυματισμούς μέχρι να γίνουν κάθοδοι σε πιο αργά και ατμοσφαιρικά σημεία, που βγάζουν αυτό το ιδιαίτερο feeling των Nightbringer. Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα κομμάτια τους δίνει το ελεύθερο να περνούν αργά και σταθερά από τα ήρεμα σημεία στην ταχύτητα ή το ανάποδο, έτσι σε ότι πλάνο και αν επιλέξουν να κινηθούν δεν αλλοιώνουν διόλου την ατμοσφαιρικότητά τους, που παραμένει και το κύριο μέσω έκφρασης. Στον τομέα του δούναι οι Αμερικανοί μοιάζουν απόλυτα δοτικοί προς τον ακροατή αφού εκπέμπουν όλα όσα επιθυμεί για να κερδίσουν την αφοσίωσή του, μάλιστα σαν σύνολο αυτό που κάνουν θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και μουσικός υπνωτισμός. Σε πολλές πλευρές τους, ειδικά όπου συναντούνται τα διπλά φωνητικά με το συνεχές riffing, ίσως δείτε το σοβαρότερο από τα πρόσωπα της ατμόσφαιρας των Cradle Of Filth, αλλά μην πάει ο νους σας στο κακό, όλο αυτό είναι περιχαρακωμένο από μια orthodox οσμή που το κάνει ισχυρότερο και δυναμικό. Το μεγάλο ατού και στη φετινή προσπάθεια είναι οι κιθάρες, που χρησιμοποιούν πολύ πένα, δίνοντας στα κομμάτια μια άλλη χροιά. Αυτό όμως που κάνει τους Αμερικανούς να ξεχωρίζουν είναι η συνοχή που έχουν οι συνθέσεις μεταξύ τους, μοιάζουν λες και τις έγραψαν σε μια παράλληλη διαδικασία. Αυτός είναι και ο λόγος που σπάνια ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι από το σύνολο, ωστόσο το Psychagogoi θα σας μείνει χάριν του τρόπου προφοράς κάποιων λέξεων που σου κολλάει στον εγκέφαλο. Ακόμα, ιδιαίτερα απολαυστικές είναι οι στιγμές που το ρυθμικό μέρος νεκρώνει και τα φωνητικά κάνουν κήρυγμα, με τις κιθάρες να παίζουν σε διπλό πλάνο με ορθόδοξα και ιλιγγιώδη riff ταυτόχρονα. H χρήση ακουστικής κιθάρας στις εισαγωγές ή και πλήκτρων σποραδικά συμμαχούν για το καλό της ατμόσφαιρας, μάλιστα σε σημεία ενώ υπάρχουν περνούν απαρατήρητα μπροστά στο σύνολο.

Οι Nightbringer είναι από τις μπάντες που έχουν διαλέξει με ιδιαίτερη προσοχή το πλάνο που θα κινηθούν και το εφαρμόζουν πιστά, κάνοντας album που δεν έχουν πολλές διαφορές μεταξύ τους αλλά βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Μέσα σε κάθε δουλειά θα βρούμε την ευχαρίστηση του ατμοσφαιρικού Black Metal υψωμένου στην δύναμη της ορθοδοξίας για την απαραίτητη μεταφυσική κάλυψη και υποχθόνια δράση. Άσχετα με τις δυνατότητες και την όρεξη που επιδεικνύουν σαν μπάντα, η θέση τους στον πάνθεον του Black Metal είναι καθαρά στο χέρι του ακροατή και το κατά πόσο θέλει να μπλεχτεί σε δίχτυα σαν και τα δικά τους. Αυτό σημαίνει Full-length μιας ώρας και πολύ συγκεκριμένο feeling που ταξιδεύει στο άπειρο, δηλαδή σε απλά ελληνικά μια διαδικασία που σε γενικές γραμμές θα μπουν λιγότεροι ακροατές απ’ όσοι θα έπρεπε.

2011-Caïna-Hands That Pluck

Posted in Αύγουστος 2011 on Αύγουστος 29, 2011 by Plunderer

Οι Caïna είναι ένα πειραματικό project που διατηρεί ο Βρετανός Andrew Curtis-Brignell και ασχολείται με την λεπτομερή αναπαραγωγή του πρωτόλειου Black Metal  αλλά και την ανασκαφή νέων τούνελ στο σκοτεινό του βάθος. Η μουσική της μπάντας από το When We Are Grown, We Will Be Strong demo του 2005 βαδίζει στον παραπάνω σχεδιασμό, ωστόσο με το πέρασμα των χρόνων o Andrew βρήκε μεγαλύτερη ικανοποίηση στο να επιμερίζει το black metal του μέσα στην λίμνη του soundrackικού ambient. Αργότερα μέσα σε αυτό το πακέτο προστέθηκαν κάποιοι συμπαθείς post νεολογισμοί που μπορεί στα early zeros να έφερναν σκοτοδίνη αλλά στα late zeros έγιναν μόδα. Η αλήθεια είναι πως στην περίπτωση των Caïna βοηθούν την πλοκή και δεν αλλοιώνουν το Black Metal feeling. Ο Andrew έβαζε πάντα στην μουσική του όσα εξωγενή στοιχεία επιθυμούσε χωρίς να ενδιαφερθεί για οποιοδήποτε hype. Ακόμα και τα post δάνεια τα έκανε σχετικά γρήγορα χρονικά και με ιδιαίτερο τρόπο μουσικά, κατά συνέπεια ούτε και οι trend κατηγορίες ευσταθούν. Μέσα από την ένωση όλων των παραπάνω στοιχείων οι Caïna κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα πολυσυλλεκτικό και αρκετά ιδιόρρυθμο μουσικό μονοπάτι, με αυτόνομο χαρακτήρα, που ενώνει παράδοξα την επιθετικότητα με την νηνεμία, χωρίς να πατά στην αυτιστική πλευρά και των δυο.

Τρία χρόνια μετά το Temporary Antennae και δυο μετά το πολύ καλό ομότιτλο Ep ο Andrew έγραψε το τέταρτο ολοκληρωμένο album της μπάντας και σαν καλός black metaller που είναι, φώναξε να βάλουν ένα χεράκι σε δυο-τρία σημεία κάποιοι γνωστοί μας, όπως ο Imperial των Krieg που έγραψε στίχους και έκανε τα φωνητικά στο Murrain, o Chris Ross (Blood Revolt/Revenge/Axis Of Advance) που έκανε τα φωνητικά στο I Know Thee Of Old αλλά και κάποιος λίγο πιο άγνωστος ο Rennie Resmini (Starkweather) που έγραψε τους στίχους και έκανε τα φωνητικά στο Callus And Cicatrix. Όλοι τους ανταπεξήλθαν με ιδιαίτερη όρεξη δίνοντας στο album ερμηνευτικό πλουραλισμό αλλά κυρίως ξεχωριστή ένταση στο κομμάτι που δούλεψαν.

Το Hands That Pluck μουσικά όπως κάθε άλλη Full-length προσπάθεια των Βρετανών στέκει στην ενοποίηση θεμάτων και φέρει σαν παρονομαστή την ορθή χρήση του πειραματισμού. Αυτό σημαίνει ότι αναλώνει κάθε χρήσιμο στοιχείο του ακραίου metal προς όφελος του απώτερου στόχου των κομματιών που όπως ανέφερα παραπάνω παντρεύει ιδανικά την ηρεμία και τον αναβρασμό. Το πιο δύσκολο εγχείρημα τέτοιων προσπαθειών είναι η λεκτική τους περιγραφή με συντετμημένη ή αποφθεγματική διατύπωση των όσων κάνει ο δημιουργός ηχητικά. Είναι σα να επικάθεται πάνω στο δημιούργημα μια μυστήρια αύρα αστρικής σκόνης που δημιουργεί έναν περιγραφικό λαβύρινθο. Αυτό σχετίζεται με το μουσικό αλαλούμ, που δεν σου δίνει το δικαίωμα να εκφραστείς ορθά και να περιγράψεις επακριβώς το μουσικό πλάνο που τείνουν οι συνθέσεις. Πάραυτα το Black Metal των Caïna εμπεριέχει στρώσεις με συνοχή και ιδιαίτερο δέσιμο που η μία συνθλίβει την άλλη. Τα κομμάτια είναι σε μεγάλο ποσοστό mid tempo με αρκετή στατική επιθετικότητα, μέχρι να βουτήξουν σε απόμακρα βάθη ενός αχανούς ορίζοντα και να κινηθούν σα να κάνουν απλωτές στο σύμπαν. Ωστόσο μπορεί και να ξεκινούν μέσα στο ρυθμικό κλοιό ή ν’ αποφασίζουν να τον σφίξουν λίγο αργότερα, εκεί θα έρθουν ταχύτητες που έχουν ως και black/death προσανατολισμούς μέχρι να σπάσουν στο ambient κενό. Μέσα σε όλη αυτή την συμφόρηση των αλλαγών ο Andrew κάνει τα δικά του μελωδικά κιθαριστικά κόλπα χτίζοντας οράματα μέσα στο μικρό χάος. Τα φωνητικά του δε (σε σημεία μοιάζει με Aldrahn), είναι λίγο αργά και πνιχτά με περιγραφικό τόνο και καταφέρνουν να εκπέμψουν συναισθήματα σε παράλληλο επίπεδο με την μουσική, κατά την διάρκεια θα βρούμε πολλά (film) samples και καθαρά φωνητικά με εφέ. Αυτό που προσωπικά με συνεπήρε είναι τα σημεία συμμαχίας, φωνητικά & περίεργα riff στην ησυχία, που βγάζουν την ιδιαίτερη Caïna ατμόσφαιρα καλύτερη απο ποτέ. Σαν σύνολο το νέο βήμα προτάσσει μια κατάσταση που σας προτρέπει να φανταστείτε μαζί του μια άβυσσο και να την δρασκελήσετε με μικρά και σταθερά βήματα.

Συμπερασματικά, το διανθισμένο μουσικό μονοπάτι που έχει κατά νου ο δημιουργός έχει βρει τους επιμέρους προορισμούς του. Αν δηλαδή το Some People Fall του 2006 ήταν μια πειραματική συνεύρεση που μορφοποιήθηκε ιδανικά στο Mourner και προφανώς πήγε παρακάτω με κάθε επόμενο βήμα (συνεπικουρούμενων και των splits) εδώ ξέρει τον δρόμο προς τ’ άστρα του εξωφύλλου (που έχει επιμεληθεί ο ίδιος με την βοήθεια της Amy-Leigh Forkin) και τον περπατά ως ταξιδιώτης που δεν ενδιαφέρετε διόλου για γυρισμούς, επιστροφές και ανασφάλειες. Στα φετινά κόλπα έχουμε δυο ακόμα στοιχεία που είναι από μόνα τους σημαδούρες προσοχής και τριτογενούς βοήθειας, αυτά είναι η εταιρεία Profound Lore Records αλλά και τα Necromorbus Studios. Τελειώνοντας έχω την πεποίθηση πως το φετινό πόνημα κοντεύει ν’ αποκτήσει την καλλιτεχνική διάσταση που επιθυμεί ο δημιουργός του. Ενώ παράλληλα είμαι σίγουρος ότι μπορεί να επικαθίσει σε κάθε ακροατή που ακούει αρκετά sub-genres του «Είδους» με την ίδια όρεξη, αλλά βέβαια και σε όσους ενδιαφέρονται για πειραματικές κουζίνες. To Hands That Pluck στέκει απομονωμένο από τμηματοποιήσεις και δεσμούς, σαν ένα αστέρι στην συμπαντική μοναξιά, περιμένοντας να το δεχθούν ακροατές με αντοχές που δεν επιθυμούν την easy-listening ευχαρίστηση αλλά επιμένουν σε μια καθολική σχέση με σύμμαχο και εχθρό τον χρόνο.

Κυκλοφόρησε σε 2πλό cd, περιλαμβάνοντας και το Old Songs, New Chords που εμπεριέχει επαναηχογραφήσεις και άλλες σκέψεις σε πιο soundtrack όψεις για να ρίξει ιδανικά τους τόνους. Η διασκευή στο Roses In The Snow της Nico όσο και αν μοιάζει άσχετη φέρει ένα ιδιαίτερο μοτίβο ανάπτυξης που μπορεί να θυμίζει την ..In The Woods δράση από το Omnio και έπειτα. Αυτό το bonus υλικό δεν απευθύνεται μόνο στους ως τώρα οπαδούς των Caïna αλλά και σε όσους νέους φίλους σπεύσουν για την περαιτέρω γνωριμία και εξοικείωση με την μπάντα. Προσωπικά, θεωρώ την προσπάθεια ως σύνολο αξιόλογη από κάθε άποψη και την αγορά του album δελεαστική μιας και το δίωρο σε διάρκεια θα καλύψει τον ακροατή ουσιαστικά και θα σεβαστεί την τσέπη του οικονομικά. Απόλυτο highlight τα δυο ζευγάρια χεριών σε στάση προσευχής αριστερά και δεξιά του τίτλου… Hands That Pluck…