Archive for the Δεκέμβριος 2010 Category

Burning Church Forest

Posted in Δεκέμβριος 2010, Δεκέμβριος 2011, Σεπτέμβριος 2012 on Νοέμβριος 28, 2012 by Plunderer

Μολονότι με περιμένουν πολλά album για να εμβαθύνω, αρκετά εξ’ αυτών με ιστορική σημασία, κάτι μ’ έχει πιάσει κι αλητεύω ψάχνοντας πέρα από τα βασικά. Δεν ξέρω αν είναι άρνηση επαφής με δεδομένες φόρμες ή αν το θέλετε αλλιώς μια ψιλοβαρεμάρα για βιωμένες ηχητικές εμπειρίες. Αλλά μου κάθονται καλά στ’ αυτί και κάτι παράξενα μοτίβα, που αρχίζω να το φιλοσοφώ. Συμπέρασμα επαρκές δεν έβγαλα, όμως πιστεύω πως όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με το Black Metal, έλκεται μυστηριωδώς από τις οπτικές που έχουν αποδομήσει τον Metal μπούσουλα, οδηγώντας τον γρηγορότερα στην αγκαλιά της καταχνιάς. Σε αυτές τις εφαρμογές αλλάζουν σχετικά και οι κανόνες, γιατί δεν υπάρχει αξία στην σύνθεση και τον οίστρο του δημιουργού, αλλά στην χρήση των οργάνων, τον ήχο και το ατμοσφαιρικό επίπεδο των κομματιών. Παράλληλα θα δούμε την οπτική της μπάντας ως μορφή τέχνης, που έχει τη δύναμη να μεταφέρει την συνείδησή του ακροατή σ’ ένα άλλο επίπεδο. Εκεί μπορεί να εισπράξει ένα σκοτεινό πλούτο που χάνει στις κινήσεις με Metal διάμετρο, δηλαδή στο Black Metal που τα riff θα παρεκτραπούν σπινθηρίζοντας χρωματισμούς μακριά από τον αρτηριοσκληρωτικά μέλανα χαρακτήρα (έχοντας προφανώς πολλές Metal επιρροές). Όσον αφορά τον ακροατή που θα εισπράξει άμεσα τέτοιες εκδοχές δεν μπορώ να πω και πολλά. Κατά την προσωπική μου γνώμη είναι αδύνατο να κατανοήσει αυτό το ύφος, όποιος πιστεύει ακόμα στην γραμμικότητα του Black Metal και δεν έχει απολαύσει ποτέ του Demo (παλιό, καινούριο, του Wrest δεν έχει σημασία) ηχητικά. Από εκεί και πέρα ο άξονας εμβάθυνσης θ’ ανεβρεθεί στη συνταύτιση με την αισθητική της μπάντας αλλά και την όρεξή του να ταξιδέψει μέσα στο Black Metal της. Έπειτα η καταβύθισή δρα αυτόνομα μέσα του, κάνοντας απομονωμένη το δικό της ταξίδι στ’ απύθμενα βάθη.

Θα πάμε λοιπόν μέχρι την Αυστραλία και πιο συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα της, κοντά στην πρωτεύουσα του Σύδνεϋ και πιο συγκεκριμένα στη παραθαλάσσια πόλη του Newcastle. Εκεί θα συναντήσουμε τους Burning Church Forest, μια πενταμελή μπάντα που επιδίδεται εδώ και αρκετό καιρό σ’ ένα αυτόνομο Black Metal tribute. Θα το αναλύσουμε διεξοδικά, μελετώντας track by track τα πέντε βιβλία (όλες τους οι δουλειές έχουν τον τίτλο Book) που έκαναν μέχρι σήμερα. Πριν ξεκινήσω όμως θα ήθελα να περιγράψω την βασική φωτογραφία που χρησιμοποιούν και βλέπετε εδώ πιο πάνω. Παραμορφωμένες φιγούρες κι ένα χέρι μπροστά τους, στην «grim» αφετηρία. Εδώ οι Αυστραλοί πολύ έντεχνα υποδηλώνουν την tribute θέση του project. Εξηγώντας πολύ απλά την αίσθηση που έσπειρε το Black Metal ιστορικά αλλά και την δική τους θέση, μια «neo-grim» αισθητική, που εξηγεί περίφημα τη νοοτροπία μιας μπάντας «φόρου τιμής» στο οικοδόμημα.

*Σε κάθε τίτλο Θα βρείτε το ανάλογο Bandcamp Link για ν’ ακούσετε ολόκληρο το album (δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε εσάς, αλλά σε μένα αυτά τα Link ξεκινούν από το δεύτερο κομμάτι, οπότε πριν το Play ρίξτε μια ματιά) και σε κάθε κομμάτι το ανάλογο Link για μεμονωμένη ακρόαση.

2009-Book 1

Chapter 1: Αρχικά βομβώδες κι έπειτα πριμαριστά τηγανητό μ’ ένα συνεχές riff, μοιάζει με μάστιγα που ποθεί το αργό κάψιμο των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Η συνέχεια θα δοθεί με απάνεμα ουρλιαχτά που όσο προχωρά το κομμάτι θα γίνουν δυναμικά, χωρίς να μένουν μόνο εκεί, αφού οι έχοντες το μικρόφωνο (δεν είναι μόνο ένας) ξανοίγουν εαυτό στις Furze εκφράσεις παραφροσύνης, χρωματίζοντας την σεμνή τελετή έναρξης. Το ρυθμικό μέρος είναι μια έξη που μπορεί να γίνει λατρεία, ειδικά με τα τύμπανα και την δερματική τους παρέα, που φέρουν μια δύναμη ασφαλείας μέσα στη χαοτική μέριμνα του κομματιού.

Chapter 2: Μονότονο κρεσέντο με τηγανιτά riff να σκεπάζουν σαν πάπλωμα το ρυθμικό μέρος, που ανάβει και παίρνει μπρος δουλεύοντας ασταμάτητα ως γεννήτρια. Το άπλωμά κουβαλά ως ειρμό το χαοτικό σύγκρυο, ενώ τα ουρλιαχτά σκούζουν σε Us επίπεδα (τα Us φωνητικά χαρακτηρίζονται από τη μεγιστοποίηση της υπερβολής, παγιδεύοντας τον ακροατή σε μια κατάσταση που ενώ δεν είναι σοβαρή, δεν μπορεί χαρακτηριστεί και αστεία). Το δεύτερο κεφάλαιο θα ολοκληρωθεί μ’ ένα απαλό κλείσιμο στην ambient έκταση.

Chapter 3: Ζωή σε κρυφό και μελωδικό low tempo ρυθμό, πλέοντας αμέριμνο στα πελάγη ενός μονοδιάστατου λογικού ειρμού. Εδώ τα riff δεν πρωταγωνιστούν, λαμβάνοντας θέση στ’ ομαλό ρυθμικό μέρος για να κινηθούν καθ’ όλη την διάρκεια μαζί του. Ο βασικός πλοηγός είναι τα φωνητικά που θα ξεκινήσουν σαν απόχρωση και θα λάμψουν λαμβάνοντας ρόλους με διάφορους χρωματισμούς και ανάλογο ύφος, μαγεύοντας όταν φτάσουν κάπου ανάμεσα στη δαιμονιώδη και τερατική μορφή που εισάγει κόμιξ/παραμυθένια στοιχεία στο σύνολο. Το τρίτο κεφάλαιο ανήκει στη λίστα με τα κομμάτια της μπάντας που φέρουν την επαφή τρίτου τύπου, αυτή που ξεχωρίζει, απλώνει μια πάχνη ομίχλης και καλλιεργεί την ατμόσφαιρα.

Chapter 4: Με στοιχειοθετημένο τρόπο και βάση σε όσα έκαναν στα πρώτα κομμάτια μπαίνουν στο τελευταίο μέρος, ένα δεκαοχτάλεπτο φόρο τιμής στην κτηνωδία που θα λάβει εκκίνηση στην «ως άνω» τηγανιτή μέριμνα και θα προσχωρήσει παραπέρα με μικρές παύσεις αναπνοής αλλά και νέες επιθέσεις. Τα φωνητικά από την ήπια δράση θα φτάσουν στο ασταμάτητο ουρλιαχτό, παρουσιάζοντας το θριαμβευτικό πνεύμα ακόμα και με αλαλαγμούς. Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος του κομματιού, γιατί ουσιαστικά δεν έχει να μας δώσει τίποτε παραπάνω παικτικά, αλλά θα έρθει να εγκαθιδρύσει την επιβολή, την ολοκληρωτική νίκη της έξαψης.

2009-Book 2

A tribute to the true norwegian black metal of the 1990’s, σημειώνουν στο Bandcamp.

Chapter 1-Ashes Of The Crucifix: Η τέφρα του εσταυρωμένου θα έρθει να ρίξει λάδι στη φωτιά, το δεύτερο βιβλίο ξεκινά μ’ ένα κρεσέντο επίθεσης και μίσους. Οι Αυστραλοί δομούν μια υπερβατική αλλοφροσύνη για να τσαλαπατήσουν το ακουστικό μας κέντρο. Πριμαριστός ήχος, άριστα τηγανιτό riffing και μια οχλοβοή που υπόκεινται σε κανόνες μετρονόμου ως κατάθεση διαπιστευτηρίων πυγμής. Παράλληλα τα ουρλιαχτά σκάνε φόρα παρτίδα σε αλαλαγμούς κι ένας κακός χαμός βασιλεύει, οδηγώντας τον ακροατή μέσα σε βρυχηθμούς, ανυπεράσπιστο και ανήμπορο ν’ αντιδράσει.

Chapter 2-The Freezing Fog: Κάνοντας μια μίξη των Funeral Fog & Freezing Moon από το De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem στον τίτλο και χαμηλώνοντας τη ταχύτητα, συνδράμουν στην έναρξη της ατμοσφαιρικής πλοκής. Τα φωνητικά εδώ αναβαθμίζονται στον ρόλο του εκφραστή ενώ το Doom πνεύμα εφορμά κάνοντας τη δράση να παρασιτεί κάπου παραδίπλα σε low tempo τηγανιτό riffing. Ο ξερός και απρόσεκτος ήχος των τυμπάνων βοηθά το κομμάτι ν’ αναδείξει το παγωμένο του προσωπείο, εξάγοντας συναισθήματα εγκατάλειψης αλλά σε δελεαστικά απόκοσμο περιβάλλον.

Chapter 3-The Dead Trees: Εδώ θα βρούμε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας, τόσο στα οργανικά κόλπα που εφαρμόζει όσο και στα συναισθήματα που εγκολπώνει. Στο ρυθμικό μέρος αρχικά υπάρχει μια επιθετική αιχμή που αργότερα θα γεννήσει μια νεκρή Noise/Ambient ζώνη, κατά την οποία ο βόμβος θα συναντηθεί με την απονιά της αταξίας. Δημιουργώντας μια σχάση που το μετατρέπει και θα γεννήσει μια πομπώδη ανάπλαση. Στις κιθάρες θα έρθουν εξωγενείς κινήσεις με κάποια υποχθόνια riff/solo που αντισταθμίζουν την ορμή αλλά και ο θελκτικός όγκος που ανατριχιάζει. Τα φωνητικά συνεχίζουν την υπερβολή, χωρίς να ξεχνούν τους άλλους ρόλους, οι οποίοι όταν έρθουν θα εξυψώσουν το κομμάτι. Εδώ μαζί με την Raw έκρηξη θα υπάρξει ατμόσφαιρα και μάλιστα ιδιότροπη, άθροισμα σπάνιο και πυρωτικό μέχρι το μεδούλι του ακροατή.

Chapter 4-Watching The Alter Burn: Μια κίνηση γεμάτη εσωστρέφεια, low tempo ρυθμικό με μια ατμοσφαιρική χροιά που αγγίζει βελούδινα. Αναγκαία αλλαγή πλοκής και τροφή για το συναισθηματικό κέντρο του ακροατή. Κίνηση που φέρει μέσα της ένα δραματικό χαρακτήρα προσπαθώντας ν’ αποδώσει μια εναλλακτική επίθεση στο συγκινησιακό μας. Το ουρλιαχτό κάπου στη μέση και η αλλαγή με το riff μέτρησε ιδιαίτερα. Το καιόμενο τέλος συνδράμει με την δική του σειρά στην παρακέντηση της πορείας του album. Δοκιμάστε ν’ ακούσετε το κομμάτι σε διάφορα volume και δείτε τις διαφορές, αυτό το τρικ παίζει βέβαια και για πολλά ακόμα κομμάτια της μπάντας.

Chapter 5-Sacrifice Your Freedom:  Πολεμικός τυμπανισμός, πρόλογος αργός και μακρύς που αναδεύει διάφορα, τα φωνητικά είναι πνιχτά και μακρόσυρτα. Μετά το πεντάλεπτο θα ξεθαρρέψουν και το ρυθμικό μέρος θα βρει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί. Τα live τύμπανα ψυχορραγούν και τα φωνητικά θα γίνουν ακόμα πιο τσιριχτά, μπαίνοντας σε χαμηλές συχνότητες. Το μήνυμα είναι σαφές, θυσία της ελευθερίας. Στο δέκατο λεπτό θα γεννηθεί μια ambient κατάσταση που θα εξελιχθεί μέχρι και το τέλος. Αρχικά με συχνότητες, ήχους κι έπειτα με την φλόγα που αναδεύεται, γνωρίζοντας πως πρέπει να ζεστάνει τον ακροατή μέχρι να λάβει την τελική του απόφαση. Δύναμη, αποφασιστικότητα και μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα που μαγνητίζει.

2010-Book 3

Chapter 1-The Power Of The Inferno: Η δύναμη της κόλασης θ’ αποδοθεί με μια έξοχη Live θέση στα τύμπανα, τα οποία είναι πολύ μπροστά και λυσσομανούν χωρίς να κρατούν «ντε και καλά» το μέτρημα. Τα φωνητικά ξεκινούν δαιμονικά και μπαίνουν σε πνιχτή διάθεση κοντά στην συνολική μουντάδα που αποπνέει το σύνολο. Τα riff είναι πολύ πίσω δρώντας σε μια ευθύβολη κίνηση, κάνοντας τη δουλειά του ρυθμικού μέρους για μια περεταίρω βοήθεια στο σύρσιμο της ροής. Εδώ το κόλπο της αλλαγής ρόλων στα όργανα, είναι το καλύτερο παράδειγμα σε αυτό που ψάχνουμε όταν μιλάμε για εξέλιξη του οργανικού Black Metal ήχου. Μετά το πέμπτο λεπτό θα γεννηθεί μια θορυβώδης ησυχία, μια γέφυρα που θα οδηγήσει το κομμάτι σε ambient κλίμακα. Εκεί μπροστά στο άγνωστο που παραμονεύει διαρκώς βασιλεύει η αινιγματικότητα, με τον τρόμο και τη θηριωδία να είναι γεννήματα του μυαλού για όσα μπορούν να συμβούν. Λίγο πριν το φινάλε μια καλοπεσμένη μελωδία τραβά την κουρτίνα και…

Chapter 2-Kirkebrann:…η εικόνα του καιόμενου ναού (πολύ ορθά γραμμένο στα Νορβηγικά) μοιάζει με το απαύγασμα της δύναμης που έχει η κόλαση. Εδώ θα υπάρξει μια μεμβράνη ατμόσφαιρας που εσωκλείει τα όργανα σε μια επισταμένη αναζήτηση. Οι κιθάρες παίζουν κάποια riffογραμμή «στο αλλού» και τα φωνητικά ξανοίγουν εαυτό πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν την ηδονή της βεβήλωσης. Ο ρυθμός θα έρθει σαν μια γιορτή σε Low tempo καλωσορίζοντας την Black Metal ροή που θα διαγράψει πρώτα τυμπανιστικά κι έπειτα κιθαριστικά την εκεχειρία. Έπειτα οι φωνητικές αναζητήσεις κοχλάζουν σα τη πύρινη λαίλαπα.

Chapter 3-Feel The Heat From The Flames: Ατμοσφαιρικού τύπου και ambient πλοκής με οργανικό τρόπο μπαίνει βαθύτερα στο concept, για να μας μεταδώσει μέσω ήχων την πύρωση της φλόγας. Τα φωνητικά οργιάζουν κρυφά και φανερά σε ρόλους προς όφελος της διαδικασίας. Μετά το πεντάλεπτο θα υπάρξει μαγική κίνηση του ρυθμικού. Στο σημείο αυτό δείτε την γοητεία που ασκεί η αποδόμηση του μοντέλου ταχύτητα->γέφυρα->ταχύτητα και την μυσταγωγία που δύναται να εσωκλείει ο όγκος, ακόμα και αν το μοντέλο δράσης είναι απλοϊκό. Θα τολμούσα να πω ότι αυτό είναι παράδειγμα κορυφαίου ήχου για μελέτη. Στα τελευταία του λεπτά μια «τούπα/τούπα» τυμπανιστική θέση θα του δώσει προσωπείο κομματιού έτσι για το ξεκάρφωμα. Μέχρι το 11 λεπτό που τη σπάει με μια φωνητική εμπειρία και μετατρέπει τον ακροατή σε υποχείριο τους. Εδώ έχουμε την πιο έντεχνη δημιουργία της μπάντας που σχετίζει μουντάδα, συναίσθημα και ανεβάζει τη βελόνα του feeling. Παίξτε το δυνατά και αφεθείτε οριστικά.

Chapter 4-As You Die In The Fire: Ambient φυσιογνωμία με πειραματισμούς στον ήχο της κιθάρας, λίγα φωνητικά πειραγμένα και αρκετά πίσω. Ηχητική απεικόνιση του θανάτου στην φωτιά με το λατρεμένο concept να μην βρίσκει ησυχία, μου θυμίζουν την αρρώστια που έχουν οι Immortal με τα βουνά. Μέχρι που, για μια ακόμα φορά λίγο πριν το τέλος, θα πάρουν τα όργανα για ένα κλείσιμο με το rhythm section ζωντανό και την πλοκή σε ειρμό, ένα Black Metal ηλεκτρικό, φορτισμένο και όσο φασαριόζικο πρέπει.

2011-Book 4

Chapters 1-6: Experimental album compiled from various recordings from the past 5 years. We hope you do not enjoy it, σημειώνει η μπάντα στο Bandcamp. Εδώ λοιπόν θα βρούμε την πιο παράξενη κυκλοφορία των Burning Church Forest, αναλυόμενη σ’ ένα κομμάτι περί τα τρία τέταρτα της ώρας. Πριν μπούμε στο περιεχόμενο θα ήθελα να σημειώσω πως στα δικά μου μάτια, αυτό είναι και το καλύτερο εξώφυλλο απ’ όσα χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα. Είναι βέβαια ένα σκίτσο που δεν απεικονίζει την ζωντάνια της φωτογραφίας (που χρησιμοποιούσαν), μα βγάζει δύναμη κι ένα μοχθηρό αέρα, εκφράζοντας κατά γράμμα το Black Metal.

Έναρξη μέσω μιας άκρατης επιθετικότητας, είναι μια άγονη θέση, δίχως οίκτο, που κόβει το ενδιαφέρον σαν επικίνδυνη τροχαλία σε κίνηση και μοιάζει θανατηφόρα όσο οι σκουριασμένες προεξοχές της. Έτσι απλά οι Αυστραλοί στα πρώτα κιόλας λεπτά διώχνουν τους απαίδευτους και μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά στο ευαγγέλιο του θορύβου. Δίνοντας ζωή σ’ ένα Noise στρώμα που θα έρθει για να εγκαθιδρυθεί με μανία, σχηματίζοντας βόμβους και οργανικές εκρήξεις που βγάζουν μια πομπώδη αύρα. Εδώ τα ουρλιαχτά πλήρως παραμορφωμένα λειτουργούν ως στοιχείο επανάληψης. Αργότερα η θορυβώδης χαράδρα θα μεταγλωττιστεί οργανικά σέρνοντας την πλοκή, μονότονα και βασανιστικά για πολλά λεπτά. Μέχρι να επέλθει ο τριγμός μαυρίζοντας τη ψυχή μας, μετατρέποντας σε κατράμι το απώτερο Είναι μας, για να μη θυμόμαστε το φως, να φτάσουμε στην ζάλη, έλκοντας έτσι την απευκταία για τη ζωή μέγγενη που οδηγεί στο σκότος. Κι έπειτα η λογική εξομάλυνση σε μια εκτός ειρμού ροή, μέχρι ν’ αποκτήσει θεμέλια τυμπάνων και να μπει η κιθάρα σε ογκώδη σχηματισμό σπέρνοντας ολόγυρα την πώρωση με μια βαριά κι ασήκωτη περατζάδα. Στ’ απόνερα της οποίας θα σχηματιστεί ένας βόμβος που πάλλεται και μια λίμνη σχετικής ησυχίας ξανοίγεται μπροστά μας. Ένα κουδούνισμα που προκαλεί πονοκέφαλο σκούζει διαρκώς, γύρω του τύμπανα σε σχηματισμό και τεταμένοι ήχοι από τα έγκατα σηματοδοτούν το ξύπνημα του… βρυχάται πέρα στο βάθος. Βλεννώδες δαιμονικό θα βγει από τα έγκατα του πυθμένα και θα συνεχίσει να κραυγάζει, αργά και σπαρακτικά τα δικά του παράξενα λόγια. Ενώ δίπλα του κάνει σαματά μια μικρή λιτανεία για να το συνοδεύσει. Ως ότου ν’ αποκατασταθεί και πάλι η ηρεμία για να εισβάλει ένα από τα καλύτερα riff που έγραψαν ποτέ, στο βάθος του ορθού μας. Καμία δυνατότητα περιγραφής έπειτα, οι ήχοι και οι αποκλίσεις τους κινούν το σωρό σε αλληλουχίες. Μα για το κλείσιμο θα έρθει ένα ακόμα σημείο, που θα ενώσει διάφορες θέσεις σε οργανικό Low tempo κάνοντας ένα ατμοσφαιρικό πέρασμα που μαγεύει. Δεν ξεχνά τον ύμνο στο θόρυβο, με τον κακό ήχο ως καμβά, πάνω στον οποίο θ’ απλώσει riff και θαμπά φωνητικά. Στο φινάλε θα θυμηθεί πως ξεκίνησε, πράγμα συνετό για τον ψυχισμό του ακροατή. Βέβαια δε μιλάμε γι’ αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί, αλλά για μια ενδοφλέβια ένεση λήθης. Μπας και ξεχάσει με το τέλος της πρώτης ακρόασης, πως εδώ κατάπιε λεβιέ ταχυτήτων νταλίκας.

2012-Book 5

Chapter 1-Underjordiske: Δυναμικό και αρκετά έντονο κομμάτι, βασισμένο στα πρίμα και τον ενοχλητικό τους αέρα. Μουντό και μπουκωμένο με φωνητικά που αγγίζουν σε σημεία την λύσσα του Wrest. Φέρει ρυθμικό μπούσουλα σε τεταμένη έκκριση, αλλά κι ένα φιμε riff σαν υποδιαστολή της συνεχόμενης κίνησης. Αργότερα η σκούρα επίθεση θα χαλαρώσει τα δεσμά του θορύβου επιτρέποντάς του να κυριαρχήσει, αποκαλύπτοντας σιωπηλά όσους ζουν κάτω από τη γη (βλέπε τίτλο). Το κλείσιμο θα γίνει στην ambient δράση των μελετητών του υποσυνειδήτου Abruptum.

Chapter 2-Torturert Av Brann: Τυλιγμένο σε Doom σάβανα και μια έξοχη low tempo δράση περιδιαβαίνει. Τα σάπια του φωνητικά, που είναι αγριωπά και δίχως πυγμή μας μεταφέρουν στη διαδικασία αποτέφρωσης και το βασανισμό μέσα στις φλόγες (δείτε τον αργό τους τόνο..σαν το απομακρυσμένο ουρλιαχτό του βασανιζόμενου). Απαράμιλλη σήψη και πίκρα, σεμινάριο για το τι σημαίνει οργανικό Black Metal με ατμόσφαιρα. Εδώ η μπάντα πακετάρει τον αρνητισμό από λαγούμι σε λαγούμι. Καταφέρνοντας ως και τη διαφοροποίηση από την τυπικότητα, μέσα απ’ αυτό το μαγευτικό riff που γεννιέται από την έναρξη, κάνει παρέα στο ρυθμικό μέρος και δίδει εξωτική αύρα στο κατά τ’ άλλα Raw Black Metal τους. Έξοχο γι’ αυτό που είναι.

Chapter 3-Den Gamle Troen: Οργανική λατρεία σε υπερθετικό βαθμό και minimal ιδέες που θα πορευτούν μονόπαντα στην λεωφόρο της ταχύτητας. Μπροστάρης στη διαδικασία είναι τα φωνητικά που καταθέτουν ψυχή κι εκπέμπουν μανία. Εδώ βασιλεύει η επίθεση, μα η θαμπή χρήση των riff εξακολουθεί να χρωματίζει το album ως κρυφός φωτισμός. Μια συνετή επιλογή πλοήγησης, τηρουμένων των συνθηκών και της άκαμπτης θέσης που ζει το ρυθμικό μέρος. Η παλαιά πίστη δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί καλύτερα.

Chapter 4-Onde Trollkjerringer: Αν η μετάφραση στ’ αγγλικά είναι σωστή, το κομμάτι έχει τον τίτλο «Διαβολική παλιόγρια» και λειτουργεί έτσι ακριβώς, στέλνοντας χολοσκασμένες κατάρες ολόγυρα. Τα φωνητικά είναι ακόμα πιο κοντά στο ύφος του Wrest (πάντα μιλώ για την Demo εκδοχή της φωνής του) και το μουσικό μέρος θα πιάσει τις απαιτούμενες ταχύτητες με περισσή οργή και δύναμη αγγίζοντας την θορυβώδη εκδοχή που το κάνει να μοιάζει Live, χαοτικό και τα συναφή. Τα φωνητικά στο τέλος θα βγάλουν κάτι παράξενες κραυγές, αποτυπώνοντας την κακία της παλιόγριας και σ’ εσωτερικό επίπεδο.

Chapter 5-Gutten Som ødela Verden: Αργό και παραπληγικό θα ξεροτηγανιστεί σε ανάλογο riff αναδύοντας αρώματα. Έπειτα θα πέσει το λάδι του ρυθμικού καταποντισμού, κλασικά μετά το πεντάλεπτο για να θυμηθούμε και το παρελθόν της μπάντας, πιάνοντας άμεσα χιλιόμετρα κι εξάγοντας το ανάλογο feeling. Αργότερα θα επανέλθει στο αργό του τσιτσίρισμα εμποτίζοντας τη θαμπή ατμόσφαιρα που έλειπε απο το υπόλοιπο album. Δεν θα μείνει όμως εκεί και θα παρεκτραπεί εκ νέου σιχτιρίζοντας με περισσή μανία μέχρι το αποτρόπαιο τέλος με τα παραμορφωμένα φωνητικά σε οχλαγωγία και την αρμονική ambient ολοκλήρωση. Σ’ ένα βαθμό εδώ έχουμε το πιο παράξενο κομμάτι του Book 5 που μας μεταφέρει την ιστορία του αγοριού που κατέστρεψε τον κόσμο.

Αυτό είναι το πρώτο album της μπάντας που δεν έχει στο εξώφυλλο κάποια εκκλησία σε δάσος, ενδεδυμένη φλόγες. Παράλληλα πέραν του τελευταίου κεφαλαίου ζει σε τεταμένη επίθεση, χωρίς ατμοσφαιρικές αναζητήσεις και παράξενα μοτίβα, αλλάζοντας για μια ακόμα φορά τον δρόμο πλεύσης των Αυστραλών, με το θετικό πρόσημο να χαρακτηρίζει κάθε βήμα τους απο τα Late zeros μέχρι και σήμερα.

Στη σελίδα τους στο bandcamp υπάρχει και μια χαριτωμένη σημείωση για το Book 5 γραμμένη στα Νορβηγικά, η οποία λέει: «sanger basert på norske historier. Vi beklager dårlig oversettelse. vi kun snakker engelsk. Hvis du ikke liker dette kan du gå til helvete og utføre Munnsex på Satan» και σε μια ελεύθερη μετάφραση μάλλον σημαίνει «Τα τραγούδια είναι βασισμένα σε Νορβηγικές ιστορίες. Ζητούμε συγγνώμη για την κακή μετάφραση αλλά μιλάμε μόνο Αγγλικά. Αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να πάτε στην κόλαση και να κάνετε τσιμπούκια στο Σατανά».

Σε τέτοιες μπάντες το συμπέρασμα είναι άκομψο. Αλλά επειδή διάλεξα ένα παράξενο τρόπο ανάλυσης της κατάστασης που δημιουργούν μουσικά, οφείλω να σημειώσω τα παρακάτω: Οι Burning Church Forest έχουν διαλέξει έντεχνα τον δρόμο τους, παίζοντας Raw Black Metal χωρίς να ξεχνούν τις οργανικές ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, τη παράνοια και την φαντασία. Δημιουργούν νέα album έχοντας καινούριες ιδέες αλλά και νέους στόχους, χωρίς να ξεχνούν πως εκπροσωπούν τον πρωτόλειο οργανικό ήχο και τον περιορισμό των εφαρμογών ηχητικά. Τέλος δεν το κουνάνε ρούπι από το συνεκτικό concept των Book κυκλοφοριών και της «true» ασπρόμαυρης εικαστικής θέσης. Μπείτε στη φάση τους μόνο αν είναι να παραμείνετε, αλλιώς μην μπείτε καθόλου.

2010-Irisblind-Archaeopteryx

Posted in Δεκέμβριος 2010 on Νοέμβριος 6, 2011 by Plunderer

Οι Irisblind είναι το solo project του Jonathan Mizzi και μας έρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό είναι το ντεμπούτο full-length, μια ανεξάρτητη κυκλοφορία που έκανε μόνος του εξολοκλήρου και κυκλοφόρησε στο τέλος του 2010. Το Archaeopteryx είναι από τα λιγοστά album που βρίσκεται ακόμα, ένα χρόνο τώρα, θαμμένο μακριά ακόμα και από τ’ αμυδρά φώτα του underground, το οποίο σημαίνει ότι δεν θα βρεθεί εκεί έξω προς τσεκάρισμα, ότι η μπάντα απέκτησε Metal Archives με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και πως εγώ προσωπικά κράδανα για καιρό ένα promo cd χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα από πού ξεφύτρωσε. Για μια ακόμα φορά τη λύση έδωσε ο γνωστός συντάκτης (*) του Underground Kommandoz που μας ενημέρωσε σχετικά στο τεύχος 318 του Metal Hammer. Τουλάχιστον κρατώ σε προσωπικό επίπεδο μια διαδικασία ψαξίματος που με οδήγησε πολλά χρόνια πίσω, ένα μικρό-ρομαντισμό διαρκείας με highlight το υπερζουμάρισμα και τον μεγεθυντικό φακό που χρησιμοποίησα για να δω τους τίτλους των κομματιών από μια φωτογραφία του Mizzi στο Myspace… δεν τα κατάφερα, αλλά μέτρησε η διαδικασία.

Στο Archaeopteryx θα βρούμε μια ιδιαίτερη και συνεκτική μουσική ένωση από διάφορα metal genres. Ο Βρετανός είναι δοσμένος στην σύνθεση και έχει κάνει πολύ μεγάλη προσπάθεια να οδηγήσει κάθε κομμάτι σε μεμονωμένο στόχο, χωρίς να ξεχνά την ατμοσφαιρική ομοιογένεια που τελικά επιτυγχάνει. Η βάση της σύνθεσης είναι μια γευστική στρώση prog Death Metal που δίνει στο περιεχόμενο μια παράξενη μυρουδιά. Πάνω σε αυτή την βάση θα βρούμε ν’ αναπτύσσετε μια black metal αισθητική που καταλήγει σε μια αρμαθιά επιρροών από την λεγόμενη ορθόδοξη κολεκτίβα, με τις αναμενόμενες αναφορές στους Deathspell Omega κρυμμένες μέσα σε riff και απροσδιόριστους αρπισμούς (The Beating Of A Billion Locust Wings & Spark The Nebula). Μέσα στην δομική ουσία των συνθέσεων ο Mizzi βάζει από Thrash θέσεις και Heavy τάσεις δοσμένες ακόμα και με solo, μέχρι ambient καταστάσεις και post βάδισμα που υποβόσκει. Η πορεία του album είναι κυλιόμενη κρατώντας το feeling και τα τεχνικά χαρακτηριστικά σε ισορροπία. Έτσι με ιδιαίτερη μαεστρία καταφέρνει να σπείρει το τεχνικό του θεώρημα και αυτό να περιοδεύει ειρηνικά γιατί έχει συνδεθεί πλήρως με τα Vibes, προς τέρψη του ακροατή συναισθηματικά. Τα τύμπανα είναι γραμμένα περίπου σαν τους δικούς μας No Hand Path ενώ τα φωνητικά κρατούν έναν δευτερεύοντα ρόλο χτίζοντας τη ροή, ακόμα και όταν θα επιτεθούν με Black, Death ή ακόμα και Thrash απολήξεις, που συνεπαίρνουν μέσα στην παραζάλη. Θα πρέπει ακόμα να σημειώσουμε το πλουραλιστικό σουλατσάρισμα στο Vacuum Decay και την instrumental αναπνοή του Spiralling Away From The Earth. Ακόμα να θυμηθούμε τις ελεύσεις του μπάσου στο Spark The Nebula και το ατμοσφαιρικό Death Metal μελωδικό μοτίβο στο Thira.

Αξιοπερίεργο δημιούργημα για μια ανεξάρτητη κυκλοφορία μιας και κυνηγά άμεσα το όραμα της αρτιότητας. Ο Βρετανός κατευθύνει το ρυθμικό του άρμα στη δεξαμενή με τις ιδέες και προσπαθεί με χημικό τρόπο να φτάσει σε βρώσιμο αποτέλεσμα. Οι Irisblind εντυπωσιάσουν προτρέποντας τον ακροατή να τους ακολουθήσει στο ασυνήθιστο αυτό ταξίδι με στόχο μια υπέροχη βόλτα. Το Archaeopteryx προσπερνά με ταχύτητα κλισέ και γενικότητες ιχνηλατώντας πολλά μουσικά μέτωπα για να καταλήξει κρατώντας ως κόρη οφθαλμού το περιεχόμενο. Εδώ έχουμε μια γενικευμένη μουσική κατεύθυνση με σύνολο τουλάχιστον άξιο προσοχής, κάντε το Bookmark o καιρός γαρ εγγύς…

2010-Caedes Cruenta-Skies Daimonon

Posted in Δεκέμβριος 2010 on Νοέμβριος 3, 2011 by Plunderer

Οι Αθηναίοι ξεκίνησαν με το Demo Resurrection Of The Dead το 2004 και έπειτα προχώρησαν με αργά και σταθερά βήματα μέχρι την έναρξη των 10’s, για να κάνουν την πρώτη ολοκληρωμένη τους προσπάθεια. Οι Caedes Cruenta (που σημαίνει μακελειό στα λατινικά) έρχονται να μας ανταμώσουν μέσα από τις σκιές των αρχαίων δαιμόνων, θεών που αν και κατοικούν σ’ ένα σκοτεινό και ομιχλώδες παρελθόν δεν έχουν κανένα ενδοιασμό να εμφανιστούν μπροστά μας γεμάτοι πηγαίο μίσος και μοχθηρή διάθεση αποδίδοντας γνήσιο Black Metal με τρόπο απλό, κατανοητό και προπαντός γνήσιο και αληθινό.

Η μπάντα ξεκινά την εξιστόρηση δομώντας έναν παγωμένο και μονότονο ευθύγραμμο κλοιό, γύρω του σπέρνει μελωδικά riff χωρίς αυτός να διασπάται και καλεί την σύμπραξη άλλων δυνάμεων με ικανότητα, την διάνοιξη της μέγγενης του σκότους για ν’ αναπτυχθεί το feeling. Υγρό σκοτάδι με μικρές δόσεις ελπίδας, εδώ η επιθετικότητα και η αμεσότητα είναι τα θεμέλια έκφρασης και μάλιστα ενοποιούνται σταδιακά εξωτερικεύοντας συναισθήματα που ως τότε ζούσαν φιμωμένα. Το Black Metal τους συνδυάζει ομαλά τις πρώτες ημέρες της ελληνικής σκηνής και το ατέρμονο Νορβηγικό riffing και attitude, παράλληλα ρέει σαν ομοιογενές σύνολο χωρίς κανένα μέρος του να μπλοκάρει την διαδικασία. Τα χνώτα των Caedes Cruenta βρομούν από την early τεχνοτροπία και το Cult θεώρημα, εναρμονίζοντας επιρροές και επιδιώξεις για να σχηματίσει ένα old school πέπλο σαν αύρα να τους σκεπάζει. Μέσα σε αυτό το πεδίο μάχης η μπάντα έχει όλο το πλάτος και μήκος να παρουσιάσει τις ιδέες και τα πάθη της εφορμώντας σε διάφορα σημεία του μαυρομεταλικού χάρτη. Αν θέλουμε μια περιγραφή του ήχου, εδώ θα βρούμε την ξεροκεφαλιά αλλά και το λατρεμένο ύφος των Judas Iscariot σε σύμπραξη με την μελωδία των early Rotting Christ τόσο σε riff όσο και σε σημεία των φωνητικών. Η straightforward οπτική είναι έντονη σε κομμάτια όπως το Eosphorus αλλά και το ομότιτλο που θα μας αγγίξει λίγο παραπάνω λόγω των ελληνικών στίχων και της παθιασμένης ερμηνείας του (ακούσετε το). Οι Caedes Cruenta συναισθηματικά θα γίνουν αντιληπτοί σταδιακά μιας και η θεματολογία τους διαφοροποιείται κομμάτι με το κομμάτι, χωρίς όμως ν’ αποστασιοποιείται από την λογική πορεία και τα σκοτεινά black metal θέματα. Στις συνθέσεις θα βρούμε θεμιτά κόλπα όπως low tempo ρυθμούς σαν το Cold Eternal Night που θα μας πάει με μια δρασκελιά ίσα στα mid 90’s. Στα Highlight βάλτε το Religion Of Blasphemy που σου κολλά στο μυαλό με την πρώτη ακρόαση, το κορυφαίο riff του Maccabre Sacrifices Beneth The Hollowed Graves και τα καθαρά a la Zephyrous φωνητικά του Into The Ashes Of The Unforgotten Woods.

Αν και δεν έχει γίνει ακόμα κτήμα του ακροατηρίου η στήριξη προς την ελληνική σκηνή είναι πλέον επιβεβλημένη. Δεν αναφέρομαι σε καμιά συνεπαγωγή καταστάσεων που πλαισιώνουν γνωριμίες, φιλίες και επαγγελματικά σπρωξίματα (χα!), σημεία που το ρεντίκολο η κοινωνία μας ρολάρει επι δεκαετίες. Αντίθετα αναφέρομαι σε μια απλή παραδοχή της αξίας των προσπαθειών όπως το ντεμπούτο album των Caedes Cruenta. Η ατμόσφαιρα και η γοητεία του Black Metal εκπέμπεται ψυχικά και πνευματικά από το Underground προπύργιο και εμείς οφείλουμε όχι μόνο την ακρόαση αλλά και την συνταύτιση, τα επόμενα είναι θέμα χρόνου.

«Ψίθυροι ξετυλίγονται καθώς ο αγέρας λυσσομανεί. Μνήμες του γέροντα απλώνονται από την μακρινή γη»

2010-Skogen-Forbannet Inn Isolation’s Stein

Posted in Δεκέμβριος 2010 on Οκτώβριος 21, 2011 by Plunderer

Περάσαμε τριάντα μέρες αυτοεξορίας στην έρημο μέσα σε μια πέτρινη φυλακή, άεργοι μόνοι και καταραμένοι. Στα απάνεμα και ατελείωτα βράδια γνωρίσαμε καλά την απομόνωση. Μετά από αγώνα ολκής, την πιάσαμε και την πνίξαμε με τα ίδια μας τα χέρια, εκείνη λίγο πριν εξατμιστεί στο άπειρο όπου και ανήκει μας ψιθύρισε στο αυτί τα υποχθόνια κίνητρα πίσω από κάθε ανθρωπινή πράξη. Μερικές φορές η μαγεία είναι μπροστά στα μάτια σου κι όμως δε μπορείς να την δεις, γιατί τα μάτια σου είναι θαμπά, έμαθαν να κοιτάζουν και όχι να βλέπουν. Ίσως πάλι αυτή η μαγεία είναι το δώρο της μοναξιάς, μια συναισθηματική απεικόνιση της ζωής που θωρούν όσοι περνούν αυτό το κατώφλι. Είναι μια μικρή παρακέντηση στο υποτιθέμενα πραγματικό, μια μικρή χαραμάδα στο ουσιώδες, ένα ψήγμα γνήσιας αίσθησης, σπιθαμή πραγματικής ελευθερίας. Οι Έλληνες Skogen (σημαίνει δάσος σε Νορβηγικά & Σουηδικά) έκαναν μέσα στο 2010 το πρώτο τους βήμα, μια ανεξάρτητη κυκλοφορία που έχει τη δύναμη να μιλήσει αυτόνομα για το Black Metal. Ένα Black Metal δυνατό και άγονο με πυγμή και σθένος, χωρίς καμιά ωραιοποίηση και καμουφλάζ αισθητικής, τοποθετημένο επάνω στις παλιές βάσεις και τον τρόπο ροής αλλά με ιδιαιτερότητες στα θεμέλια δράσης.

Καλώς ήρθατε στα ριζά του είδους, εδώ σας περιμένει το ευθύγραμμο ρυθμικό μέρος που καλπάζει περνώντας τα τάστα με μονοκοντυλιά. Ο ήχος είναι minimal και παράγει ταχύτητες στηριζόμενες στον δυναμισμό, δημιουργώντας έναν φθονερό μαυρομεταλικό συρφετό. Στις στιγμές που αναπνέει ραντίζει με πνευματικό ύδωρ τις εσωτερικές μας καταβυθίσεις μέχρι να λάμψει και πάλι η ανωτέρα διαδρομή. Ο Nyarlathotep είναι όνομα και πράγμα λειτουργώντας σα μανιασμένος μεγάλος παλαιός με τρελαμένη ταχύτητα, τα τύμπανα είναι γραμμένα πολύ μπροστά και μοιάζουν με ραπτομηχανή στην εξωτερική στοιβάδα κρούσης, ακόμα και στα σημεία που υπερβάλουν οδηγούν τον ακροατή σε κίνηση αλλά και μια περίεργη νόηση, κάτι μέσα του ενοχλείται πολύ. Ο Kathgor στα φωνητικά ουρλιάζει σα πνιγμένος, με υστερικές στριγκλιές, με αναρρόφηση, με λαρυγγικούς αλαλαγμούς, με παράξενες κραυγές. Αλλά και αλλιώς, με low-tempo γρέντζο, σε μια παράλογη ηχητική απεικόνιση grim βαθιάς άρθρωσης, με μελωδικό στοίχειωμα ως την παρανοϊκή νότα στο τέλος της κραυγής. Οι κιθάρες έχουν διπλό ρόλο, από την μια πλευρά τραβούν την ανηφοριά μιας ευθύβολης πορείας, μοιάζουν με διάνυσμα ευθυτενές, εκκρίνουν αδρεναλίνη, σκεπάζουν με αισθήματα, μια εικόνα Νορβηγίας μουντή και ξερή αλλά μελωδική με ορμή και πάθος. Από την άλλη πλευρά αναλαμβάνουν δράση, κάνουν σκέρτσα με αναθυμιάσεις, αγγίζουν με τζούρες που σκοτώνουν και τέλος ξεσηκώνουν τις φλούδες μιας ύπαρξης που μοιάζει να ξέχασε το αρχαίο μεγαλείο. Το Forbannet Inn Isolation’s Stein είναι διανθισμένο με υπέροχα και μεγαλοπρεπή samples, με αλλαγές που πωρώνουν, το σύνολο αναπνέει θειάφι και βήχει αέρα ανανεωτικό, καμιά θαλπωρή, κανένα πέρασμα ρομαντικής ευκολίας, κοπανήματος ευαγγέλιο, άβυσσος για μετεωρισμό, Black Metal με νόημα, με άποψη και στόχο.

Καλώς ήρθατε στη μαυρομεταλική επετηρίδα, μια έντονη έκφραση, που δεν νιώθει άνετα μέσα σε καλλωπισμένες καταστάσεις, δεν ζητά υποστήριξη, δεν αισθάνεται πως μειονεκτεί. Που δρα και δεν ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις, που γράφει στο εσωτερικό του δισέλιδου booklet “Hail To Old School Black Cult Metal!!!”, που στο εξώφυλλο έβαλε χεράτη ζωγραφιά να περιγράψει την αλήθεια της, με θάρρος και απαξίωση στο σορό. Από τα έγκατα της λεγόμενης μιζέριας χαιρετίζω τους ανθρώπους που λένε πως έχουν ζωή, εδώ με τον εαυτό δεμένο χειροπόδαρα ατενίζω το αέναο σκότος κάνοντας μια γκριμάτσα που μιμείται το χαμόγελο της ευτυχίας τους.

2010-Inflabitan-Wanderer Of Grief

Posted in Δεκέμβριος 2010 on Μαρτίου 21, 2011 by Plunderer

H ελληνική Kyrck Productions εξακολουθεί να κάνει κινήσεις στην βάση του αρχικού σχεδίου που ξεκίνησε εδώ και μια πενταετία. Η κεντρική ιδέα είναι να φέρει στο φως κυκλοφορίες που έγιναν σε demo tapes ή σε περιορισμένη κοπή cd και χάθηκαν στην underground αφάνεια και τις παρατημένες συλλογές. Οι Inflabitan ήταν μια από αυτές τις μπάντες, δημιουργήθηκαν από τον Sigmund ‘Inflabitan’ Hansen (ο οποίος αργότερα θα παίξει ένα φεγγάρι στους Strid και μετά στους Dødheimsgard για τις ανάγκες Live ως session) πίσω στα early 90’s και έκαναν δυο αυτοχρηματοδοτούμενα demo tape την περίοδο ’93-’94. Από όσο μας ενημέρωσε το site της Kyrck τα demo αυτά έφερε πάλι στο φως ο Vicotnik, για την ιστορία οι Inflabitan θα κυκλοφορούσαν το 1996 ένα split μαζί με τους Lamented Souls & τους Old Man’s Child απο την Misanthropy Records στο οποίο τα τύμπανα έπαιζε ο Agressor (Aura Noir/Ved Buens Ende) κάτι που τελικά δεν συνέβη.

Το παρόν cd εμπεριέχει τ’ άπαντα της μπάντας αλλά ξεκινά την παρουσίασή τους με την αντίστροφη χρονολογική σειρά. Αρχικά λοιπόν θα βρούμε τα Endovern & Illusjonen στα οποία παίζει τύμπανα ο Agressor και προορίζονταν για το split που δεν έγινε. Αξιοπρόσεχτο Νορβηγικό black metal με την μελωδία και την παγωμένη ατμόσφαιρα όπως μας το έμαθαν οι πρώιμοι Satyricon, Gehenna και Ancient. Τα riff ανοίγουν εύκολα εκείνο το παλιό λεύκωμα με τις φωτογραφίες από τα Νορβηγικά δάση, ενώ τα πλήκτρα φειδωλά τις βοηθούν να ζωντανέψουν. Κατάλευκο χιονισμένο τοπίο και μακρινές καταπράσινες οροσειρές. Παύσεις και αλλαγές με το μπάσο και τα φωνητικά του Sigmund να τα λένε ολόσωστα και πνιχτά. Επικά περάσματα και μακρόσυρτα riff αγκαλιάζουν βουνά και πετούν πάνω από ραχούλες, μέσα σε λίγα λεπτά θα βρεθείτε και πάλι κοντά σ’ εκείνες τις μελωδίες που έδιναν αυτό το επιβλητικό, σαφές, ξεκάθαρο και ανόθευτο συναίσθημα συγκίνησης. Το ειλικρινές και παραμυθένιο θα συνεχιστεί και στα δυο επόμενα κομμάτια (Profetens Månedans & Sweeping Sorrow. Wanderer Of Grief) που θα περιελάμβανε η δεύτερη κασέτα (πιθανώς θα έβγαινε το 1994) τα οποία έχουν και αυτά την ικανότητα και το ειδικό βάρος να μας ταξιδέψουν σε κόσμους μυθικούς με τον τρόπο που το έπραξαν και οι μαυρομεταλικοί τους πρόγονοι. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αλλάζουν αρκετά μιας και πάμε ακόμα πιο πίσω στο παρελθόν για να συναντήσουμε τα έξι κομμάτια του πρώτου demo. Εδώ δεν έχουμε κάτι στα επίπεδα όλων των παραπάνω αλλά μια συμπληρωματική προσάρτηση στο εν λόγο collection με τις πρώτες ιδέες του Hansen, όπως μπορείτε να φανταστείτε για demo του 1993 θα βρούμε τίγκα μονοδιάστατα riff και πειραγμένα φωνητικά σε μια αρχική και απλοϊκή black metal κατάσταση με επιρροές από τα πρώτα Darkthrone & Burzum, από αυτά ξεχωρίζει το Sønderknust για το riff του.

Το Wanderer Of Grief είναι μια κυκλοφορία θησαυρός για το είδος και μακάρι να βλέπαμε συχνά τέτοιες προσπάθειες ώστε να καταφέρουμε να μαζέψουμε την ιστορία αυτής της μουσικής και να διατηρηθεί όπως της αρμόζει. Δεν έχω κανένα σκοπό να τοποθετήσω τους Inflabitan σε κάποιον χάρτη καλυτερότητας ή μιας παραπάνω προσοχής επειδή κοπάνησε δέκα λεπτά κάποτε τα τύμπανά τους ο Carl-Michael. Εδώ έχουμε απλά κάτι που ήταν παρατημένο σε κάποιο δωμάτιο για μια δεκαπενταετία και τελικά μας ήρθε σαν δωράκι. Μέσα από αυτό μπορούμε ν’ αντλήσουμε πληροφορίες και να βιώσουμε τα συναισθήματα που μας γέννησε αυτός ο ήχος κάνοντας μια εξαίσια βόλτα.