Archive for the Δεκέμβριος 2011 Category

Utuk-Xul

Posted in Δεκέμβριος 2011 on Μαρτίου 25, 2014 by Plunderer

??????????????Στο Black Metal υπάρχουν δεκάδες φωτογραφίες σαν αυτή. Η συγκεκριμένη όμως θα χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα, γιατί οι εικονιζόμενοι έπιασαν το παραδοσιακό μονοπάτι στη δεκαετία του 90 και δεν το παράτησαν μέχρι σήμερα. Μπορεί σαν πόζα να είναι πασίγνωστη και σπουδαία για την αισθητική του Είδους, αλλά η ερμηνεία της δεν έγινε ποτέ αντικείμενο στοχασμού. Στις παλιές μέρες ας πούμε, κυριαρχούσε η πλακατζίδικη διάθεση, όπως κάποιος που είχε πει κάποτε, πως η στάση του Paul Ledney στο εξώφυλλο του Dethrone the Son of God μοιάζει σα να κρατά αόρατα πορτοκάλια. Προσωπικά δε αδικώ καμιά προσπάθεια ερμηνείας, γιατί το απλό είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψει κανείς και τελικά ο χαβαλές είναι μονόδρομος. Η παραπάνω εικόνα ξυπνά κάτι από το αβίαστο παρελθόν του Black Metal. Εδώ έχουμε μια στάση σώματος, ακίνητη και παραστατική. Θα έλεγα λοιπόν, πως το χέρι στην grim αφετηρία (όπως το είχα βαφτίσει στα κείμενα για τους Burning Church Forest και Rhinocervs) αποδίδει την πρωτόλεια αίσθηση της απειλής, μοιάζοντας με το γράπωμα του αρπακτικού. Ωστόσο η κίνηση προς τα πάνω, υποδηλώνει την έλευση μιας αόρατης δύναμης. Σημείο που στην αισθητική του Black Metal έχει αποδοθεί σταράτα με τη σκοτεινή θεματολογία. Παράλληλα εδώ υπάρχει μια μεταβολή στη κράση του ανθρώπινου σώματος. Οι μύες τεντώνουν προκαλώντας γωνίες που κάμπτουν τ’ ανθρώπινα μέλη και ζωγραφίζουν μια γκριμάτσα ζοφερότητας στο πρόσωπο. Αυτή είναι μια απλή περιγραφή της παραδοσιακής πόζας του Black Metal που πάντα έχει πάθος, θέλοντας να προσφέρει τρόμο για το σκοτάδι και όσα αυτό γεννά στην ανθρώπινη φαντασία. Το σπουδαίο όμως με τις φωτογραφίσεις των μελών μιας μπάντας είναι πως από τα πρόσωπα και τη στάση τους μπορείς να συλλάβεις ορισμένα από τα στοιχεία της μουσικής τους. Κάθε τέτοια φωτογράφιση συμμετέχει, άθελά της, σε μια παράδοξη μάχη. Έναν χαριεντισμό μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το συνολικό αίσθημα που προσφέρει στον ακροατή, γέρνει την τραμπάλα προς το σοβαρό ή το αστείο, αποκαλύπτοντας πολλές φορές τη μουσική δεινότητα ή αστειότητα του περιεχομένου. Στο κείμενο για τους Master’s Hammer είχα σημειώσει «για να θεωρήσουμε μια μπάντα Cult πρέπει να εκπέμπει μεταφυσικά, σχηματίζοντας αλλοτινές ατμόσφαιρες οι οποίες με την δική τους σειρά σκορπίζουν αλλόκοτα συναισθήματα. Παράλληλα θα προεκτείνει όλο το παραπάνω λαμβάνοντας μια χύμα στάση, χωρίς προσποιητό attitude, αποδεικνύοντας ότι δεν παίρνει και πολύ σοβαρά τον εαυτό της, εκφράζοντας όσα θα ήθελε τόσο με χιούμορ όσο και μέσα από στεγανά ή στερεότυπα. Η μπάντα μέσω της Cult διάστασης θα συμπεριφερθεί σαν να μην της καίγεται καρφί, έχοντας ως δόγμα το πηγαίο, το ενστικτώδες, το αυθόρμητο αλλά και το αφελές. Βέβαια όλα αυτά θα γίνουν χωρίς καμία επιτήδευση, με άνεση και μπρίο μιλώντας με κάθε ειλικρίνεια τον ακροατή». Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία ως σημεία επισκόπησης ενός μοντέλου δράσης, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δυο βασικά μέλη των Utuk-Xul εκφράζουν μέσα από τη στάση και το ύφος τους ισόποσες δόσεις σοβαρού και αστείου, τοποθετώντας την τραμπάλα του χαριεντισμού των δυνάμεων σε ισορροπία. Κάπως έτσι αγγίζουν το νυμφώνα της Cult αισθητικής.

Πίσω στο τέλος της δεκαετίας του 90 κάθε πικραμένος που γούσταρε το Black Metal ξεκίνησε τη δική του μπάντα. Με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι έχαναν το ενδιαφέρον τους, αποδεικνύοντας πως ήταν απλά ένα καπρίτσιο, σβήνοντας στη λήθη του χρόνου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν την δική τους ιστορία και οι εν λόγω Κολομβιανοί, την περίοδο 94-97 με τ’ όνομα Dies Irae. Από εκείνη την πρώιμη περίοδο δεν έχουμε κάποιο μουσικό ίχνος, μιας και απέβη άκαρπη η αναζήτηση του χαμένου Demo The Law Is for All, που λέγεται πως κυκλοφόρησαν το 1995. Όταν τα 90’s άρχιζαν να ολισθαίνουν προς τα 00’s και πιο συγκεκριμένα το 1997 αλλάζουν όνομα σε Utuk-Xul ξεκινώντας μια νέα ιστορία που θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Το πρώτο το τους Demo είχε σαν τίτλο τ’ όνομα της πρώτης μπάντας Dies Irae, εμπεριέχοντας κάποια κομμάτια από την εποχή 94-97. «Μουσικά» έμπαινε με τα μπούνια στην Raw ευτυχία. Μικρά μονότονα κομμάτια με το ρυθμικό μέρος σε πανσέληνο δράσης και τη φωνητική συστοιχία, ισχνή μα πειστική να ζαλίζει κάπου στο βάθος. Το μπάσο είναι γραμμένο πολύ μπροστά οπότε γίνεται κατανοητό, ενώ τα τύμπανα πιάνουν το μοντέλο ταπεράκια και φτάνουν στη μεταλλική κατάληξη (για όσους καλιγούλες σαν εμένα, αρέσκονται ακόμα σ’ αυτή τη συνδυαστική ατεχνίλα). Πάνω απ’ όλα όμως εδώ υπήρξε ένας Salamander που σκορπά μια χούφτα riff αναπτέρωσης. Είχαν τη δύναμη ν’ ανυψώνουν τα κομμάτια, αλλάζοντας κίνηση στη μονοκόμματη πορεία. Η προφορά της λέξης darkness (ως ντάρνες) στο Invokation of Satan (θα ήθελα να είναι γραμμένο με «k» από ορθογραφικό λάθος της μπάντας και όχι από κάποιο τυχαίο λάθος του καταχωρητή στο Metal Archives.) αλλά και του ύφους στα intro & outro αγγίζουν το μεγαλείο της εκφοβιστικής αναπαράστασης.

2002-Southern Legions Of Satan

Folder

Ο καιρός περνά, το ημερολόγιο γράφει Οκτώβριος 2002 και οι Utuk-Xul κυκλοφορούν ένα Split με τους συντοπίτες τους Thy Antichrist, οι οποίοι έχουν καταγωγή από το Medellín της Αντιόχειας. Πρωτοεμφανιζόμενοι κι εκείνοι, σμίγουν για την μεγιστοποίηση της επίθεσης. Ο τίτλος του Split ήταν Southern Legions of Satan με τις μπάντες έχουν και τον δικό τους τίτλο πλευράς. Possessed by my own Satan (Thy Antichrist) & The Spirit of the Abyss (Utuk-Xul). Όπως βλέπετε στα εξώφυλλα η αισθητική τους έχει ως αφετηρία τη σκοτεινή θεματολογία του Heavy Metal. Χρησιμοποιούν έγχρωμο καμβά για να ζωντανέψουν από μια δαιμονική παράσταση το καθένα. Η οπτική των Thy Antichrist ήταν παραδοσιακή, έπαιζαν ένα σκοτεινό Heavy Metal με Black φωνητικά, γεμάτο μελωδικά riff που γλεντούσαν τη θηριωδία. Ωστόσο δεν ήταν διόλου κακοί σε αυτό που έκαναν, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό ακόμα και τα solos. Οι Utuk-Xul χρησιμοποιούν τα κομμάτια του Demo, παρέα μ’ ένα νέο Intro κι ένα νέο κομμάτι, το δυναμικό Typhared. Το βασικό κόλπο ήταν πως άλλαξαν την παραγωγή, βγάζοντας παραέξω τις κιθάρες για να συντηρήσουν την Heavy Metal πανδαισία μπροστά από τη σκοτεινή διάσταση. Έντονοι κι επιθετικά διακείμενοι σφίγγουν τη δράση τους μέσα στο μονοκόμματο, ξεχειλίζοντας από όρεξη και πάθος για δράση. Ένα split με retro ρεμβασμούς, ιδανικό για όσους ξεχνούν μέσα από τη παραζάλη των νέων τάσεων, πως ηχούσε η μουσική αυτή πριν από μια ντουζίνα χρόνια.

2003-The Goat Of The Black Possession

First

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2003 και το ντεμπούτο τους The Goat of the Black Possession, αφιερωμένο από τη μπάντα στον εκλιπόντα «Eternal Warrior» Salamander. Το εντυπωσιακό με τα τότε χρόνια, που internet υπήρχε αλλά δεν μπορούσε ακόμη να βγάλει προς τα έξω τη μουσική, ήταν η συνέχιση της εφαρμογής ενός τρομερού αξιώματος. Τ’ όνομα του θα μπορούσε να στέκει σα παράφραση μιας θεμελιώδους αρχής της φυσικής επιστήμης, ως η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)». Βλέπετε το album αυτό μπορεί να κυκλοφόρησε από τη Hell Attacks Productions το 2003 στην Κολομβία, αλλά έγινε γνωστό στην Ευρώπη με την επανακυκλοφορία του από τα Ολλανδικά label Displeased Records & From Beyond Productions. Για να το δούμε και σε παράδειγμα, το κείμενο που είχε γράψει ο Τόλης Γιοβανίτης για το εν λόγω album στο Underground Kommandoz, δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2005 στο Metal Hammer κι ανέφερε: «Πείτε με υποκειμενικό καραγκίοζη, αλλά αδιαφορώ. Το Intro και Outro του εν λόγω δίσκου με το εκκλησιαστικό όργανο και τη σατανική επίκληση στα ισπανικά, απλώς σ-π-έ-ρ-ν-ε-ι!!! Κατά τ’ άλλα, έχουμε τυπικό τέζα απολίτιστο κολομβιανό black/death που έχει κολλήσει στα late 80’s-early 90’s και δε λέει με τίποτε να βάλει μυαλό. Καταιγιστικοί ρυθμοί κι ατσούμπαλο grinding που ακούγονται περισσότερο σαν συμπτώματα overdose από αγνή νοτιοαμερικάνικη κοκαΐνη και μια παραγωγή που ίσως έβαζε ακόμη και τους Φιλλιπινέζους Kratornas σε σκέψεις… Οι γνωστοί-άγνωστοι μερακλήδες λοιπόν, ας κάνουν τα κουμάντα τους. Τούτος ο καφές τσιτώνει εγγυημένα. Saludos Satanas!». Εδώ λοιπόν έχουμε μια παρουσίαση που γίνεται με δυο χρόνια καθυστέρηση, με τη μπάντα να κερδίζει πόντους αφάνειας, την γνήσια μαυρομεταλλική αίσθηση του κρυμμένου μυστικού, που ζει μέσα στις παράξενες ψαλμωδίες και τη ξεροκεφαλιά δράσης. Εκεί λοιπόν έρχονται οι μερακλήδες, που κάλεσε ο Τόλης να επαγρυπνούν. Αρχίζουν που λέτε να σκάβουν αδιάκοπα και με γυμνά χέρια τις κρύπτες του underground. Αργά ή γρήγορα, αλλά με μια επιπλέον καθυστέρηση, οι περισσότεροι από εμάς ακούσαμε αυτό το δίσκο, εκτιμώντας τον κατά διάνοια. Συνεπώς η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)» ισούται με την αποσιώπηση του δημιουργού, προς όφελος του περιεχομένου του. Γιατί από τη θέση της επισκότισης θα δρα στο ποίμνιο σα νεφελώδη ιστορία, κερδίζοντας πόντους μυστικισμού. Οι οποίοι θα κάνουν λίγο πιο απολαυστική την ακρόαση σαν έρθει η ώρα. Σαν συναίσθημα είναι μια προσμονή, αίσθηση που υποσυνείδητα εμπλουτίζεται με προσδοκία και δυο σταγόνες δέους.

Folder

Οι Κολομβιανοί εδώ αλλάζουν μοτίβο, κάνοντας παράλληλα και μια ανύψωση στην αισθητική τους. Το εξώφυλλο με το τραγίσιο κεφάλι σε κομιξάδικο σχεδιασμό και τα σύμβολα στις πάνω γωνίες είναι επιβλητικό (τόσο στην ασπρόμαυρη πρώτη έκδοση, όσο και στη Rossoneri δεύτερη). Εμπεριέχει το θεσμό του Είδους σε απλοϊκή επεξήγηση με αφέλεια που γοητεύει όσους μπορούν να εισπράξουν το ήθος του Black Metal, από την οπτική γωνία της βασικής του εκπόρευσης. Αν το θέλετε πιο απλά, είναι η αφέλεια τυλιγμένη στα σπάργανα του απόκρυφου. Στο εσωτερικό θα βρούμε αυτά τα δυο γοητευτικά κομμάτια για είσοδο κι έξοδο. Στην περιγραφή που είχε κάνει πριν από εννιά χρόνια ο Τόλης θα ήθελα να συμπληρώσω τον τρόπο εκφοράς των ισπανικών λέξεων, που αγγίζουν το μειλίχιο μα προστακτικό ύφος ενός καθολικού λόγου προς το ποίμνιο. Δεν είναι δηλαδή τρομακτικοί ή σκοτεινοί μα οικείοι και το μαγευτικότερο όλων, κρατούν τη σαγηνευτική ηρεμία του ιερουργού. Η οποία προέρχεται από την πίστη του, πως λέει την αλήθεια…

Έπειτα ξεκινά το μαυρομεταλλικό μέρος με δυο κομμάτια (Snake of the Abyss & Vision of the Fire) που ξεπερνούν τα δέκα λεπτά το καθένα, καλύπτοντας το μισό χρόνο του δίσκου. Το έναυσμά αυτής της συνθετικής δράσης είναι μια χοντροκομμένη και ατέρμονη ζέση, σα την όρεξη του λαίμαργου να καταπιεί όσα βλέπει στο μπουφέ. Μονότονοι και καταπιεστικοί καλύπτουν κάθε κομμάτι μ’ ένα ρυθμικό μέρος βροντή, κάνοντας κρυφές επιθέσεις με riff που στριφογυρνούν στη βασική ιδέα και πνιχτά φωνητικά με gremlin καταγωγή. Υπάρχει όμως μια καταραμένη όρεξη εδώ μέσα, ένα απαράμιλλο πάθος για δράση, που ενώ βαριέσαι κινεί κάτι μέσα σου να τους ακολουθήσει. Είναι αυτή η απότομη αναλαμπή κάποιων riff που γεννιούνται και θα σε κάνουν να νιώσεις, ακόμα και μαζοχιστικά, οπαδός της νοοτροπίας τους. Η λογική τους θέτει το αποτρόπαιο ως βασικό πλοηγό της οπτικής τους. Φανταστείτε το σα μια κατάσταση που μπαίνεις και παραμένεις κάποιο διάστημα επειδή δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Μοναδική διέξοδος η συνθηκολόγηση, κάτι σαν αυτό που κάνουμε από λίγο έως πολύ κατά τη βίωση όσων είμαστε αναγκασμένοι να βιώσουμε. Στα The Ancient God of the Light (Part II) και Whispers of Typhared ανεβαίνει ο ρυθμός, χωρίς ν’ αλλάζουν οι σταθερές της εξίσωσης. Ωστόσο υπάρχει μια ταχύτητα παραπάνω και τα φωνητικά του Inferus Vobyscum γίνονται ατίθασα σα το χλιμίντρισμα αδάμαστου καθαρόαιμου ή γουρουνίσια σα το αχόρταγο χοιρινό που λασπώνει το ροζέ κορμί του. Μουσική σταθερή και ατέρμονη ως στάση και νοοτροπία που θέλει να σιχτιρίζει αδιάκοπα. Κι όμως αγαπητοί, το αναπάντεχο ζει και σε αυτό το album, μέσα στο επικό instrumental Allax Xul. Έναν παιάνα γραμμένο στις μελωδικές γραμμές της Νορβηγίας, λες και βγήκε από τ’ ομότιτλο Ep των Forlorn (1996) και θα ζήλευαν πολλές φτασμένες μπάντες. Δίχως αμφιβολία είναι το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ. Άψογες ανυψωτικές μελωδίες που συνοδεύουν τύμπανα παφλασμού, μια ονειρική διήγηση μέσα στη παρακμή όπως μονάχα στο Black Metal συμβαίνει.

Εκεί που θα μείνω συνειρμικά και με κέφι θα θέλω να συζητώ διαχρονικά είναι στο που κάθεται η βελόνα του υποείδους, για τους Utuk-Xul του ντεμπούτου. Στη περιγραφή των mid-zeros θα μπορούσε να θεαθεί ως Black/Death, βάση της αγαρμποσύνης και του υπερφίαλου ρυθμικού μέρους που διακρίνει τη σταθερότητα του ύφους τους. Στις μέρες όμως έχει αλλάζει τόσο πολύ το Black/Death, που μοιάζει δύσκολο να το περιγράψει κάποιος έτσι. Μέσα στο The Goat of the Black Possession υπάρχει η ζωική λύσσα του παλαιού USBM (η αξία του οποίου έγινε πλέον πράξη, μέσα από το νεοσύστατο US οικοδόμημα με τα μικρά Demos και την υπέροχη αισθητική τους). Η καταγωγή του όμως πηγάζει από τον εμπνευσιακό μαρασμό της αντιγραφής στην ασπρόμαυρη τριλογία των Darkthrone, καθώς και την Unholy Black Metal αίσθηση ανύψωσης.

2005-Ancient Aethyrs Of The Southern Abyss

Folder

Το δεύτερο Split Ancient Aethyrs of the Southern Abyss θα γίνει παρέα με τους κολομβιανούς Mephiztophel. Στη πλευρά των Utuk Xul θα βρούμε και πάλι το παλιό σενάριο. Τις πρώιμες νοσταλγικές μέρες με τον Salamander εν ζωή και τι άλλο από τα κομμάτια του Demo. Σαν bonus έχουν προσθέσει το πριμαριστό Orations, από το χαμένο Promo του 1995. Ωστόσο εδώ έχουμε τη βέλτιστη ηχητική αναβάθμιση της παλιάς κασέτας, έναν φόρο τιμής στην έναρξη της ιστορίας τους και βέβαια στο χαμένο συμπολεμιστή. Στην άλλη πλευρά το intro των Mephiztophel είναι πολλά υποσχόμενο κάνοντας ένα drum/ambient κατευόδιο, για να ξεκινήσει έπειτα η δράση. Εδώ έχουμε σχετικά μεγάλα κομμάτια που θα περιδινήσουν τον ορισμό του Raw Black Metal, με την χαοτική τροπή που μοιράζει απλόχερα ορισμένα από τα συναισθήματα του πρωτόλειου ακραίου ήχου. Είναι το χαοτικό πλαίσιο με τις ανένταχτες κιθάρες σε πριμαριστό πλέξιμο και τα λυσσαλέα φωνητικά που δομούν ένα συναρπαστικό μοτίβο. Μη πάει το μυαλό σας όμως σε κάτι ποιοτικό, εδώ έχουμε το απλό ηχητικό πρίσμα που κάνει την ακρόαση ευχάριστη εμπειρία. Είναι μια καλή πρόταση για όσους έχουν πιάσει την παλινδρόμηση του ήχου και ψάχνουν τη ποταπή, μα αισθηματική, μαυρομεταλλική τους καμμενιά.

2007-Whispers Of Yessod

Folder

Στην τετραετία που πέρασε από το ντεμπούτο, οι Utuk Xul ήταν μια νεκρή μπάντα. Το δημιουργικό πρόβλημα ήρθε να λύσει μια διπλή αλλαγή στο Line up. Οι Gigim Maskin Xul (κιθάρες) και Fire (μπάσο) αποχωρούν από την παρέα μετά από δεκατρία χρόνια. Τα δυο εναπομείναντα ιδρυτικά μέλη Inferus Vobyscum (φωνητικά) και Tophel (τύμπανα) θα πλαισιώσει ο Furkas (κιθάρες) που γνώρισαν δυο χρόνια νωρίτερα ως μπασίστα των Mephiztophel. Ξεκινώντας από τα βασικά, εδώ έχουμε το καλύτερο εξώφυλλο της ιστορίας τους. Ζωγραφιστό και όσο αίολο οφείλει, κουβαλά τον πρωτόγονο συναισθηματικό οδηγό του Είδους. Είναι η παύση μιας εικόνας που προβάλει τη μάχη του γίγνεσθαι. Ο μυθικός δράκος που βασανίζεται στις θαλάσσιες δίνες. Η μάχη της ύπαρξης για μια ανυπέρβλητη/παραμυθένια δύναμη ενάντια στη φύση, την οικοδέσποινα, τροφό και κάποιες φορές δολοφόνο των παιδιών της. Σχεδιαστικά, εδώ βλέπουμε μερικές από τις πιο ευχάριστες αποχρώσεις του γκρι, που με τη βοήθεια του λευκού και τις θολές μαύρες περιοχές αγγίζουν την εικαστική μαγεία. Θα έμπαινα στην ακρόαση αυτού του album μόνο και μόνο γι’ αυτό το εξώφυλλο. Για τα χρώματά του και την αδάμαστη εικόνα που εμπεριέχει.

Πατώντας Play το Lugnashad ξεκινά επιβλητικά και μπαίνουμε στην διαδικασία.. Το σύνολο είναι χωρισμένο σε δυο μέρη έχοντας ένα παραπάνω intro, που στέκει ως δώρο σε όλους όσους ταξίδεψαν με τα ritual του ντεμπούτου. Η βάση του μοντέλου δράσης τους είναι το πηγαίο εκφραστικό ντελίριο που γεννά ένα κολαστήριο οχλοβοής. Δομικά είναι πλέον ωμοί, έχοντας προβάδικη παραγωγή και κασετικό ήχο. Με σαθρότητα, οργή και μανία παίζουν ευθύγραμμα και μονότονα, τηρώντας το πρακτικό δόγμα της παράδοσης. Το οποίο σημαίνει πως κάθε κομμάτι εμπεριέχει μονάχα μια χούφτα riff που προέρχονται από το κεντρικό (πείτε το, πυρηνικό riff κάθε κομματιού). Αυτός ήταν ο τρόπος που εκφράστηκαν οι περισσότεροι από τους μεγάλους παλαιούς, έχοντας παράλληλα ένα και μοναδικό σκοπό: Τη διατήρηση της έξαψης. Οι Utuk-Xul θα το πετύχουν αυτό κρατώντας από την αρχή μέχρι το τέλος του Whispers Of Yessod, μια αρμαθιά από ατόφια συναισθήματα αδρεναλίνης να λαμπυρίζουν στην αρρώστια του.

Στο ύφος τα περισσότερα από τα riff ξεκινούν από το Black Metal έχοντας μεταλλικές απολήξεις. Είναι όμως άρτια τοποθετημένα και προεκτείνουν το μέταλλο στις όχθες του σκότους, για να μην αλλοιώσουν τη χαοτική διάσταση. Τα φωνητικά ζωοποιούν τοτεμικά σύμβολα από το υπερπέραν, καθώς ζουν στην απώτερη άκρη κάθε σύνθεσης. Αυτό που κουλαντρίζει όμως τη φάση είναι τα τύμπανα του Tophel. Δεν είναι πως κρατούν σωστά το ρυθμό, κάθε άλλο. Είναι πως αλαλάζουν βράζοντας σα παλαιολιθικό καζάνι, βγάζοντας αναθυμιάσεις από θανατερό μαγκάλι, σκορπώντας παρέα με τα φωνητικά την απαράμιλλη λατρεία που μοιάζει με την μάχη της φύσης όπως αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο.

Η ατσουμπαλία εδώ κατεβάζει τον όγκο και μένει στο Raw πρίσμα. Μπορεί να υπάρχει παφλασμός, αλλά έχει δοθεί με τρόπο που δεν οδηγεί τους συνειρμούς στην χοντροκοψιά. Πάντα όμως είχαν ως βασικό στοιχείο τον ατελείωτο κρότο της ατέρμονης πρόσκρουσης. Θεωρώ πως αυτοσκοπός του Whispers Of Yessod είναι το σύξυλο ύφος και οι ανέμελες βόλτες στα τάρταρα. Εκεί και μόνο εκεί, μέσα στην ανημποριά της σκούρας αυτής ατμόσφαιρας μπορεί να υπάρξει ενδιαφέρον για τον ακροατή στο δίσκο αυτόν. Βλέπετε η εκδοχή τους είναι ένα tribute, στο μέγιστο peak του μαυρομεταλλικού ήχου. Δοσμένη με γνήσια ζέση, πηγαίο μίσος κι αλύτρωτο πάθος. Το μεμπτό του σημείο βρίσκεται στη διάρκεια, είναι κοντά στα πενήντα λεπτά και σε όσους δε μπορούν να εισπράξουν τη ζωντάνια του, σίγουρα θα μοιάζει Γολγοθάς. Συνεπώς μπείτε μετρημένα, γιατί σπάνια θ’ αναθαρρήσετε και στο τέλος δεν θα φεύγει η πίκρα από το στόμα και η ζαλάδα από το μυαλό. Ένα έπος για όσους ακούνε Black Metal, επειδή τους αρέσει το χάρβαλο του Black Metal και όχι για όσους ακούνε Black Metal επειδή βρήκαν κάποτε σε αυτό στοιχεία προοδευτικότητας. Νέτη παράδοση χωρίς γιρλάντες.

2011-Final Time Beginning Of New Eon

Folder

Κύλησαν τέσσερα ακόμα χρόνια, η μπάντα πέρασε πάλι το κατώφλι της ανυπαρξίας κι εναρμονίστηκε με το αβυσσαλέο σκοτάδι. Το παράδοξο που έγινε όμως το 2011 μπορεί ν’ τους αποδώσει βραβείο Obsurίλας. Βλέπετε κατάφεραν και πάλι να κρατήσουν την «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)», όπως ακριβώς έκαναν πριν από οκτώ χρόνια. Πόσο εντυπωσιακό όμως είναι να το πετυχαίνουν σε μια εποχή που το διαδίκτυο είναι ικανό να φέρει ακόμα και τη μυρωδιά της κλανιάς ενός μουσικού στη μύτη μας, λίγο μετά την εκτέλεσή της; Το τελευταίο τους βήμα διέρρευσε (ολόκληρο) στο τέλος Γενάρη του 2014, δηλαδή δυο χρόνια και βάλε μετά την πρώτη του έκδοση. Δε ξέρω αν αυτό ήταν μια ηθελημένη στάση ή απλά το ενδιαφέρον του κοινού για τους Utuk-Xul είναι πολύ μικρό και κανείς δε μπήκε στον κόπο να το μοιράσει. Όπως και να έχει αυτό συνέβη και μπορεί να σημειωθεί στα πρακτικά. Συνάμα καλό θα ήταν να γίνει επιτέλους αποδεκτό, αφού δε μπορεί να γίνει κατανοητό, πως αυτή η μουσική δεν οφείλει να δίνει συνεντεύξεις, να κυκλοφορεί δίσκους από κάποιο label και να κάνει live. Αντίθετα μάλιστα, ίσως είναι χρέος της να μένει στην αφάνεια και να μην θέλει να γίνει δημοφιλής. Το Black Metal δεν είναι διασκέδαση απλά την εμπεριέχει παικτικά, εικαστικά και πάνω απ’ όλα στην κουβέντα που κάνουμε μεταξύ μας. Αν ένας ακροατής γουστάρει τη φάση, θα ψάξει μόνος του και θα βρει τι του αρέσει. Η ικανοποίηση βρίσκεται στην ανακάλυψη κι έπειτα στην αποκάλυψη της αίσθησης που θ’ αποκομίσει. Το νόημα του Black Metal εμπεριέχει αποστασιοποίηση από το βασικό μοντέλο της μουσικής που είναι η γνωστοποίηση.

Ο τίτλος του τρίτου full-album Final Time Beginning of New Eon μοιάζει ν’ αναγγέλλει μια νέα εποχή για τη μπάντα. Στο εξώφυλλο βλέπουμε ένα απομονωμένο, σχεδόν τελειωμένο δασικό περιβάλλον, που είναι τοποθετημένο μέσα σε μια θαμπή γκραβούρα από το logo της μπάντας και δυο πεντάλφες. Με αυτό τον τρόπο φέρνουν ένα μήνυμα έκφρασης. Είναι το αρχαϊκό Pagan μοτίβο που οδηγεί τους συνειρμούς στο πρώτο μονοπάτι του ήχου. Ως είθισται με κάθε παύση τους, έχουμε αλλαγή στο Line-up. Έτσι και τότε ο Lord Lebzul (κιθάρα και μπάσο) πήρε τη θέση του Furkas. Το album ξεκινά σα φωνή από το παρελθόν, μέσα από τον αέρα και την αστραπή, με αυτή τη νοερή νότα στα πλήκτρα γεμίζοντας 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας. Τα υλικά παρασκευής του μας είναι γνωστά, αλλά αυτό που τα έθρεψε τον καιρό της σιωπής τους απρόσμενο. Ήταν ένας μουντός σχεδόν κούφιος ήχος, σκέτο βάλσαμο, που διαγράφει το χάος προς τέρψη της αλύτρωτης πώρωσης. Θα έλεγα πως είναι κυνικός, μια ψίχα έξαψης όπως τη θωρούν τα αιμοβόρα μάτια του Black Metal. Πρακτικά σχηματίζει ένα album σκυθρωπό αλλά ζωντανό και πολύ περισσότερο Heavy, απ’ όσα θεωρούνται στις μέρες μας τέτοια. Όχι, δεν πρόκειται για έναν καλό δίσκο, δεν τους καίγεται καρφί για κάτι τέτοιο. Εδώ έχουμε ένα πανηγυρικό album που γιορτάζει τη φύση του. Είναι τεταμένα άνυδρο, στερεμένο από μοντέρνο πλασάρισμα και προοδευτική λογική. Απλό, ξεκάθαρο Black Metal που άκουσε τους κτύπους της μελανής του καρδιάς και το θέριεμα της στύσης του. Δυσφορία; Δεν υπάρχει πρόβλημα, έχουν βγει αρκετοί τζάμπα δίσκοι με προοδευτικό μανδύα για να περάσει κανείς την ώρα του, απέχοντας από γνήσιες εμπειρίες.

Στον τρόπο δράσης τα τύμπανα είναι πολύ μπροστά, παρφουμάροντας την εξιστόρηση με τη μανιασμένη δράση τους. Δε ξέρω αν ο Inferus Vobyscum έκανε τη χάρη στον πιστό του σύντροφο Tophel, μετά από τόσα χρόνια, για περισσότερο δυναμισμό. Αυτό που ξέρω και μπορώ να μεταφέρω είναι πως εδώ τα drums είναι η φλόγα του σκοτεινού πνεύματος (Utux-Xul). Με αυτή την διαφοροποίηση στον καμβά αλλάζει και η θέση/κράση των φωνητικών. Βλέπετε φεύγοντας από το χάος της παραγωγής κι αγγίζοντας κάτι σταθερό, τα ουρλιαχτά δεν μπορούν να μοχθούν στο ακαθόριστο. Συνεπώς ο Inferus Vobyscum μπορεί να παραμένει στην ίδια γραμμή εκφοράς του λόγου αλλά θα έρθει πιο μπροστά, για να γίνει περισσότερο κατανοητός και με διαφορετικό τρόπο επιθετικός. Έκανα τη σκέψη πως ο νεόφερτος Lord Lebzul έδωσε όλη αυτή τη retro φρεσκάδα στη μπάντα, αλλά δε μπορώ να το τεκμηριώσω. Πόση τέτοια φρεσκάδα άλλωστε, μπορεί να προσφέρει ένας 33άρης σε 35άρηδες; Σίγουρα όμως τους κέρδισε με τη μετρημένη του σκέψη στα riff, τα γλυκά περάσματα και το Heavy Metal φρόνιμα που τον διακρίνει. Παίζει σα να διηγείται την early 90’s νοοτροπία, με τη διαφορά πως δεν κάνει tribute. Την μεταφέρει αυτούσια σα μύθο. Ένα μύθο με αγάπη στα κλισέ, φλογερό πάθος και Minimal διάθεση. Οι Κολομβιανοί με αυτή την κυκλοφορία οπισθοδρομούν στο μονοπάτι τους, φτάνουν τον πυρήνα του πηγαίου κι ακουμπούν τις ακρουδότριχες του πριμιτιβισμού. Κρατούν το λιτοδίαιτο μενού, γίνονται περιεκτικοί μικραίνοντας τη διάρκεια (δεν είναι ούτε 28 λεπτά το σύνολο) και αποδίδουν αποτέλεσμα γράφοντας τον πιο μεστό δίσκο της ιστορίας τους.

Σαν κερασάκι στην τούρτα κάνουν στον ακροατή ένα δώρο, εκτελώντας μια από τις καλύτερες διασκευές που έγιναν ποτέ στο Transilvanian Hunger. Βλέπετε τις περισσότερες φορές που μια μπάντα προσπάθησε να παίξει έναν ύμνο στο αρχικό του ύφος, χάνει το αυθόρμητο σερβίροντας ένα μέτριο πιάτο. Εδώ όμως υπάρχει κάτι μαγικό. Είναι ένας υπόγειος ξεσηκωμός των αισθήσεων, μια άκρως συναισθηματική επισκόπηση του βασικού μοτίβου. Ακριβώς όπως ο παλαιός επικός οίστρος του πρωτοτύπου, με το γουργουρητό riff να παχνίζει ομίχλη στη πόλη, γκρεμίζοντας το αστικό περιβάλλον με νοερά βουνά. Αλλά πάνω απ’ όλα το κάνουν με συναίσθηση απέναντι στη γένεση των συναισθημάτων που προκάλεσε στο ποίμνιο η αρχική μορφή. Έχουν την εσωτερική γνώση, που θα βγει εκτελεστικά σα γλέντι, ακουμπώντας τη βάση του Είδους και την αλύτρωτη αίσθηση. Ακούστε το πολύ δυνατά! Έπειτα το outro θα έρθει να κλείσει το δίσκο μέσα από αστραπές, τον ήχο της φωτιάς και το γλυκό πληκτράκι που γεμίζει με 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας.

Βρισκόμαστε στην πόλη Cali, σ’ ένα κτίριο που μοιάζει κατά συνθήκη με συναυλιακό χώρο. Ο κόκκινος φωτισμός αναβοσβήνει σα φάρος και μια αλαργινή αίσθηση πλημμυρίζει το χώρο. Στο κοινό μια μικρή μερίδα Κολομβιανών (αρκετοί εξ’ αυτών αδιάφοροι) και από πάνω τους, μια γυμνόστηθη και στατική μπάντα που φορά ακόμα πρόκες. Το πρόσωπο κλειδί είναι ο εκφραστικός Inferus Vobyscum. Η τεταμένη του έκφραση θα γιγαντωθεί από το 3:20, όταν γυρνά και λαμβάνει το ξόανο. Η κάμερα ζουμάρει σταδιακά και η ζοφερή του έκφραση σε συνδυασμό με την ιδιότυπη λιτανεία που πράττει, αγγίζει τον άπαρτο πυρήνα του Είδους. Γνωρίζω πως σε αρκετούς ακροατές αυτό το θέαμα μοιάζει χοντροκομμένο, γραφικό, απαρχαιωμένο. Είναι όμως συνάμα αιχμηρό, αχαλίνωτο λιτό κι απέριττο, ειλικρινά ελεύθερο ν’ αποδίδει ολόκληρη τη γκάμα των συναισθημάτων του Είδους.

Ξέρω πως η σοβαρότητα έθρεψε το Είδος και μπορώ ν’ αναλογιστώ πως Black Metal χωρίς την αισθητική του τελετουργικού μυστικισμού δε νοείται. Τι γίνεται όμως όταν αυτός δεν είναι σοβαρός αλλά σοβαροφανής; Πολύ απλά βγαίνουν δεκάδες μπάντες έχοντας ως όραμα ν’ αναπαράγουν όσα έπιασαν από το έργο των Deathspell Omega. Μπορεί να φορούν τηβέννους, να λένε πως κάνουν «τελετή» αντί για live, να διακηρύσσουν το αντίθεο μανιφέστο τους (=όσα έπιασαν από τις αλληγορίες του Hasjarl) αλλά τελικά αναπαράγουν. Μπορεί η προ δεκαετίας αισθητική αποκάλυψη των Deathspell Omega ν’ ανύψωσε τη Νορβηγική θεματική των 90’s. Αλλά, η δίχως τσίπα copy-paste λογική της θεματικής τους ενότητας, είναι αντιδημιουργική καταντά βαρετή και κουράζει.

Σε αντίθεση δείτε την πλοήγηση των Utuk-Xul. Το παραδοσιακό ξόανο του Inferus Vobyscum δεν είναι μόνο ένα πολιτισμικό στοιχείο αλλά και μια έξυπνη σκέψη. Εδώ δεν υπάρχει ζήτημα λατρείας ή πίστης. Είναι η αναπαράσταση της επαφής του ανθρώπου με την αρχέγονη πλευρά του, την εσωτερική έξαψη που καλούμε αρχέγονο ένστικτο. Συνάμα το εκτελεστικό μέρος εκπέμπει στο ίδιο πλαίσιο με την αισθητική τους. Η λύσσα και η μονοτονία είναι παρούσες σα μουσική αναπαράστασή του συναισθηματικού πλούτου που επιφέρει το απολίτιστο. Η έξαψη μπορεί να επέλθει μέσα από τη μανία, τα πενιχρά μουσικά κίνητρα και το αιμάτωμα του ακουστικού κέντρου.

Ξεπερασμένοι αλλά ξεχωριστοί. Εκφραστές του απλού, χωρίς ιδιαίτερους αποδέκτες που ποθούν το περίπλοκο. Παλαίμαχοι με νεανικό πνεύμα και πάνω από κάθε τι άλλο, σταθεροί ως ρούκουνες του αδυσώπητου. Αν δεν υπήρχαν μπάντες σαν αυτή, το ίδιο το Είδος δε θα μπορούσε ν’ αποτρέψει τον εκμαυλισμό, από υποκριτές/φερόμενους ως σωτήρες. Το σύμβολο τους θα κυματίζει σε αυτό το Blog, μέχρι να το πάρει το ατελεύτητο σκοτάδι.

Advertisements

2013-Ishimura-Detestation Aggregation

Posted in Δεκέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2013 on Φεβρουαρίου 27, 2013 by Plunderer

Logo

O πολυάσχολος Αμερικανός Jared Moran είναι το βασικό πρόσωπο πίσω από τους Ishimura. Μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει σε δεκάδες project τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ακόμη ενεργά. Η μουσική που παίζει θα εντοπιστεί στον ακραίο Metal ήχο του σήμερα και κυμαίνεται από Brutal Death και Black/Death μέχρι Grindcore, Funeral Doom, Sludge ως και Drone ή Noise. Για όσους ενδιαφέρονται να δουν τι ακριβώς έπραξε τα τελευταία χρόνια και τα πηγαίνουν καλά με όλα τα παραπάνω, έφτιαξα μια λίστα με links για να μασήσουν όσο περισσότερα επιθυμούν (54R, Corpse Arise, Draug, Filtheater, Gurthang, Mountain Of Beard, Myrkridia, Raum, Scowl, Uzumaki, Yzordderrex, Ithaqua, Zombie Raiders, Cosmic Atrophy).

split

Το πρώτο βήμα των Ishimura εκπονήθηκε στο τέλος του 2011 παρέα με τους Filtheater (ναι, παίζει κι εκεί ο Jared) σ’ ένα split με τον τίτλο Rites Of Contempt And Disgust. Αρχικά οι Filtheater παίζουν ένα αργό Death Metal που βγάζει Doom άρωμα και μια σειρά από νεκρομεταλλικά συναισθήματα στην κλίμακα του Είδους που υπηρετούν. Από την άλλη οι Ishimura έβγαιναν λίγο πιο χύμα με ήχο που αγγίζει το Black Metal στο ρυθμικό μέρος. Τα riff κουβαλούν μια Portal νοοτροπία σε complex ψυχοτρόπα πλοκή ενώ τα φωνητικά χαροπάλευαν με την εκφορά του λόγου, μα στα περισσότερα σημεία ήταν αδύνατο να βγουν σχηματικά. Έτσι στον αδιάκοπο συριγμό του Rob Fusco (το άλλο μέλος των Ishimura) θα βρούμε το πολύ Death/Grind απολήξεις χαμηλής ακουστικής, μέχρι να μπει το Swallowed By The Eternal Void που δίνει ρέστα. Οι ταχύτητες και οι δομές των κομματιών ξέφευγαν περισσότερο προς την Death Metal πυγμή δίνοντας στο σύνολο των συνθέσεων έναν νεκρομεταλλικό χρωματισμό που είναι δελεαστικός.

Folder

Στη γη του ολέθρου, στο δέλτα του ποταμού Μισισίπι, εκεί που ο καφέ (πλέον..) ποταμός βρίθει γατόψαρα και το κολίμπρι απεργεί λόγο μπόχας και δεν πετά, γεννήθηκαν οι Ishimura. Το φετινό ντεμπούτο τους Detestation Aggregation στέκει σα χλέπα ελέφαντα που πάσχει από κακοποιό φαρυγγίτιδα και συμπεριφέρεται ως μανουβράρισμα κίνησης ενός φορτίου μεγατόνων. Είναι ένας συρφετός σε Black/Death φόντο, γεμάτος αλτρουισμούς στα πελάγη των Portal και αργόσυρτα φωνητικά που ζουν σε μουγκρητό ύφος καταλήγοντας σε συριγμούς διαρκείας. Μπορούμε να το δούμε ως μια κατάπτυστη υβριδική μορφή Black/Death με noise και math ηχητικά κόλπα που θα πέσει στο αίμα των ακροατών ως μορφίνη αισθητικής.

Μπορεί η διαφοροποίηση των Ishimura να είναι μόνο λίγες μοίρες πέρα από το βασικό μοντέλο των Black/Death κυκλοφοριών αλλά κατορθώνει να πετύχει την ανανέωση ακόμα και ηχητικά. Αυτό συμβαίνει γιατί τα riff δεν είναι κατασταλαγμένα σε νόρμες αλλά στριφογυρνούν με στραβωμάρες και αλλαγές ταχύτητας δημιουργώντας νευρικότητα. Έπειτα τα τύμπανα γνέφουν σα ραπτομηχανή ένα μαύρο νεκρικό μεταλλικό σάβανο βγάζοντας σε σημεία θαλπωρή σε αργό και καχεκτικό φόντο. Τα φωνητικά είναι απελευθερωμένα κι εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους, μοιάζοντας μέχρι και στον τροχό σχιζοφρενή οδοντίατρου. Είναι μια πλοκή χωρίς ραφινάρισμα και τετριμμένες Black/Death σπληλαιότητες που χρησιμοποιεί υπέροχα κάθε Death, Grind και Prog δάνειο κάνοντας ενοχλητικά σκέρτσα με συνεχή γδούπο.

Το σπουδαιότερο όμως είναι το συναισθηματικό κατάλοιπο της συσσωματωμένης αποστροφής που δημιούργησαν. Αυτό μοιάζει με θανάσιμο μαρτύριο, σα την αιώνια καταδίκη στην ανατριχίλα που προσφέρει η κιμωλία σε μαυροπίνακα ή το μαχαιροπίρουνο στο πιάτο. Μοιάζει σα να κουβαλάς αιώνια ένα ψυχικό σούρουπο μιας κοινωνικής κατάθλιψης. Τέλος όπως βλέπετε επάνω αριστερά και τα δυο εξώφυλλα που επέλεξαν μέχρι σήμερα μπορούν να περιγράψουν μ’ ευκολία το περιεχόμενο των κυκλοφοριών τους. Είναι μια μούργα σε κανιβαλιστικό φόντο, μια διαολεμένη χαοτική σφραγίδα με μαθηματική νοοτροπία και πάνω απ’ όλα ηχητική λατρεία ή το συνώνυμο της βλογιοκομμένης μα υπάκουης οχλοβοής.

Black Twilight Circle

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2011, Δεκέμβριος 2011, Ιανουάριος 2010, Ιανουάριος 2011, Ιανουάριος 2012, Ιούνιος 2011, Μάρτιος 2011, Μάιος 2010, Μάιος 2011, Μάιος 2012, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Σεπτέμβριος 2010, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on Ιανουαρίου 30, 2013 by Plunderer

Crepúsculo Negro-LogoΑπό τα late zeros μέχρι τα early 10 ‘s η Crepúsculo Negro δημιούργησε σούσουρο γύρω από τη δράση της. Το κοινό του underground Black Metal γοητεύτηκε από το επίπεδο της αισθητικής που εξέπεμπε. Οι κινήσεις της ήταν μελετημένες, διότι όσα έκανε σχετίζονταν μεταξύ τους σε concept αλληλουχίες. Αρχικά είχαμε μια παρέα μουσικών από την οποία γεννήθηκε το label και κατ’ επέκταση παραπάνω από μια ντουζίνα μπάντες, με σχετική θεματολογία και κοντινές Black Metal θέσεις. Έπειτα ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν της αναλογικής ηχητικής λατρείας, με τα tape format που κυκλοφορούσε και τέλος την δημιουργία ενός «οίκου» για να στεγαστεί. Δηλαδή μια «οργάνωση» που ονομάστηκε Black Twilight Circle και βάδιζε στα χνάρια των Γαλλικών Λεγεώνων (Les Légions Noires) οι οποίες είχαν γεννηθεί παράλληλα με τον χαμό της Νορβηγίας, τον Inner Circle του Euronymous και τα όσα τέλος πάντων έγιναν μέχρι τη δολοφονία του.

Οι Λατινοαμερικάνοι που βρίσκονται πίσω από τον Black Twilight Circle εισέπραξαν τα 80’s και 90’s ως οπαδοί κι έφτασαν να δημιουργήσουν στα late zeros μια, σχετικά πάντα, παρόμοια κατάσταση. Βασίστηκαν στον cult απόηχο, ο οποίος πήγαινε από forum σε forum και τον ακολουθούσε η λαγνεία των ακροατών για την αγορά κάθε νέου tape που σχετιζόταν μαζί του. Η μουσική, που είναι και το βασικό στοιχείο της ιστορίας, πήγαινε πολλές φορές πίσω από τις αναθυμιάσεις που την τύλιγαν, δημιουργώντας με την διάστασή της ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα. Η ολοκλήρωση του μυστήριου έγινε μέσα από δεκάδες Live (αξίζει να ψάξει κανείς και να δει αρκετά από αυτά) που έδωσαν στην Αμερική, με bilds που δημιουργούν από τα σπλάχνα τους. Έκαναν για παράδειγμα συναυλίες με πέντε μπάντες που τις αποτελούσαν 7-8 άτομα (και μπορεί να λέω πολλά).

Τους τελευταίους μήνες του 2012 η Crepúsculo Negro έβγαλε ανακοίνωση πως έκλεισε. Στις 21/12/12 τα πράγματα άλλαξαν, με μια λιγόλογη αναφορά μας πληροφορεί πως το label ανοίγει ξανά και σύντομα θα εκδώσει την πιο φιλόδοξη δουλειά του. Παρακάτω λοιπόν θα βρείτε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει: Αρχικά της κυκλοφορίες του label της Crepúsculo Negro που σχετίζονται με τον Black Twilight Circle και το Black Metal, με χρονολογική σειρά. Το οποίο σημαίνει πως δεν θα βρείτε εδώ, το Demo των Mata-Mata που παίζουν Punk, τα Live και όσα Ep κυκλοφόρησαν ως συλλογές μιας μπάντας με όλα τα κομμάτια της. Αφετέρου θα βρείτε τις κυκλοφορίες του Black Twilight Circle από την «εξαδέλφη» Rhinocervs και άλλα μικρότερα label. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλω να καλύψω μια ιστορία που έλαβε σφραγίδα με cult βουλοκέρι, μπαίνοντας στον πάπυρο των γεγονότων που αναμόχλευσαν το Black Metal.

Στο κείμενο αυτό δεν θ’ ασχοληθώ καθόλου με τα κοτσομπολιά που κυκλοφόρησαν μετά το λουκέτο της Crepúsculo, τις ιδεολογικές αντιφάσεις και την αντιεμπορικά κινούμενη εμπορική της μέριμνα. Είναι παράξενο αλλά όσο κι αν θέλω να κουβεντιάσω γι’ αυτά κατ’ ιδίαν, σιχαίνομαι να τ’ αναπαράγω στον γραπτό λόγο. Σοφά εξάλλου λέμε ότι τα λόγια φεύγουν και τα γραπτά μένουν και είναι άδικο να γεμίσει το κείμενο με φήμες και σχόλια που μένουν σταθερά και αμετάβλητα στο χρόνο, χαρακτηρίζοντας τη μουσική. Η αναπαραγωγή μιας ιντριγκαδόρικης ιστορίας μπορεί να βοηθά τη «φάση», όπως ακριβώς βοήθησε το Black Metal στα 90’s η ιστορία με τους φόνους και το κάψιμο εκκλησιών στη Νορβηγία. Σε τέτοιες όμως προεκτάσεις η μουσική θα χαθεί κάπου πίσω από αυτά και δεν θ’ αντιμετωπιστεί με τον σεβασμό που της αρμόζει, όπως και έγινε δηλαδή με το Νορβηγικό Black Metal. Έτσι επιλέγω συνειδητά να μην ασχοληθώ, προσπαθώντας να περιγράψω όσο πληρέστερα μπορώ την ιστορία αυτή, με γνώμονα την μουσική.

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο πρέπει να σημειώσω πως τα Label της Crepúsculo Negro και Rhinocervs όσο και ο Black Twilight Circle δεν θα μείνουν στην ιστορία του Είδους μόνο για την συνδρομή τους στην εξέλιξη του λεγόμενου Us. Δηλαδή τον Demo παροξυσμό των ημερών, που αρχίζει να χαρακτηρίζει την καθημερινότητα των ακροατών. Αλλά κυρίως στην προσπάθεια που έκαναν για επιστροφή στο παρελθόν, τις ρίζες του Heavy Metal με τις κασέτες για format, τα flyers ως προώθηση ενός Live και την ερασιτεχνική, με την ρομαντική έννοια του όρου, στάση και συμπεριφορά.

2008-Volahn-Dimensiónes Del Trance Kósmico (1)

Folder

Στην υπέρβαση του χωροχρόνου θα χρειαστούμε ενέργεια και αυτή ήταν διάχυτη στο ντεμπούτο της μπάντας αλλά και της εταιρείας του θηριώδη Λατίνου από την Γουατεμάλα, Eduardo Ramírez. Οι Volahn, δηλαδή ο Volahn, εντυπωσιάζει στο ντεμπούτο του με το να κάνει δρασκελιές στο άπειρο και μαγεύει με τις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του μέσα στο χάος. Πολλές μπάντες στην διάρκεια των χρόνων προσπάθησαν να παίξουν χαοτικό Black Metal, μα λίγες κατάφεραν να κρατούν παράλληλα το ενδιαφέρον του εγκεφάλου και του αυχένα. Ολόκληρο το Dimensiónes Del Trance Kósmico περικλείει μια επική μυσταγωγία, μέθη για το υπερβατικό και αναζήτηση της πνευματικής ανέλιξης. Μα μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνά την φύση του ανθρώπου, μεταδίδοντας όλα τα παραπάνω μέσα από την αναζήτησή τους στο χωροχρονικό παρόν, στην δεδομένη πραγματικότητα, τη χθόνια φύση τους.

Το ντεμπούτο των Volahn είναι συνάμα υπέρλογο και θνητό, φρέσκο και μουντό, πέρα από τις αντιθέσεις του είναι απλό, κατανοητό, σκούρο, ζόρικο. Λαμπιρίζει μέσα του ένας πυρήνας ιδεών αλλά και μαυρομεταλλικών θέσεων που ακουμπούν το παρελθόν και γνέφουν στο μέλλον. Riff πολλά riff και μερικά σπουδαία riff, γοητευτικά τύμπανα σε όμορφο ηχητικό πακετάρισμα και πνιγερά φωνητικά με διακυμάνσεις οργής ως τον Depressive αλαλαγμό. Συγκεκριμένη πορεία με βάσεις και μια έκδηλη διάθεση να γεννά μελωδίες στους κόλπους της επίθεσης. Τα κομμάτια ζουν σε μια δυναμική ισορροπία και δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιο, μα θα θυμάμαι το επίμονο ηχητικό σούρσιμο του Soledad En Despertar ως το βάλσαμο της ακουστικής του κιθάρας. Την εμβατηριακή εισαγωγή του Uno Con Kaos με το riff που παραμένει μέχρι τέλους και ευφραίνουν καρδία. Το υπερωκεάνιο μελωδίας σε σκληρό πλαγκτόν του Cuerpo De Fuego και τέλος την θεουργική γητεία του Trance Ceremonial, κομμάτι για μισό χαρτί πρέζα (που λέγε και μια ψυχή).

Όποιος απολαύσει το μουσικό του εγχείρημα και κολυμπήσει μαζί με την μπάντα σε άλλους ουρανούς και θέρετρα ψυχών, καλό θα είναι να κάνει μια μελέτη στους στίχους. Μπορεί να είναι γραμμένοι στα Ισπανικά και να μεταφράζονται σχετικά απ’ όποιον δε ξέρει, μα ολοκληρώνουν την διαδικασία εμπλουτίζοντας το υπέρλογο της μουσικής. Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του Black Twilight Circle.

2009-Various Artists-Worship Black Twilight (2)

Folder

Αυτή η συλλογή όταν κυκλοφόρησε είχε έντονο μουσικό ενδιαφέρον, μιας και παρουσίαζε έξι από τις μπάντες του label. Τέσσερα χρόνια μετά αυτό θα το παραμερίσουμε για δυο λόγους. Αρχικά όλα τα κομμάτια θα εξεταστούν με την σειρά τους στις κυκλοφορίες που ακολούθησαν και αφετέρου γιατί εδώ έχουμε τα γεννητούρια του Black Twilight Circle. Είναι μια «σέχτα» που μιμείται σ’ ένα επίπεδο τις Γαλλικές Λεγεώνες (Les Légions Noires), μια από τις Μεγαλύτερες στιγμές του Black Metal σε όλα τα επίπεδα. Τα νήματα του Black Twilight Circle κινεί το Heavy Metal ως κουλτούρα από image ως attitude, καλλιεργώντας μια νοοτροπία στους πρόποδες της οπτικής του, τη ρίζα του. Είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια συνεκτική αισθητική και όχι τόσο κάποια ιδέα/φιλοσοφία, όπως έγινε στην Νορβηγία και τον Inner Circle του Euronymous. Θεωρώ την συγκεκριμένη κασέτα βασικό εγχειρίδιο κατανόησης για τον ακροατή, μιας και από εδώ μπορεί να έρθει σ’ επαφή με αρκετές μπάντες του «κύκλου» και τον ιδιαίτερο ηχητικό τους προσανατολισμό.

2009-Arizmenda-Within The Vacuum Of Infinity… (3)

cover

Η δεύτερη full-length κυκλοφορία είναι το ντεμπούτο των Arizmenda, το solo project του Murdunbad. Στην δράση τους μοιάζει ν’ ανακατεύτηκαν τόσο ο Eduardo Ramírez όσο και ο Juan Cabello. Δυστυχώς όμως το Metal Archives αποδεικνύεται αρκετά αναξιόπιστο γιατί τους αφαίρεσαν από τα members, σε σημείο να νιώθεις ότι η πληροφόρηση τους προέρχεται από τα κουτσομπολιά των Black Metal forums. Για εμένα προσωπικά έχουν σημασία τα μέλη μιας μπάντας, αλλά πάντα επιλέγω να κρίνω το σύνολο. Έτσι αφήνω τον ρόλο του stalker σε άλλους, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανωνυμίας τους. Ο ρόλος άλλωστε της αινιγματικότητας είναι γοητευτικός, καταφέρνοντας μέσα στο παιχνίδισμά του να σε παρασύρει σ’ επαναληπτικές ακροάσεις.

Εδώ θα βρούμε την μεγαλύτερη κυκλοφορία του label σε διάρκεια. Στοιχείο που αρχικά φαντάζει με καταναγκασμό ακρόασης, όντας επώδυνη στα πρώτα σκαλοπάτια συσχέτισης. Οι Arizmenda στο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal προσανατολισμένο στην ταχύτητα μα τυλιγμένο σε μια ηχητική εσωστρέφεια, σημείο που καθορίζει η θαμπάδα της παραγωγής. Είναι μια ασφυξία που προκαλεί η συνάρτηση: μουντάδα ήχου & πνιγερός τόνος ρυθμικού μέρους & απόκοσμα φωνητικά, τα οποία θα φτάσουν πολλές φορές στο άπατο βάθος των σπαρακτικών ουρλιαχτών. Κι όμως η κατάσταση μόνο επίπεδη δεν είναι, διότι τα riff που ξεπετάγονται από μέσα του έχουν την δύναμη να συγχύσουν, να μπερδέψουν και εν τέλει ν’ αναζωογονήσουν τον ακροατή. Αυτό θα το επιτύχουν μέσα από ατέρμονες μελωδικές γραμμές που γεννιούνται ως όνειρο στις δαιδαλώδεις συνθέσεις. Είναι μια αίσθησης λαμπρότητας και αρμονίας που κάνει το σύνολο αιθέριο μέσα στην συμπιεσμένη του ζάλη, μια πανέξυπνη αντίφαση δράσης. Το Within The Vacuum Of Infinity… είναι ένα δύσκολο album γιατί στον τρόπο ανάπτυξης κουβαλά τη παγίδα των Paysage d’ Hiver/Darkspace, κάτι που μοιάζει με μονόχνοτη αιωνιότητα. Μα διαθέτει μια περεταίρω ικανότητα συνδυασμού, αφού μπορεί σε παράλληλη συμπόρευση να δημιουργεί χάος και συναισθηματισμό (ακούστε το The Agents Of Transformation). Ακόμα, όσο εξελίσσεται βγάζει περισσότερες ομορφιές, όπως την Deathspellίζουσα riffάρα του Drowning In The Pain Of Consciousness και το ιδανικό, μεστό και ζεστό κλείσιμο του Deny The Disease Of Life. Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στον τίτλο του album και των κομματιών μιας και δεν υπάρχουν στίχοι. Εκεί η μπάντα παρουσιάζει την αίσθηση της ανυπαρξίας παρέα με ολόκληρη την οικογένειά της, δηλαδή το άπειρο, την κενότητα, το τίποτε φτάνοντας μέσα από συνειρμούς σε μια αναβάθμιση της Depressive/Suicide θεματολογίας.

Αν λάβουμε την ανυπαρξία σε μια συναισθηματική απεικόνιση μέσα μας, θα φυτρώσει ένα αίσθημα που κάμπτει το σώμα και συγχύζει το μυαλό. Είναι μια συνταρακτική έξαψη που παράγει φόβο, απέναντι στην προοπτική ανικανότητας δράσης της συνείδησης ή πιο απλά την διαγραφή της παρατήρησης, κατανόησης και σκέψης. Είναι ένας λογισμός που προσπαθεί να εξοντώσει το φιλοσοφικό «Εγώ», «Είμαι», «Υπάρχω» με την ίδια του τη δράση, με λίγα λόγια ένας παραλογισμός. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου επάνω στην δική τους, πρέπει να σημειώσω πως το τετριμμένο ερώτημα για το φόβο του θανάτου πρέπει κάποια στιγμή ν’ αντικατασταθεί από τον φόβο της ανυπαρξίας.

2010-Axeman-Arrive (4)

Cover

Οι Axeman είναι το tribute solo project του Eduardo Ramírez (Volahn) στην ακραία εκδοχή του Heavy Metal. Εδώ θα βρούμε ένα συγκερασμό στο ύφος των Amebix, Slayer, Sepultura, G.I.S.M, Sarcofago. Δηλαδή, την ηχητική ενοποίηση των 80’s από το Los Angeles μέχρι την Βραζιλία, μια αυστηρά Αμερικανική υπόθεση. Τα τρία κομμάτια του φτάνουν τα είκοσι περίπου λεπτά και σκουριάζουν τον ηχητικό καμβά, με λαχταριστές ατέλειες και πριμαριστά riff που θα οδηγηθούν σε σολαριστή έξοδο. Τα φωνητικά είναι αχνιστά με μια πρωτόλεια αγριότητα ως ότου η μοχθηρότητα περάσει σε Heavy Metal τσιρίδα, αρωματίζοντας τον αέρα μας με την αγνότητα των τιμημένων 80’s. Ηλεκτρικά πορωτικό, γεμάτο ανάρμοστες Death και Thrash απολήξεις, χωρίς καμία χλέπα νεοτερισμού να μαγαρίζει τις καθαρές του ρίζες, τον Cult ψυχισμό του. Οι Axeman δεν έχουν κάνει δεύτερο βήμα από τότε, δείχνοντας την tribute διάθεση που είχαν αφετηριακά. Αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και στην φωτογράφιση του Ramírez. Ο οποίος βγάζει το μπλουζάκι των Moëvöt (μεγαλείο αυτισμού) που φορά με τους Volahn και βάζει αυτό των Reencarnación (αδίστακτοι Κολομβιανοί, της εποχής του παλαιστή Απόστολου Σουγκλάκου).

2010-Kuxan Suum-Kinich Ahau (5)

folder

Στη μυθολογία των Μάγιας τ’ όνομα της μπάντας Kuxan Suum αποκρυπτογραφεί «το μονοπάτι στον ουρανό, που οδηγεί στο κέντρο του σύμπαντος». Στο Metal Archives έχουν σημειώσει και κάτι επιπρόσθετο, που δεν βρήκα στα κιτάπια μου αλλά μ’ άρεσε. Είναι λέει, ρεύματα ή πύλες που επιτρέπουν στο μαθητή να ταξιδεύει μεταξύ «πραγματικοτήτων», κατασκευασμένα από μια συνειδητότητα/ζωογόνο δύναμη και προέρχονται από το κέντρο του κόσμου, Hunab Ku. Αυτό είναι το πρώτο Demo/κομμάτι της μπάντας με τον τίτλο Kinich Ahau (προσωνύμιο των Μάγιας για το θεό Ήλιο). Τα μέλη τους δεν μας είναι γνωστά (αλλά κιθάρα παίζει ο Volahn) κι επιδίδονται σ’ ένα ψυχεδελικού τύπου Post Black Metal με σκοπό την περιπλάνηση του νου μας σε άλλες διαστάσεις.

Η μουσική ξεκινά σε soundtrack πλάνο και μας ταξιδεύει αρκετά διερευνητικά, προτείνοντας άγνωστους τόπους. Σταδιακά προσαρτά χαρακτηριστικά riff σαν στρώμα υπέρβασης της αφετηρίας και λίγο αργότερα τον απαιτούμενο κορμό, τη ρυθμική ραχοκοκαλιά με τρόπο επιμελημένο και συνεκτικό. Η ταχύτητα θα μπει μαζί με τα φωνητικά που εντείνουν τη δυναμική του. Ύστερα το ρυθμικό μέρος πιάνει το μπούσουλα της σχάσης και τα riff θα κατευθυνθούν σε μια μελωδική περιήγηση, ενώ τα φωνητικά σ’ ένα κρεσέντο γεμάτο πόνο και σπαραγμό. Το βύθισμα μετά τη μέση οδηγεί την εξιστόρηση σε κύκλο, μέχρι να γεννηθεί και πάλι το παραπάνω εγχειρίδιο ανάπτυξης. Η πλοκή ενοποιεί υπέροχα τις δυο αυτές οπτικές και το κομμάτι θα πορευθεί στην λογική της αλληλοσυσχέτισής τους. Ιδιαίτερα ικανοποιητική προσπάθεια με trip feeling, που ρέπει προς το άγνωστο για την τέρψη του ακροατή.

2007-Ashdautas-Where The Sun Is Silent (6)

FolderΟι Ashdautas είναι η μπάντα αφετηρία για την όλη φάση. Σχηματίστηκαν πίσω στο 2002 και τα μέλη τους ήταν: Naeth στα φωνητικά, Eduardo Ramírez σε κιθάρες και φωνητικά, Fah στο μπάσο (μετά ήρθε ο Kallathon), Murdunbad στα τύμπανα και Arrken στη κιθάρα. Αρχικά έκαναν δυο Demo, Betrothed To Our Void (2003) και As Τhe Vile Must Digress (2004) τα οποία μετουσιώθηκαν στο ντεμπούτο Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain (2006). Εκεί, αν μπορέσετε ν’ ανεχθείτε την απαράδεκτη λύσσα των φωνητικών εξάρσεων του Naeth θα έρθετε σ’ επαφή με αρκετά μαυρομεταλλικά καλούδια. Όπως το ρυθμικό μέρος που κρατά τον έλεγχο κάθε σπιθαμής, τα συνεχή riff που κελαρύζουν την πορεία, τον θελκτικό όγκο κι ένα μπάσο με σαφή χαρακτήρα και ρόλο στην πλοκή. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις ενδιαφέρουσες αλλαγές και συσχετίσεις τότε οι Αμερικάνοι δημιούργησαν ένα αξιόλογο ντεμπούτο μεν, που έπασχε από ορμονικές διαταραχές δε.

Την επόμενη χρονιά έγραψαν το Where The Sun Is Silent, το οποίο επανακυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro το 2010. Εδώ θα βρούμε ένα μπουκωμένο ηχητικό κατασκεύασμα που στέκει αρκετά απρόσιτο σε πρώτο επίπεδο. Γκρίζα θαμπάδα, ατέλειες, σφυρίγματα ήχου, στόμωμα, αυξομειώσεις, λαθάκια και γενικά ότι καλύτερο υπάρχει για το Black Metal ακροατήριο (ή μήπως όχι;). Ο σχεδιασμός του αποτελείται από μια μονοκόμματη ρυθμική κίνηση που αγγίζει το χάος (λογικά Live ηχογράφηση), στην οποία τα riff έχουν το βασικό ρόλο οδηγώντας γοργά το σύνολο προς τον ακαθόριστο μακρινό ορίζοντα. Οι Ashdautas παίζουν δυναμικό Usbm που ξενίζει γαρνιρισμένο με μικρούς ηδονισμούς. Μέσα στην κίνηση των δυο αυτών διαθέσεων θα βρούμε τα πλεονεκτήματα της προσπάθειας. Σημεία βέβαια που οι Αμερικανοί δεν επεδίωκαν ν’ αναδείξουν, γιατί η ακατέργαστη λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη από την εξύψωση της παικτικής αλληλουχίας. Ωστόσο μπορούμε ν’ αναφερθούμε στις κρυμμένες «χάρες» της οπτικής, όπως οι κιθάρες που σπέρνουν riff σε μεγάλες ποσότητες, αγγίζοντας και τις πνευματικές αναζητήσεις (Synaesthesia). Έπειτα τα ζεστά τύμπανα που σιγοντάρουν από το βάθος, ακόμα και ως ακαθόριστος θόρυβος και τέλος τα φωνητικά που στέκουν σε πολύ καλύτερες συχνότητες σε σύγκριση με το ντεμπούτο και σκούζουν δυναμικά. Τελειώνοντας θ’ αφήσει στον ακροατή τον δικό του ορισμό για το Usbm: Το ηχητικό πάκτωμα του Ευρωπαϊκού Raw Black Metal με μαγαρισμένη αισθητική γεμάτη σχήματα υπερβολής. Ένα Ep πρεσαρισμένο μέχρι το μεδούλι στην καταχθόνια ροή, σαν τρενάκι του τρόμου που δεν θα κόψει ποτέ ταχύτητα. Βίαιο και σθεναρά ιλιγγιώδες δεν θ’ αφήσει κανένα σημείο του ανεκδήλωτο σε σιωπή.

Naeth

Σημείωση: Στ’ αριστερά σας είναι ο Naerth, για τις ικανότητες του οποίου είχα ερωτηματικά. Το Black Metal όμως είναι μια μουσική που ο τρόπος ερμηνείας ή εκτέλεσης δεν αποκαλύπτει απαραίτητα και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Πολλές φορές απλά συμμετέχει ως γρανάζι μιας αισθητικής που η εκάστοτε μπάντα θέλει νε προβάλει. Από την στιγμή που είδα αυτή την φωτογραφία του Naerth, μου ήρθε στο μυαλό ο Tomas Stench (Morbosidad) στην τίγκα πρόκα/μάσκα αερίων εμφάνιση του. Στο μυαλό του ακροατηρίου μια τόσο χοντροκομμένη image καρικατούρα (και συνάμα εκπληκτικά γαμάτη) ταιριάζει απόλυτα με μια ηχητική θέση κάπου στη χαβούζα Black/Death εκδοχή των Morbosidad. Ο Naerth τώρα, μπορεί να τολμούσε φωνητικά στο μοτίβο «σκούζω σα δεκατριάχρονο μαλακισμένο που του έκλεψαν τις ηλεκτρονικές συσκευές» αλλά πήγε και το έντυσε μ’ ένα image «φιάσκο», ακολουθώντας το μονοπάτι τίγκα πρόκα/κουκούλα για να το αναδείξει. Η σύλληψη του βγάζει γούστο, ακόμα κι αν το έκανε από ντροπή επειδή δε μπορούσε να κάνει grim φωνητικά. Σ’ επίπεδο αισθητικής όμως είναι τόσο έξυπνα οξύμωρη που γίνεται δελεαστική και ειλικρινά θα με οδηγούσε σε Live εμφάνιση των Ashdautas, ακόμα κι τα φωνητικά στρίγγλιζαν με την υστερία του Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain. Γιατί στην ουσία, το Black Metal είναι κάτι παραπάνω από μουσική…

2010-Kallathon-Before Drifting Into The Abyss (7)

folder

Εδώ έχουμε το solo project του μπασίστα των Ashdautas, ένα Ep που εμπεριέχει δυο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ηχογραφημένα στο πλαφόν μιας live εκτέλεσης. Στ’ ομότιτλο τα υποχθόνια riff κινούν την διαδικασία, τα τύμπανα ανοίγουν λίγο το εύρος και το μπάσο είναι τόσο μπροστά που μπουκώνει την εξιστόρηση. Τα φωνητικά έχουν δευτερεύοντα ρόλο με τον Αμερικανό να μοιάζει λες και τραγουδά με τις παλάμες σε σχηματισμό επάνω στο στόμα του, αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του As The Sky Fell, I Left You Behind που θα βγουν φωναχτά σε κραυγές αγωνίας. Εκεί θα αναζητηθεί η πορεία μ’ αιχμηρές προεξοχές αλλά και η στρεσογόνα διαδικασία που μεταφέρει την εσωτερική διεργασία προτού παρασυρθούμε στην Άβυσσο. Μονότονη κι ευθύγραμμη πορεία που κάνει έντεχνα ηχητικό απάγκιο να διαβεί το μπάσο, λογικό βέβαια μιας και ο τύπος είναι μπασίστας κι έβγαλε το άχτι του. Το Black Metal του στηρίζεται πολύ στην κλοτσοπατινάδα του ήχου βγάζοντας αντί για χύμα πλοκή κάτι σχετικά ατακτοποίητο. Σε πιο ανέμελες ακροάσεις βέβαια άρχισε να με φτιάχνει η οπτική με το μπάσο στη θέση του πρωταγωνιστή και τ’ άλλα όργανα σε κομπαρσιλίκι. Συμπερασματικά το πρώτο Ep των Kallathon δεν ήταν και για το κάλαθο των αχρήστων αλλά δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας. Πιστεύω όμως πως ο ακροατής που θα μπει στην γενικότερη φάση του κύκλου, θα δικαιολογήσει το στημένο μοτίβο και τη προχειρότητα, γιατί από το εσωτερικό του θα εισπράξει το ρημαδιασμένο που νιώθει ολόγυρα.

2010-Absum-Purgatoire (8)

Folder

Ο Devon Boutelle ή Yagian ή σκέτο Y. βρίσκεται πίσω από τους Absum. Είναι ακόμα το μοναδικό πρόσωπο πίσω από Glossolalia, Odz Manouk κι ένας από τους ιδρυτές των Rhinocervs (δηλαδή παίζει κι εκεί). Σε γενικές γραμμές ένας από τους πιο δημιουργικούς μουσικούς της παρέας και σίγουρα ο ικανότερος να σκεπάζει εαυτό στ’ αόρατα σάβανα της ασημότητας. Το project των Absum προϋπήρχε έχοντας ένα Demo κι ένα Ep από το 2008, τα οποία δεν έχω ανακαλύψει ψηφιακά για να γνωρίζω τα καθέκαστα. Στο Compilation Purgatoire 2007-2009 που κυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro θεωρούσα πως έχει μαζέψει υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες. Αλλά είδα πως οι διάρκειές δεν μοιάζουν με όσα έκανε σε Demo και Ep, οπότε κατέληξα πως αυτά τα κομμάτια που θα βρούμε εδώ είναι μάλλον κάποια ακυκλοφόρητα που έγραψε σ’ εκείνη την περίοδο. Όπως κι αν έχει η ιστορία, εδώ ζει ένα αργό και φθονερό Black Metal που κολυμπά αμέριμνο στην παχύρευστη λίμνη του Funeral Doom. Τα φωνητικά είναι ισοδύναμα της μουσικής κοχλάζοντας με μια περιοδικότητα, μοιάζει σα να ‘χεις βάλει μικρόφωνο σε τσουκάλι που βράζει. Τα riff έχουν τον ρόλο του εξερευνητή εξάγοντας χρωματικές αποχρώσεις ή καλύτερα φωτεινές δυναμικές μέσα στη μούργα, ενώ τα τύμπανα τον κλασσικό μονότονο ρόλο της αργής κίνησης. Το ύφος των Absum δημιουργεί κλίμα που αγγίζει το soundtrack με σκηνοθετική νοοτροπία, χωρίς να χάνει το επίπονο και απρόσιτο σύγκρυο του Funeral Black Metal. Έτσι η ακρόαση είναι αποπνικτική σαν ατμοσφαιρικό ταξίδεμα στην φωτιά και το πύρωμα, κάνοντας το Purgatoire ειδεχθές πλατσούρισμα σε παραλία της κόλασης γι’ ακάθαρτες ψυχές.

2010-Blue Hummingbird On The LeftBloodflower (9)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Ep των Blue Hummingbird On The Left, από την πληροφόρηση που έχουμε τ’ όνομά τους είναι μια ελεύθερη μετάφραση του Αζτέκου θεού Huitzilopochtli. Την μπάντα αποτελούν τέσσερα πρόσωπα (άγνωστο ποια είναι ακριβώς) ταγμένα στον Μεξικανικό «ρομαντισμό». Το Bloodflower εμπεριέχει Raw Black Metal εφαρμογές σε σαθρό ηχητικό πακετάρισμα και riff που διάγουν ένα μονότονο χαοτικό πέρασμα. Αν και μικρό σε διάρκεια κουβαλά πυγμή και προσήλωση στην έκφραση, έτσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα φωνητικά. Αυτό είναι ένα θετικό χαρακτηριστικό μέχρι η μπάντα να το στείλει σε μονοπάτια που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Αυτό θα συμβεί στο Southern Rules Supreme με το φλάουτο και τους αλαλαγμούς σε ινδιάνικο τόνο να καταστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό το Peha της σοβαρότητας. Από εκεί και πέρα το μπαλάκι πάει στους ακροατές οι οποίοι αποφασίζουν αν θα την κάνουν μ’ ελαφρά ή θα παραμείνουν εδώ λαμβάνοντας την υπερβολή ως γλαφυρότητα και Cultιλίκι, αφήνοντας την κριτική τους δεινότητα για κάτι που προορίζονταν από την αρχή για σοβαρό.

2010-Odz Manouk (10)

folder

Αυτό είναι το δεύτερο project του Yagian που έκανε γνωστό η Crepúsculo Negro. Στην Αρμένικη μυθολογία ο Odz Manouk ήταν γιός ενός ανώνυμου βασιλιά που γεννήθηκε ως ερπετό. Απέρριπτε κάθε φαγητό και τρεφόταν αποκλειστικά με παρθένα κορίτσια, το δώμα του ήταν ένας απομονωμένος θάλαμος κάτω από το κάστρο του βασιλιά. Μια μέρα του πήγαν για γεύμα μια νεαρή κοπέλα με τ’ όνομα Arevhat. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εισήλθε στον θάλαμο του τερατώδη γιού και βρήκε την κοπέλα ζωντανή και τον Odz Manouk μεταμορφωμένο σ’ έναν όμορφο νεαρό άνδρα. Χρόνια αργότερα ο Odz Manouk έγινε βασιλιάς και η Arevhat βασίλισσα, κάνοντας επιτυχημένο έργο ως ηγεμόνες της Αρμενίας.

Καταχθόνιες Black Metal αναζητήσεις τυλιγμένες σε ασπρόμαυρο ηχητικό μανδύα με αποτραβηγμένα πνιχτά φωνητικά που σκούζουν την μακάβρια αλήθεια. Η ανάδειξή του ντεμπούτου των Odz Manouk θα γίνει από τα riff «αλάτι στην πληγή» που υπάρχουν σε σημεία των A Mymex Omen, The Indisciplinarian, I Will Crush To Marrow This Crow Of Ill, The Roaming και διάγουν έκλυτο βίο, ανοίγοντας πύλες μεγαλείου στη μανία. Δηλαδή, το ρυθμικό μέρος που τηρεί το απαράμιλλο μανιφέστο και μια χαοτική πάχνη αναδύεται γύρω μας. Οι Odz Manouk επιλέγουν Raw Black Metal εφαρμογές αλλά μανουβράρουν τα γκέμια της οργής μέσα στο μίσος, παράγοντας μια καθ’ όλα πνιγερή συναισθηματικότητα. Ο ήχος τους είναι δελεαστικός γιατί εθίζει, περιορίζοντας τα όργανα μέσα στο φύσημα, τις μικρές εκείνες γραμμές ή τρυπίτσες λάθους, που σε κάνουν να νιώθεις κάτι από την late 80’s-mid 90’s ζωτικότητα. Επιζητούν διάκριση μέσα από το πάθος και την δυναμική του μουσικού κι όχι από τον καλλωπισμό της τεχνολογίας. Είναι η τροφή του ακροατή που δεν ικανοποιείται από υποχόνδριους μελετητές του ορθού ήχου κι επιλέγει να βυζαίνει το γάλα της βρωμιάς. Είναι η λαχτάρα για Black Metal που δείχνει αποστροφή στην εξέλιξη, στρέφοντας το ενδιαφέρον στα ηχητικά τερτίπια, στην ίδια του την βάση, την χαλασμένη κατάνυξη.

2010-GlossolaliaGold In The Throat (11)

FolderΓλωσσολαλιά είναι η πράξη ομιλίας ή γραφής σε άγνωστο γλωσσικό σύστημα (Harper’s Encyclopedia of Mystical & Paranormal Experience). O όρος γλωσσολαλιά, προέρχεται από τις λέξεις γλώσσα και λαλώ (μιλώ) και αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, συνήθως στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης (Britannica Encyclopedia of World Religions). H Glossolalia είναι το πρωτότοκο τέκνο του Devon Boutelle και το Gold In The Throat ένα καλά οργανωμένο Compilation, που εμπεριέχει όλα όσα έκανε η μπάντα από το 2007 με τις Self-released κασέτες ως το ντεμπουτάκι Ep του 2008 Bondage.

Πίεση και μανία υψωμένα στους κόλπους της ημικρανίας, ίλιγγος και μυδρίαση στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εδώ έχουμε Black metal που κουβαλά από τον πυθμένα μέχρι την ακροτελεύτια μπασογραμμή του την καταφασία. Μια εγκεφαλική νόσο επαναληπτικής ροής με γνώμονα την κάβλα. Είναι η σουρτούκα πόρνη κίνηση χωρίς χάρη, ζουπιγμένη στα δώματα της ηχητικής σήψης και πριμαριστής λατρείας. Μπουκωμένη συμφορά ηλεκτρικών απολήξεων και κάτι υποχθόνια φωνητικά μπασταρδεμένα με τη πλοκή σε μια παράξενη συνεύρεση. Τα riff ξεχειλίζουν ένταση και ο ψημένος για φαιδρά μοτίβα ακροατής πασχίζει να βρει σωστό volume που θα του εξασφαλίσει την υγεία των ώτων, κι ύστερα απολαμβάνει. Αυτό είναι το πρότυπο του χαοτικού Usbm σε προσιτό όρος υπερβολής που δεν ξεθυμαίνει, δεν ξαποσταίνει και γενικά δεν ενδιαφέρεται για τίποτε ακολουθώντας τον δικό του κανόνα διαστολής. Τέλος, λίγο πριν ολοκληρωθεί το Three Knots Of A Rope ο Yagian θα περάσει από το ατέρμονο μοτίβο σε riff που σκίζει τη ροή για μια πρέζα trip αγαλλίασης. Επιθυμητό αρχικά κι έπειτα ποθητό, από κάθε πρεζάκι που μπήκε στους κόλπους της καταχνιάς και πήρε στάμπα μελανή που φέρνει στη σκιά του.

2010-Dolorvotre (12)

Folder 2

Ο Eduardo Ramírez (Bass, Drums, Guitars, Keyboards, Vocals) παρέα με τον Juan Cabello (Drums, Guitars, Keyboards, backing Vocals) σχημάτισαν πίσω στο 2009 τους Dolorvotre. Εδώ έχουμε τ’ ομότιτλο Full-album του 2010 που ξεκινά με intro βγαλμένο από τις κασέτες των Moëvöt και προχωρά σε μια κακοφορμισμένη πλοκή στο πλάνο των Les Légions Noires. Η tribute οπτική αυτού του project είναι φανερή ακόμα και στ’ όνομα Dolorvotre, που μοιάζει με ακουστική μίμηση της γλώσσας Gloatre: Είναι η μυστική διάλεκτος που δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν, για τα ονόματα των project και τους τίτλους των κομματιών τους, οι Γάλλοι των Λεγεώνων πίσω στα 90’s.

Το ύφος της μπάντας είναι πνιγμένο μέσα στη θαμπάδα, γεμάτο φύσημα και διακυμάνσεις εμβέλειας, έτοιμο να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ένα βουητό που εξυμνεί την κραιπάλη, τις καταχρήσεις και κάνει μαθήματα διαφθοράς. Ανυπόφορο σε σημείο να συναρπάζει, θα έρθει πακεταρισμένο σε βιολετί χρώμα για τη μνημοσύνη των παλαιών Demo κυκλοφοριών. Στην πλοκή θα βρούμε τα φωνητικά σε ρόλο μπροστάρη, που βγάζουν μια παθιασμένη μουρμούρα να ψελλίζει ολόγυρα. Οι κιθάρες κρύβονται πίσω από τύμπανα ή φτιάχνουν τη μαγιά προσπερνώντας καθετί άλλο (Worship Black Twilight & Treasure Of Sin). Ο ρόλος τους είναι καταλυτικός γιατί δίνουν την αίσθηση κίνησης σε μια μπαφιασμένη προσπάθεια. Η παραγωγή αποτελεί τη βάση του εγχειρήματος, γιατί είναι σχεδιασμένη με τρόπο να μετατρέπει το Raw Black Metal σε νόσο ψυχικής διαταραχής. Ραντίζει συνέχεια χαλασμένες ατμόσφαιρες κάνοντας ακόμα και τα γρήγορα σημεία να μοιάζουν ενταφιασμένα στο ιλαρό μνήμα της μουρμούρας. Οι Dolorvotre μπορεί ν’ αγγίζουν τη Γαλλική πρωτόλεια αντίληψη των λεγεώνων περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο project του κύκλου, αλλά δεν ξεχνούν την Usbm τακτική που θα προσαρτηθεί σε σημεία. Αν και μπουχτισμένο μέχρι τα μπούνια αυτό το ντεμπούτο κατάφερε να τους δώσει συμβόλαιο με την Ajna Offensive, την Αμερικάνα μάνα του νέου Black Metal κύματος. Εν αναμονή λοιπόν του διαδόχου, με την ελπίδα να μας το σερβίρουν σ’ ένα ακόμα χειρότερο ηχητικό μοντέλο.

2011-Arizmenda-Without Circumference Nor Center (13)

Folder

Μερικές φορές ένα εξώφυλλο κουβαλά μια επιβλητική παρουσία κι ένα δυναμικό χρώμα οδηγώντας το ακροατήριο σε παραλήρημα, ακόμα κι αν στο επόμενο κοίταγμα δει τις Kitsch και Humor αναφορές. Το δεύτερο full-album των Arizmenda είναι πρώτα απ’ όλα μια δόλια παγίδα κι έπειτα η συνέχεια της ιστορίας τους. Το αναφέρω αυτό διότι είχα πολύ αρνητική άποψη για το περιεχόμενό του στις απλές ακροάσεις. Αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην ενδελεχή παρατήρηση και συσχέτιση μαζί του κατάφερε να με μαγέψει. Ο δόλος θα εντοπιστεί στον ήχο που πέτυχαν, γιατί είναι μακράν ο χειρότερος που έχει υπάρξει σε κυκλοφορία του Black Twilight Circle. Είναι τόσο σκυθρωπός που με το ζόρι ξεχωρίζεις τα όργανα, ενώ αυτά παίζουν κομμάτια που θα μπορούσαν ν’ αναδειχθούν στην λογική μιας νορμάλ Black Metal παραγωγής. Οι Αμερικανοί όμως δεν επέστρεψαν για να κάνουν αίσθηση με μια κανονικότητα. Αντίθετα προσβάλλουν την αισθητική τους μ’ ένα ηχητικό τριβέλισμα θέλοντας να παίξουν με το αντιληπτικό μας επίπεδο, πετώντας το γάντι στο μυαλό μας. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε ιχνηλάτες του ασύμμετρου σχεδιασμού τους, αποκτώντας ολική αίσθηση του εγχειρήματός. Δεν εννοώ βέβαια να καταγράψουμε σε πεντάγραμμα τις αλληλουχίες των οργάνων, αλλά να βγάλουμε πόρισμα αποκαλύπτοντας το πέπλο της Ίσιδας. Πολύ πιο απλά να συντριβούμε με την αέναη πλοκή παραμένοντας αναλλοίωτοι μετά τη μυητική διαδικασία.

Στο περιεχόμενο του Without Circumference Nor Center τα τύμπανα και το μπάσο, το λεγόμενο ρυθμικό μέρος, είναι σε πολλά σημεία ενσωματωμένα. Ωστόσο, στο μπάσο θα δοθεί χώρος να γοητεύσει κινώντας τα νήματα σε ολόκληρα κομμάτια (Riders Of The Pale Horse…Crucifixion Of The Worm, Swalling Seas of Desire…Smashing Vessels Spilling Thought). Έπειτα οι κιθάρες εντείνουν με αγριότητα το εγκεφαλικό άλγος στη μεγαλύτερη διάρκεια, σιγοντάροντας στο γκρέμισμα των ορίων. Θα έρθουν όμως κάπου κάπου με διάθεση να εξαϋλώσουν τη πλοκή από την μούργα που κουβαλά με τόση μουντάδα, θα τις δούμε να σηκώνουν το σύνολο ακόμα και σε καθαρούς ουρανούς για μια και μόνο ανάσα. Τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και ζουν σ’ ένα συναίσθημα που μοιάζει με τύφο μονοτονίας. Εκεί θα επέλθει η λάμψη οφθαλμών των riff ως νέκταρ, θρεπτική κι αντίδοτο πλοκής. Τα φωνητικά έχουν και πάλι τριτεύοντα ρόλο, σε σημεία μάλιστα είναι τόσο πίσω που τα καταπίνει εξ’ ολοκλήρου η ροή. Αν όμως παρακολουθήσει κάποιος τον τρόπο τους, θα βρει πολλές αποχρώσεις που εντείνουν την ερμηνεία βγάζοντας αχαλίνωτο πάθος (Embrace Beauty In Your Arms…And Slit Her Throat). Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση χαίρομαι να βλέπω τους καταπληκτικούς τίτλους και το Black Metal των Αμερικανών να βγαίνει ολοένα και πιο εσωστρεφές. Γιατί πλέον είναι ένα χαοτικό πρόβλημα, χωρίς περιφέρεια και κέντρο, όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος του.

Οι ενδιαφερόμενοι που θα μπουν εδώ με ύφος θα βγουν όπως μπήκαν. Δεν πιστεύω πως θ’ αντέξουν ούτε δυο ολόκληρα κομμάτια, συνεπώς μοιάζει επιβεβλημένη μια διαφοροποίηση νοοτροπίας κατά την προσέγγιση. Θα πρότεινα λοιπόν σε όποιον εισέλθει, να το ακροαστεί με ακουστικά και καλό θα είναι να μην έχει παίξει πρωτύτερα μια ντουζίνα κυκλοφορίες. Η κάκιστη παραγωγή δεν θα γίνει ανεκτή διαφορετικά και σίγουρα θα στενέψουν τα περιθώρια κατανόησης και συσχέτισης. Θεωρώ αυτό το album την πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή του Black Twilight Circle, γιατί δεν δίδει απλόχερα τα δώρα του. Αντίθετα ζητά ένα αντίδωρο όρεξης κι επιμονής για να γεμίσει έξαψη τον ακροατή. Το αποτέλεσμα της ανάμιξης μαζί τους, μπορεί να θεαθεί σαν μια συρρίκνωση μέσα στο άπλωμα της πορείας τους.

2011-Volahn & Tukaaria (14)

Folder

Εδώ έχουμε το πρώτο split της παρέας που μας παρουσιάζει τους Tukaaria, μιας και είναι η πρώτη τους εμφάνιση ιστορικά. Πριν πάμε όμως στα κομμάτια τους, θα συναντήσουμε τους Volahn με το μεγάλο Tormenta Nativo και το intro του Nacom. Ο Ramírez μουτζουρώνει σχετικά τον ήχο, θέλοντας να βγάλει τον πρωτόλειο εαυτό της μπάντας του. Είναι ένα γρήγορο Black Metal με τύμπανα σε ακουστική ταπεράκια/μπολάκια, πάνω στα οποία είναι ακουμπισμένα φωνητικά αγριότητας και ξωπίσω κάτι κουμπωτές κιθάρες που σφυρίζουν μέσα στον καθ’ όλα χαλασμένο ηχητικό περίγυρο. Ένας διαφορετικός χαρακτήρας των Volahn, μαγαρισμένος σε μουρτζούφλικη παραγωγή που προσαρτά όλο και περισσότερα ραδιοφωνικά παράσιτα μέχρι να ολοκληρωθεί. Μπορεί να μην αγγίζει την μαγεία του ντεμπούτου, αλλά ικανοποιεί τη σάπια rehearsal καμενιά που ζει μέσα μας, όντας δελεαστικό να λάβει ακροάσεις. Θεωρώ πως τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να ξενίσουν τους ακροατές που γοητεύτηκαν από το πρότερο ύφος της μπάντας. Αλλά στην επανεξέταση θαρρώ πως όλοι συμφωνούμε ότι είναι από θεμιτό ως δελεαστικό να βγαίνουν οι μουσικοί πιο ελεύθεροι στα Split, δίνοντας άλλες προοπτικές. Γιατί δεν είναι μόνο το cult της ιστορίας που πρέπει να ικανοποιηθεί αλλά και η εξέλιξη του ήχου που μπορεί να καμωθεί από την αλλαγή της εφαρμογής, πάντα στα όρια του μοντέλου.

Η λέξη Tukaaria ανήκει στους Ινδιάνους Yaqui και σημαίνει νύχτα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα solo project, με τον μουσικό να φέρει ως ψευδώνυμο τ’ όνομα της μπάντας του. Τα τρία πρώτα κομμάτια τους στέκουν σταθερά σε μονότονο, χαοτικό Raw Black Metal με αφοσίωση στην ομαλοποίηση της ταχύτητας. Το ρυθμικό μέρος είναι θεμέλιο κίνησης και στήνει το μαύρο σκηνικό, τα φωνητικά είναι αξιοσημείωτα και ρητορεύουν grim ιστορίες με πυγμή, μέχρι να πιάσουν καθαρές μελωδικές αναζητήσεις (Giver Of Oblivion) σε μουντό φόντο. Ολόγυρα οι κιθάρες με συγκεκριμένα riff εξελίσσουν το μοντέλο, είναι επιφορτισμένες τον έλεγχο της ταχύτητας, την αύξηση και τη μείωση της. Μέχρι να μπει το Otma που θα κάνουν μια ζόρικη αλλαγή για το άνοιγμα της μηχανής τους. Ο τρόπος των Tukaaria είναι επίπεδος στη βασική νόρμα του Usbm αλλά εκπέμπει σθεναρά στην κλίμακα επίθεσης και βίας. Η διάνοιξη στον ήχου των κομματιών που έγινε στην επανέκδοση του Raw To The Rapine από την Profound Lore Records, τους έδωσε μια νέα διάσταση κρατώντας συνάμα και τα θετικά τους χαρακτηριστικά.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως τα split του Black Twilight Circle είναι άλλη μια έντεχνη παγίδα που αιχμαλωτίζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία. Αυτό γιατί προεκτείνουν τα όρια της «φάσης» και οι οπαδοί ως άλλου τύπου πρεζάκια θέλουν την δόση τους, εκδηλώνοντας τ’ οπαδικό τους φρόνιμα με την εξάντληση κάθε κασέτας από την προπώληση.

2010-ShataanWar Cry Lament (15)

Folder

Οι Shataan είναι ένα project που κουβαλά αρκετά διαφορετική φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Έχουν τρία μέλη, τον Shataan σε φλάουτο, κιθάρα και φωνητικά, τον Eduardo Ramírez στο μπάσο και τον Murdunbad στα τύμπανα. Το μοναδικό Demo που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα έχει τίτλο War Cry Lament και το πιο αινιγματικό εξώφυλλο του κύκλου, γιατί μπορεί να περάσει ακόμα και απαρατήρητο. Το περιεχόμενο τραμπαλίζει ανάμεσα στη λύπη και τον πόνο με μια ιδιότυπη έκφραση, που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως θρηνητική κακομοιριά. Αρχικά το φλάουτο κάνει λίγο folklore την εισαγωγή αλλά στην συνέχεια δεν στολίζει παράταιρα την οπτική, το μπάσο μπουμπουνίζει μελωδικά όντας πανταχού παρόν. Δίπλα τους σουλατσάρουν τύμπανα σε αχνό φόντο και riff που παίζουν σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Έχουν ως στόχο να κρατούν την ταχύτητα σε mid tempo πλαίσια και το καταφέρνουν με πολύ θετικό πρόσημο για τη συναισθηματική πορεία του συνόλου. Οι Shataan δεν παίζουν Black Metal, απλά το κουβαλούν ως χαρακτηριστικό ψυχής στον πυρήνα της έκφρασης τους. Η αλήθεια είναι πως δε μπορείς να πεις και τι ακριβώς παίζουν ή πως φαντάζουν, κι αυτό θα προστεθεί στα θετικά. Το πιο παράξενο στοιχείο στο War Cry Lament είναι τα φωνητικά, που ζουν στις παρυφές μιας καθαρής άρθρωσης με φωναχτές τάσεις σε ρόλο μοιρολογίστρας, χαροπαλεύοντας αρχικά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ζήτημα είναι πως όσο περνά η ώρα βγάζουν ένα ύφος που θυμίζει, έστω και σχετικά τον Quorthon (Cycle Of Destruction And Rebirth). Σαφώς δεν μιλάμε για κάποια εκπληκτική ερμηνεία, ούτε όμως και για παρωδία και αυτό το τελευταίο σπάνια συμβαίνει όταν υπάρχει μιμητισμός. Ξεχωριστό κι ενδιαφέρον project που θεριεύει στους κόλπους της εξωστρέφειας, θέλοντας να μοιραστεί μαζί μας τους καημούς του, ν’ αγγίξει τον ψυχισμό μας με την συναισθηματική του φόρτιση.

2011-The Haunting Presence (16)

FolderΕδώ έχουμε την πρώτη Black/Death έλευση του κύκλου. Οι The Haunting Presence είναι project του Ghastly Apparition, δηλαδή του Blasphemer Nuclearwhore Of Black Blood που είχε παλαιότερα μπάντες στο ίδιο ύφος, όπως οι Nocturnal Blood, Nuclear Desecration και Hate Kommand. Όπως ανέφερε και η Crepúsculo Negro ως υπότιτλο στην ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Demo: Είναι ένα βίαιο Σαμανιστικό χάος που κάνει επίκληση στην φρίκη, το άγχος και τον υπερφυσικό τρόμο. Εδώ θα βρούμε τέσσερα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, που εξερευνούν με περισσό πάθος την θαμπή και σχετικά παχύρευστη μαγεία του πρωτόλειου οργανικού ήχου. Μια ανήσυχη και αδιαπέραστη νοημοσύνη σπέρνει στο διάβα της καθώς βίαιες πράξεις ασέλγειας ποινικοποιούν όσο χρειάζεται το περιεχόμενο. Μέχρι να φτάσουμε στο βορβορώδες κρησφύγετο της μούργας, τα Obscure βασίλεια και το τελετουργικό τους μανιφέστο για συνειδητή καταστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον αντί-παιάνα για την θεϊκή υπόσταση του άγχους. Τα τύμπανα είναι μπροστά και τα φωνητικά (μαύρος σκύλος) το ισοδύναμο τους, κιθάρες και μπάσο (Violent Acts Of Carnality) ρολάρουν την πλοκή σχηματοποιώντας μια λαχταριστή κλεισούρα που προκαλεί νευρικότητα. Εδώ έχουμε μια αποτρόπαια έλευση στα χνάρια των μετρητών της οργής Archgoat, Blasphemy και Demoncy. Η χαβούζα σε όλο της το μεγαλείο με μια κρυφομπολτοζέ παραγωγή που στομώνει τα περιθώρια, αφήνοντας να περάσουν μόνο οι αναθυμιάσεις μεθανίου για την εξύψωση της βρώμας. Η πλήρης γεύση που αφήνει αυτό το ενδεκάλεπτο Demo μας δίνει το δικαίωμα να κοιτάμε το μέλλον του Black/Death από την σκοπιά της μικρής κακοφορμισμένης λαίλαπας, όπως ακριβώς μας τα είπαν και οι Black Witchery στο Inferno Of Sacred Destruction.

2011-Ashdautas & Bone Awl (17)

folder

Το flayer της Crepúsculo Negro έβγαζε μεγάλη προσμονή για ετούτο το split. Υπήρχε περισσό πάθος και μια λαχτάρα που επεδίωκε να γεμίσει με κάψα τον ακροατή. Στα μάτια τους όλο αυτό είναι δικαιολογημένο μιας κι εδώ θα βρούμε νέο υλικό από τους παλαιούς της συνομοταξίας. Αρχικά οι Ashdautas επιστρέφουν με το τελικό τους Line-up, γράφουν ένα νέο κομμάτι κι έπειτα διαλύονται. Το Vermillion Stars In Depths Familiar είναι ένα Μεγάλο Έπος τόσο σε διάρκεια όσο και σ’ εφαρμογές, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ κι ένα κύκνειο άσμα που τιμά το Black Metal. Είναι μια σύνθεση που ομογενοποιεί εκπληκτικά το Black Metal παρόν με το Heavy Metal παρελθόν, δομημένη με τρόπο που αυτό δεν θα παρατηρηθεί άμεσα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δεν κουράζει διόλου σ’ επίπεδο πλοκής, ενώ ξεπερνά τα είκοσι λεπτά, γιατί κουμαντάρει το δρόμο του αιχμαλωτίζοντας με τις εφαρμογές του όλο και περισσότερο την προσοχή μας. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εδώ είναι οι κιθάρες, μιλάμε για riff, πάρα πολλά riff με ποικίλα δεσίματα, που κάνουν όλες τις απαιτούμενες κινήσεις προέκτασης αγγίζοντας ακόμα και solo σημεία με υποχθόνια ψυχεδελική μέριμνα. Οι αλλαγές που επιτυγχάνουν στο tempo μοιάζει με αναπνοή καθαρού οξυγόνου για την διαύγεια του εγκεφάλου στο επόμενο αγνάντεμα. Τα τύμπανα έχουν έναν υπέροχο γεμάτο ήχο μα και διακριτικό συνάμα, ενώ το μπάσο κουμπώνει επάνω τους σαν μωρό σε αγκαλιά. Μοναδικό μεμπτό σημείο είναι τα πνιχτοστριγγλιχτά φωνητικά, τα οποία εδώ κάνει ο Volahn κρατώντας το ύφος που είχε η μπάντα ιστορικά. Το θετικό είναι πως μοιάζουν περισσότερο με αυτά που έκαναν στο Where The Sun Is Silent και σταδιακά συνηθίζονται. Το δεύτερο κομμάτι Choirs Of Vice είχε γεννηθεί από το 2009 και θα το βρείτε σ’ εκείνη την πρώτη collection κασέτα του Black Twilight Circle που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Είναι ογκώδες και δυναμικό, γεμάτο συναισθήματα αγριότητας. Θα κινηθεί με riff σε διάφορες όψεις, μια εκ των οποίον μοιάζει με υποχθόνια μελωδική στρεβλότητα ενώ η φωνητική συστοιχία σκούζει μαστιγώνοντας το ακουστικό μας κέντρο.

logoΟι Bone Awl είναι ένα ζόρικο ντουέτο από το Novato της Καλιφόρνια με σωρεία Demo, Split και Ep κυκλοφοριών από το 2002 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας που πέρασε. Το μονοπάτι τους δεν ήταν ακραιφνώς Black Metal αιχμαλωτίζοντας μέσα στο Raw & Minimal σκηνικό Punk και Noise επιρροές, στρώσεις ή σκέψεις. Η μονομανία τους, όσο και η πολύ συγκεκριμένη συνθετική διάσταση που υπηρετούν τους δίδει καλή θέση στην ιστορία του Usbm. Η αισθητική τους είναι εθιστική όταν γίνει αποδεκτή, αλλά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θέλει κουράγιο και μια πεντάδα κυκλοφορίες τουλάχιστον. Από την έναρξη της πορείας τους διακρίνονται μέσω μιας εξαίρετης εικαστικής προσέγγισης, την ακολουθούν ηχητικοί τραμπαλισμοί, προσφέροντας σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία δελεαστικό ήχο με διαφοροποιήσεις. Δυστυχώς δεν μας παίρνει ο χωροχρόνος για λογάκια πάνω στις κυκλοφορίες τους (είναι βλέπετε καμιά εικοσαριά..), ωστόσο θεωρώ πως αξίζει μια καλή βουτιά στο λαγούμι με τις καρφίτσες τους. Οι γυρολόγοι του ήχου όσο και οι σοβαροί μελετητές που θ’ ασχοληθούν, ξέρουν ότι θα φτάσουν σε συμπεράσματα αν πάρουν την ιστορία από την αρχή. Επειδή όμως αυτό το Blog δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς απτές προτάσεις, οφείλω να σημειώσω πως όσα έκαναν ακουμπούν μια συγκεκριμένη ποιότητα που δεν έχει τόσο νόημα να τη δούμε σ’ επίπεδο σύλληψης ή παικτικά αλλά σε ηχητικό σερβίρισμα. Σε αυτόν λοιπόν τον τομέα μου έκαναν εντύπωση οι κασέτες Night’s Middle, By Ropes Through Dirt, Night Is Indifferent, So I Must Take from The Earth, Meaningless Leaning Mess και το Split με The Rita.

Στο παρόν Split επανέρχονται στο δικό τους μοτίβο, με μικρά σε διάρκεια κομμάτια και γουργουρητό ήχο που γεννοβολά κυκλικά riff. Η φυσιογνωμία τους κοντεύει το Punk αλλά δεν το αγγίζει στον ειρμό, μιας και ζει σε μέτριες ταχύτητες. Οι ιδέες τους έχουν αυτή την μονοδιάστατη προσέγγιση κάνοντας το σύνολο να μοιάζει με Live τζαμάρισμα. Σημείο που γενικότερα έχουν στον χαρακτήρα τους ακόμα κι όταν μεγαλώνουν τον χρόνο των κομματιών. Τα φωνητικά βρίσκονται σ’ εσωτερική προεξοχή και ζουν αρκετά μεταλλαγμένα κοντεύοντας σε σημεία τον ήχο του Wrest (της Demo περιόδου). Ενώ το ρυθμικό μέρος βοηθά να βγει μια rock n’ roll υφή, τυλιγμένη βέβαια πολλά σκοτεινά βυθίσματα για να περιγραφεί ορθά απ’ αυτό τον όρο, ωστόσο η κινητική διάσταση που έχει με αναγκάζει να τον χρησιμοποιήσω. Οι Bone Awl τηρούν κατά γράμμα το μονοπάτι τους, που είναι ένα κακόφημο και αδιέξοδο σοκάκι. Σημείο που σπάνια θα βρεθούν μεγάλες παρέες για να χαρτογραφηθεί ως τόπος του μαυρομεταλικού χάρτη, αλλά ιδανικό για ν’ αράξουν τίποτε πρεζάκια σαν εμάς.

2012-Kallathon & Volahn-Disequilibrium Of The Ecliptic Plane (18)

FolderΗ ιστορία των Split κυκλοφοριών που προάγουν την κοινή συνισταμένη και πορεία του label θα συνεχιστεί με την ένωση Kallathon και Volahn. Οι πρώτοι μπαίνουν εδώ δυναμικά παίζοντας Black Metal με Raw θεμέλια που ζει σε ταχύτητες και παράξενα φωνητικά με ογκώδη σχηματισμό, σε φάσεις καγχάζουν μιλώντας δυνατά. Ο Kallathon στην δεύτερη προσπάθεια έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στα riff, τοποθετώντας τα στο πηδάλιο της μαούνας του. Από εκεί μανουβράρουν με τέχνη, σα καπετάνιος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να ξεφύγει από το φουρτουνιασμένο πέλαγος. Έτσι μετατρέπουν την επίθεση σε αρμονική πορεία με το καράβι τους να σκίζει πλέον και καθαρούς ωκεανούς. Μοιάζει στην εξέλιξη με τα καιρικά φαινόμενα που τροποποιούν τα κύματα, διαγράφοντας σταδιακά τα θαμπά χρώματα ώστε να γεμίσει φως ο καμβάς που επιμελούνται. Είναι μια θαλασσοταραχή που θ’ αντικατασταθεί από την εμφάνιση του ήλιου, μια μελωδική διαύγεια που εγκαθιδρύει νέες εικόνες του ίδιου τόπου. Αργότερα (Of Earth, Wind, Seas Of Blood And The Rhythm Of Chaos) θα έρθει το μπάσο να γεννήσει μια νηνεμία, τ’ απάνεμα σημεία αφυπνίζουν συναισθήματα που θα παραμείνουν στην κλίμακα της εσωστρέφειας, ολοκληρώνοντας έτσι μια πανέμορφη εξιστόρηση. Τα κομμάτια είναι ακόμα μεγάλα σε διάρκεια όπως και στο ντεμπούτο, μα ο τρόπος που συνθέτει πλέον ο Αμερικανικός τα κάνει ξεκούραστα με σαφή και συγκεκριμένο στόχο.

FolderΟ Volahn σε ότι κι αν κάνει μετά το ντεμπούτο, προκαλεί μετάλλαξη στο ύφος του. Είναι λες και προσπαθεί να τοποθετήσει το project σε όλες τις πιθανές εκτάσεις της Raw Black Metal πλοκής, βγαίνοντας μάλιστα και σε αχαρτογράφητα σημεία. Στο παρόν split μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάτι από τους παλαιούς Volahn αλλά έχει υποστεί μετάλλαξη στον ήχο της κιθάρας. Εδώ λοιπόν θα βρούμε τέσσερα κομμάτια νορμάλ διάρκειας, σε σχετικές ταχύτητες γεμάτα μελωδικά riff στο επίπεδο που επιτάσσει η concept/split διαδικασία. Ο Eduardo Ramírez δεν παίζει όμως πρόχειρα με χύμα διάθεση, αντίθετα μελετά ιδιαίτερα την σύνθεση, τον ήχο και την πορεία των κομματιών. Προσπαθεί να εξάγει φρέσκο feeling με ακαθόριστο συναισθηματισμό, σημείο βέβαια που μπορεί να είναι συνέπεια και όχι αυτοσκοπός. Τα riff του αγκαλιάζουν θερμά το θυμικό μας και μπορούν να χαρακτηριστούν χρωματικά ή καθάρια. Τα τύμπανα έχουν υπόκωφο χαρακτήρα προκαλώντας κίνηση, ενώ τα δυναμικά φωνητικά θα μας κάνουν αφήγηση σε ομοούσια κάθετη γραμμή με το ρυθμικό μέρος. Μαζί σχηματίζουν το ζόρικο τμήμα του συνόλου που θα έρθει σε σύγκρουση με τις μελωδικές κιθάρες. Ο ήχος των οποίων είναι το μυστικό όπλο του εγχειρήματος. Γιατί είναι τόσο στιλπνός λες και χρησιμοποιεί παλαιό λαμπάτο ενισχυτή, αγγίζοντας σε σημεία την γλυκάδα του surf ή ψυχεδελικού rock. Συμπερασματικά δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον αντιφατικό κράμα με μοναδική παραξενιά την ακαθόριστη αισθαντικότητα. Μουσικά μπορούμε να το χαρακτηριστούμε Usbm μόνο τυπικά, γιατί κουβαλά τόσο ξεχωριστή γεύση που μένει κάπου αυτόφωτο μεγαλώνοντας τον χαρακτήρα των Volahn. Τα κομμάτια Q’ukumatz και Tecpán είναι καταπληκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

2012-Muknal (19)

Folder

Οι Muknal έκαναν το πρώτο τους Demo με μια θαυμάσια εικαστική προσέγγιση. Βρίσκονται στα σπλάχνα της μητέρας γης και φωτίζουν με ρόδινο χρωματισμό, αποκαλύπτοντας την κρυφή γοητεία της πρώτης μήτρας. Δαιδαλώδη τούνελ και σχισμές σε βράχους ρήγματα και ρωγμές, στόμια και μελανές κοιλότητες ως θέλγητρα μυστηρίου. Η αργόστροφη Black Death στοιβάδα που θα γίνει στρόβιλος κατέφθασε. Ένα τακτοποιημένο οικοδόμημα που ενοποιεί την Death Metal κατολίσθηση με το αινιγματικό καντήλι του Black Metal. Ένα έργο που κοντεύει τη χασμωδία μα υπακούει σε μετρονόμο, έχοντας για σύμμαχους riff σα Doom ογκόλιθους και χοντρά φωνητικά που μας γνέφουν να μπούμε στην αλλοφροσύνη του, σα κακοφορμισμένος σκύλος. Η ψυχική του διάσταση σκοτεινιάζει με θαμπάδες την προσοχή μας, μεταφέροντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική γούρνα, όπου τα riff ανοίγουν χαραμάδες μετατρέποντας τη μελανή οπή σε καταχθόνια κρύπτη γεμάτη λαμπερούς κρυστάλλους. Σα τεχνική συνάρτηση δουλεύει το ρυθμικό μέρος, κατεβαίνοντας σταλαγμίτες και πηδώντας σταλακτίτες, όπως η νυχτερίδα που στο μάτι μοιάζει με νευρικό πουλί και στο διαβήτη πάει με ραντάρ, σε τέλεια κίνηση. Ήχος βαρύς και συνεχόμενος κοντά σε νεότερους αναζητητές του πρώιμου ακραίου ήχου όπως οι Vasaeleth και Mitochondrion, αλλά γεμάτο διάθεση και πάθος για μια άρτια και πρωτόγονη αίσθηση. Gourmet Black/Death, για οπαδούς που επέλεξαν ν’ ακολουθήσουν τ’ αρούργια μέσα στο φλοιό της γης και δεν ξαναγύρισαν κοντά μας.

2012-Muknal & The Haunting Presence (20)

Folder

Αυτή ήταν η τελευταία κυκλοφορία της Crepúsculo Negro πριν μπει σε ύπνωση. Μια χημική ένωση πυριτίου και άνθρακα που σχηματίζει το καρβίδιο του Black/Death. Ένα concept split που ομογενοποιεί τις μουσικές των δυο project, λες και συνουσιάστηκαν τελετουργικά σε καταβόθρα. Ένα Us Black/Death για λεχρίτες που πάσχουν από ανθρακωρυχωλαγνεία και θα θελαν να ζήσουν σα τυφλοπόντικες μέσα στα μπετά. Να νιώθουν τους σεισμούς πιότερα και απ’ το επίκεντρο, να ηδονίζονται στους μετασεισμούς και να επιζητούν καταποντισμούς ως εξιλέωση. Οι ψαλμωδίες που υπάρχουν σε σημεία άλλωστε, μαρτυρούν τις προσευχές τους για το φρικτό μας τέλος. Από εκεί και πέρα μόνο Μπίχλα και κατραπακιές, μνησικακία και μαύρη αηδία. Με απλότητα και σοφία οι δυο μπάντες αποδεικνύουν τον ουσιαστικό στόχο των Split κυκλοφοριών: Να σφύζουν από ελευθερία εφαρμογών και να μην δείχνουν κανέναν οίκτο στους ακροατές. Γι’ αυτό σκορπίστε στο δωμάτιο το πουρί της σόμπας, καθίστε αναπαυτικά και πατήστε το play, θα ‘χει λάσπες και σκατά η φάση.

Εδώ τα πάντα μπουκώνουν για τους Muknal, τα δυο τους κομμάτια μοιάζουν να ‘ρχονται από τα βάθη του βασαλτικού στρώματος, έχοντας οργώσει γερά κάθε σπιθαμή του. Είναι μια χολοσκασμένη οργή χωρίς φτιασίδια, από σχισμές που δε θώρησαν ποτέ δράμι φωτός. Μουντάδα, φύσημα κι ένα ευαγγέλιο πηχτών τυμπανισμών με τακτική μανία. Σιαμαία επάνω τους φωνητικά που υποσκελίζουν την χοντροκοψιά της μουσικής με την δικιά τους, ουρλιάζοντας μαύρες πίκρες απ’ το βούρκο. Μερικά riff μαρτυρούν αιρετικές κινήσεις σε στρεβλό πλάνο, μα δεν είναι τίποτε άλλο από τους τριγμούς που βγάζουν οι τεκτονικές πλάκες σαν τις προσπερνούν οι μπουλντόζες της ψυχής τους. Μούργα, φούμο και γκρίζα πάχνη για τους The Haunting Presence, που ακολουθούν εκκρίνοντας θερμική ενέργεια μέχρι την υφαλοκρηπίδα. Στην ίδια ηχητική μέριμνα αλλά πιο ατακτοποίητοι μουγκρίζουν στο παχνί τους. Μέχρι να μπει το Hideous Faces Of Unknown με φωνητικά που τσουρούφλισαν απολήξεις του πυρήνα, βγαίνοντας δυνατότερα απ’ οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Εκεί βασιλεύει το μπάσο και η οργή, τύμπανα από τον πυθμένα κι ένα μάτσο σφυριά που ξεσκατίζουν το μανδύα της γης από τα πετρώματα του σκότους. Orthodox Black/Death ή στεγνά το πιο σάπιο και γοητευτικό Demo που έχετε ακούσει εδώ και πολύ καιρό…

2011-Tukaaria-Raw To The Rapine (21)

Folder

Το ντεμπούτο των Tukaaria, Raw To The Rapine, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το Split με Volahn όπου και τους γνωρίσαμε. Το Black Metal τους είναι Raw ακόμα και στον τίτλο, σχηματίζοντας πνιγερό feeling με καλό ήχο που τιμά αρκετά το δέρμα των τυμπάνων. Η λεηλασία του ακατέργαστου συνοδεύεται από φωνητικά που κραυγάζουν σε γεμάτες εκφράσεις και τείνουν ν’ αγγίξουν πολλές εκδοχές ερμηνείας. Θα φτάσουν μέχρι και μελωδικά περάσματα όπως στα Prehistoric Silence & Glorifying Atrophy (από τα καλύτερα κομμάτια του Demo μαζί με τ’ ομότιτλο και το έξοχο Transfixion). Τα riff έχουν ως βασικό στόχο την ευθυγράμμιση της ροής αλλά δεν μένουν μόνο εκεί, προκαλώντας κι άλλες ρότες που φτάνουν τη μουσική σε μερική διαφοροποίησή. Στις προεξοχές αυτές είναι εξαίσια, βγάζοντας προς τα έξω ένα project που εσωκλείει αρκετές πτυχές στην κατά τ’ άλλα αγνή και τυπική του πορεία. Η κίνησή τους μάλιστα μπορεί να μεταστρέψει ακόμα και το βασικό μοντέλο του συναισθηματικού μοτίβου, γεννώντας μελωδίες που δεν χαλούν το ύφος της Raw Black Metal μοβόρας ροής. Ο ήχος στα τύμπανα όσο και οι διάφορες χρήσεις τους, είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι του Αμερικανού. Αυτό γιατί πειραματίζεται παίζοντας με αρκετές αλλαγές χωρίς να μεταλλάσσει τη επιθετική ορδή που χαρακτηρίζει το σύνολο. Αγγίζει τόσο τις γεμάτες, ογκώδεις καλοστεκούμενες θέσεις όσο και τις γρήγορες προσπεράσεις, ενοποιώντας δέρμα και μέταλλο ισόρροπα. Μαγειρεύοντας εν τέλει ένα άκρος ενδιαφέρον ρυθμικό μέρος από την αρχή μέχρι και το τέλος, που κρατά δέσμιο τον ακροατή στη δράση του.

Προς το τέλος του 2012 η Profound Lore Records επανακυκλοφόρησε το Raw To The Rapine μαζί με όλα τα κομμάτια των Tukaaria από τα Split που έκαναν. Η νέα παραγωγή άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του συνόλου, κάνοντας τη μπάντα ακόμα πιο προσιτή σε ακροατήρια που δυσκολεύει ο ήχος σιχτίρισμα. Πέραν αυτού κατάφερε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τ’ αξιόλογα χαρακτηριστικά του, όπως κάτι riff σε σημεία που ήταν θαμμένα και τον όγκο που του πηγαίνει πολύ.

2011-Odz Manouk & Tukaaria (22)

Folder

Η Ιεροτελεστία της πυγμής θα συνεχιστεί και σε αυτό το Split, που εμπεριέχει άλλη μια ενδιαφέρουσα ενοποίηση. Οι Tukaaria σκάνε μύτη με τρία κομμάτια από το θαμπό τους κρησφύγετο, με ήχο που τα κάνει να μοιάζουν μακρόσυρτα χωρίς να’ ναι μεγάλης διάρκειας. Για μια ακόμα φορά τα τύμπανα κλέβουν πόντους από την λοιπή διαφθορά, μαγαρίζοντας όσο πρέπει το τύμπανό μας για να τα ποθεί ασταμάτητα. Τα φωνητικά είναι μπουκωμένα στάζοντας δηλητήριο με λόγια οργής μέχρι να ξεφύγουν σε καθαρές αρθρώσεις από κούφιες γωνίες γοητεύοντας. Τα riff λυσσομανούν, μανουβράρουν και εν τέλει ανοίγουν πύλες σκορπώντας μικρές ηδονές μελωδίας. Στην επανακυκλοφορία της Profound Lore που είδαμε παραπάνω έχουν αλλάξει λιγάκι τις διάρκειες των τριών κομματιών, βγάζοντας όγκο με τα εκρηκτικά συναισθήματα να πληθαίνουν μέσα μας.

Στην πλευρά των Odz Manouk θα έρθουμε σ’ επαφή με το βαρύ τους προσωπείο, ένα Raw Black Metal που έχει αποκτήσει όγκο και μασουλά τη ταχύτητα που πλέον μοιάζει με πάχνη. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια που αναμοχλεύουν ατμόσφαιρες μέσα στην πλοκή, μεταλλάσσοντας θετικά τον χαρακτήρα της μπάντας. Το νέο πρόσωπο θα βρεθεί και στις επιμέρους πρακτικές. Όπως τα φωνητικά που στη βασική τους διήγηση περιφέρονται σε λαχταριστή grim εκφορά, μέχρι να φτάσουν τις λεπτές μελωδικές φόρμες που θυμίζουν Urfaust. Αλλά και τα riff που έχουν πλέον διττό ρόλο. Από τη μια σιγοντάρουν το ρυθμικό μέρος ξύνοντας τη λεωφόρο, προσφέροντας ολίσθηση και κατ’ επέκταση ταχύτητα και από την άλλη κάνουν παράτολμα και ακαθόριστα μελωδικά σουλάτσα σε αργό φόντο. Ο Yagian φτιάχνει έντεχνα και τον ήχο στα τύμπανα, είναι λες και τα εσωκλείει σ’ ένα σύννεφο να δίνουν όγκο, επιτρέποντας την λεπτομερή ακρόαση των άλλων οργάνων. Μέσα απ’ όλα αυτά κατορθώνει ολοένα και περισσότερες διαφοροποιήσεις στα project του, καταλήγοντας να κάνει πολύ καλά κομμάτια. Σημείο που δύσκολα συναντάμε όταν το κύριο μέλημα είναι ο δρόμος της αλλαγής, αν και κάτι μου λέει πως αυτό μπορεί να έγινε ανάποδα.

2011-Nihilobstat (23)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Demo των Nihilobstat και ζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε instrumental εκτάσεις. Το project πέρα απ’ το ξεκίνημά του δεν υφίσταται κάνοντας live, μένοντας καλά κρυμμένο ως άσημο τέκνο πίσω από την αυλαία. Τα τρία μέλη τους έχουν ως όνομα ένα γράμμα, το μοναδικό που μας πάει κάπου είναι το γράμμα Y. (παίζει μπάσο) και παραπέμπει στον πανταχού παρόν Yagian. Εδώ θα βρούμε Raw Black Metal που όσο προχωρά φλερτάρει με Doom ξόανα και όσο κωλυσιεργεί βγάζει μυρωδιές ατμοσφαιρικών εφαρμογών. Τα riff είναι μια ήρεμη δημιουργική δύναμη που προχωρούν την διαδικασία, τα κινεί μια τάση για μελωδία αλλά και πρίμα προθέσεις. Το ύφος της μπάντας είναι ετοιμόρροπο, στο μεταίχμιο μιας παραγωγής με αρκετό φύσημα και μοιάζει σχετικά αργόστροφο. Σε σημεία το ρημαδιασμένο σύστημα θα παρεκτραπεί σε ξεσπάσματα χωρίς να μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσα τους. Αποκορύφωμα ταχύτητας είναι το τρίτο μέρος που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με κανέναν τρόπο, εκεί μάλιστα τα riff θα βγάλουν άρωμα Rhinocervs περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι. Τα φωνητικά υπάρχουν μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο και στέκουν πολύ πίσω σε ατακτοποίητους σχηματισμούς. Η χύμα πλοκή σε συνδυασμό με τις παραπάνω λεπτομέρειες φεγγοβολά ένα παράξενο φως που μοιάζει οικείο και δελεαστικό. Σχηματίζοντας εν τέλει ένα εθιστικό Demo που μπορείς να χαθείς μέσα του σε ανερμάτιστους στροβιλισμούς. Το Nihilobstat κουβαλά κι ένα γουστόζικο εξώφυλλο που μεταδίδει δέος και τρόμο μ’ ένα σκίτσο. Η επιλογή τους είναι εξαίσια γιατί μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατορθώνοντας μάλιστα να είναι τόσο εύστοχη ώστε να μην μπορεί να θεαθεί με καμιά εκ των δυο αυτών αισθήσεων. Δίδει λιτά και κομψά στον ακροατή μια καρικατούρα ρεαλισμού για να του θυμίζει το βαθύτερο Είναι του Black Metal. Στις σημειώσεις του Metal Archives διαβάζουμε, Live rehearsal recorded in 2000 και το δεχόμαστε άμα θέλουμε, κάνοντας συνειρμούς για το πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε τότε ή αν όσα μουσικά περιγράφει τα είπε κάνεις άλλος από τότε. Απαντήσεις πολλές και διάφορες, ουσία καμία..

2011-The Haunting Presence (24)

coverΕδώ έχουμε ένα Ep έξι λεπτών που κυκλοφόρησε η πρωτοεμφανιζόμενη Shaman Of Horrors Offering, για το Live Ritual “Dolorvotre and The Haunting Presence”, στις 19 Νοεμβρίου του 2011 στο Los Angeles. Χρονικά είχε έρθει λίγο πριν από το Split με τους Muknal, το οποίο είχε κοπεί και πάλι για μια ανάλογη φάση, το West Coast Tour των δυο συγκροτημάτων. Στα μουσικά δρώμενα θα βρούμε την καθαρή ηχητική οπτική της μπάντας, χωρίς πολύ όγκο, στα στενά όρια του απέριττου Black/Death των παλαιών ημερών. Οι τίτλοι των κομματιών Post-Human Intruders, The Implementations Of Mental Torture & The Omnipresence Of Uncontrolled Darkness Devastates This Mortal Sphere είναι όλα τα λεφτά. Γενούν ακόμα και σε μια τόση δα μικρή έκφραση, το γούστο και την δεισιδαιμονία που μας προτρέπουν ν’ απολαύσουμε δεκάδες φορές τη μουσική. Στα ηχητικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας, εδώ τα πάντα θ’ ακουστούν με λεπτομέρειες, ειδικά στα τύμπανα που είναι αρκετά μπροστά και κινούνται φασαριόζικά. Τα φωνητικά βροντούν μ’ εκκωφαντικές χασμωδίες χωρίς σταματημό, ενώ τα riff είναι σημείο του ρυθμικού μέρους οδηγώντας την ροή σε πορεία. Τέλος για μια ακόμα φορά βλέπετε ένα εξώφυλλο που κουβαλά την πρωτόλεια αισθητική, αυτή που όσο αποδομήσει κανείς το Black Metal μένει σα στάχτη κρατώντας αναμμένη τη δάδα του Underground.

2011-Various Artists-Odour Of Dust And Rot (25)

Folder

Το Odour Of Dust And Rot δεν είναι ένα απλό ένα collection, όπως τα περισσότερα Various Artists που κυκλοφορούν εκεί έξω. Αλλά μια συλλογή με νόημα και πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αν δείτε μάλιστα το Α5 booklet που συνοδεύει τις κασέτες, ίσως συμφωνήσετε ότι πρόκειται για διάδοχο του Crushing The Holy Trinity σ’ επίπεδο αισθητικής. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε άτακτη σειρά κομμάτια από μπάντες όπως οι Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk και πέντε ακόμα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά με τίτλο, σκιαγραφώντας πίσω τους το label Rhinocervs που λειτουργεί και ως μπάντα.

Στο περιεχόμενο οι Raw Black Metal εφαρμογές αναμιγνύουν την υπερβολή του Usbm με αλλόκοτες οργανικές θέσεις που βγάζουν άλλες μυρουδιές. Επίθεση και χάος με σκοπό το συσκοτισμό και τη λαχτάρα για ζάλη. Μεθύσι των αισθήσεων με οσμές σκόνης και σαπίλας γύρω από τις μελωδίες του γοητευτικά απόκρυφου. Αυτή είναι η μυστική κυκλοφορία της παρέας κι έχει ως όραμα τη μαγγανεία της ψυχής μας. Εδώ έχουμε μια σύλληψη στο ύφος του Worship Black Twilight αλλά με ιδιαίτερη συνοχή και τακτοποίηση. Με την ειδοποιώ διαφορά πως δεν παρουσιάζει την ιστορία του κύκλου, αλλά τη συνεχίζει στο επόμενο επίπεδο, την concept ενσωμάτωση των μουσικών του εφαρμογών.

Το Odour Of Dust And Rot είναι μια συνεκτική δουλειά που παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις εφαρμογές αλλά τις δένει με κοντινά ηχητικά σάβανα, ώστε να μοιάζουν ως μια ενιαία κι απαράλλακτη πορεία. Η σειρά των κομματιών δεν είναι τυχαία, χαρακτηρίζοντας με τις εφαρμογές κάθε μπάντας ένα συγκεκριμένο προορισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ακολουθούν την Split λογική, δηλαδή τα κομμάτια κάθε μπάντας με τη σειρά. Παράλληλα τα project αλλάζουν εδώ και το ύφος τους, δείχνοντας πως μεριμνούν για την εξισορρόπηση του περιεχομένου. Ακόμα σε όλα αυτά τα project υπάρχει ένα κοινό πρόσωπο (Yagian) που αν δεν έχει γράψει τα πάντα έχει τουλάχιστον συνεισφέρει στα περισσότερα. Απ’ όλα τα παραπάνω ορμώμενος σας παρουσιάζω τα κομμάτια σα να έγιναν από μια μπάντα, θεωρώντας πως αυτός είναι και ο στόχος τους.

Την αυλαία της πρώτης κασέτας ανοίγει το Enslave Every Star, ένα ονειρικό Low-tempo μ’ επιβλητική ατμόσφαιρα και πλοηγό τα γενεσιουργά riff που θα ξεκινήσουν μ’ ένταση και θα φτάσουν σε κλιμακώσεις. Όλα αυτά μέσα στη μουντάδα που μας προσφέρουν αξιοσημείωτα τύμπανα και ογκώδη μουρμουρητά φωνητικά, που σαν φουντώσουν αγγίζουν τους Von Goat. Στο Filth In The Light ακολουθεί μια μελωδική, μα τραχιά και πριμαριστή έκφραση που αποκαλύπτει πόσο μπορεί να δελεάζει η βρωμιά μέσα στο φως. Εδώ έχουμε ταχύτητα και δυναμισμό στα riff, ενώ τα φωνητικά ζουν σε ογκώδη σχηματισμό από το βάθος. Στο Living Graves το tempo θα πέσει για την αγνή και αχνιστή Funeral αργοπορία, που θα λάβει χώρα σε καθαρό ηχητικό περίγυρο. Τα φωνητικά κρατούν την παχιά και αργή άρθρωση μέχρι να μπουν σε φωνήεντα ψάλτη. Σαν παύση πορείας με πλοκή στέκει το Strain I ακολουθώντας την ίδια φωνητική αρρυθμία μέσα σε μελωδικές κιθαριστικές απολήξεις. Για να ξεφύγουμε από την δευτερεύουσα φωνή με τις χρωματιστές χροιές του Empty As The Prophecy, μα μη γελιέστε, αμέσως μετά θα βγουν σε ακραία έκφραση και ρυθμούς απόγνωσης. Συνοδεύονται από μια μουσική σε μελιστάλαχτη ταχύτητα που αρχίζει ν’ ανεβάζει ρυθμό μέχρι την θεσπέσια εμφάνιση των υμνικά κινούμενων ρομποτικών φωνητικών, σχηματίζοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής. Πέφτουν ιδανικά οι παλμοί στο Rhythms Of The Feast που σκεπάζει σαν intro κι έπειτα περιδιαβαίνει σε μια πολύ αντιφατική κίνηση μ’ εξαίσιο αποτέλεσμα. Είναι η μαγεία του Low-tempo που βγάζει μια ρυθμική πορεία ενώ στο εσωτερικό του τα riff χρωματίζουν με υπέροχες μελωδίες και τα φωνητικά σκούζουν την δική τους αλήθεια με αλύτρωτο μίσος. Το νευρικό τέντωμα του Profaned ζει μονότονα στη πριμαριστή ηχητική βελόνα των riff. Καταφέρνει ταυτόχρονα να γοητεύει και να ενοχλεί, είναι μια υποχθόνια μαγεία του μυαλού με σκοπό την ύπνωση των αισθήσεων. Η πρώτη κασέτα θα ολοκληρωθεί με τη θύελλα (Tempest) η οποία θα έρθει να παρασύρει το συναισθηματικό μας κέντρο με διαβολικά καθαρά και μελωδικά φωνητικά στο ύφος των Urfaust. Παράλληλα εδώ θα βρούμε κι ένα καταπληκτικό riff που ολοκληρώνει κάθε φορά τον κύκλο του κομματιού, λίγο πριν αυτά ξεκινήσουν.

Την δεύτερη κασέτα ανοίγει το χωρίο Strain II, εκεί μας ηρεμούν απλές φωνητικές αποχρώσεις και καπάκι θα μπει το καταπληκτικό Principle Of Harmonic Resonance. Θ’ ανοίξει τα φτερά του σταθερά μέχρι την φοβερή αλλαγή λίγο πριν το δεύτερο λεπτό, κι ύστερα θα επιτεθεί αιματηρά με μια πολύ ωραία riff προσπέραση εις διπλούν. Από εκεί και πέρα η πλοήγηση θα γίνει σε Black Metal φόντο και θα επαναλάβει τα δυο του μοτίβα μέχρι την ολοκλήρωση. Το εντυπωσιακό στοιχείο του θ’ αναβρεθεί στα φωνητικά του τύπου, που γογγύζουν κοντά στα γκαρίσματα γαϊδάρας που κάνει ο Yusaf Parvez στο The Plunderer των Ved Buens Ende (από το Demo τους Those Who Caress The Pale) κάνοντας τον γράφοντα να βγάζει αλαλαγμούς λατρείας. Φωτεινή πορεία μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, σκεπασμένη μαλακές κουβέρτες ενός μελωδικού mid tempo στο Traced In Absurdity, οι καθαρές και αργές riff πινελιές κάνουν την πλοκή του ένα instrumental βάλσαμο. Η επόμενη στάση αναφέρει στη ταμπέλα Strain III, εκεί θα βρούμε μονάχα riff σε δελεαστικό ήχο με μικρούς τυμπανισμούς και κάποιες φωνητικές θέσεις να γεννιούνται σταδιακά. Η επικά επιβλητική έναρξη του A Virulent Wind θα το μετατρέψει σε κράσπεδό του συνόλου, είναι ένα ξέφωτο που φυσά Raw Black Metal ούριος άνεμος, μέχρι να πιάσει μποφόρ ταχύτητας και να μας ταρακουνήσει. Εδώ τα riff παίζουν συνεχώς και το μπάσο ακολουθεί κατά πόδας, όλα βαίνουν βάση σχεδίου μέχρι το riff (4:18) που θα μας σκλαβώσει οριστικά. Η ολοκλήρωση θα γίνει με το Restless Specter απλά και σταθερά, μ’ ένα riff που κινείται σε Mid tempo ρυθμό και πολύ καθαρό ήχο. Τα φωνητικά σκούζουν σε αργές, λαχταριστές κραυγές και το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με περίφημο τρόπο.

2012-Absum & Odz Manouk (26)

cover

Φτάσαμε λοιπόν και στην προτελευταία κυκλοφορία του κύκλου. Τελευταία χρονικά είναι το RH-14 των Rhinocervs, το οποίο θα εξετάσουμε μέσα στο 2013 μαζί με το RH-15. Σε αυτό το μικρό Split που κυκλοφόρησε η Final Agony Records θα βρούμε δυο κομμάτια. Αν δεν το έχετε καταλάβει από τον τίτλο, εδώ έχουμε έναν μουσικό που χρησιμοποιεί δυο δικά του project για να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο. Αρχικά στο The Rotting Sea των Absum κολυμπά μ’ έξαψη στην γνωστή φαιοπράσινη λίμνη. Είναι ένα μεθύσι συνείδησης γεμάτο μελωδική μούργα, ώστε να προκαλεί λαχτάρα και όρεξη στον ακροατή για συμπόρευση. Αργό σε εξέλιξη με συνεχόμενα Riff που σφυρίζουν ατέρμονα και βοηθητικούς τυμπανισμούς. Τα φωνητικά είναι τοποθετημένα πολύ προσεκτικά όπου είναι αναγκαίο για να εξυμνήσουν την σαπιοθαλασσιά. Με τους Odz Manouk εντυπωσιάζει και πάλι σε Split κυκλοφορία, αυτή την φορά με το κομμάτι The Esophagus να κινείται με χάρη σε Mid Tempo κατάποση. Φανταστείτε έναν ογκωδέστατο και αργό σκελετό που τσιγκλάει με riff σε μελωδικό τόνο. Τα οποία ξεκινούν ως χέρι που βοηθά το ρυθμικό μέρος και θα ξεφύγουν σ’ έξοχες μελωδικές γραμμές, φτάνοντας ακόμα και σ’ ένα φάλτσο solo λίγο πριν το κλείσιμο. Η ιδιαιτερότητα του κομματιού θα βρεθεί στα φωνητικά, γιατί θα πορευθούν από τη κατάφαση μιας grim φρασεολογίας μέχρι την ακαθόριστη χορωδιακή εκφορά, από τη θέση «βάθος κήπος» και όλα αυτά υπό την συνοδεία μια μουντής μεταλλικής τριβής που θυμίζει Master’s Hammer.

Tula

Επίλογος με συνολικά συμπεράσματα σε ένα τόσο μεγάλο Αφιέρωμα/Γολγοθά δεν έχει νόημα να υπάρξει. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω τα παρακάτω: Πιστεύω πως η μουσική που αναλύεται στο παρόν κείμενο θα έχει σε λίγα χρόνια την δική της ταμπέλα, μπορεί να ονομαστεί Post-Corpspaint Black Metal, Neo-Grim Black Metal, Progressive Usbm ή οτιδήποτε σκεφτεί κάποιος, μπορέσει να το πλασάρει σε πολλούς και θεσμοθετηθεί. Είναι όμως κρίμα να περιμένουν οι ακροατές τη δημιουργία μιας ταμπέλας για ν’ ακούσουν νέες εφαρμογές. Για να γεννηθεί ένα νέο υπό-είδος πρέπει να γίνουν ζυμώσεις και να υπάρξουν συνεχιστές. Από τους οποίους μόνο οι χειρότεροι μιμητές μπορούν να βάλουν tag σε μια εφαρμογή, δημιουργώντας νέο ρεύμα από την αντιγραφή που κάνουν στο βασικό πλάνο. Η ουσία λοιπόν είναι πως ο Black Twilight Circle αυτή τη στιγμή έχει πέσει στην άβυσσο κι είναι έτοιμος να ξαμοληθεί σε νέες προοπτικές ή να σβήσει οριστικά. Άρα και το καταλληλότερο χωροχρονικό σημείο για ν’ ασχοληθείτε με την συνεκτική του αισθητική, όσοι δεν το έχετε πράξει μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως το Usbm θα βασιλέψει αυτή τη δεκαετία λαμβάνοντας την σκυτάλη από την Γαλλία των zeros, που την είχε λάβει από τη Νορβηγία των 90’s. Όποιοι κι αν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι κάθε εποχής, το Black Metal βασιλεύει και θα βασιλεύει στο διηνεκές. Δεν ακολουθεί παράγραφος που αποδεικνύει με επιχειρήματα την υπεροχή του Black Metal απέναντι σε κάθε άλλη μουσική που γεννήθηκε ποτέ, και σκούξτε όσα μαγκούφικα λολς θέλετε.

Burning Church Forest

Posted in Δεκέμβριος 2010, Δεκέμβριος 2011, Σεπτέμβριος 2012 on Νοέμβριος 28, 2012 by Plunderer

Μολονότι με περιμένουν πολλά album για να εμβαθύνω, αρκετά εξ’ αυτών με ιστορική σημασία, κάτι μ’ έχει πιάσει κι αλητεύω ψάχνοντας πέρα από τα βασικά. Δεν ξέρω αν είναι άρνηση επαφής με δεδομένες φόρμες ή αν το θέλετε αλλιώς μια ψιλοβαρεμάρα για βιωμένες ηχητικές εμπειρίες. Αλλά μου κάθονται καλά στ’ αυτί και κάτι παράξενα μοτίβα, που αρχίζω να το φιλοσοφώ. Συμπέρασμα επαρκές δεν έβγαλα, όμως πιστεύω πως όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με το Black Metal, έλκεται μυστηριωδώς από τις οπτικές που έχουν αποδομήσει τον Metal μπούσουλα, οδηγώντας τον γρηγορότερα στην αγκαλιά της καταχνιάς. Σε αυτές τις εφαρμογές αλλάζουν σχετικά και οι κανόνες, γιατί δεν υπάρχει αξία στην σύνθεση και τον οίστρο του δημιουργού, αλλά στην χρήση των οργάνων, τον ήχο και το ατμοσφαιρικό επίπεδο των κομματιών. Παράλληλα θα δούμε την οπτική της μπάντας ως μορφή τέχνης, που έχει τη δύναμη να μεταφέρει την συνείδησή του ακροατή σ’ ένα άλλο επίπεδο. Εκεί μπορεί να εισπράξει ένα σκοτεινό πλούτο που χάνει στις κινήσεις με Metal διάμετρο, δηλαδή στο Black Metal που τα riff θα παρεκτραπούν σπινθηρίζοντας χρωματισμούς μακριά από τον αρτηριοσκληρωτικά μέλανα χαρακτήρα (έχοντας προφανώς πολλές Metal επιρροές). Όσον αφορά τον ακροατή που θα εισπράξει άμεσα τέτοιες εκδοχές δεν μπορώ να πω και πολλά. Κατά την προσωπική μου γνώμη είναι αδύνατο να κατανοήσει αυτό το ύφος, όποιος πιστεύει ακόμα στην γραμμικότητα του Black Metal και δεν έχει απολαύσει ποτέ του Demo (παλιό, καινούριο, του Wrest δεν έχει σημασία) ηχητικά. Από εκεί και πέρα ο άξονας εμβάθυνσης θ’ ανεβρεθεί στη συνταύτιση με την αισθητική της μπάντας αλλά και την όρεξή του να ταξιδέψει μέσα στο Black Metal της. Έπειτα η καταβύθισή δρα αυτόνομα μέσα του, κάνοντας απομονωμένη το δικό της ταξίδι στ’ απύθμενα βάθη.

Θα πάμε λοιπόν μέχρι την Αυστραλία και πιο συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα της, κοντά στην πρωτεύουσα του Σύδνεϋ και πιο συγκεκριμένα στη παραθαλάσσια πόλη του Newcastle. Εκεί θα συναντήσουμε τους Burning Church Forest, μια πενταμελή μπάντα που επιδίδεται εδώ και αρκετό καιρό σ’ ένα αυτόνομο Black Metal tribute. Θα το αναλύσουμε διεξοδικά, μελετώντας track by track τα πέντε βιβλία (όλες τους οι δουλειές έχουν τον τίτλο Book) που έκαναν μέχρι σήμερα. Πριν ξεκινήσω όμως θα ήθελα να περιγράψω την βασική φωτογραφία που χρησιμοποιούν και βλέπετε εδώ πιο πάνω. Παραμορφωμένες φιγούρες κι ένα χέρι μπροστά τους, στην «grim» αφετηρία. Εδώ οι Αυστραλοί πολύ έντεχνα υποδηλώνουν την tribute θέση του project. Εξηγώντας πολύ απλά την αίσθηση που έσπειρε το Black Metal ιστορικά αλλά και την δική τους θέση, μια «neo-grim» αισθητική, που εξηγεί περίφημα τη νοοτροπία μιας μπάντας «φόρου τιμής» στο οικοδόμημα.

*Σε κάθε τίτλο Θα βρείτε το ανάλογο Bandcamp Link για ν’ ακούσετε ολόκληρο το album (δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε εσάς, αλλά σε μένα αυτά τα Link ξεκινούν από το δεύτερο κομμάτι, οπότε πριν το Play ρίξτε μια ματιά) και σε κάθε κομμάτι το ανάλογο Link για μεμονωμένη ακρόαση.

2009-Book 1

Chapter 1: Αρχικά βομβώδες κι έπειτα πριμαριστά τηγανητό μ’ ένα συνεχές riff, μοιάζει με μάστιγα που ποθεί το αργό κάψιμο των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Η συνέχεια θα δοθεί με απάνεμα ουρλιαχτά που όσο προχωρά το κομμάτι θα γίνουν δυναμικά, χωρίς να μένουν μόνο εκεί, αφού οι έχοντες το μικρόφωνο (δεν είναι μόνο ένας) ξανοίγουν εαυτό στις Furze εκφράσεις παραφροσύνης, χρωματίζοντας την σεμνή τελετή έναρξης. Το ρυθμικό μέρος είναι μια έξη που μπορεί να γίνει λατρεία, ειδικά με τα τύμπανα και την δερματική τους παρέα, που φέρουν μια δύναμη ασφαλείας μέσα στη χαοτική μέριμνα του κομματιού.

Chapter 2: Μονότονο κρεσέντο με τηγανιτά riff να σκεπάζουν σαν πάπλωμα το ρυθμικό μέρος, που ανάβει και παίρνει μπρος δουλεύοντας ασταμάτητα ως γεννήτρια. Το άπλωμά κουβαλά ως ειρμό το χαοτικό σύγκρυο, ενώ τα ουρλιαχτά σκούζουν σε Us επίπεδα (τα Us φωνητικά χαρακτηρίζονται από τη μεγιστοποίηση της υπερβολής, παγιδεύοντας τον ακροατή σε μια κατάσταση που ενώ δεν είναι σοβαρή, δεν μπορεί χαρακτηριστεί και αστεία). Το δεύτερο κεφάλαιο θα ολοκληρωθεί μ’ ένα απαλό κλείσιμο στην ambient έκταση.

Chapter 3: Ζωή σε κρυφό και μελωδικό low tempo ρυθμό, πλέοντας αμέριμνο στα πελάγη ενός μονοδιάστατου λογικού ειρμού. Εδώ τα riff δεν πρωταγωνιστούν, λαμβάνοντας θέση στ’ ομαλό ρυθμικό μέρος για να κινηθούν καθ’ όλη την διάρκεια μαζί του. Ο βασικός πλοηγός είναι τα φωνητικά που θα ξεκινήσουν σαν απόχρωση και θα λάμψουν λαμβάνοντας ρόλους με διάφορους χρωματισμούς και ανάλογο ύφος, μαγεύοντας όταν φτάσουν κάπου ανάμεσα στη δαιμονιώδη και τερατική μορφή που εισάγει κόμιξ/παραμυθένια στοιχεία στο σύνολο. Το τρίτο κεφάλαιο ανήκει στη λίστα με τα κομμάτια της μπάντας που φέρουν την επαφή τρίτου τύπου, αυτή που ξεχωρίζει, απλώνει μια πάχνη ομίχλης και καλλιεργεί την ατμόσφαιρα.

Chapter 4: Με στοιχειοθετημένο τρόπο και βάση σε όσα έκαναν στα πρώτα κομμάτια μπαίνουν στο τελευταίο μέρος, ένα δεκαοχτάλεπτο φόρο τιμής στην κτηνωδία που θα λάβει εκκίνηση στην «ως άνω» τηγανιτή μέριμνα και θα προσχωρήσει παραπέρα με μικρές παύσεις αναπνοής αλλά και νέες επιθέσεις. Τα φωνητικά από την ήπια δράση θα φτάσουν στο ασταμάτητο ουρλιαχτό, παρουσιάζοντας το θριαμβευτικό πνεύμα ακόμα και με αλαλαγμούς. Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος του κομματιού, γιατί ουσιαστικά δεν έχει να μας δώσει τίποτε παραπάνω παικτικά, αλλά θα έρθει να εγκαθιδρύσει την επιβολή, την ολοκληρωτική νίκη της έξαψης.

2009-Book 2

A tribute to the true norwegian black metal of the 1990’s, σημειώνουν στο Bandcamp.

Chapter 1-Ashes Of The Crucifix: Η τέφρα του εσταυρωμένου θα έρθει να ρίξει λάδι στη φωτιά, το δεύτερο βιβλίο ξεκινά μ’ ένα κρεσέντο επίθεσης και μίσους. Οι Αυστραλοί δομούν μια υπερβατική αλλοφροσύνη για να τσαλαπατήσουν το ακουστικό μας κέντρο. Πριμαριστός ήχος, άριστα τηγανιτό riffing και μια οχλοβοή που υπόκεινται σε κανόνες μετρονόμου ως κατάθεση διαπιστευτηρίων πυγμής. Παράλληλα τα ουρλιαχτά σκάνε φόρα παρτίδα σε αλαλαγμούς κι ένας κακός χαμός βασιλεύει, οδηγώντας τον ακροατή μέσα σε βρυχηθμούς, ανυπεράσπιστο και ανήμπορο ν’ αντιδράσει.

Chapter 2-The Freezing Fog: Κάνοντας μια μίξη των Funeral Fog & Freezing Moon από το De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem στον τίτλο και χαμηλώνοντας τη ταχύτητα, συνδράμουν στην έναρξη της ατμοσφαιρικής πλοκής. Τα φωνητικά εδώ αναβαθμίζονται στον ρόλο του εκφραστή ενώ το Doom πνεύμα εφορμά κάνοντας τη δράση να παρασιτεί κάπου παραδίπλα σε low tempo τηγανιτό riffing. Ο ξερός και απρόσεκτος ήχος των τυμπάνων βοηθά το κομμάτι ν’ αναδείξει το παγωμένο του προσωπείο, εξάγοντας συναισθήματα εγκατάλειψης αλλά σε δελεαστικά απόκοσμο περιβάλλον.

Chapter 3-The Dead Trees: Εδώ θα βρούμε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας, τόσο στα οργανικά κόλπα που εφαρμόζει όσο και στα συναισθήματα που εγκολπώνει. Στο ρυθμικό μέρος αρχικά υπάρχει μια επιθετική αιχμή που αργότερα θα γεννήσει μια νεκρή Noise/Ambient ζώνη, κατά την οποία ο βόμβος θα συναντηθεί με την απονιά της αταξίας. Δημιουργώντας μια σχάση που το μετατρέπει και θα γεννήσει μια πομπώδη ανάπλαση. Στις κιθάρες θα έρθουν εξωγενείς κινήσεις με κάποια υποχθόνια riff/solo που αντισταθμίζουν την ορμή αλλά και ο θελκτικός όγκος που ανατριχιάζει. Τα φωνητικά συνεχίζουν την υπερβολή, χωρίς να ξεχνούν τους άλλους ρόλους, οι οποίοι όταν έρθουν θα εξυψώσουν το κομμάτι. Εδώ μαζί με την Raw έκρηξη θα υπάρξει ατμόσφαιρα και μάλιστα ιδιότροπη, άθροισμα σπάνιο και πυρωτικό μέχρι το μεδούλι του ακροατή.

Chapter 4-Watching The Alter Burn: Μια κίνηση γεμάτη εσωστρέφεια, low tempo ρυθμικό με μια ατμοσφαιρική χροιά που αγγίζει βελούδινα. Αναγκαία αλλαγή πλοκής και τροφή για το συναισθηματικό κέντρο του ακροατή. Κίνηση που φέρει μέσα της ένα δραματικό χαρακτήρα προσπαθώντας ν’ αποδώσει μια εναλλακτική επίθεση στο συγκινησιακό μας. Το ουρλιαχτό κάπου στη μέση και η αλλαγή με το riff μέτρησε ιδιαίτερα. Το καιόμενο τέλος συνδράμει με την δική του σειρά στην παρακέντηση της πορείας του album. Δοκιμάστε ν’ ακούσετε το κομμάτι σε διάφορα volume και δείτε τις διαφορές, αυτό το τρικ παίζει βέβαια και για πολλά ακόμα κομμάτια της μπάντας.

Chapter 5-Sacrifice Your Freedom:  Πολεμικός τυμπανισμός, πρόλογος αργός και μακρύς που αναδεύει διάφορα, τα φωνητικά είναι πνιχτά και μακρόσυρτα. Μετά το πεντάλεπτο θα ξεθαρρέψουν και το ρυθμικό μέρος θα βρει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί. Τα live τύμπανα ψυχορραγούν και τα φωνητικά θα γίνουν ακόμα πιο τσιριχτά, μπαίνοντας σε χαμηλές συχνότητες. Το μήνυμα είναι σαφές, θυσία της ελευθερίας. Στο δέκατο λεπτό θα γεννηθεί μια ambient κατάσταση που θα εξελιχθεί μέχρι και το τέλος. Αρχικά με συχνότητες, ήχους κι έπειτα με την φλόγα που αναδεύεται, γνωρίζοντας πως πρέπει να ζεστάνει τον ακροατή μέχρι να λάβει την τελική του απόφαση. Δύναμη, αποφασιστικότητα και μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα που μαγνητίζει.

2010-Book 3

Chapter 1-The Power Of The Inferno: Η δύναμη της κόλασης θ’ αποδοθεί με μια έξοχη Live θέση στα τύμπανα, τα οποία είναι πολύ μπροστά και λυσσομανούν χωρίς να κρατούν «ντε και καλά» το μέτρημα. Τα φωνητικά ξεκινούν δαιμονικά και μπαίνουν σε πνιχτή διάθεση κοντά στην συνολική μουντάδα που αποπνέει το σύνολο. Τα riff είναι πολύ πίσω δρώντας σε μια ευθύβολη κίνηση, κάνοντας τη δουλειά του ρυθμικού μέρους για μια περεταίρω βοήθεια στο σύρσιμο της ροής. Εδώ το κόλπο της αλλαγής ρόλων στα όργανα, είναι το καλύτερο παράδειγμα σε αυτό που ψάχνουμε όταν μιλάμε για εξέλιξη του οργανικού Black Metal ήχου. Μετά το πέμπτο λεπτό θα γεννηθεί μια θορυβώδης ησυχία, μια γέφυρα που θα οδηγήσει το κομμάτι σε ambient κλίμακα. Εκεί μπροστά στο άγνωστο που παραμονεύει διαρκώς βασιλεύει η αινιγματικότητα, με τον τρόμο και τη θηριωδία να είναι γεννήματα του μυαλού για όσα μπορούν να συμβούν. Λίγο πριν το φινάλε μια καλοπεσμένη μελωδία τραβά την κουρτίνα και…

Chapter 2-Kirkebrann:…η εικόνα του καιόμενου ναού (πολύ ορθά γραμμένο στα Νορβηγικά) μοιάζει με το απαύγασμα της δύναμης που έχει η κόλαση. Εδώ θα υπάρξει μια μεμβράνη ατμόσφαιρας που εσωκλείει τα όργανα σε μια επισταμένη αναζήτηση. Οι κιθάρες παίζουν κάποια riffογραμμή «στο αλλού» και τα φωνητικά ξανοίγουν εαυτό πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν την ηδονή της βεβήλωσης. Ο ρυθμός θα έρθει σαν μια γιορτή σε Low tempo καλωσορίζοντας την Black Metal ροή που θα διαγράψει πρώτα τυμπανιστικά κι έπειτα κιθαριστικά την εκεχειρία. Έπειτα οι φωνητικές αναζητήσεις κοχλάζουν σα τη πύρινη λαίλαπα.

Chapter 3-Feel The Heat From The Flames: Ατμοσφαιρικού τύπου και ambient πλοκής με οργανικό τρόπο μπαίνει βαθύτερα στο concept, για να μας μεταδώσει μέσω ήχων την πύρωση της φλόγας. Τα φωνητικά οργιάζουν κρυφά και φανερά σε ρόλους προς όφελος της διαδικασίας. Μετά το πεντάλεπτο θα υπάρξει μαγική κίνηση του ρυθμικού. Στο σημείο αυτό δείτε την γοητεία που ασκεί η αποδόμηση του μοντέλου ταχύτητα->γέφυρα->ταχύτητα και την μυσταγωγία που δύναται να εσωκλείει ο όγκος, ακόμα και αν το μοντέλο δράσης είναι απλοϊκό. Θα τολμούσα να πω ότι αυτό είναι παράδειγμα κορυφαίου ήχου για μελέτη. Στα τελευταία του λεπτά μια «τούπα/τούπα» τυμπανιστική θέση θα του δώσει προσωπείο κομματιού έτσι για το ξεκάρφωμα. Μέχρι το 11 λεπτό που τη σπάει με μια φωνητική εμπειρία και μετατρέπει τον ακροατή σε υποχείριο τους. Εδώ έχουμε την πιο έντεχνη δημιουργία της μπάντας που σχετίζει μουντάδα, συναίσθημα και ανεβάζει τη βελόνα του feeling. Παίξτε το δυνατά και αφεθείτε οριστικά.

Chapter 4-As You Die In The Fire: Ambient φυσιογνωμία με πειραματισμούς στον ήχο της κιθάρας, λίγα φωνητικά πειραγμένα και αρκετά πίσω. Ηχητική απεικόνιση του θανάτου στην φωτιά με το λατρεμένο concept να μην βρίσκει ησυχία, μου θυμίζουν την αρρώστια που έχουν οι Immortal με τα βουνά. Μέχρι που, για μια ακόμα φορά λίγο πριν το τέλος, θα πάρουν τα όργανα για ένα κλείσιμο με το rhythm section ζωντανό και την πλοκή σε ειρμό, ένα Black Metal ηλεκτρικό, φορτισμένο και όσο φασαριόζικο πρέπει.

2011-Book 4

Chapters 1-6: Experimental album compiled from various recordings from the past 5 years. We hope you do not enjoy it, σημειώνει η μπάντα στο Bandcamp. Εδώ λοιπόν θα βρούμε την πιο παράξενη κυκλοφορία των Burning Church Forest, αναλυόμενη σ’ ένα κομμάτι περί τα τρία τέταρτα της ώρας. Πριν μπούμε στο περιεχόμενο θα ήθελα να σημειώσω πως στα δικά μου μάτια, αυτό είναι και το καλύτερο εξώφυλλο απ’ όσα χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα. Είναι βέβαια ένα σκίτσο που δεν απεικονίζει την ζωντάνια της φωτογραφίας (που χρησιμοποιούσαν), μα βγάζει δύναμη κι ένα μοχθηρό αέρα, εκφράζοντας κατά γράμμα το Black Metal.

Έναρξη μέσω μιας άκρατης επιθετικότητας, είναι μια άγονη θέση, δίχως οίκτο, που κόβει το ενδιαφέρον σαν επικίνδυνη τροχαλία σε κίνηση και μοιάζει θανατηφόρα όσο οι σκουριασμένες προεξοχές της. Έτσι απλά οι Αυστραλοί στα πρώτα κιόλας λεπτά διώχνουν τους απαίδευτους και μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά στο ευαγγέλιο του θορύβου. Δίνοντας ζωή σ’ ένα Noise στρώμα που θα έρθει για να εγκαθιδρυθεί με μανία, σχηματίζοντας βόμβους και οργανικές εκρήξεις που βγάζουν μια πομπώδη αύρα. Εδώ τα ουρλιαχτά πλήρως παραμορφωμένα λειτουργούν ως στοιχείο επανάληψης. Αργότερα η θορυβώδης χαράδρα θα μεταγλωττιστεί οργανικά σέρνοντας την πλοκή, μονότονα και βασανιστικά για πολλά λεπτά. Μέχρι να επέλθει ο τριγμός μαυρίζοντας τη ψυχή μας, μετατρέποντας σε κατράμι το απώτερο Είναι μας, για να μη θυμόμαστε το φως, να φτάσουμε στην ζάλη, έλκοντας έτσι την απευκταία για τη ζωή μέγγενη που οδηγεί στο σκότος. Κι έπειτα η λογική εξομάλυνση σε μια εκτός ειρμού ροή, μέχρι ν’ αποκτήσει θεμέλια τυμπάνων και να μπει η κιθάρα σε ογκώδη σχηματισμό σπέρνοντας ολόγυρα την πώρωση με μια βαριά κι ασήκωτη περατζάδα. Στ’ απόνερα της οποίας θα σχηματιστεί ένας βόμβος που πάλλεται και μια λίμνη σχετικής ησυχίας ξανοίγεται μπροστά μας. Ένα κουδούνισμα που προκαλεί πονοκέφαλο σκούζει διαρκώς, γύρω του τύμπανα σε σχηματισμό και τεταμένοι ήχοι από τα έγκατα σηματοδοτούν το ξύπνημα του… βρυχάται πέρα στο βάθος. Βλεννώδες δαιμονικό θα βγει από τα έγκατα του πυθμένα και θα συνεχίσει να κραυγάζει, αργά και σπαρακτικά τα δικά του παράξενα λόγια. Ενώ δίπλα του κάνει σαματά μια μικρή λιτανεία για να το συνοδεύσει. Ως ότου ν’ αποκατασταθεί και πάλι η ηρεμία για να εισβάλει ένα από τα καλύτερα riff που έγραψαν ποτέ, στο βάθος του ορθού μας. Καμία δυνατότητα περιγραφής έπειτα, οι ήχοι και οι αποκλίσεις τους κινούν το σωρό σε αλληλουχίες. Μα για το κλείσιμο θα έρθει ένα ακόμα σημείο, που θα ενώσει διάφορες θέσεις σε οργανικό Low tempo κάνοντας ένα ατμοσφαιρικό πέρασμα που μαγεύει. Δεν ξεχνά τον ύμνο στο θόρυβο, με τον κακό ήχο ως καμβά, πάνω στον οποίο θ’ απλώσει riff και θαμπά φωνητικά. Στο φινάλε θα θυμηθεί πως ξεκίνησε, πράγμα συνετό για τον ψυχισμό του ακροατή. Βέβαια δε μιλάμε γι’ αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί, αλλά για μια ενδοφλέβια ένεση λήθης. Μπας και ξεχάσει με το τέλος της πρώτης ακρόασης, πως εδώ κατάπιε λεβιέ ταχυτήτων νταλίκας.

2012-Book 5

Chapter 1-Underjordiske: Δυναμικό και αρκετά έντονο κομμάτι, βασισμένο στα πρίμα και τον ενοχλητικό τους αέρα. Μουντό και μπουκωμένο με φωνητικά που αγγίζουν σε σημεία την λύσσα του Wrest. Φέρει ρυθμικό μπούσουλα σε τεταμένη έκκριση, αλλά κι ένα φιμε riff σαν υποδιαστολή της συνεχόμενης κίνησης. Αργότερα η σκούρα επίθεση θα χαλαρώσει τα δεσμά του θορύβου επιτρέποντάς του να κυριαρχήσει, αποκαλύπτοντας σιωπηλά όσους ζουν κάτω από τη γη (βλέπε τίτλο). Το κλείσιμο θα γίνει στην ambient δράση των μελετητών του υποσυνειδήτου Abruptum.

Chapter 2-Torturert Av Brann: Τυλιγμένο σε Doom σάβανα και μια έξοχη low tempo δράση περιδιαβαίνει. Τα σάπια του φωνητικά, που είναι αγριωπά και δίχως πυγμή μας μεταφέρουν στη διαδικασία αποτέφρωσης και το βασανισμό μέσα στις φλόγες (δείτε τον αργό τους τόνο..σαν το απομακρυσμένο ουρλιαχτό του βασανιζόμενου). Απαράμιλλη σήψη και πίκρα, σεμινάριο για το τι σημαίνει οργανικό Black Metal με ατμόσφαιρα. Εδώ η μπάντα πακετάρει τον αρνητισμό από λαγούμι σε λαγούμι. Καταφέρνοντας ως και τη διαφοροποίηση από την τυπικότητα, μέσα απ’ αυτό το μαγευτικό riff που γεννιέται από την έναρξη, κάνει παρέα στο ρυθμικό μέρος και δίδει εξωτική αύρα στο κατά τ’ άλλα Raw Black Metal τους. Έξοχο γι’ αυτό που είναι.

Chapter 3-Den Gamle Troen: Οργανική λατρεία σε υπερθετικό βαθμό και minimal ιδέες που θα πορευτούν μονόπαντα στην λεωφόρο της ταχύτητας. Μπροστάρης στη διαδικασία είναι τα φωνητικά που καταθέτουν ψυχή κι εκπέμπουν μανία. Εδώ βασιλεύει η επίθεση, μα η θαμπή χρήση των riff εξακολουθεί να χρωματίζει το album ως κρυφός φωτισμός. Μια συνετή επιλογή πλοήγησης, τηρουμένων των συνθηκών και της άκαμπτης θέσης που ζει το ρυθμικό μέρος. Η παλαιά πίστη δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί καλύτερα.

Chapter 4-Onde Trollkjerringer: Αν η μετάφραση στ’ αγγλικά είναι σωστή, το κομμάτι έχει τον τίτλο «Διαβολική παλιόγρια» και λειτουργεί έτσι ακριβώς, στέλνοντας χολοσκασμένες κατάρες ολόγυρα. Τα φωνητικά είναι ακόμα πιο κοντά στο ύφος του Wrest (πάντα μιλώ για την Demo εκδοχή της φωνής του) και το μουσικό μέρος θα πιάσει τις απαιτούμενες ταχύτητες με περισσή οργή και δύναμη αγγίζοντας την θορυβώδη εκδοχή που το κάνει να μοιάζει Live, χαοτικό και τα συναφή. Τα φωνητικά στο τέλος θα βγάλουν κάτι παράξενες κραυγές, αποτυπώνοντας την κακία της παλιόγριας και σ’ εσωτερικό επίπεδο.

Chapter 5-Gutten Som ødela Verden: Αργό και παραπληγικό θα ξεροτηγανιστεί σε ανάλογο riff αναδύοντας αρώματα. Έπειτα θα πέσει το λάδι του ρυθμικού καταποντισμού, κλασικά μετά το πεντάλεπτο για να θυμηθούμε και το παρελθόν της μπάντας, πιάνοντας άμεσα χιλιόμετρα κι εξάγοντας το ανάλογο feeling. Αργότερα θα επανέλθει στο αργό του τσιτσίρισμα εμποτίζοντας τη θαμπή ατμόσφαιρα που έλειπε απο το υπόλοιπο album. Δεν θα μείνει όμως εκεί και θα παρεκτραπεί εκ νέου σιχτιρίζοντας με περισσή μανία μέχρι το αποτρόπαιο τέλος με τα παραμορφωμένα φωνητικά σε οχλαγωγία και την αρμονική ambient ολοκλήρωση. Σ’ ένα βαθμό εδώ έχουμε το πιο παράξενο κομμάτι του Book 5 που μας μεταφέρει την ιστορία του αγοριού που κατέστρεψε τον κόσμο.

Αυτό είναι το πρώτο album της μπάντας που δεν έχει στο εξώφυλλο κάποια εκκλησία σε δάσος, ενδεδυμένη φλόγες. Παράλληλα πέραν του τελευταίου κεφαλαίου ζει σε τεταμένη επίθεση, χωρίς ατμοσφαιρικές αναζητήσεις και παράξενα μοτίβα, αλλάζοντας για μια ακόμα φορά τον δρόμο πλεύσης των Αυστραλών, με το θετικό πρόσημο να χαρακτηρίζει κάθε βήμα τους απο τα Late zeros μέχρι και σήμερα.

Στη σελίδα τους στο bandcamp υπάρχει και μια χαριτωμένη σημείωση για το Book 5 γραμμένη στα Νορβηγικά, η οποία λέει: «sanger basert på norske historier. Vi beklager dårlig oversettelse. vi kun snakker engelsk. Hvis du ikke liker dette kan du gå til helvete og utføre Munnsex på Satan» και σε μια ελεύθερη μετάφραση μάλλον σημαίνει «Τα τραγούδια είναι βασισμένα σε Νορβηγικές ιστορίες. Ζητούμε συγγνώμη για την κακή μετάφραση αλλά μιλάμε μόνο Αγγλικά. Αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να πάτε στην κόλαση και να κάνετε τσιμπούκια στο Σατανά».

Σε τέτοιες μπάντες το συμπέρασμα είναι άκομψο. Αλλά επειδή διάλεξα ένα παράξενο τρόπο ανάλυσης της κατάστασης που δημιουργούν μουσικά, οφείλω να σημειώσω τα παρακάτω: Οι Burning Church Forest έχουν διαλέξει έντεχνα τον δρόμο τους, παίζοντας Raw Black Metal χωρίς να ξεχνούν τις οργανικές ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, τη παράνοια και την φαντασία. Δημιουργούν νέα album έχοντας καινούριες ιδέες αλλά και νέους στόχους, χωρίς να ξεχνούν πως εκπροσωπούν τον πρωτόλειο οργανικό ήχο και τον περιορισμό των εφαρμογών ηχητικά. Τέλος δεν το κουνάνε ρούπι από το συνεκτικό concept των Book κυκλοφοριών και της «true» ασπρόμαυρης εικαστικής θέσης. Μπείτε στη φάση τους μόνο αν είναι να παραμείνετε, αλλιώς μην μπείτε καθόλου.

2011-Ezgaroth/Primeval Mass-Nightside/Amongst The Ruins Of Cosmos

Posted in Δεκέμβριος 2011 on Φεβρουαρίου 5, 2012 by Plunderer

Οι Αθηναίοι Esgaroth ξεκίνησαν την ιστορία τους πίσω στα mid 90’s, το πρώτο τους Demo είχε τίτλο The Crypts Of Everlasting Winter (1996) και δυο χρόνια αργότερα βγήκε σαν το part συμμετοχής τους, στο split με τους ιδιαίτερα ικανούς στις Cult αναζητήσεις Κολομβιανούς Occultus. Όπως μπορεί να υποθέσει το αγαπητό ακροατήριο το μουσικό ύφος των Esgaroth ζούσε στα έγκατα της ελληνικής σκηνής. Ήταν δηλαδή μια μαυρομεταλλική εκδοχή με heavy riff, πλήκτρα ταγμένα στο ατμοσφαιρικό αγνάντεμα, λαρυγγικά φωνητικά και απαγγελίες σχηματίζοντας ένα ταξίδι στον ατελείωτο χειμώνα. Οι Esgaroth όπως και πολλές άλλες ελληνικές μπάντες των 90’s δεν έλαβαν την αναγνώριση που τους άξιζε μέχρι σήμερα, αλλά θα έπρεπε, μιας και ο ήχος που σχημάτισαν δημιουργεί ένα ταξίδι γεμάτο εικόνες που θ’ ανταμείψει όποιον εμβαθύνει και αφεθεί μέσα του.

Η μπάντα από εκεί και πέρα σταματά μέχρι τα zeros που θα επανέλθει επαναπροσδιορίζοντας τις μουσικές της εφαρμογές. Αρχικά αλλάζουν όνομα ή πιο συγκεκριμένα ένα γράμμα και γίνονται Ezgaroth. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν τυχαία μιας και το ντεμπούτο του 2004 κάτω από τον τίτλο D.C.L.X.V.I: The Order θα μας έρθει με εντελώς διαφορετικές αναζητήσεις, σε Industrial Black Metal ύφος χωρίς όμως να έχουν χαθεί και όλες οι παλιές συνήθειες. Εξωτερικά υπήρχε μια ρυθμική στιβάδα από Drum machine η οποία υπερκάλυπτε την πρώτη γραμμή βγάζοντας μια ανάλογη αισθητική με τον Blast συρφετό των Βασιλιάδων του Είδους 1349. Λίγο πιο μέσα θα βρούμε πολλά και ενδιαφέροντα riff με ποικιλία και διάθεση ν’ αναπτύξουν το περιεχόμενο. Από την μέση και μετά τα πλήκτρα ευωδιάζουν το ύφος αναπτύσσοντας ατμόσφαιρες μέσα στο βιομηχανοποιημένο περιβάλλον, δημιουργώντας ένα κράμα από αυτά που σπάνια βγάζουν ομογενοποιημένο αποτέλεσμα. Στο ντεμπούτο τους οι Αθηναίοι κατάφερναν ν’ αγγίζουν και μια ατμόσφαιρα σε low-tempo Black Metal που έβγαζε λίγο late 90’s Satyricon και Thorns feeling.

Οι Primeval Mass ξεκίνησαν μ’ ένα promo το 2003 και συνέχισαν με δυο Demo, το Enlightened Black Gnosis στο 2005 και το Atermon στο 2008. Ένα χρόνο αργότερα ενοποίησαν αυτές τις ιχνηλατήσεις στο ντεμπούτο full-length As Solemn Maelstrom… από την Ουκρανική Stuza Production. Ο δρόμος τους ήταν προσηλωμένος στον κλασσικό Black Metal ήχο βγάζοντας χαρακτήρα επιθετικό, μοχθηρό, επηρεασμένο από πηγαίες αξίες με riff που περνούσαν ιλιγγιωδώς στενούς δρόμους και τύμπανα καταστροφής που έσπερναν εκρήξεις στο διάβα τους. Τα φωνητικά μετέφεραν το χαοτικό feeling, ενώ ο ήχος τους έμπαινε στο μονοπάτι του Σουηδικού Black Metal στηρίζοντας τον προσανατολισμό του σε μια Heavy πορεία των συνθέσεων. Τέλος τα ελληνικά των στίχων με τα φωνητικά ενοποιούσαν στον παραπάνω δρόμο στοιχεία της τοπικής σκηνής αναζωογονώντας την ατμοσφαιρικότητά του. Το As Solemn Maelstrom… σχημάτιζε εν τέλει μια προσπάθεια που δεν είχε να ζηλέψει πολλά από αντίστοιχες δουλειές σ’ επίπεδο ήχου, που έλαβαν την προσοχή του ακροατηρίου ως σήμερα.

Στο τέλος του 2011 η νεοεμφανιζόμενη Katoptron Records κάνει μια spilt κυκλοφορία σε lp με δυο κομμάτια από τις παραπάνω μπάντες. Αυτές οι split κυκλοφορίες είναι ένα ζήτημα που κατ’ εμέ ενδιαφέρει περισσότερο τους συλλέκτες. Παράλληλα πίστευα πως είναι σχετικά δύσκολο μέσα στα δέκα λεπτά του να εμφανίζει αρκετά στοιχεία που θα μας αναγκάσουν να επεκταθούμε σε κείμενο. Κι όμως, να που μερικές φορές τέτοιες κυκλοφορίες έχουν την δυνατότητα να μας αγγίξουν, αποκτώντας συνάμα μια αξία που τις καθιστά αξιοσημείωτες και διαχρονικές.

Και ξεκινάμε από την πλευρά των Primeval Mass που έχουν πλέον δυο νέα μέλη στην σύνθεσή τους. Νέος Drummer είναι ο Alex Zachos και νέος τραγουδιστής ο Merkaal πολύ γνωστός από τις δουλειές του με Order Of The Ebon Hand, Mournblade, Nocternity. Το κομμάτι τους Amongst The Ruins Of Cosmos εμφανίζει στοιχεία που γνωρίζουμε από το παρελθόν τους κάνοντας ένα Black Metal μ’ επιθετικό προσανατολισμό. Εσωτερικά το χαοτικό ρυθμικό μέρος που φέρνει μια Thrash αύρα θα εκλεπτύνουν τεχνικά riff και τα φωνητικά του Merkal αν και είναι γραμμένα πίσω βγάζουν ένταση κάνοντας την μπάντα να μοιάζει δυνατή. Το κομμάτι θα βγει από την Heavy λογική που το διακρίνει προς το τέλος του σχηματίζοντας μια δελεαστική ατμόσφαιρα. Εδώ έχουμε μια ουσιαστική πρόβα για νέο full-length της μπάντας και εμείς θα το περιμένουμε μ’ ενδιαφέρον.

Στην δεύτερη πλευρά έχουμε μια μεγάλη έκπληξη με τους Ezgaroth να εμφανίζουν για μια ακόμα φορά μια εξολοκλήρου διαφοροποιημένη αισθητική και μουσική έκφραση. Το Nightside είναι σαν φραπεδιά Deathspell Omega με Virus και αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό. Στο εσωτερικό αυτή η σύζευξη θ’ αναπτυχθει στον συνδυασμό του μπάσου και της κιθάρας, εκεί το μασημένο/στριφνο riff παίζει παράλληλα με το κελάρυσμα του μπάσου, παντρεύοντας εξαίσια τον παραλογισμό με τον λογικό ειρμό. Τα φωνητικά του Count Lethaemon (αν δεν έχει αλλάξει κάτι) είναι στα επίπεδα του Mikko Aspa, όπως εκείνος βγαίνει στο Si Monumentum Requires, Circumspice αλλά κυρίως στο κομμάτι Diabolus Absconditus. Γεγονός ικανό ν’ αφήσει μαλάκα οποιονδήποτε μπει από σύμπτωση εδώ (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος). Το κομμάτι βγάζει περίεργες ατμόσφαιρες από την μέση και μετά, ενώ στα τελευταία δυο του λεπτά θα εμφανίσει και το mid tempo πέρασμα αναπνοής και έμφασης μ’ αισθαντικά φωνητικά που αρρωσταίνουν. Οι Ezgaroth θέτουν τον πήχη ψηλά ή σωστότερα πολύ ψηλά και εμείς με την σειρά μας ζητάμε νέο full-length κάτω από αυτές τις αναζητήσεις για ν’ απολαύσουμε και να ταυτιστούμε. Τέλος, επειδή πρόσφατα οι Βέλγοι Gorath πάλεψαν να κάνουν μια τέτοια μίξη θέλω να υπογραμμίσω πως οι Ezgaroth είναι σε πολύ καλύτερο επίπεδο, κυρίως γιατί συνθέτοντας στρέφουν την πυξίδα στον εσωτερικό τους κόσμο και όχι τόσο στα τεχνικά χαρακτηριστικά.