Archive for the Ιανουάριος 2011 Category

Deafheaven

Posted in Απρίλιος 2011, Ιανουάριος 2011, Ιούλιος 2011, Ιούνιος 2010, Ιούνιος 2013, Νοέμβριος 2012 on Ιανουαρίου 29, 2014 by Plunderer

LogoTo logo των Deafheaven κουβαλά μπερδεμένα γράμματα, σε Black Metal φόντο και μια λεκτική υποστήριξη από κάποια γράμματα του ονόματός τους. Φέρει ως αρχή την ιστορία του Είδους, δοσμένη μέσα από ένα γεωμετρικό μπέρδεμα. Συνάμα τοποθετεί ως βάση μια καμπυλωτή, καλλιγραφική γραμματοσειρά που καλμάρει το νου, συγκριτικά με τις γωνίες που κυριαρχούν στο Black Metal, θέλοντας να εξάγει μια σοφιστικέ προοπτική. Η φωτογραφία στο metal archives είναι ενδιαφέρουσα και δεικτικό σημείο της αισθητικής τους. Σαν στήσιμο θυμίζουν Post Rock μπάντα σε σκοτεινή αστική οπτική, με το άγιο μαύρο χρώμα ολόγυρα. Είναι μια παρέα νέων που κάποιοι θα ονόμαζαν hipster παράταξη και δε θα είχαν άδικο. Μπουφανάκι και αλλαζονέ ημιβλέμμα, γυαλιά σε μαύρο σκελετό με χαμογελάκι και ποτό στο χέρι, σκυφτό πρόσωπο και γυρισμένο παντελόνι, αδιαφορία και γυαλί ηλίου, πέτσινο και goofy απορία.

BandΠριν από τρία χρόνια, εναρμονίστηκα με την έναρξη των Deafheaven για μια μικρή περίοδο. Από τότε άκουγα κάθε επόμενο βήμα τους σαν παρατηρητής του μονοπατιού τους. Ωστόσο δεν κατάφερα να μείνω δίπλα τους, γράφοντας κάποιο κείμενο όπως είχε γίνει στην αρχή της πορείας τους. Στις μέρες μας ένιωσα την ανάγκη να πω δυο κουβέντες συνολικά, για να μείνει στο Blog (προς ιστορική χρήση) πως το τρίτο τους album, Sunbather, κατέκλεισε τις λίστες με τα καλύτερα τις χρονιάς σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι Deafheaven δεν είναι πρώτη επιλογή στα Black Metal Blogs, ούτε καν στα Heavy Metal Magazines αλλά σε μέσο όρων εντύπων, (δείτε τι καταγράφει το metacritic για την μέσο όρο βαθμολογία που έλαβαν από διάφορα webzines) μιλάμε για «περιοδικά» τύπου Pitchfork και αρκετά ακόμα που τροφοδοτούν την Pop κουλτούρα. Χαμογελούν μάλιστα χαιρέκακα επειδή πιστεύουν πως προωθούν μουσική με ακίδες, που τρυπά τα τρυφερά πωπουδάκια της IPhone plus spotify νεολαίας (Ρε που φτάσαμε!! Σε λίγα χρόνια τα mp3 θα είναι cult item!). Ξεσπάθωσα λέτε; Όχι, τώρα ξεκίνησα να ξεσπαθώνω. Μ’ ενοχλούν τόσο πολύ οι τυχάρπαστοι pop αναλυτές (ειδικά οι Αμερικανοί) που άκουσαν το Sunbather και του έβαλαν καλό βαθμό, γιατί από τα κείμενά τους βλέπω πως δεν παρακολούθησαν όσα έκανε η μπάντα μέχρι σήμερα. Θέλουν να μεγιστοποιήσουν κάτι που δεν γνωρίζουν σε βάθος, νομίζοντας πως έτσι θα τοποθετήσουν μια μπάντα στην ποικιλομορφία της φαρέτρας τους. Δεν έχουν δει όμως πως στην ουσία αυτό που κουβαλούν δεν είναι φαρέτρα, αλλά κουβαδάκι παραλίας. Η πικρή αλήθεια είναι πως το άκουσαν δυο-τρεις φορές για να γράψουν πέντε μαλακίες και λογικά γέμισαν προσπερματικά υγρά το κίτρινο βρακί τους. Περισσότερο όμως μ’ ενοχλεί η νοοτροπία των ακροατών, που περιμένουν με την γλώσσα παρατεταμένη στην βρύση που γράφει «Hype», τυφλωμένοι καθώς είναι από τη λανθασμένη τους νοοτροπία που το μεταφράζει ως «αύρα πριαπισμού».

Πώς κι έγινε διάσημη αυτή η προσέγγιση; Σε ποιους προσκρούει το θέλημά της; Και γιατί ακόμα και οι Carcass (που για το μεγαλύτερο μέρος της Metal κοινότητας, έκαναν την καλύτερη φετινή δουλειά) αναφέρουν πως το Sunbather είναι το μέλλον του ακραίου ήχου; (Jeff Walker, Metal Hammer 349). Τα πράγματα είναι απλά: Φταίει το ατέρμονο κόλλημα του ακροατηρίου (και των μουσικών μέσα σε αυτό, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κάκιστοι ακροατές) ν’ ακούσει και να έχει άποψη για κάθε μπάντα που κάνει κρότο στις γειτονιές των εκφράσεων. Κανείς όμως δεν έχει την όρεξη ν’ αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο, για να σηκώσει τα πέπλα τους και να δει τα εξελικτικά στάδια που προηγήθηκαν. Μένει στα προκαταρκτικά, μακριά από την κοιτίδα της μουσικής και τελικά αποκτά επιδερμική γνώση από μια εφαπτομένη κάθε έκφρασης. Μέμφομαι τη στάση αυτή, γιατί καλλιεργήθηκε χρόνια τώρα ως μοντέλο του ψαγμένου με τη μουσική. Ο ακροατής που τα ξέρει όλα, του ταιριάζουν όλα και πάνω απ’ όλα τον ενδιαφέρουν όλα. Στο τέλος όμως αντί να έχει γούστο, ξέρει απλά τι επιπλέει σαν σκατό σε κάθε μουσική έκφραση και πανηγυρίζει σηκώνοντας ψηλά το φλάμπουρο της κουράδας. Την ίδια στιγμή, εδώ κάτω στις σπηλιές, κουβεντιάζουμε για την επόμενη μόδα με τους ανθρώπους που την δημιουργούν. Αναμένοντας μαζί τους, την ημέρα που θα τους γνωρίσει το ψαγμένο φιλοθεάμον κοινό. Αυτό που γιγαντώνει τις μόδες του κάθε Pitchfork.

2010-Demo

Folders

Πάμε τώρα να πιάσουμε τώρα όλες τις κυκλοφορίες της μπάντας μία προς μία. Θα προσπεράσουμε όμως το Demo για το οποίο μιλήσαμε σε αυτό το Blog καιρό πριν. Δε το λέω για να μείνει στο μυαλό κάποιου πως εγώ προείδα κάτι. Δεν προείδα τίποτε, ούτε είμαι ο Γιώργος Γεωργίου να λέω ατάκες σε ύφος «μη μου λες και πέντε ότι σου είπα παρά πέντε». Το αναφέρω γιατί έχει ουσία. Είναι το μεγαλείο της Underground λογικής, στην επιλογή προς ακρόαση και όχι μια τυχαιότητα στην ενδεχόμενη γνώση μιας μπάντας, αν για «χ» λόγους πέφτει πρώτη στο ιντερνετικό name dropping. Όπως κι έγινε δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο, με ανθρώπους που χάσκουν ανοιχτά στόματα με το ροζοροδακινί εξώφυλλο του Sunbather. Οι ίδιοι άνθρωποι όμως (τους ρώτησα) δεν είδαν ποτέ το πραγματικό ροζ εξώφυλλο των Deafheaven, δηλαδή το 7ιντσο Libertine Dissolves. Δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είναι οι Alcest, δηλαδή δεν υπήρξαν οπαδοί των Wolves In The Throne Room, έτσι δεν έφτασαν μέχρι τους Liturgy, δηλαδή δεν τους συγκίνησαν ποτέ οι Weakling.

Δυστυχώς ο ακροατής σχετίζεται με ότι συζητιέται. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τις ρίζες του, μα το χειρότερο όλων είναι πως δεν θέλει να μάθει γι’ αυτές. Είναι ένας αδιάφορος καταναλωτής που ψαρώνει με την pop κουλτούρα, θεωρώντας την κάτι φρέσκο. Ξεχνά όμως, πως κάθε νέα μόδα είναι κάτι που πάλιωσε για όσους την είδαν να γεννιέται στα «χαρακώματα» των τάσεων. Κοντολογίς, το περιεχόμενό των Deafheaven είναι γνωστό εδώ και χρόνια σε όσους άκουσαν και γνωρίζουν όλα τα παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά όμως, νιώθω πως η μόδα αυτή μας έκανε χάρη που υπήρξε. Σκεφτείτε πως οι pop αναλυτές αναφέρουν το Sunbather, ως τον καλύτερο Black Metal δίσκο του 2013. Αυτή η μπαρούφα κύριοι και κυρίες τα λέει όλα. Από εδώ και πέρα θα εθελοτυφλεί όποιος δεν αναγνωρίζει, πως κάθε μουσική που υπάρχει, πρώτα θα ξεδιαλυθεί και θ’ απλωθεί στην ταράτσα του underground κι έπειτα θα πάει στο πιάτο του. Μάλιστα όταν φτάσει εκεί, αν δεν είναι μια καρικατούρα της έναρξης, θα είναι σίγουρα ραφιναρισμένη. Τώρα ξεσπάθωσα.

Υπόκλιση και βαθύτατος σεβασμός προς όλους όσους αφιερώνουν το λιγοστό τους χρόνο, στην κοιτίδα της παγκόσμιας σκηνής και τον ερασιτεχνισμό.

2011-Libertine Dissolves

FolderΕίπαμε και στον πρόλογο πως αυτό είναι το αληθινό ροζ Lp της μπάντας και κανένα άλλο. Στο θαμπό εξώφυλλο βλέπουμε τα πόδια μια κοπέλας, που έχει ξεκούμπωτο τζιν σορτσάκι. Είναι μια Us-φαντασίωση, την οποία μπορώ να την δω ως έκφραση της νεανικής τους αισθαντικότητας. Σε πρώτο επίπεδο ρομαντζάρει ερωτικά μέσα από τις αισθήσεις που προκαλεί, ενώ σε δεύτερο μπορεί να είναι μια επιλογή που θέλει να ενεργοποιήσει τη λίμπιντο-ωθώντας το νου στο τι κρύβεται πίσω από τα κουμπιά. Το ερωτικό αίνιγμα ήταν ιστορικά η κατευθυντήρια δύναμη της λίμπιντο, μέσα από την φαντασίωση. Η γενιά αυτή όμως ξεπέρασε τα δικά μας δεδομένα, συνεπώς το διαχρονικό μοτίβο μπορεί να ισχύει μεν αλλά η δική τους προέκταση με προσπερνά και δεν μπορώ να προσδιορίσω πλήρως την αντίληψή τους. Ωστόσο θέλω να σημειώσω τον τρόπο που διάλεξαν για να δείξουν την παραπάνω εικόνα, γιατί αποκαλύπτει την εξέλιξη της νοοτροπίας που έχει αυτή η γενιά. Είναι μια pink λογική από metrosexual αγόρια, που θέτει μέσα από τη θαμπάδα μια αφηρημένη αίσθηση, η οποία ζει μακριά από την a-male αγριότητα και βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον θηλυκό ψυχισμό. Στο εσωτερικό δεν έχουμε κάτι καινούριο, η μπάντα δίνει δυο από τα κομμάτια του Demo σε βινύλιο, μιας και η κοπή του είχε γίνει αρχικά σε κασέτα. Αργότερα βέβαια κόπηκε ολόκληρο το Demo και σε βινύλιο. Για να λέμε την συνολική αλήθεια που αποκαλύπτει την πρόθεση κάθε μπάντας με αντίκτυπο, να μικραίνει το κομπόδεμα των βινυλιοφάγων. Τι λέτε, μήπως πλέον η εκμετάλλευση των label προς εσάς έχει παραγίνει; Μήπως είναι καιρός να κάνετε αποχή;

2011-Roads To Judah

FolderΟ τίτλος του ντεμπούτου δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι μια καθημερινή βόλτα με την αστική γραμμή της N.Judah, γειτονιά του San Francisco, όπως αναφέρει ο George Clarke (γεννήθηκε το 1989, για να έχετε γνώση πως ασχολήθηκε με το Black Metal όταν χρησιμοποιούνταν από το sludge ή το post-hardcore, ώστε να προσεγγίσουν το Metal ακροατήριο) στη συνέντευξη που είχε δώσει στο blog SF SLUDGE (διόλου τυχαίο blog, δεν το λέω αρνητικά αλλά καταδεικτικά). Έλεγε πως στο δρόμο για την δουλειά έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του album, σε μια περίοδο που ήταν αρκετά μπερδεμένος. Ξέρετε πολύ καλά σε τι αναφέρεται, γιατί από λίγο ως πολύ όλοι περάσαμε κάποτε μια απάλευτη περίοδο στη ζωή μας. Άσχετα αν μεγαλώνοντας γελάσαμε βλέποντας άλλους ανθρώπους να τραβούν τα ίδια ζόρια στα μετεφηβικά χρόνια. Όχι, δεν είναι γέλιο ειρωνείας αλλά κατανόησης. Διότι όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με παράπλευρους τρόπους.

Οι Deafheaven με το ντεμπούτο τους ξεκίνησαν μια πορεία γεμάτη ζέση και θέληση να υπάρξουν για λίγο μεγαλύτερο ακροατήριο, απ’ όσο είχαν γοητεύσει με το Demo τους. Μουσικά λοιπόν έφτιαξαν ένα εκφραστικό Post/Black Metal, δεμένο και συνεκτικό. Στο εσωτερικό το Black Metal έχει μεγαλύτερο εύρος πλοκής, αλλά μέσα του ενυπάρχει και ζει αρμονικά το Post-Rock ύφος, κυρίως μέσα από γλειψίματα στα τάστα και πτώσεις του ρυθμού. Η λογική τους παντρεύει την ταχύτητα, που θα εκφραστεί μέσα από την τεντωμένη δεινότητα, και το ήρεμό-γλυκό πέρασμα που μεταφέρει τον ακροατή από την οργή στην ηρεμία και τη γαλήνη. Συνεπώς θα μπορούσαμε να πούμε πως το Roads To Judah είναι ένα ξέσπασμα με τάση να λυτρώνει την οργή μέσα από ένα οικείο κελάρυσμά. Σαν κράμα όμως πέφτει στην παγίδα ενός γνωστού μελό σεναρίου, που χρησιμοποιήθηκε (λίγο πιο υπερβολικά) στο Depressive & Suicidal Black Metal. Είναι μια πλοκή που αρχικά βγάζει κάτι, αλλά σταδιακά ακουμπά τον ακροατή φιλικά στον ώμο. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό πέφτει το πέπλο της και αποκαλύπτεται το μυστικό της οργής της. Είναι η μετάφραση του ξεσπάσματος σε λογικούς συνειρμούς και τ’ όνομά αυτής, αστική δυσφορία. Ένα κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ μουσικού κι ακροατή που ζουν στην ίδια εποχή, έχοντας παρόμοιες αναφορές και δυσκολίες στη ζωή.

Πάνω από κάθε τι άλλο πρέπει να μιλήσουμε για τις κιθάρες, που συνθετικά έχουν διττό ρόλο. Αφενός δίνουν απαλές πορείες καταπραΰνοντας και αφετέρου συμμετέχουν μαζί με το ρυθμικό μέρος στην επίθεση. Ο Kerry McCoy μαζί με τον έτερο κιθαρίστα Nick Bassett (που έφυγε ή τον έφυγαν το 2012 από την μπάντα) είχαν μελετήσει ακαδημαϊκά την λογική του Nathan Weaver (Wolves In The throne Room) που ισοδυναμούσε με την διαγραφή των filler riff μέσα στα κομμάτια. Αυτό δε σημαίνει πως οι κιθάρες τους είναι εμπνευσμένες, αλλά πως χαράζουν εικόνες στρέφοντας τάστα και χορδές στην ηλιόλουστη πλευρά του απογεύματος. Τα φωνητικά είναι πάντοτε στραμμένα στο μοτίβο της αγριότητας, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούνται ως στοιχεία της ήρεμης διάβασης. Θα έλεγα πως είναι και το μικρό/πικρό μυστικό των Deafheaven, γιατί με την χροιά τους χαράσσουν μια γραμμή διαγραφής στην Post-ιά. Ξεσπούν ατέρμονα προσδοκώντας λύτρωση, μιλώντας τη γλώσσα όλων όσων είδαν στο Suicidal την Hardcore οξύτητα και προσπάθησαν να την εξευγενίσουν μέσα από την Depressive αβρότητα. Ο ρόλος των τυμπάνων είναι τυπικός, θα έλεγα πως συνδράμουν περισσότερο στην άγρια μορφή της μπάντας, αλλά δεν ξεχνούν να δηλώνουν παρόν συμμετέχοντας στις Post-Rock γέφυρες, με τους όρους που επιτάσσει το είδος αυτό. Συνθετικά έχουν κάνει ένα βήμα παραπάνω από το Demo, γιατί τα κομμάτια είναι καλογραμμένα, παρουσιάζοντας σπονδυλωτή δράση και ποικιλίες πλοκής. Επιπρόσθετα θα έλεγα πως ο τρόπος που ανέπτυξαν τις ιδέες τους είναι ορθός και σαν παικτικό ατού θα έβαζα την ομαλότητα στις αλλαγές. Πάμε όμως τώρα στο δεύτερο αγκάθι του ντεμπούτου, που θα βρεθεί στην άρτια μα ασφαλή παραγωγή. Μπορεί να μην κρύβει την επίθεση αλλά την κάνει οικόσιτη, αναδεικνύοντας περισσότερο τις ομαλές διαβάσεις. Θαρρώ λοιπόν πως η λογική που χρησιμοποίησαν για να μοντάρουν την δουλειά τους μετατρέπει το ντεμπούτο τους σ’ ένα ευκολάκουστο album.

Μερικές φορές η άνοδος και η εξέλιξη του υλικού μιας μπάντας, μπορεί να προσελκύσει συνδαιτυμόνες αλλά απωθεί σχετικά τους θαμώνες. Στην πρότερη ιστορία των Deafheaven το Roads To Judah είναι μια βελτιωμένη εικόνα των ιδεών του Demo. Πού είναι όμως η σπίθα της extreme έκφρασης που υπήρξε εκεί; Πώς κατόρθωσαν να κρύψουν την αμυδρή προσωπικότητα τους μέσα σ’ ένα τετριμμένο και γλυκανάλατο σενάριο; Γιατί το θαμπό φέγγος αντικαταστάθηκε από μια παραγωγή «νυσταλέο απόγευμα»; Ρητορικά είναι τα ερωτήματα. Από το ντεμπούτο της μπάντας δεν λείπει το συναίσθημα αλλά ο Χαρακτήρας. Σε κάθε album που λείπει αυτός, έπειτα από κάποιες ακροάσεις μοιάζει κατανοητό, ακίνδυνα περιπατητικό και το χειρότερο όλων: αν έχεις ξεπεράσει τις μετεφηβικές εγκεφαλικές νόρμες, σε πάει ανώφελα πίσω.

2011-DW Live Series 08: Live At The Blacktop 01.15.11

Folder

Αυτό το live, ήταν η αυθόρμητη κίνηση των Deafheaven στο πρώιμο στάδιο. Καταλαβαίνω ότι μπορεί απλά να είχαν την δυνατότητα να ηχογραφήσουν μια εμφάνιση και δέχομαι πως τόλμησαν το εγχείρημα σαν ήταν ακόμα καυλωμένοι. Ωστόσο ο ακροατής εδώ θα λάβει μόνο τον ήχο και όχι την εικόνα. Πράγμα που δεν θα τον γεμίσει ουσιαστικά και το πιθανότερο είναι να χάσει το ενδιαφέρον του γρήγορα. Βασικό ρόλο παίζει ο ήχος, γιατί δεν είναι όσο καλός πρέπει για τη μουσική τους και κάπου χάνεις την διάσταση όσων κάνουν. Για τους ακροατές που θέλουν να βάλουν μια extra παράμετρο στην ακρόαση του, υπάρχει η εικόνα αυτής της εμφάνισης. Το set στο Blacktop ήταν μικρό, αλλά έδειχνε αρκετά στοιχεία που θα προσφέρουν κατανόηση στον ακροατή που θέλει να καταλάβει το μονοπάτι τους.

Όπως θα δείτε είναι ένας πολύ μικρός χώρος με τον κόσμο να βρίσκεται ολόγυρα και όχι μόνο μπροστά από την μπάντα. Είναι σε απόσταση αναπνοής και θα μπορούσε να τους ακουμπά, ωστόσο παραμένει σταθερός και σχετικά άκαμπτος (ως είθισται). Το live αυτό θυμίζει μια τάση που ήταν ή είναι ακόμα διαδεδομένη στο Hardcore. Είναι μια νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφεί με τη φράση «Get off the stage!», μέσα από την οποία οι ακροατές προέτρεπαν τις μπάντες να γίνουν ένα μαζί τους. Όπως θα δείτε η παρουσία του George Clarke (φωνή) είναι ηλεκτρικά φορτισμένη, καθώς παλινδρομεί το σώμα του σε κάθε κομμάτι. Δίπλα του ο Kerry McCoy, έχει γυρισμένη την πλάτη στην κάμερα και φορά πουκαμισάκι, στα τύμπανα βρίσκεται ο νεαρός Trevor Deschryver (γεννημένος το 1990) που δεν είναι πια μαζί τους. Ο έτερος πουκαμισάς στο βάθος που βλέπουμε το πρόσωπό του, είναι ο Nick Bassett.

Σε αυτό το σημείο, για να δείτε τις διαφορές αλλά και την εξέλιξη των Deafheaven, θα ποστάρω εδώ το πιο διάσημο video από live τους (με κομμάτι από το Sunbather). Δείτε τη μπάντα, την παρουσία των ακροατών, κόψτε φάτσες και το λίκνισμα όλων, το σχετικά επαγγελματικό στήσιμο με την ασπρόμαυρη εικόνα, τα συναισθήματα που βγάζουν και τελικά το σύνολο. Έπειτα θα γίνει η αναγκαία σύγκριση και θα βγάλετε τα συμπεράσματά σας για όλες τις live εκδοχές τους.

2012-Deafheaven / Bosse-de-Nage

FoldersΟι Deafheaven, όχι μόνο γουστάρουν τους Σκοτσέζους Mogwai, αλλά κόπτονται γι’ αυτούς και το αποδεικνύουν με μια διασκευή στο Punk Rock/Cody. Τολμώ μάλιστα να πω, πως είναι από τις ενδιαφέρουσες ιδέες που είχαν μέχρι σήμερα. Μπορεί η επιλογή να μην είναι πρωτότυπη, αλλά δικαιώνει το χαρακτήρα της με την τροποποίηση που κάνει στην αρχική ιδέα. Εδώ λοιπόν θα βρούμε το βασικό μοτίβο του original κομματιού που θ’ αναπτυχθεί ορανικά, καθοδηγούμενο από μια grim τροπολογία. Γαλήνιο, σχεδόν ασάλευτο βάδισμα, ενδεδυμένο συναισθήματα που γεννούν μια ιδιόρρυθμη ατμόσφαιρα κι ένα απρόσμενο ανέβασμα της πλοκής που αγγίζει το γνωστό ξέσπασμα της μπάντας στο φινάλε. Μ’ άρεσε μάλιστα που γίνεται σπασμωδικά, γιατί είναι μικρό και αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου να επιπλέει. Στην άλλη πλευρά του Split θα συναντήσουμε τους Bosse-de-Nage. Μη φανταστείτε πως είναι τίποτε άγνωστοι, έχουν κάνει κύκλο οπαδών πριν γίνει αυτή η συνεργασία. Προσωπικά όμως δεν μου έχουν κάνει κούκου μέχρι σήμερα, ενδεχομένως να μην τους αφιέρωσα χρόνο, αλλά κάτι με χαλούσε σε όσες δουλειές τους άκουσα. Στο δικό τους κομμάτι A Mimesis of Purpose, εκτελούν ένα Post-Black Metal υβρίδιο με προβάδικα τύμπανα, που είναι αισθητά πιο έξω για να εντατικοποιήσουν την ροή. Τα φωνητικά τους (ένα από τα στοιχεία που δεν μου άρεσαν) εδώ τα λένε καλά μ’ ένα τεμπέλικο γκάρισμα που γεννά συναισθήματα. Η προσθήκη βιολιού δημιουργεί διάθεση και πηγαίνει με το κομμάτι, ωστόσο είναι πλέον τετριμμένη.

Αυτό το  12ιντσο μπορεί να έχει underground αέρα αλλά ο στόχος του είναι ανεξίτηλα overground, κι αυτό γιατί η επιλογή Mogwai είναι στοχευμένη. Συνειδητά ή ασυνείδητα θα οδηγήσει σε τρομπάρισμα επιφωνημάτων χαράς για το γεγονός και μόνο. Θα βγει δηλαδή στο διαδίκτυο κάθε τυχαίος ακροατής των Mogwai (έχουν τυχαίους μιας και στο Last Fm μετρούν 1,047,629 listeners) για να πει, πόσο γαμάτη μπάντα είναι οι Deafheaven (73.722 πλέον στο Last fm, από την ώρα που έγραφα το κείμενο έχουν λάβει χιλιάδες νέους και μέχρι να το διαβάσετε θα έχουν ακόμα περισσότερους-γι’ αυτό κι έβαλα το link στ’ όνομά τους, για να δείτε το μέγεθος που αποκτούν με το πέρασμα του χρόνου) επειδή διασκεύασαν Mogwai. Γελώ μάλιστα γιατί όταν τους έμαθα, μετά την προτροπή του τραγουδιστή των Sun Of Nothing (εξαιρετικός ακροατής), ήμασταν λιγότεροι από 500. Προφανώς δικαιολογώ κάθε αδικαιολόγητη χαρά, αλλά γνωρίζω πως οι πολλές χαρές ισοδυναμούν πάντα με το γενικότερο hype.

2013-Sunbather

Folder

Η Deathwish Inc είναι ένα γνωστό Hardcore/Metalcore label της εποχής που διανύουμε, συνεπώς το πάντρεμά του με τη μπάντα ήταν φυσικό, βάσει αισθητικής. Το δεύτερο ολοκληρωμένο βήμα των Deafheaven κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν ξεκίνησε και η καμπάνια του λειτουργικού ios7 για το IPhone. Για όσους δε γνωρίζουν, είναι το λειτουργικό που έριξε στην αγορά την εφαρμογή Spotify. Η φωτογραφία που μπορείτε να δείτε εδώ είναι απρόσμενη, αποδεικνύοντας τη δικτύωση και προώθηση της μπάντας. Ειλικρινά δεν έχω ιδέα πως κατάφεραν να το πράξουν και αναρωτιέμαι, αλλά συνέβη και αυτό: Οι Deafheaven βρίσκονται στη μόστρα της διαφήμισης του IPhone, στο iTunes (αισχρό λειτουργικό σίχαμα) ως πρόταση της εφαρμογής Spotify. Κανονικά κάπου εδώ θα έπρεπε να σταματήσω μιας και τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε καλύτερα από τη δική μου περιγραφή. Αλλά με ξέρετε πλέον, οραματίζομαι ανθρώπους ν’ ακούν μέσω spotify το album νιώθοντας μέσα στα πράγματα και το μουσικό σήμερα. Το ζήτημα είναι περίπλοκο, από την μια πλευρά είμαι αρνητικά διακείμενος απέναντι σε νέα τερτίπια τύπου Spotify, γιατί γεννιούνται με σκοπό να παρεισφρήσουν μέσα στα έθιμα των μουσικόφιλων και να προτάξουν μια νέα κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να προωθεί Deafheaven η pop κουλτούρα παρά όλα τα μουσικά σκουπίδια που προωθούσε μέχρι σήμερα.

Η λέξη Sunbather σημαίνει ηλιοθεραπεία (λουόμενος από τον ήλιο) αλλά ίσως έχει και κάποια slang ερμηνεία που δεν κατάφερα να διασταυρώσω. Το ροζροδακινί εξώφυλλο με τίτλο σε λευκά, σχετικά δυσδιάκριτα, γράμματα έκανε καλά τη δουλειά του. Στην ουσία βέβαια, πρόκειται για μια αδιάφορη επιλογή χωρίς κανένα νόημα που ισοδυναμεί με την απλανή λογική του σωρού. Στο εσωτερικό υπάρχει μόνο μια φωτογραφία με τη σκιά μιας ανδρικής-λογικά-σιλουέτας σε ροζ καμβά που λούζεται από κομφετί. Μη πάει το μυαλό σας στο κακό, δεν το αγόρασα, κάποιος απ’ όσους στέλνουν digital promo, σε όσους τ’ αναζητούν, μου το στειλε. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να το αγοράσει κάποιος παρά να το ακούει μέσω spotify. Όσο σκέπτομαι μάλιστα ότι σε κάποια φάση αυτή η παλιοεφερμογή θ’ αγοράσει το Last Fm, για να μας εξαναγκάσει να μπούμε στη φάση του, ωρύομαι. Όχι τίποτε άλλο, αναγκάστηκα πριν χρόνια να μάθω και να χρησιμοποιήσω Last Fm για να κάνω καλύτερα αυτό που τέλοσπάντων κάνω, αλλά δεν θ’ ακολουθήσω κάτι καινούριο που άκουσον, άκουσον! σε βάζει να πληρώνεις συνδρομή για ν’ ακούς μουσική. Καλώς ήρθατε στο βασίλειο της τεμπελιάς. Αφού βαριέσαι βρε αδελφέ ν’ αλλάζεις τα Mp3 στο μαραφέτι, πληρώνεις εμάς και ξένοιασες για πάντα. Βέβαια μπάντα από το Κιργιστάν δεν θα βρεις, αλλά έχουμε όλα όσα πρέπει να ξέρεις. Ούστοδιάολο..

Ξεκινώντας τη μουσική περιγραφή του album, θα πρέπει να μιλήσουμε για την παραγωγή. Φέτος υπάρχει μια ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστική αλλαγή, μιας και από το νυσταλέο απόγευμα θα πάμε στην πρωινή ευεξία. Αυτή η τροποποίηση δεν είναι δα και μεγάλη, συγκριτικά με το ύφος του Roads To Judah. Είναι όμως σημαντικό γεγονός για την απήχηση των Deafheaven. Όλα πλέον γίνονται καθαρά και διαυγή, παρουσιάζοντας μεταλλικά την επίθεση και μελιστάλαχτα τη γαλήνια ηρεμία. Σεναριακά πράττουν κατά το δοκούν για το μοτίβο τους, με τη ροή μοιρασμένη στις δυο πλοκές ισόποσα αλλά όχι ξεχωριστά. Αυτό συμβαίνει γιατί τα κομμάτια είναι γραμμένα με το κέντρο βάρους να μοιράζεται και στις δυο οπτικές ταυτόχρονα. Θέλουν δηλαδή να εξάγουν Black Metal ξεσπάσματα σε ταυτόχρονη συμπόρευση με Post Rock χαϊδέματα. Αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κάποια παραδοξότητα, το κάνουν χρησιμοποιώντας απλά περισσότερες αλλαγές μοτίβων, μέσα στα κομμάτια, προσδοκώντας να το αγγίξουν μέσα στο μυαλό του ακροατή συνειρμικά. Το Black Metal εδώ δεν θα εμφανίσει τις αρετές του, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως έξαψη που μεταδίδει από τα εσώψυχα του μουσικού τον αστικό του μικροαστισμό. Αυτό είναι το μυστικό του δίσκου και το κατόρθωμα των Deafheaven, ένα γλυκό μα οργισμένο ύφος που κάνει αδιάκοπες μεταβάσεις, χωρίς να εξατμίζει ενέργεια και ατμόσφαιρα.

Η δουλειά των Liturgy στο Aesthethica εδώ πιάνει τόπο, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως οι Καλιφορνέζοι αγγίζουν την πραγμάτωση κοντινών συναισθημάτων με τους Νεοϋορκέζους. Είναι μια παλινδρόμηση της χαρμολύπης (ωραία λέξη που απήγαγαν κάποιοι τρύπιοι και την έκαναν ρεντίκολο) που εκφράζει τη νεανική μελαγχολία του αβέβαιου και τη χαρά της δυνατής του κράσης. Μουσικά είναι η μέθοδος που παρατάσσει χαρούμενες μελωδίες και οργισμένα φωνητικά, δηλαδή μια δελεαστική αντίφαση που βάζει στη στέκα του Black Metal τεμπεσίρι από χρυσόσκονη. Ωστόσο οι Deafheaven έχουν μεγάλη σχέση με το Post-Rock σε συναισθηματικό επίπεδο. Λιώνουν λοιπόν μέσα στη στοχαστική μελαγχολία τα κομμάτια τους, γεννώντας λίμνες αυθαίρετων ρεμβασμών. Έπειτα καλούν τη Black Metal έξαψη για να τις μετατρέψει σε κάτι υπέρτερο, μέσα από τις μελωδικές γραμμές και τις αλληλουχίες του. Έτσι ταξιδεύουν το νου, κάνοντας ένα κόλπο δράσης που αρπάζει τις συνειδήσεις μέσα από τη γλυκιά φαλκίδευση του ενστίκτου και της δυναμικής του εγρήγορσης.

Έχει όμως τόσο εκνευριστική πλοκή που σχηματίζει μια σιχαμερή ατμόσφαιρα, αφήνοντας στον ακροατή μια πολύ παράξενη γεύση. Μοιάζει σε πολλές στιγμές με συναίσθημα που προσφέρει το γοερό κλάμα ενός μικρού παιδιού την ώρα που βλέπει παιδικά, επειδή κάποιος του άλλαξε κανάλι. Ορμονική διαταραχή ασχημάτιστου χαρακτήρα με προεκτάσεις παλιμπαιδισμού γι’ ανεκπαίδευτους με το Black Metal, ώστε να τριπλάρει τον αγνωστικισμό τους και να δούν το τρομπάρισμα σαν άποψη. Το έχουμε ξαναδεί το έργο, όταν μέσα στα ομιχλώδη και λασπερά χωράφια μπαίνει μια ρομαντική κομεντί, το θέρισμα θα βγάλει διαβολάκι με ρουχαλάκια barbie. Ένα θέαμα που δεν σε τρομάζει ούτε και σε κάνει να γελάς, αλλά να λυπάσαι με την καθάντια του ψυχισμού που κυριαρχεί στην εποχή που ζούμε.

Οι συνθέσεις έχουν πορεία που κοντεύει την αφηρημένη περιήγηση, σε φάσεις δίνει πόνο μ’ επιθέσεις, κουβαλώντας ένα ύφος λες και σκίζει κάνα καλσόν. Μέσα σε αυτές η τυπική αρτιότητα των οργάνων και οι μελετημένες ιδέες τριβελίζουν το νου με μια easy listening προσέγγιση. Το νέο μοτίβο έχει αναμφίβολα pop χαρακτήρα στην παρουσίαση αλλά και τα πρώτα υλικά που χρησιμοποιεί. Εδώ όλα είναι ισορροπημένα, φαντάζομαι πως οι περισσότεροι που ακούνε και γουστάρουν το δίσκο, δεν έχουν υπόψη τους σε τι αναφέρομαι. Βλέπετε ακούνε χρόνια τώρα Metal παραγωγές (Όχι Heavy Metal, μη πάει το μυαλό σας στην πυγμή, αναφέρομαι στην παραγωγή groovy πατατάκι που κυριαρχεί από τα zeros) και διαμαρτύρονται αν τα όργανα δεν είναι σε άρτια ισορροπία μεταξύ τους. Δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ στο σύξυλο, συνεπώς δεν αγάπησαν το χάος αλλά την υποτυπώδη γραμμικότητα.

Η ιστορία που πάτησαν οι Deafheaven, όπως και κάθε Αμερικανός που θέλει να μιλήσει τεθλιμμένα, έχει ως Αρχή τους Weakling, εκπορεύεται από τους Wolves In The Throne Room (άξιοι που σταμάτησαν) και τους Alcest (μέχρι το 2010, μετά έβαλαν καλσόν) αλλά υπήρξε σ’ ένα πρώιμο στάδιο μέσα στο Post/Black Metal των late 00’s/early 10’s. Δηλαδή σε μπάντες όπως οι Caïna, Altar Of Plagues (άξιοι και αυτοί που σταμάτησαν), Lifelover, Lantlôs αλλά γιατί όχι και στους Krallice, Castavet, Ash Borer, Fell Voices, Heretoir, Thränenkind και πολλούς άλλους. Αυτό που έγινε όμως φέτος είναι πρωτοφανές, γιατί το Black Metal δεν είχε υπάρξει ποτέ ως ολοκληρωμένη pop πρόταση. Στο ύφος των Deafheaven η λαϊκή αγορά βρήκε ένα γλυκόπικρο φρουτάκι, χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις που μπερδεύουν και το πέταξε ως ξεροκόμματο. Μάλλον θα είμαστε κάπου εδώ και θα τα λέμε, σαν η ιστορία έρθει και πάλι να δείξει, πως οι Deafheaven είναι μια περίπτωση σαν όλες τις άλλες. Μια διαφορετική μουσική τάση που θα μπορούσε να προταθεί ως εναλλακτική εικόνα σε μάζες που δεν γνωρίζουν τις ρίζες της, ώστε να καταναλωθεί.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσω πως έχω κάνει λάθος στον επίλογο για τους Liturgy (είναι πιο συγκεκριμένοι ατμοσφαιρικά από τους Deafheaven). Πίστεψα πως ίσως στο μέλλον θα μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο. Πλέον δυσκολεύομαι να πιστέψω πως θα συμβεί κάτι τέτοιο, κι αυτό γιατί τόσο οι Liturgy όσο και οι Deafheaven δεν κάνουν ακραία μουσική, αλλά δομούν την έκφραση της γενιάς τους, χρησιμοποιώντας την ακραία μουσική για να το πετύχουν. Συνεπώς τα επόμενα βήματά αμφότερων θα είναι πιθανότερα στραμμένα σε μια προσπάθεια καθολικής αποδοχής (με όραμα να ζήσουν από την μουσική) παρά να γεννήσουν ένα κομψοτέχνημα για τον ακραίο ήχο.

Ας μην κρυβόμαστε όμως, το μέλλον κάθε μουσικής έγκειται στην διάθεση του νέου, στην προέκταση του εγωισμού του και την επιθυμία να σηκώσει το ανάστημά του απέναντι στον παλιό κι επιτυχημένο. Αυτός ήταν, είναι και θα είναι ο μοναδικός δρόμος. Συνάμα όμως είναι ένα διαχρονικό αγκάθι που έριχνε αυτόβουλα από την θέση τους, αξιόλογους αναλυτές κι ακροατές. Μεγάλωναν βλέπετε κι έχασαν τον εαυτό τους μέσα στα νέα έθιμα της επόμενης και μεθεπόμενης γενιάς. Κατά την δική μου γνώμη, δεν υπάρχει μεγαλύτερος σύμβουλος παραμονής στη μουσική ενασχόληση πέρα από την αισθητική και τη φιλοσοφία της. Το λέω συχνά και νιώθω πως επαναλαμβάνομαι, αλλά δεν το είχα ως οδηγό στο παρελθόν γι’ αυτό και το κουράζω στην εποχή που διανύουμε. Το συμπέρασμά μου είναι πως όσο κι αν μεγαλώσει ο ακροατής με συγκεκριμένη φιλοσοφία κι αισθητική, θα βρει στα πακέτα που του προσφέρουν οι καλλιτέχνες κάτι που του ταιριάζει.

Με χαροποιεί σαν γεγονός, πως η ακραία μουσική έπρεπε να βάλει πουκαμισάκι και να πει εκ των προτέρων πως είναι cool, για να γίνει Pop πρόταση. Συνεπώς δεν ανησυχώ καθόλου για όσα αναφέρουν διάφοροι συνδαιτυμόνες, περί αλλοίωσης και ακίνδυνοτητας του Black Metal μέσα από εφαρμογές τύπου Sunbather. Το Black Metal έχει τόσους απόγονους και τόσα πρόσωπα που δε μπορεί να του κάνει «κακό» μια τέτοια μόδα. Δηλαδή τι πιστεύετε, πως θα έρθουν από τα μέρη μας δεκάδες pop ακροατές και θα θέλουν ν’ ακούσουν Βολιβιανούς αρκουδέηδες; Ή πως η επόμενη μόδα που θα πλασάρει το Pitchfork είναι οι Utuk Xul; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δε πα να λένε Black Metal ότι θέλουν.. σημασία έχει τι είναι Black Metal και όχι τι πλασάρουν πως είναι Black Metal.

Προσωπικά λοιπόν, ελπίζω όλο και περισσότεροι νέοι να παίζουν σαν τους Deafheaven και τους Liturgy, ώστε να γίνουν λιγότερες και οι επικίνδυνες προτάσεις προς μελέτη και συνταύτιση για εμάς. Το μοναδικό πρόβλημα του Είδους είναι η ποσότητα των κυκλοφοριών και κανένα άλλο. Βλέπετε, ένας φανατικός μιας μουσικής σαν εμένα, ποθεί ανηλεώς την συνέχεια της ζωής της. Θεωρώ λοιπόν πως μια τέτοια μόδα είναι σημείο αναμόχλευσης, γιατί μια ακίνδυνη φύση προωθήθηκε στις μάζες ως Black Metal. Τι καλύτερο λοιπόν από την στροφή άλλων (μακάρι νέων) μουσικών προς μια βλοσυρή απάντηση; Συμπερασματικά θέλω να πιστεύω πως από τη μια μεριά μπορεί το Post/Black Metal να τίκτει σαν κατάσταση τα δικά του παιδιά, αλλά εδώ κάτω στα μπουντρούμια θ’ ανάψουν και πάλι φωτιές..το βασίλειο του Isengard σύντομα θα βρυχάται. Μέχρι τότε θα μείνουμε στα σκοτεινά χαζεύοντας τους νέους που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, με χαμόγελο συγκατάβασης, αφιερώνοντάς τους ένα εδάφιο από τη μαύρη βίβλο του Είδους:

Το Black Metal αποκαλύπτει τον ζόφο του αποτρόπαιου, που κοντεύει κάποτε η διάνοια των ανθρώπων. Για τους δόκιμους είναι τρόπος να πανηγυρίζουν την επικινδυνότητά του. Για τους πάσχοντες καταργεί μέσα από την αναβίωση που επιτυγχάνει, τις βλάβες του. Για τους μετέχοντες είναι το φανάρι κατανόησης της ψοφολογιάς και της μονάκριβης θυγατέρας της, που ακούει στ’ όνομα ανυπαρξία.. 

Inquisition

Posted in Ιανουάριος 2011, Οκτώβριος 2013 on Δεκέμβριος 28, 2013 by Plunderer

DagonΟ Jason Wilson γεννήθηκε το 1972 στο Seattle των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε νεαρή ηλικία μετακόμισε στην Κολομβία και μεγάλωσε στην πόλη Cali. Η οποία ανήκει στη πολιτεία της Valle Del Cauca, που είναι η τρίτη σε μέγεθος και πληθυσμό πόλη της χώρας. Στα θρυλικά 80’s θα εισαχθεί στον κόσμο του metal, γνωρίζοντας αρχικά τις μεγάλες μπάντες του ακραίου ήχου όσο και την τοπική occult σκηνή (το αρχικό thrash/death/black δηλαδή) και μπάντες όπως οι Reencanacion, Parabellum. Όλα τα παραπάνω του έδωσαν το έναυσμα ν’ ασχοληθεί σοβαρά, κάνοντας σκέψεις για μια δική του μπάντα στην ποία θα διοχέτευε όλα όσα ένιωθε. Ο ενθουσιασμός για τις επιρροές του τον έκανε να δράσει άμεσα και πιο συγκεκριμένα μέσα στο 1988, ξεκινώντας τους Guillotine με τους οποίους έπαιζε Thrash. Αυτή ήταν η μπάντα προπομπός των Inquisition αλλά δεν έκαναν καμιά επίσημη κυκλοφορία. Σε συνεντεύξεις που έδωσε στο παρελθόν είχε δηλώσει πως υπάρχει μια ηχογραφημένη πρόβα και μια βιντεοκασέτα από live με Nemesis και Reencarnacion στην Κολομβία. Από εκεί και πέρα η δημιουργικότητα αρχίζει να λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις και τον αμέσως επόμενο χρόνο μετονομάζει την μπάντα σε Inquisition, εμπνευσμένος από την Ιερά Εξέταση και την δράση της.

1990-Anxious Death (Ep)

Anxious Death

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1990 και το δωδεκάιντσο Anxious Death που περιελάμβανε τρία κομμάτια με διάρκεια κοντά στα είκοσι λεπτά. Η ηχογράφηση έγινε στο Paranova Estudios της πόλης Cali, παρέα με τον πρώτο drummer των Inquisition Jhon Santa. Η Κυκλοφορία του Mini LP είχε κανονιστεί στις 500 κόπιες αλλά τελικά προέκυψαν 470 λόγω προβληματικών αντιτύπων. Το εξώφυλλο του Birgilio μοιάζει με φανταστική αναπαράσταση μάχης από παλιό ηλεκτρονικό παιχνίδι ή κόμιξ, βγάζοντας μια υπέροχη ρετρό αίσθηση. Μέσα σ’ εκείνο το παλιό ύφος, υπάρχουν τα στοιχεία αποδόμησης και μινιμαλισμού, δείτε για παράδειγμα το έδαφος και τα βουνά που είναι αμφότερα φτιαγμένα με μια απλή γραμμή. Μουσικά στο Anxious Death θα βρούμε ένα παράξενο Occult Thrash με αρκετές Heavy αναφορές. Εδώ το μπάσο είναι γραμμένο πολύ μπροστά, κρατώντας τα χαλινάρια της ροής καθ’ όλη την διάρκεια. Στον ήχο θα βρούμε μια συμπαθητική πηγαδίσια φόρμα η οποία ταιριάζει με το ύφος που ήθελαν να παρουσιάσουν. Τα riff ως επί το πλείστον είναι μεταλλικά και τα φωνητικά λατρεύουν τα thrash τραβήγματα λατρείας. Συμπερασματικά είναι φανερό πως εδώ έχουμε μια μπάντα που ξεκινά με περισσή όρεξη και πάθος, κάτι που μεταδίδει στον ακροατή καθ’ όλη την διάρκεια του mini Lp. Ήταν αναμενόμενο η αφετηρία τους να εφάπτεται με τις βασικές επιρροές που είχαν και να σβήνει στις αγαρμποσύνες του κοπανήματος. Θαυμάστε την ατμοσφαιρική γέφυρα του ομότιτλου (7:25).

1993-Forever Under (Demo)

Forever Under

Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί το πρώτο Demo τους με τίτλο Forever Under. Ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του 1993 στην Armony Records και φέρει ως εξώφυλλο έναν πίνακα του Francisco Pradilla Ortiz που έχει την κάτωθι περιγραφή: «Mrs. Joanna ‘The Mad’ accompanying the corpse of her husband». Η κασέτα αντιγράφηκε σε απροσδιόριστο αριθμό από κόπιες, αλλά οι φήμες λένε πως ήταν 500. Η μουσική της μπάντας δίνει πλέον έμφαση στην τεχνική και την δομή των κομματιών προσπαθώντας να γίνει δυναμική, αντάξια των προσδοκιών της εποχής. Στο μοντέλο δράσης χρησιμοποιούν περισσότερο τις παραδοσιακές Heavy/Thrash φόρμες για ν’ αναπτύξουν τις ιδέες τους. Έτσι οι συνθέσεις παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα και μια απλωτή διάθεση. Σε πολλά σημεία θα βρούμε διαφορές ανάμεσα στις ιδέες και τον ήχο, γεγονός που δείχνει πως τα κομμάτια έχουν γραφτεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ωστόσο μπορούμε να πούμε πως συνυπάρχουν αρμονικά αγγίζοντας την εξέλιξη σε πρώιμο στάδιο. Αυτή τη φορά η κιθάρα είναι μπροστάρης σε μια παράλληλη συμπόρευση με τα σχιστά και πνιχτά φωνητικά του Dagon. Ξεχωρίζουν το κορυφαίο Wild Abuse αλλά και το ιδιαίτερα καλό Artist Of Illusions.

Σημείωση: Οι δυο πρώτες προσπάθειες των Inquisition έγιναν Cd και Lp το 2006 με τον τίτλο Anxious Death, Forever Under. Η κυκλοφορία ήταν της Nuclear War Now! Productions και η διασκευή στο εξώφυλλο του Mark Reategui (Root, Autopsy και πολλά άλλα).

1996-Incense Of Rest (Ep)

Folder

Το Ep Incense of Rest του 1996, που κυκλοφόρησε από την άσημη Αμερικάνική Defiled, έβγαζε τη μπάντα διαφοροποιημένη και με νέα στοιχεία στην φαρέτρα της. Ο Dagon (ακόμα μαζί με τον Drummer Jhon Santa) κρατά το thrash στρώμα αλλά κάνει τα κομμάτια αργά και τελετουργικά, ενώ τα φωνητικά λαμβάνουν πολλές όψεις από αργά black μέχρι νεκρομεταλλικούς βρυχηθμούς και παρανοϊκές φράσεις (βλ. ομότιτλο). Τα riff αποκτούν καινούργια υφή και τροφοδοτούν κάθε κομμάτι, ενώ παράλληλα γεννιούνται ατμοσφαιρικά περάσματα με πλήκτρα που βγάζουν ελληνικό άρωμα στον ήχο. Αυτό όμως που μετρά περισσότερο εδώ είναι ο όγκος που έχουν εισάγει και η προσπάθεια ενοποίησης όλων των τάσεων του ακραίου ήχου. Ξεχωρίζει το Vision Of The Pagan Lord, παρατηρήστε πως το μεγαλύτερο μέρος του είναι ένα riff και φωνή, ενώ το ακολουθεί το ιδιαίτερο instrumental Meditation Before The Kill, σ’ εντελώς διαφορετικό ύφος, αλλά και τα riff λίγο πριν το τέλος του ομότιτλου.

Split

Μέσα στο 1996 το Κολομβιανό label της Sylphorium Records προσέγγισε τη μπάντα και την απορρόφησε κάτω από την σκέπη του. Αποτέλεσμα της μεταγραφής ήταν να κυκλοφορήσει μέσα στην ίδια χρονιά το εν λόγο Ep ως Split με τίτλο Summoning the Black Dimensions in the Farallones/Nema, παρέα με τους Βραζιλιάνους Profane Creation και το album τους Nema. Οι Inquisition έχουν ως bonus τ’ ομότιτλο κομμάτι που γεμίζει τον χώρο μ’ ένα αργό και μακρόσυρτο Death/Thrash, γεμάτο όγκο και πυγμή.

1998-Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult

Folder

Ο Dagon στα εικοσιπέντε του εγκαταλείπει την Κολομβία κι επιστρέφει στις Ηνωμένες πολιτείες, για να βρει την τύχη του. Εκεί γνωρίζει τον drummer Thomas Stevens (Incubus) και ξεκινούν να παίζουν μαζί, υπό νέο πρίσμα. Εδρεύουν πλέον στην βορειοδυτική πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και ντεμπουτάρουν επίσημα μ’ ένα album που αγνοήθηκε στα late 90’s, αλλά εκτιμήθηκε στο δεύτερο μισό των zeros. Όταν πλέον οι Inquisition οριστικοποίησαν το μοντέλο δράσης τους και χαρακτηρίστηκαν μεγάλη μπάντα του Underground. Μόλις πατήσει κάποιος το play θα πέσει το πέπλο του Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult και θ’ αποκαλύψει μια νέα ηχητική φόρμουλα. Το Death/Thrash υπολανθάνον παρελθόν μαγάρισαν οι Black Metal επιρροές των Μεγάλων Παλαιών. Ενώ ως έμπνευση κι επιρροή (όπως ο ίδιος αναφέρει*) στάθηκαν τα Pure Holocaust των Immortal και Thousand Swords των Graveland. Το ντεμπούτο φέρει μέσα του ολόκληρο το μοντέλο δράσης των Inquisition τόσο στον τρόπο που θα κινηθούν συνθετικά όσο και στις καινοτομίες που χαράζουν για το Είδος.

Συναισθηματικό και απειλητικά ήσυχο ξεκίνημα που στέκει αγέρωχο κι αφοσιωμένο στο Είδος, κρυφό διαμάντι για το 1998 και σημείο αναφοράς. Όλα όσα διαδραματίζονται εδώ διακρίνονται από το θέριεμα μιας άσβεστης φλόγας, της δυναμικής που αποτέλεσε την βάση του οικοδομήματος που ονομάζουμε Inquisition. Το συντριπτικό ατού του δίσκου είναι πως στέκει ακόμα και σήμερα ως γλυκιά κατάρα και ποιητική δυστροπία. Γιατί από τη σύνθεσή του έφερε ιδιαίτερη χάρη και απόλυτη προσήλωση στο σκοπό και τον στόχο του. Είναι η εισαγωγή του ακροατή στις καταχθόνιες περιοχές της αρχαίας λατρείας, εκεί το λιβάνι κουλαντρίζει το νου και η θηριωδία μας ποτίζει ζόφο. Καταπιεστικό και απόκρυφο Black/Death με μια υποβόσκουσα επική αύρα ψυχιατρείου και άξεστα κωλοπετσωμένη υφή.

Το μοντέλο χτισίματος χρησιμοποιεί δυο βασικές σταθερές: Αρχικά τη φωνή του Dagon κι έπειτα τον μεστό και υπέροχο τυμπανισμό του Incubus. Η ένδυση των συνθέσεων θα γίνει από την κιθάρα, εκεί ο Jason δίνει όλο του το Είναι για να γεμίσει, ν’ αδειάσει και να ισορροπήσει τα συναισθήματά μας. Στην ουσία παίζει με τα συμβαίνοντα, γαρνίροντας με riff τους στίχους, σχηματίζοντας έτσι μια υπόγεια επίκληση στο σκοτάδι και τους θεούς του. Τα κομμάτια ξεκινούν αργά κι ανεβάζουν ρυθμό για να ξαναπέσουν και ούτω κάθε εξής, σε μια συνεχή κυκλική διαδικασία μέχρι το τέλος. Υπάρχει όμως μια προτίμηση στο αργό και καταπραϋντικό ύφος, αυτό που δίνει την αίσθηση του ελλοχεύοντος σκότους στα περισσότερα τραγούδια.

Η διήγηση είναι δοσμένη μ’ εκφραστικότητα μέσα από τα εξαίσια φωνητικά. Εδώ μας παρουσιάζει για πρώτη φορά την μαγευτική εκφορά του λόγου, με τρόπο εκτοπλασματικά λαρυγγικό. Θα κινηθεί σε αργό και περιγραφικό tempo τυλιγμένο μια φθονερή αύρα που τον αγκαλιάζει, ποτίζοντας μυστήριο φόντο κάθε σπιθαμή του δίσκου. Στον τρόπο του θα βρούμε το πάντρεμα δυο διαφορετικών εκδοχών: Είναι το γέρικο και μίζερο μοντέλο του Rob Darken και η νεκρικά σκυθρωπή όψη που κοχλάζει και βρυχάται ψελλίζοντας στα χνάρια του Abbath. Τα riff βαδίζουν σε δρόμους επανάληψης και μονοτονίας αλλά έρχονται από το βάθος μιας περίεργης πηγής, της κοιτίδας του Είδους, γεμάτες υπέροχες καταβολές απ’ όλες τις μαυρομεταλλικές εκδοχές ανά τον μέχρι τότε κόσμο. Τα τύμπανα κρατούν γερά τον ρυθμό, χωρίς να χάνουν τη δερματική τους υφή. Είναι μπροστά όταν πρέπει, ενώ σταματούν μένοντας στο πίσω πλάνο, όταν γεννηθούν πνευματικά εμβατήρια που μας μιλούν σε μια αρχαία και πανέμορφη γλώσσα. Εδώ είναι η πρώτη και τελευταία φορά που οι Inquisition είχαν μπασίστα, τ’ όνομα αυτού Debandt και η συνεισφορά του ερωτηματικό.

Η σύλληψη του Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult έφερε κι ένα μυστικό όπλο, αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τα μουσικά δρώμενα. Είναι τα samples από το παλιό horror film Inquisición του 1976 που βοηθούν στη γένεση αυτής της εξαιρετικής Ατμόσφαιρας (Ναι! Με άλφα κεφαλαίο), επιτελώντας εικονοπλαστικό ρόλο. Δίπλα της σιαμαίο αδελφάκι οι στίχοι που βαδίζουν σε κολασμένο μοτίβο, τελετουργικά επιβλητικό ως και θρησκευτικά εκδηλωτικό, αλλά με σοβαρότητα και λογική που θα ταίριαζε τόσο στον κόσμο του βιβλίου όσο και σε αυτόν της έβδομης τέχνης. Από τα κομμάτια πολλά θα συγκρατήσει ο ακροατής, αλλά θα τον σαγηνέψει το Τε-ρά-στιο Έπος The Initiation, με το μαγευτικό πέρασμα της ακουστικής  κιθάρας. Είναι μια εσωτερική ανατίναξη των συναισθημάτων, μια μαγική πατέντα που αποδίδει με νότες την αιθέρια στιγμή της ανύψωσης κατά την μύηση. Στα υπ’ όψιν το Empire Of Luciferian Race και το πανέξυπνο, εντελώς metal riff, στ’ ομότιτλο. Όσο και η μανιοκαταθλιπτική ώρα με τα αργά Summoned By Ancient Wizards Under A Black Moon, Hail The Cult και Solitary Death In The Nocturnal Woodlands: με τα εννέα λεπτά που εξιστορούν την υποταγή σε dead tempo riffολογικής στρέβλωσης, μια άρτια όσο και minimal προσέγγιση. Το εξώφυλλο της πρώτης κοπής του album ανήκει στον Antichrist Kramer και κουβαλά το ύφος του Παναγιώτη Σούνα, θυμίζοντας το Scarlet Evil Witching Black των Necromantia.

2002-Invoking The Majestic Throne Of Satan

Folder

Υπάρχει μια άτυπη παράδοση που θέλει μια μπάντα μετά από ένα πολύ καλό πρώτο βήμα, να μην ανταπεξέρχεται ποιοτικά στην επόμενη δουλειά της. Πόσο μάλλον για περιπτώσεις σαν αυτή των Κολομβιανών (τους λέμε έτσι χάριν γούστου) που το πρώτο Full-length τους παρουσίαζε όχι μόνο ιδιαίτερο παίξιμο και απρόσμενό ύφος, αλλά μια εξ’ ολοκλήρου νέα οπτική στον τρόπο εκπομπής του Black Metal. Κι όμως, οι Inquisition στο Invoking The Majestic Throne Of Satan καταφέρνουν όχι μόνο να κρατήσουν το ενδιαφέρον, αλλά να γεννήσουν νέα τραγούδια γεμάτα σκοτεινές υποσχέσεις. Το βασικό μέλημα της μπάντας ήταν να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε, να μην περιχαρακωθεί και σίγουρα να γίνει περισσότερο απειλητική. Έτσι μπορεί να μην κατάφεραν να σκαλίσουν πολύ τον δρόμο τους, αλλά καλλιέργησαν την αισθητική τους.

Η κιθάρα είναι πλέον το βασικό όπλο δράσης, σημείο που καταδεικνύει πως ο Dagon μελέτησε ιδιαίτερα την τετραετία που μεσολάβησε, για να μπορέσει να συνθέτει πλέον με πυρήνα τις ηλεκτρικές απολήξεις. Τα riff είναι απλά αλλά κρύβουν εξαιρετικά σημεία. Διακρίνονται από μια ωμή πρώτη εικόνα, μα εμφανίζουν σύντομα αυτή τη γλυκιά παραμόρφωση που μας συνεπαίρνει. Τα φωνητικά του όμως πάνε παραπέρα, σε στιγμές μοιάζει σα ν’ ακούς τον Abbath μεθυσμένο να τραγουδά ακόμα πιο αργά, τα κομμάτια του Attila. Τα τύμπανα έχουν λιγότερο χώρο δράσης απ’ ότι στο ντεμπούτο, μοιάζοντας να προέρχονται από τη διπλανή κατακόμβη. Ωστόσο σε αυτή τη μπάντα πάντα είχαν ρόλους, έτσι κι εδώ δίνουν ζωντάνια στο σύνολο. Τα κομμάτια Rituals Of Human Sacrifice For Lord Baal και τ’ ομότιτλο διακρίνονται για την κατανυκτική τους ατμόσφαιρα, ενώ τα Hail The King Of All Heathens και The Realm Of Shadows Shall Forever Reign για τις έντονες heavy αναφορές, όπως τα solo και την συνθετική τους λογική.

Βασικό στοιχείο που αναδικνύει το Invoking The Majestic Throne Of Satan είναι η παραγωγή που του έλαχε. Θα έλεγα πως είναι τόσο καθαρή όσο χρειάζεται, για να κάνει τον ήχο προσιτό ακόμα και στα γρήγορα σημεία. Αυτό ξεχωρίζει και τους Inquisition σα μπάντα, γιατί ενώ έπαιζαν και παίζουν Black/Death ποτέ δεν το έκαναν για να κοπανήσουν. Τα κομμάτια είναι εμφανώς μικρότερα, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτα κι εν τέλει δραστικά, ενώ το κύριο μέλημα του ντουέτου ήταν να πειραματιστεί όσο περισσότερο γίνεται με τους ρυθμούς. Πέτυχαν λοιπόν μια εξαιρετική δοσολογία, αγγίζοντας ένα αξιοζήλευτο κέντρο βάρους, που δε μπορείς να το χαρακτηρίσεις ούτε αργό αλλά ούτε και γρήγορο. Αυτή η ισορροπία εμφανίζει μέσα της μια ιδιαίτερη οπτική που περνά και στ’ αργά αλλά και στα γρήγορα σημεία. Είναι μια υποτονική φλυαρία, σα μεθυστική διαστροφή, μια ήρεμη εκδοχή του Black/Death που ενώ θα βγάλει ένταση και θα κινηθεί γοργά θα καταφέρει συνάμα να υπνωτίζει με τα μαγικά riff και την ρυθμική του ακολουθία. Έτσι σαν επακόλουθο προκαλεί συμφόρηση του θυμικού, στέκοντας ως υποτονική τελετή που κοιμίζει τον ακροατή, οδηγώντας τον σε πελάγη κατάνυξης και τελικά μπροστά στο σφαγείο. Το Δεύτερο σκαλοπάτι είναι αντάξιο του παρελθόντος και έφερε υπόσχεση γι’ ακόμα καλύτερο μέλλον.

2004-Magnificent Glorification Of Lucifer

Folder

Στην αρχή του 2004 η μπάντα εντάσσεται στο δυναμικό της No Colours. Η Γερμανική εταιρεία φτιάχνει ένα ep για να μας προϊδεάσει, τίτλος του Unholy Inquisition Rites και στο περιεχόμενό του δέσποζε τ’ ολοκαίνουργιο Crush The Jewish Prophet. Με τον Dagon να βγάζει την υπόκωφη φωνητική κραυγή, τραγουδώντας αδιάκοπα Crush, Crush, Crush… και το αργό, τελετουργικό ήθος των Inquisition είναι και πάλι έτοιμο να μας καταπιεί. Κάπως έτσι φτάνουμε στον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όταν και κυκλοφορήσει το τρίτο Full-length της μπάντας. Εδώ υπάρχει ένα εξώφυλλο που έμελε να ξεκινήσει μια νέα εικαστική προσέγγιση, αναβαθμίζοντας την αισθητική τους. Δείτε το καταπληκτικό του χρώμα, ένα καφέ/μπορντό που μαγνητίζει μυημένες συνειδήσεις. Αυτό που δεν άλλαξαν κι έχει ενδιαφέρον ήταν ο σχεδιαστής, κρατώντας τον Antichrist Kramer μεν αλλά με άλλες οδηγίες δε. Έτσι το νέο του σχέδιο είχε ως επίκεντρο την χοντροκομμένη Black/Death λογική με τον κομιξάδικο/συμβολικό κερασφόρο και δυο τηβεννοφόρους που στέκουν ως αγάλματα δεξιά και αριστερά. Το ίδιο ισχύει για το booklet με τις μπορντό σελίδες, τα μεγάλα γράμματα των στίχων και την δαιμονική γκραβούρα στο περιθώριο. Παράλληλα η φωτογράφισή του ντουέτου είναι πεντακάθαρη, λες κι έγινε ξημερώματα, βγάζοντας αποτρόπαια συναισθήματα στην ίδια cult χοντροκοψιά.

Ο υπνωτισμός του Invoking The Majestic Throne Of Satan μεταλαμπαδεύτηκε στο υποχθόνια μεγαλοπρεπές, κάνοντας το σύνολο του Magnificent Glorification Of Lucifer μυστήρια επιβλητικό. Το album ξεκινά σαν ξυλοδαρμός στην όψη και γίνετε αργό και υποχθόνιο κατά την διάρκεια. Τα κομμάτια ρέουν με riff που κρατούν μπουλντοζέ υφή, εκτελώντας και αυτά ρυθμικούς σχηματισμούς. Στα περισσότερα θα βρούμε την γραμμική λογική της μιας ανάσας, που διοχετεύει όλα όσα θέλει ευθύγραμμα εξάγοντας βίαια συναισθήματα. Σύντομα όμως θα γεννηθούν οι μελωδίες ως λίμνες μέσα στα τραγούδια και θα τα πλημυρίζουν. Για του λόγου το αληθές νιώστε τ’ ομότιτλο αλλά και τα Of Blood And Darkness We Are Born, Impaled By The Cryptic Horns Of Baphomet. Θαυμάστε τον ατμοσφαιρικό ύμνο Eternal Loyalty To Our Lord Satan και μην ξεχάσετε τα Bonus κομμάτια της επανέκδοσης του 2009 σε Digipack (200 handnumbered copies) το οποίο σημαίνει εν ολίγοις να χαθείτε στο ατέρμονα μαγευτικό May the Rays of a Fullmoon Shine upon Us. Σε όλο το Magnificent οι παύσεις μυστηρίου και τα κοψίματα σε low-tempo βράζουν ψυχοτρόπες αναθυμιάσεις που αρπάζουν την προσοχή του ακροατή, οδηγώντας τον σ’ ένα τελετουργικό Headbanging. Ο βαρύς ήχος που προκύπτει από τη μελετημένη παραγωγή οδηγεί πίσω από την ηχορύπανση, μακριά από το καταπέτασμα της βαβούρας στην κορυφογραμμή της κάφρικης αρμονίας. Εδώ τα κομμάτια είναι ακόμα πιο μικρά σε διάρκεια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι συντετμημένα. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνουν την επιθετική οπτική, κοντά στο συναυλιακό mood. Τα αργά φωνητικά του Dagon υπνωτίζουν σα να ρίχνουν ένα μαγικό ξόρκι που κάνει τον ακροατή ευλαβικό του δούλο.

Αυτός είναι και ο νέος τρόπος προσέγγισης των Inquisition που μέχρι τότε ομογενοποιούσαν μελωδίες και αγνό ύφος στα περισσότερα κομμάτια που έγραψαν. Μέσα από αυτό το μοτίβο γεννούν μια ατμοσφαιρική δολοπλοκία, στοιχείο που κάνει μέρη του συνόλου να μοιάζουν θολά και σχετικά θαμπά εκτελώντας το χρέος τους ως εκστασιαστές του Black/Death. Τότε θα έλθουν οι μελωδικές προσεγγίσεις για να γεμίσουν το χώρο ακρόασης με riff που βαπτίστηκαν στην κολυμπήθρα της καταχθόνιας λατρείας. Θεωρώ πως αυτή η μερική απουσία της μελωδίας που θα φτάσει σε Low tempo ρυθμούς για να γεννηθεί, είναι ο «λόγος» του Dagon και η ουσία της οπτικής των Inquisition. Το μεγαλοπρεπές αυτό ποίημα είναι μπολιασμένο με μια αλλόκοτη αίσθηση που θα σαστίσει τον αμύητο. Mια δουλειά μεστή και περιεκτική που κατευθύνει την Ιερά εξέταση ένα βήμα πιο πέρα από την μέχρι πρότινος δράσης της.

2007-Nefarious Dismal Orations

Folder

Κάπως έτσι πιάνουμε την καμπή των zeros, μια περιεκτική τριετία με πολύ καλούς δίσκους στον χώρο του Black Metal. Μέσα σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και το τέταρτο full-album των Inquisition, μια εξαιρετική δουλειά σε όλα τα επίπεδα. Εικαστικά ο Antichrist Kramer δεν φτιάχνει κάτι εντυπωσιακό, αλλά κρατά την μέθοδο της υπερβολής με αναφορές καφρίλας. Το σπουδαιότερο όμως ήταν πως έβαζε στο παιχνίδι, εκεί στο κέντρο του εξωφύλλου, το δεύτερο περήφανο «Ι» μετά από το αντίστοιχο των Immortal. Ένα σήμα κατατεθέν που δεν ντράπηκαν να χρησιμοποιήσουν και τελικά να λάβουν και για δικό τους. Πάντα τηρουμένων των album που έκαναν αμφότεροι στα zeros, διότι τα 90’s των Immortal δε μπορούν να συγκριθούν εύκολα με άλλες μπάντες. Έχω ξαναγράψει γιατί συμβαίνει αυτό, κοντολογίς είναι albums που δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία των Immortal αλλά και στην ιστορία ολόκληρου του Είδους.

Στο Nefarious Dismal Orations το ντουέτο παρουσιάζεται τόσο δεμένο που νομίζεις πως είναι σιαμαίοι, αλλά το εντυπωσιακό είναι πως έχουν σκάψει ονειρικά το μονοπάτι τους. Ξεκινούν γεμίζοντας με ηλεκτρικό ρεύμα μέσα από την Heavy σπορά των κομματιών και καταλήγουν στο δημιουργικό τους ζενίθ με ατμοσφαιρικές παρακεντήσεις. Σε πρώτο επίπεδο η μπάντα λαμβάνει το θεμέλιο της ισχυρής παραγωγής. Μια θέση που δυναμώνει το σύνολο μέσα από ένα μεταλλικό κράμα κι εντείνει ουσιαστικά τη δράση τους στην άβυσσο. Κάπως έτσι σχηματοποιείται η νέα διάσταση του ατμοσφαιρικού Black/Death τους, τυλίγοντας τον ψόφο μ’ επικές χροιές μεταφυσικού περιεχομένου. Είναι μια προσέγγιση που κάνει την σχάση του οχετού να ωχριά μπροστά στο μυστήριο, λειτουργώντας ως τελετουργική πλάνη και παράδοση της βούλησης στον «έξω από δω».

Η συνθετική νοοτροπία προοδεύει, δεν αλλάζει δεν μετακινείται αλλά τοποθετεί άριστα τις μανιέρες, παρουσιάζει αρμονικά τα κλισέ και τελικά σχηματοποιεί ένα άτρωτο οικοδόμημα. Ο Dagon βρίσκεται σε μέγιστο οίστρο, κάνοντας υπέρβαση στις μελωδίες, γιγαντώνοντας την αίσθηση. Οι κιθάρες του πλέον είναι οικείες από το ύφος και τον τρόπο που χρησιμοποιεί, ενώ είναι σπουδαίο ότι παίζει ακόμα πιο ορθά με τις ταχύτητες προσφέροντας ποικιλία ξεχωριστών συναισθημάτων. Στα φωνητικά είναι φειδωλός και ψέλνει μαυρομεταλικούς ύμνους με το λάρυγγα σε minimal ύφος, μοιάζοντας να το κάνει στο ρελαντί. Η φωνή του είναι κάτι μεταξύ τελάλη και μέλισσας, με την δαιμονική αύρα να παραμονεύει στις υποχθόνιες καθόδους της. Τα τύμπανα του Incubus δεν θα πέσουν από τον πήχη, είναι όμως λίγο πιο πίσω ηχητικά, χωρίς ωστόσο αυτό να μεταβάλει την σκληρότητα ή την φυσικότητά τους.

Εδώ αποκαλύπτεται η δουλειά που έκανε η μπάντα στο μεσοδιάστημα. Θεωρώ πως κάθε κομμάτι έχει κάτι να δηλώσει, να ζητωκραυγάσει, να γεννήσει. Θαυμάστε την μεθυστική αφετηρία με το Ancient Monumental War Hymn, που ξεκινά καταιγιστικά και θα κόψει μέσα από ένα low-tempo επικό riff και φανταστικά τύμπανα, για να ολοκληρώσει βοηθώντας την λαρυγγική εκφορά με σκυλίσα φωνητικά σε νεκρομεταλλικό φόντο. Δείτε την λατινοαμερικάνικη heavy/thrash έναρξη του Nocturnal Gatherings and Wicked Rites και το φοβερό του riff (πρώτο στην κλίμακα ηλεκτρικό πριόνι). Στα φωνητικά οι λέξεις βγαίνουν με ταχύτητα, ενώ το κλείσιμο είναι αποτρόπαιο. Ακολουθεί το καταδιωκτικό Strike of the Morning Star με τα φωνητικά ουρανίσκου (τρόπος προφοράς με ανοιχτό στόμα που ο ήχος κάνει αντήχηση μέσα στην στοματική κοιλότητα), ενώ ο μυστικισμός εγκολπώνει την διήγηση αποδίδοντας καρπούς. Τον ορισμό της black/death δίπλωσης του ρυθμικού μέρους στο Through the Infinite Sphere Our Majesty Shall Rise, το καταιγιστικό Infernal Evocation of Torment όπου το riff ηλεκτρικό πριόνι (μοιάζει με τον ήχο που ακούω στο χωριό, όταν από μακριά κάποιος κόβει ένα δέντρο) αποκαλύπτει πλέον όλη του την διάσταση και τελικά τον ρόλο του. Τον αργό και ατμοσφαιρικό παιάνα Where Darkness Is Lord and Death the Beginning που θα οδηγηθεί στην επίθεση, κουβαλώντας ακόμα στην φαρέτρα του αυτό το μεταλλικό υπόστρωμα μέσα από το οποίο ξεκίνησε. Τ’ ομότιτλο με το άσχετο riff (μοιάζει με τον ήχο του φρένου) και την κακόβουλη «γεμάτη αρνητισμό» διήγηση από άλλο πλάνο, που σκάει το σκουριασμένο του σκεπάρνι επάνω στο κουφάρι μας με το ασύγκριτο φινάλε. Τις μεταλλικές διαστάσεις επιπέδου, μέσα από το instrumental αψεγάδιαστο έπος Enter The Cult..Ακούστε τις κιθάρες του και αναλογιστείτε την πορεία Αυτής της μπάντας. Τέλος, την ολοκλήρωση με το συναισθηματικό Before the Symbol of Satan We Bow and Praise.

Συμπερασματικά, με το τέταρτο βήμα οι νοοτροπίες της μπάντας γίνονται κτήμα και θέληση, αποκτούν ειδικό βάρος από μια υπαρκτή Προσωπικότητα συνθλίβοντας το Είδος με την ερμηνεία τους. Μακράν το πιο ουσιαστικό και καταδεικτικό album των Inquisition.

2011-Ominous Doctrines Of The Perpetual Mystical Macrocosm

Folder

Το κείμενο που έγραψα για το Ominus.. πίσω στο 2011, μπορεί κάποιος να το βρει εδώ.

Στο παρόν αφιέρωμα θα πρέπει όμως να κάνω μια σημείωση που παρέλειψα να καταδείξω ουσιαστικά στο κείμενο εκείνο. Σχετίζεται με την συμπαντική αύρα που έδωσε στη μουσική η νέα θεματολογία και το στιχουργικό περιεχόμενο, βοηθώντας τα μέγιστα για να γίνει το σύνολο ένα κομψοτέχνημα της αισθητικής.

Οι Inquisition με το πέμπτο βήμα κάνουν ένα σπάνιο άλμα, που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το άνοιγμα μιας κοσμικής Πύλης. Η νέα στιχουργική νοοτροπία υποβοηθούμενη από το αέναο εξώφυλλο του Antichrist Kramer αλλά και το γενικότερο lay out, βγάζει νέα συναισθήματα και πάνω απ’ όλα φρεσκάδα. Όπως μπορείτε να δείτε η γνωστή νεκρική λογική στο σχέδιο έχει ανέβει πλέον στη διαστημική εξέδρα, εμπλουτίζοντας τη νεκρική οπτική με μια συμπαντική προοπτική. Στο εσωτερικό, το πλέξιμο των λέξεων και των νοημάτων λειτουργεί ευεργετικά για το φαντασιακό του ακροατή, δίνοντας του το δικαίωμα να ονειρευτεί και να παρασυρθεί μαγεμένος. Μα το σπουδαιότερο είναι πως έτσι έπαιρνε και αυτός μέρος, νιώθοντας μέσα στην κοσμική τους δίνη. Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο για μια μπάντα από το να θέσει τον ακροατή-άνθρωπο (ας μην ξεχνάμε το βασικό) σε μια συμμετοχική διαδικασία, κι εδώ οι Inquisition το κατάφεραν περισσότερο από ποτέ.

2013-Inquisition-Obscure Verses For The Multiverse

Folder

Η πορεία της μπάντας στο άπειρο της κοσμολογίας μπορεί να ήταν μια ιδανική επιλογή, αλλά έκρυβε παγίδες. Αυτά τα δύο χρόνια δεν ξέραμε τους όρους που θα γινόταν και ίσως κάποιοι σαν εμένα ονειρεύονταν λανθασμένα, μια Darkspace μονοκοντυλιά στη γλαφυρότητα. Οι Inquisition όμως ήθελαν κάτι άλλο, κάτι που θα έστεκε μουσικά με underground όρους και θα λοξοκοιτούσε σε μια καθολικότητα αποδοχής μέσω μιας Metal επιλογής στο εξώφυλλο. Κάπως έτσι κατέληξαν να δώσουν στην γλαφυρότητα ακίνδυνη νοηματοδότηση, προσποιούμενοι δυστυχώς ένα νεανικό εαυτό που δεν παρουσίασαν νέοι. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή με λεπτομέρειες και όσα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας οπαδός..

Σε πρώτο πλάνο αφήνουν φέτος κατακόμβες και σπηλιές, για τη ζεστή θαλπωρή της Season of Mist. Ένα label που στα δικά μου μάτια κάνει ποικίλες επιλογές από τον ακραίο ήχο με το γνώμονα στραμμένο στην εμπορική λογική, χωρίς δηλαδή κάποια συνεκτικότητα αισθητικής. Λογικό όμως μιας και μιλάμε για ένα μεγάλο και σοβαρό label που ασχολείται με ολόκληρο το Metal οικοδόμημα. Ένα μέρος λοιπόν από τις επιλογές που κάνει ανήκει στο λεγόμενο underground. Δηλαδή, τα συγκροτήματα που έκαναν όνομα μέσα από την αγάπη όσων ζούμε στις σπηλιές. Καλό θα είναι λοιπόν για κάθε label σαν αυτό, να γνωρίζει πως η συμπεριφορά όσων τρέφονται στις σπηλιές δεν θα είναι αναγκαστικά η ίδια απέναντι στις μπάντες που αγάπησαν, αν αυτές λοξοδρομήσουν κάτω από την σκέπη του. Δεν αντιλέγω πως η μουσική βιομηχανία προσπαθεί να προσεγγίσει τον καλλιτέχνη μέσα σ’ ένα ανταποδοτικό πλαίσιο συνεργασίας. Συνεπώς δε μπορώ παρά να δικαιολογήσω τον μουσικό, που σαν απλός άνθρωπος προσπαθεί να κερδίσει περισσότερα χρήματα και τελικά να ζήσει από την μουσική του. Συνεπώς δέχομαι απόλυτα την επιλογή των Inquisition και θ’ απολαμβάνω από τη σκιερή μου γωνιά το μεγαλείο που θ’ αποκτήσουν. Αυτό συμβαίνει γιατί μπορεί να θέλω να ζήσει ο Dagon από το Black Metal, αλλά δεν πρόκειται να δόσω και χρήματα στην Season of Mist. Γιατί πολύ απλά δε μπορώ να δεχθώ τις επιταγές ενός label που συμμετέχει σε διαφοροποιήσεις που αλλοιώνουν το υλικό μιας μπάντας, που επέλεξα και πλήρωσα αρκετές φορές μέχρι σήμερα. Τα πράγματα είναι απλά, το γαλλικό label ανακατεύτηκε στην κυκλοφορία και το πλασάρισμα της μπάντας, δημιουργώντας μια «οικογενειακή» αισθητική.

Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να χωριστεί σε δυο υποκατηγορίες:

Η πρώτη θα μπορούσε να έχει τίτλο, «το πανηγύρι των εκδόσεων, σε ήθος λαϊκής αγοράς». Όπως λοιπόν μας πληροφορούν η πρώτη έκδοση του album περιλαμβάνει το παραδοσιακό jewel case cd, το digipack cd με δώρο ένα δερμάτινο μπρελόκ κατσίκα (γαμώ την αγανάκτηση) και μια εκτυπωμένη παλέτα στις 4000 κόπιες. Το γνωστό μαύρο βινύλιο στις 500 κόπιες (αυτό που πλέον ο αγοραστής αντιμετωπίζει με χλευασμό). Ένα ημιδιαφανές διπλό, καφέ βινύλιο στις 350 κόπιες (για μερακλήδες), το διαφανές διπλό βινύλιο στις 150 κόπιες (όποιος πάρει τηλέφωνο πρώτος θα το κερδίσει, το item που φέρνει στο προσκήνιο το καταναλωτικό ήθος της προαναγγελίας). Διπλό βινύλιο στο πράσινο χρώμα του Pazuzu (είναι πράσινος ο Pazuzu;) μέσα σε δέρμα αγελάδας (ήμαρτον) και δώρο το cd σε jewel case (σε 300 αριθμημένα) και τέλος χρυσό διπλό βινύλιο σε κατσικίσιο δέρμα (δε κάνω καθόλου πλάκα..) με δώρο το CD σε digipack (περιορισμένες και αριθμημένες έως το 200). Ενώ κυκλοφόρησε και κασέτα σε 300 κόπιες από την Inferna Profundus Records. Τέλειωσα την παράγραφο και νιώθω πως έβγαλα πάγκο σε πανηγύρι…

Η δεύτερη κατηγορία αφορά την αλλαγή του σχεδιαστή στο εξώφυλλο. Κάπου εδώ δυστυχώς τελειώνει η μακροχρόνια συνεργασία με τον Antichrist Kramer και η μπάντα ξεκινά μια νέα με τον Paolo Girardi. Έναν Ιταλό που ομολογώ πως βλέπω με συμπάθεια ως ζωγράφο, αλλά δεν μπορώ να πως μου δημιουργεί συναισθήματα ως Metal cover artist. Η λογική του στο Obscure Verses for the Multiverse είναι απλοϊκή και ακίνδυνη. Μια κάθοδος της κόμιξ αισθητικής στο μεταλλάδικο ύφος, που φέρει στο νου μας την παλαιά Nuclear Blast νοοτροπία που είχε σκοπό να κεντρίσει νεότερους ακροατές. Πάντα στην λογική, όσοι περισσότεροι νέοι αγοραστές σήμερα, τόσο περισσότεροι ενήλικες πελάτες αύριο.

Όσοι ζούμε στο Underground δεν έχουμε κοινή αντίληψη. Ένα είναι όμως το βασικό σημείο που μας χαρακτηρίζει. Η underground οπτική μας οδηγεί στην αυτοϊκανοποίηση με το άγνωστο και καλό συγκρότημα. Αυτή μπορεί να είναι η αυτοκριτική μας, να δεχθούμε πως είμαστε άρρωστοι από τη φυματίωση του αγνώστου, του αινιγματικού και μυστήριου. Ωστόσο υπάρχει και μια πολύ σοβαρή δικαιολογία γι’ αυτή μας την πάθηση. Στις σπηλιές και τις κατακόμβες υπάρχει ζοφερότητα που ζωντανεύει κάποιες φορές εφιαλτική αισθητική, ενώ στην καταξίωση πουντιάζουμε από μιζέρια, τόσο εικαστικά όσο και μουσικά. Δείτε ας πούμε την απρόσωπη καρικατούρα που ακούει στ’ όνομα Watain. Πιάστε στα χέρια σας το Rabid Death’s Curse και το Casus Luciferi που έφτιαξαν στο σκότος κι έπειτα κάντε την σύγκριση με τα Lawless Darkness και The Wild Hunt που έφτιαξαν στο φως. Ολοφυρμός σ’ αισθητικό επίπεδο.

Στο μουσικό μέρος του έκτου full-album των Κολομβιανών (θα έχετε καταλάβει πως είναι εντελώς αντικούκου για εμένα να τους λέω Αμερικανούς) υπάρχει το βασικό μοτίβο της μπάντας, αυτό που τους ανέδειξε. Δηλαδή ένα ταχύ ατμοσφαιρικό Black/Death, με riff που οδηγούν τον εγκέφαλο σε μια ευχάριστη καρμανιόλα πλοκής. Φέτος όμως καθαρίζει πολύ η παραγωγή και η συνθετική νοοτροπία έχει πλέον μεταλλικό σχεδιασμό. Βλέπετε, αυτά ήταν που έπρεπε ν’ αλλάξουν για να γίνουν κατανοητοί στ’ ακροατήρια που πλέον απευθύνονται. Προσωπικά θα ήθελα αντ’ αυτού να γιγαντώσουν το ατμοσφαιρικό Black/Death του Ominous Doctrines of the Perpetual Mystical Macrocosm. Ωστόσο δε μπορώ παρά να καταλάβω και να παραδεχθώ πως αυτή η λογική που χρησιμοποίησαν δυναμώνει το στήσιμο των κομματιών, κάνοντας ένεση αδρεναλίνης στα γρανάζια της μηχανής τους. Δείτε για παράδειγμα τα τρομερά solo του Darkness Flows Towards Unseen Horizons (2:40) και Inversion of Ethereal White Stars (4:40) αλλά και διάσπαρτα riff που γεννιούνται εδώ κι εκεί: όπως το κυκλικό που σκάει δυο φορές στο Obscure Verses for the Multiverse, τη λιλιπούτια διαστημική riff σφήνα προς το τέλος του Spiritual Plasma Evocation, το κοφτό ατμοσφαιρικής επιθετικότητας του Master of the Cosmological Black Cauldron ή το γουργουρητό που υπάρχει στο μεταλλικό Inversion of Ethereal White Stars.

Σαν συνεπαγωγή του πλάνου δράσης, ολόκληρο το album είναι συναυλιακό, βγάζοντας ενέργεια που θα οδηγήσει τον ακροατή στην εκτόνωση. Συνεπώς ο βασικός στόχος επετεύχθη, λέτε να δούμε σύντομα και νέα μέλη για πληρέστερες live εμφανίσεις; Τα φωνητικά του Dagon είναι σε αξιοπρόσεκτο επίπεδο και σε σημεία γίνονται θεατρικά, ολοκληρώνοντας όπως πάντα την μουσική με την αφηγηματικότητά του. Ακούστε για παράδειγμα στο repeat τη εκπληκτική νεκρομεταλλική επιβολή του Darkness Flows Towards Unseen Horizons (3:13) με τα τερατικά φωνητικά που θα χρησιμοποιήσει ξανά μονάχα στο bonus Where Darkness Is Lord and Death the Beginning. Η δουλειά στα τύμπανα είναι ορθή, κυρίως γιατί με την ένταση που προσάπτουν στο σύνολο αγγίζει η μπάντα τον ήχο που οραματίστηκε. Είναι άλλωστε το βασικό κλειδί στο ρυθμικό μέρος που ήθελαν να φτιάξουν, για να μοντάρουν τη μεταλλική διαβάθμιση τους υλικού τους. Δείτε για παράδειγμα την έναρξη αλλά και πορεία στα Spiritual Plasma Evocation, Arrival of Eons After. Η ατμόσφαιρα φέτος δεν υπακούει στην υπεροπτική του Ominous Doctrines of the Perpetual Mystical Macrocosm, μακράν το ποιο ατμοσφαιρικό album της μπάντας. Ωστόσο υπάρχουν κομμάτια (Joined by Dark Matter, Repelled by Dark Energy, Inversion of Ethereal White Stars) που απλώνονται στον κουρασμένο μας αυχένα σα το θρυλικό βίξ, μέσα από παραπεταμένα ακόρντα, που σαν αύρα απελπισίας συννεφιάζουν τη δύναμη μετατρέποντας για λίγο την εκτόνωση σε μαγεία. Μέχρι η δεύτερη ν’ αποσυρθεί δίνοντας την θέση της και πάλι στην πρώτη.

Συμπερασματικά το μουσικό επίπεδο είναι ικανοποιητικό, αλλά δε μπορώ να το βάλω κοντά σε όλα όσα έκαναν μέχρι σήμερα. Έτσι στην προσωπική μου διαβάθμιση είναι χωρίς δυσκολία τελευταίο, κι εκεί ελπίζω να μείνει στο μέλλον. Ο Dagon είχε μιλήσει αναλυτικά στο Southern Prayer*(zine του Bowel of Noise) και θαρρώ πως έχει εξηγήσει αναλυτικά τι έκανε μέχρι σήμερα και τι σκοπεύει να κάνει από εδώ και πέρα. Συνεπώς δεν πέσαμε από τα σύννεφα όταν είδαμε πως φέτος επέλεξαν ν’ ανοίγουν τις συναυλίες των Cradle Of Filth και των Behemoth από το να παίζουν μόνοι τους μπροστά σε διακόσια άτομα. Κάπου εδώ έχει έρθει η ώρα να ευχηθώ στη μπάντα, καλή τύχη στο νέο της δρόμο. Στην τελική εννοείται πως με χαροποιεί και μόνο σα γεγονός πως οι φίλοι των τωρινών Behemoth και Cradle Of Filth θα έχουν τη δυνατότητα να γοητευτούν από την Black/Death σαγήνη των Inquisition. Γιατί όπως και να το κάνουμε η μπάντα δεν άλλαξε δα και τόσο πολύ, στην προσπάθεια που κάνει για υπέρβαση κοινού. Ωστόσο θαρρώ πως έχω το δικαίωμα, σαν σκοτεινός παλιάτσος που τρώει μαύρο ψωμί στις κατακόμβες, να γράψω στο τέλος αυτού του κειμένου τέσσερεις λέξεις που δείχνουν πως νιώθω. Γιατί έτσι μονάχα θα καταφέρω να εξάγω τα συναισθήματα που μου γέννησε το έκτο τους βήμα: Ζήτω Inquisition-Αντίο Inquisition.

Black Twilight Circle

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2011, Δεκέμβριος 2011, Ιανουάριος 2010, Ιανουάριος 2011, Ιανουάριος 2012, Ιούνιος 2011, Μάρτιος 2011, Μάιος 2010, Μάιος 2011, Μάιος 2012, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Σεπτέμβριος 2010, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on Ιανουαρίου 30, 2013 by Plunderer

Crepúsculo Negro-LogoΑπό τα late zeros μέχρι τα early 10 ‘s η Crepúsculo Negro δημιούργησε σούσουρο γύρω από τη δράση της. Το κοινό του underground Black Metal γοητεύτηκε από το επίπεδο της αισθητικής που εξέπεμπε. Οι κινήσεις της ήταν μελετημένες, διότι όσα έκανε σχετίζονταν μεταξύ τους σε concept αλληλουχίες. Αρχικά είχαμε μια παρέα μουσικών από την οποία γεννήθηκε το label και κατ’ επέκταση παραπάνω από μια ντουζίνα μπάντες, με σχετική θεματολογία και κοντινές Black Metal θέσεις. Έπειτα ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν της αναλογικής ηχητικής λατρείας, με τα tape format που κυκλοφορούσε και τέλος την δημιουργία ενός «οίκου» για να στεγαστεί. Δηλαδή μια «οργάνωση» που ονομάστηκε Black Twilight Circle και βάδιζε στα χνάρια των Γαλλικών Λεγεώνων (Les Légions Noires) οι οποίες είχαν γεννηθεί παράλληλα με τον χαμό της Νορβηγίας, τον Inner Circle του Euronymous και τα όσα τέλος πάντων έγιναν μέχρι τη δολοφονία του.

Οι Λατινοαμερικάνοι που βρίσκονται πίσω από τον Black Twilight Circle εισέπραξαν τα 80’s και 90’s ως οπαδοί κι έφτασαν να δημιουργήσουν στα late zeros μια, σχετικά πάντα, παρόμοια κατάσταση. Βασίστηκαν στον cult απόηχο, ο οποίος πήγαινε από forum σε forum και τον ακολουθούσε η λαγνεία των ακροατών για την αγορά κάθε νέου tape που σχετιζόταν μαζί του. Η μουσική, που είναι και το βασικό στοιχείο της ιστορίας, πήγαινε πολλές φορές πίσω από τις αναθυμιάσεις που την τύλιγαν, δημιουργώντας με την διάστασή της ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα. Η ολοκλήρωση του μυστήριου έγινε μέσα από δεκάδες Live (αξίζει να ψάξει κανείς και να δει αρκετά από αυτά) που έδωσαν στην Αμερική, με bilds που δημιουργούν από τα σπλάχνα τους. Έκαναν για παράδειγμα συναυλίες με πέντε μπάντες που τις αποτελούσαν 7-8 άτομα (και μπορεί να λέω πολλά).

Τους τελευταίους μήνες του 2012 η Crepúsculo Negro έβγαλε ανακοίνωση πως έκλεισε. Στις 21/12/12 τα πράγματα άλλαξαν, με μια λιγόλογη αναφορά μας πληροφορεί πως το label ανοίγει ξανά και σύντομα θα εκδώσει την πιο φιλόδοξη δουλειά του. Παρακάτω λοιπόν θα βρείτε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει: Αρχικά της κυκλοφορίες του label της Crepúsculo Negro που σχετίζονται με τον Black Twilight Circle και το Black Metal, με χρονολογική σειρά. Το οποίο σημαίνει πως δεν θα βρείτε εδώ, το Demo των Mata-Mata που παίζουν Punk, τα Live και όσα Ep κυκλοφόρησαν ως συλλογές μιας μπάντας με όλα τα κομμάτια της. Αφετέρου θα βρείτε τις κυκλοφορίες του Black Twilight Circle από την «εξαδέλφη» Rhinocervs και άλλα μικρότερα label. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλω να καλύψω μια ιστορία που έλαβε σφραγίδα με cult βουλοκέρι, μπαίνοντας στον πάπυρο των γεγονότων που αναμόχλευσαν το Black Metal.

Στο κείμενο αυτό δεν θ’ ασχοληθώ καθόλου με τα κοτσομπολιά που κυκλοφόρησαν μετά το λουκέτο της Crepúsculo, τις ιδεολογικές αντιφάσεις και την αντιεμπορικά κινούμενη εμπορική της μέριμνα. Είναι παράξενο αλλά όσο κι αν θέλω να κουβεντιάσω γι’ αυτά κατ’ ιδίαν, σιχαίνομαι να τ’ αναπαράγω στον γραπτό λόγο. Σοφά εξάλλου λέμε ότι τα λόγια φεύγουν και τα γραπτά μένουν και είναι άδικο να γεμίσει το κείμενο με φήμες και σχόλια που μένουν σταθερά και αμετάβλητα στο χρόνο, χαρακτηρίζοντας τη μουσική. Η αναπαραγωγή μιας ιντριγκαδόρικης ιστορίας μπορεί να βοηθά τη «φάση», όπως ακριβώς βοήθησε το Black Metal στα 90’s η ιστορία με τους φόνους και το κάψιμο εκκλησιών στη Νορβηγία. Σε τέτοιες όμως προεκτάσεις η μουσική θα χαθεί κάπου πίσω από αυτά και δεν θ’ αντιμετωπιστεί με τον σεβασμό που της αρμόζει, όπως και έγινε δηλαδή με το Νορβηγικό Black Metal. Έτσι επιλέγω συνειδητά να μην ασχοληθώ, προσπαθώντας να περιγράψω όσο πληρέστερα μπορώ την ιστορία αυτή, με γνώμονα την μουσική.

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο πρέπει να σημειώσω πως τα Label της Crepúsculo Negro και Rhinocervs όσο και ο Black Twilight Circle δεν θα μείνουν στην ιστορία του Είδους μόνο για την συνδρομή τους στην εξέλιξη του λεγόμενου Us. Δηλαδή τον Demo παροξυσμό των ημερών, που αρχίζει να χαρακτηρίζει την καθημερινότητα των ακροατών. Αλλά κυρίως στην προσπάθεια που έκαναν για επιστροφή στο παρελθόν, τις ρίζες του Heavy Metal με τις κασέτες για format, τα flyers ως προώθηση ενός Live και την ερασιτεχνική, με την ρομαντική έννοια του όρου, στάση και συμπεριφορά.

2008-Volahn-Dimensiónes Del Trance Kósmico (1)

Folder

Στην υπέρβαση του χωροχρόνου θα χρειαστούμε ενέργεια και αυτή ήταν διάχυτη στο ντεμπούτο της μπάντας αλλά και της εταιρείας του θηριώδη Λατίνου από την Γουατεμάλα, Eduardo Ramírez. Οι Volahn, δηλαδή ο Volahn, εντυπωσιάζει στο ντεμπούτο του με το να κάνει δρασκελιές στο άπειρο και μαγεύει με τις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του μέσα στο χάος. Πολλές μπάντες στην διάρκεια των χρόνων προσπάθησαν να παίξουν χαοτικό Black Metal, μα λίγες κατάφεραν να κρατούν παράλληλα το ενδιαφέρον του εγκεφάλου και του αυχένα. Ολόκληρο το Dimensiónes Del Trance Kósmico περικλείει μια επική μυσταγωγία, μέθη για το υπερβατικό και αναζήτηση της πνευματικής ανέλιξης. Μα μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνά την φύση του ανθρώπου, μεταδίδοντας όλα τα παραπάνω μέσα από την αναζήτησή τους στο χωροχρονικό παρόν, στην δεδομένη πραγματικότητα, τη χθόνια φύση τους.

Το ντεμπούτο των Volahn είναι συνάμα υπέρλογο και θνητό, φρέσκο και μουντό, πέρα από τις αντιθέσεις του είναι απλό, κατανοητό, σκούρο, ζόρικο. Λαμπιρίζει μέσα του ένας πυρήνας ιδεών αλλά και μαυρομεταλλικών θέσεων που ακουμπούν το παρελθόν και γνέφουν στο μέλλον. Riff πολλά riff και μερικά σπουδαία riff, γοητευτικά τύμπανα σε όμορφο ηχητικό πακετάρισμα και πνιγερά φωνητικά με διακυμάνσεις οργής ως τον Depressive αλαλαγμό. Συγκεκριμένη πορεία με βάσεις και μια έκδηλη διάθεση να γεννά μελωδίες στους κόλπους της επίθεσης. Τα κομμάτια ζουν σε μια δυναμική ισορροπία και δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιο, μα θα θυμάμαι το επίμονο ηχητικό σούρσιμο του Soledad En Despertar ως το βάλσαμο της ακουστικής του κιθάρας. Την εμβατηριακή εισαγωγή του Uno Con Kaos με το riff που παραμένει μέχρι τέλους και ευφραίνουν καρδία. Το υπερωκεάνιο μελωδίας σε σκληρό πλαγκτόν του Cuerpo De Fuego και τέλος την θεουργική γητεία του Trance Ceremonial, κομμάτι για μισό χαρτί πρέζα (που λέγε και μια ψυχή).

Όποιος απολαύσει το μουσικό του εγχείρημα και κολυμπήσει μαζί με την μπάντα σε άλλους ουρανούς και θέρετρα ψυχών, καλό θα είναι να κάνει μια μελέτη στους στίχους. Μπορεί να είναι γραμμένοι στα Ισπανικά και να μεταφράζονται σχετικά απ’ όποιον δε ξέρει, μα ολοκληρώνουν την διαδικασία εμπλουτίζοντας το υπέρλογο της μουσικής. Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του Black Twilight Circle.

2009-Various Artists-Worship Black Twilight (2)

Folder

Αυτή η συλλογή όταν κυκλοφόρησε είχε έντονο μουσικό ενδιαφέρον, μιας και παρουσίαζε έξι από τις μπάντες του label. Τέσσερα χρόνια μετά αυτό θα το παραμερίσουμε για δυο λόγους. Αρχικά όλα τα κομμάτια θα εξεταστούν με την σειρά τους στις κυκλοφορίες που ακολούθησαν και αφετέρου γιατί εδώ έχουμε τα γεννητούρια του Black Twilight Circle. Είναι μια «σέχτα» που μιμείται σ’ ένα επίπεδο τις Γαλλικές Λεγεώνες (Les Légions Noires), μια από τις Μεγαλύτερες στιγμές του Black Metal σε όλα τα επίπεδα. Τα νήματα του Black Twilight Circle κινεί το Heavy Metal ως κουλτούρα από image ως attitude, καλλιεργώντας μια νοοτροπία στους πρόποδες της οπτικής του, τη ρίζα του. Είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια συνεκτική αισθητική και όχι τόσο κάποια ιδέα/φιλοσοφία, όπως έγινε στην Νορβηγία και τον Inner Circle του Euronymous. Θεωρώ την συγκεκριμένη κασέτα βασικό εγχειρίδιο κατανόησης για τον ακροατή, μιας και από εδώ μπορεί να έρθει σ’ επαφή με αρκετές μπάντες του «κύκλου» και τον ιδιαίτερο ηχητικό τους προσανατολισμό.

2009-Arizmenda-Within The Vacuum Of Infinity… (3)

cover

Η δεύτερη full-length κυκλοφορία είναι το ντεμπούτο των Arizmenda, το solo project του Murdunbad. Στην δράση τους μοιάζει ν’ ανακατεύτηκαν τόσο ο Eduardo Ramírez όσο και ο Juan Cabello. Δυστυχώς όμως το Metal Archives αποδεικνύεται αρκετά αναξιόπιστο γιατί τους αφαίρεσαν από τα members, σε σημείο να νιώθεις ότι η πληροφόρηση τους προέρχεται από τα κουτσομπολιά των Black Metal forums. Για εμένα προσωπικά έχουν σημασία τα μέλη μιας μπάντας, αλλά πάντα επιλέγω να κρίνω το σύνολο. Έτσι αφήνω τον ρόλο του stalker σε άλλους, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανωνυμίας τους. Ο ρόλος άλλωστε της αινιγματικότητας είναι γοητευτικός, καταφέρνοντας μέσα στο παιχνίδισμά του να σε παρασύρει σ’ επαναληπτικές ακροάσεις.

Εδώ θα βρούμε την μεγαλύτερη κυκλοφορία του label σε διάρκεια. Στοιχείο που αρχικά φαντάζει με καταναγκασμό ακρόασης, όντας επώδυνη στα πρώτα σκαλοπάτια συσχέτισης. Οι Arizmenda στο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal προσανατολισμένο στην ταχύτητα μα τυλιγμένο σε μια ηχητική εσωστρέφεια, σημείο που καθορίζει η θαμπάδα της παραγωγής. Είναι μια ασφυξία που προκαλεί η συνάρτηση: μουντάδα ήχου & πνιγερός τόνος ρυθμικού μέρους & απόκοσμα φωνητικά, τα οποία θα φτάσουν πολλές φορές στο άπατο βάθος των σπαρακτικών ουρλιαχτών. Κι όμως η κατάσταση μόνο επίπεδη δεν είναι, διότι τα riff που ξεπετάγονται από μέσα του έχουν την δύναμη να συγχύσουν, να μπερδέψουν και εν τέλει ν’ αναζωογονήσουν τον ακροατή. Αυτό θα το επιτύχουν μέσα από ατέρμονες μελωδικές γραμμές που γεννιούνται ως όνειρο στις δαιδαλώδεις συνθέσεις. Είναι μια αίσθησης λαμπρότητας και αρμονίας που κάνει το σύνολο αιθέριο μέσα στην συμπιεσμένη του ζάλη, μια πανέξυπνη αντίφαση δράσης. Το Within The Vacuum Of Infinity… είναι ένα δύσκολο album γιατί στον τρόπο ανάπτυξης κουβαλά τη παγίδα των Paysage d’ Hiver/Darkspace, κάτι που μοιάζει με μονόχνοτη αιωνιότητα. Μα διαθέτει μια περεταίρω ικανότητα συνδυασμού, αφού μπορεί σε παράλληλη συμπόρευση να δημιουργεί χάος και συναισθηματισμό (ακούστε το The Agents Of Transformation). Ακόμα, όσο εξελίσσεται βγάζει περισσότερες ομορφιές, όπως την Deathspellίζουσα riffάρα του Drowning In The Pain Of Consciousness και το ιδανικό, μεστό και ζεστό κλείσιμο του Deny The Disease Of Life. Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στον τίτλο του album και των κομματιών μιας και δεν υπάρχουν στίχοι. Εκεί η μπάντα παρουσιάζει την αίσθηση της ανυπαρξίας παρέα με ολόκληρη την οικογένειά της, δηλαδή το άπειρο, την κενότητα, το τίποτε φτάνοντας μέσα από συνειρμούς σε μια αναβάθμιση της Depressive/Suicide θεματολογίας.

Αν λάβουμε την ανυπαρξία σε μια συναισθηματική απεικόνιση μέσα μας, θα φυτρώσει ένα αίσθημα που κάμπτει το σώμα και συγχύζει το μυαλό. Είναι μια συνταρακτική έξαψη που παράγει φόβο, απέναντι στην προοπτική ανικανότητας δράσης της συνείδησης ή πιο απλά την διαγραφή της παρατήρησης, κατανόησης και σκέψης. Είναι ένας λογισμός που προσπαθεί να εξοντώσει το φιλοσοφικό «Εγώ», «Είμαι», «Υπάρχω» με την ίδια του τη δράση, με λίγα λόγια ένας παραλογισμός. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου επάνω στην δική τους, πρέπει να σημειώσω πως το τετριμμένο ερώτημα για το φόβο του θανάτου πρέπει κάποια στιγμή ν’ αντικατασταθεί από τον φόβο της ανυπαρξίας.

2010-Axeman-Arrive (4)

Cover

Οι Axeman είναι το tribute solo project του Eduardo Ramírez (Volahn) στην ακραία εκδοχή του Heavy Metal. Εδώ θα βρούμε ένα συγκερασμό στο ύφος των Amebix, Slayer, Sepultura, G.I.S.M, Sarcofago. Δηλαδή, την ηχητική ενοποίηση των 80’s από το Los Angeles μέχρι την Βραζιλία, μια αυστηρά Αμερικανική υπόθεση. Τα τρία κομμάτια του φτάνουν τα είκοσι περίπου λεπτά και σκουριάζουν τον ηχητικό καμβά, με λαχταριστές ατέλειες και πριμαριστά riff που θα οδηγηθούν σε σολαριστή έξοδο. Τα φωνητικά είναι αχνιστά με μια πρωτόλεια αγριότητα ως ότου η μοχθηρότητα περάσει σε Heavy Metal τσιρίδα, αρωματίζοντας τον αέρα μας με την αγνότητα των τιμημένων 80’s. Ηλεκτρικά πορωτικό, γεμάτο ανάρμοστες Death και Thrash απολήξεις, χωρίς καμία χλέπα νεοτερισμού να μαγαρίζει τις καθαρές του ρίζες, τον Cult ψυχισμό του. Οι Axeman δεν έχουν κάνει δεύτερο βήμα από τότε, δείχνοντας την tribute διάθεση που είχαν αφετηριακά. Αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και στην φωτογράφιση του Ramírez. Ο οποίος βγάζει το μπλουζάκι των Moëvöt (μεγαλείο αυτισμού) που φορά με τους Volahn και βάζει αυτό των Reencarnación (αδίστακτοι Κολομβιανοί, της εποχής του παλαιστή Απόστολου Σουγκλάκου).

2010-Kuxan Suum-Kinich Ahau (5)

folder

Στη μυθολογία των Μάγιας τ’ όνομα της μπάντας Kuxan Suum αποκρυπτογραφεί «το μονοπάτι στον ουρανό, που οδηγεί στο κέντρο του σύμπαντος». Στο Metal Archives έχουν σημειώσει και κάτι επιπρόσθετο, που δεν βρήκα στα κιτάπια μου αλλά μ’ άρεσε. Είναι λέει, ρεύματα ή πύλες που επιτρέπουν στο μαθητή να ταξιδεύει μεταξύ «πραγματικοτήτων», κατασκευασμένα από μια συνειδητότητα/ζωογόνο δύναμη και προέρχονται από το κέντρο του κόσμου, Hunab Ku. Αυτό είναι το πρώτο Demo/κομμάτι της μπάντας με τον τίτλο Kinich Ahau (προσωνύμιο των Μάγιας για το θεό Ήλιο). Τα μέλη τους δεν μας είναι γνωστά (αλλά κιθάρα παίζει ο Volahn) κι επιδίδονται σ’ ένα ψυχεδελικού τύπου Post Black Metal με σκοπό την περιπλάνηση του νου μας σε άλλες διαστάσεις.

Η μουσική ξεκινά σε soundtrack πλάνο και μας ταξιδεύει αρκετά διερευνητικά, προτείνοντας άγνωστους τόπους. Σταδιακά προσαρτά χαρακτηριστικά riff σαν στρώμα υπέρβασης της αφετηρίας και λίγο αργότερα τον απαιτούμενο κορμό, τη ρυθμική ραχοκοκαλιά με τρόπο επιμελημένο και συνεκτικό. Η ταχύτητα θα μπει μαζί με τα φωνητικά που εντείνουν τη δυναμική του. Ύστερα το ρυθμικό μέρος πιάνει το μπούσουλα της σχάσης και τα riff θα κατευθυνθούν σε μια μελωδική περιήγηση, ενώ τα φωνητικά σ’ ένα κρεσέντο γεμάτο πόνο και σπαραγμό. Το βύθισμα μετά τη μέση οδηγεί την εξιστόρηση σε κύκλο, μέχρι να γεννηθεί και πάλι το παραπάνω εγχειρίδιο ανάπτυξης. Η πλοκή ενοποιεί υπέροχα τις δυο αυτές οπτικές και το κομμάτι θα πορευθεί στην λογική της αλληλοσυσχέτισής τους. Ιδιαίτερα ικανοποιητική προσπάθεια με trip feeling, που ρέπει προς το άγνωστο για την τέρψη του ακροατή.

2007-Ashdautas-Where The Sun Is Silent (6)

FolderΟι Ashdautas είναι η μπάντα αφετηρία για την όλη φάση. Σχηματίστηκαν πίσω στο 2002 και τα μέλη τους ήταν: Naeth στα φωνητικά, Eduardo Ramírez σε κιθάρες και φωνητικά, Fah στο μπάσο (μετά ήρθε ο Kallathon), Murdunbad στα τύμπανα και Arrken στη κιθάρα. Αρχικά έκαναν δυο Demo, Betrothed To Our Void (2003) και As Τhe Vile Must Digress (2004) τα οποία μετουσιώθηκαν στο ντεμπούτο Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain (2006). Εκεί, αν μπορέσετε ν’ ανεχθείτε την απαράδεκτη λύσσα των φωνητικών εξάρσεων του Naeth θα έρθετε σ’ επαφή με αρκετά μαυρομεταλλικά καλούδια. Όπως το ρυθμικό μέρος που κρατά τον έλεγχο κάθε σπιθαμής, τα συνεχή riff που κελαρύζουν την πορεία, τον θελκτικό όγκο κι ένα μπάσο με σαφή χαρακτήρα και ρόλο στην πλοκή. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις ενδιαφέρουσες αλλαγές και συσχετίσεις τότε οι Αμερικάνοι δημιούργησαν ένα αξιόλογο ντεμπούτο μεν, που έπασχε από ορμονικές διαταραχές δε.

Την επόμενη χρονιά έγραψαν το Where The Sun Is Silent, το οποίο επανακυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro το 2010. Εδώ θα βρούμε ένα μπουκωμένο ηχητικό κατασκεύασμα που στέκει αρκετά απρόσιτο σε πρώτο επίπεδο. Γκρίζα θαμπάδα, ατέλειες, σφυρίγματα ήχου, στόμωμα, αυξομειώσεις, λαθάκια και γενικά ότι καλύτερο υπάρχει για το Black Metal ακροατήριο (ή μήπως όχι;). Ο σχεδιασμός του αποτελείται από μια μονοκόμματη ρυθμική κίνηση που αγγίζει το χάος (λογικά Live ηχογράφηση), στην οποία τα riff έχουν το βασικό ρόλο οδηγώντας γοργά το σύνολο προς τον ακαθόριστο μακρινό ορίζοντα. Οι Ashdautas παίζουν δυναμικό Usbm που ξενίζει γαρνιρισμένο με μικρούς ηδονισμούς. Μέσα στην κίνηση των δυο αυτών διαθέσεων θα βρούμε τα πλεονεκτήματα της προσπάθειας. Σημεία βέβαια που οι Αμερικανοί δεν επεδίωκαν ν’ αναδείξουν, γιατί η ακατέργαστη λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη από την εξύψωση της παικτικής αλληλουχίας. Ωστόσο μπορούμε ν’ αναφερθούμε στις κρυμμένες «χάρες» της οπτικής, όπως οι κιθάρες που σπέρνουν riff σε μεγάλες ποσότητες, αγγίζοντας και τις πνευματικές αναζητήσεις (Synaesthesia). Έπειτα τα ζεστά τύμπανα που σιγοντάρουν από το βάθος, ακόμα και ως ακαθόριστος θόρυβος και τέλος τα φωνητικά που στέκουν σε πολύ καλύτερες συχνότητες σε σύγκριση με το ντεμπούτο και σκούζουν δυναμικά. Τελειώνοντας θ’ αφήσει στον ακροατή τον δικό του ορισμό για το Usbm: Το ηχητικό πάκτωμα του Ευρωπαϊκού Raw Black Metal με μαγαρισμένη αισθητική γεμάτη σχήματα υπερβολής. Ένα Ep πρεσαρισμένο μέχρι το μεδούλι στην καταχθόνια ροή, σαν τρενάκι του τρόμου που δεν θα κόψει ποτέ ταχύτητα. Βίαιο και σθεναρά ιλιγγιώδες δεν θ’ αφήσει κανένα σημείο του ανεκδήλωτο σε σιωπή.

Naeth

Σημείωση: Στ’ αριστερά σας είναι ο Naerth, για τις ικανότητες του οποίου είχα ερωτηματικά. Το Black Metal όμως είναι μια μουσική που ο τρόπος ερμηνείας ή εκτέλεσης δεν αποκαλύπτει απαραίτητα και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Πολλές φορές απλά συμμετέχει ως γρανάζι μιας αισθητικής που η εκάστοτε μπάντα θέλει νε προβάλει. Από την στιγμή που είδα αυτή την φωτογραφία του Naerth, μου ήρθε στο μυαλό ο Tomas Stench (Morbosidad) στην τίγκα πρόκα/μάσκα αερίων εμφάνιση του. Στο μυαλό του ακροατηρίου μια τόσο χοντροκομμένη image καρικατούρα (και συνάμα εκπληκτικά γαμάτη) ταιριάζει απόλυτα με μια ηχητική θέση κάπου στη χαβούζα Black/Death εκδοχή των Morbosidad. Ο Naerth τώρα, μπορεί να τολμούσε φωνητικά στο μοτίβο «σκούζω σα δεκατριάχρονο μαλακισμένο που του έκλεψαν τις ηλεκτρονικές συσκευές» αλλά πήγε και το έντυσε μ’ ένα image «φιάσκο», ακολουθώντας το μονοπάτι τίγκα πρόκα/κουκούλα για να το αναδείξει. Η σύλληψη του βγάζει γούστο, ακόμα κι αν το έκανε από ντροπή επειδή δε μπορούσε να κάνει grim φωνητικά. Σ’ επίπεδο αισθητικής όμως είναι τόσο έξυπνα οξύμωρη που γίνεται δελεαστική και ειλικρινά θα με οδηγούσε σε Live εμφάνιση των Ashdautas, ακόμα κι τα φωνητικά στρίγγλιζαν με την υστερία του Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain. Γιατί στην ουσία, το Black Metal είναι κάτι παραπάνω από μουσική…

2010-Kallathon-Before Drifting Into The Abyss (7)

folder

Εδώ έχουμε το solo project του μπασίστα των Ashdautas, ένα Ep που εμπεριέχει δυο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ηχογραφημένα στο πλαφόν μιας live εκτέλεσης. Στ’ ομότιτλο τα υποχθόνια riff κινούν την διαδικασία, τα τύμπανα ανοίγουν λίγο το εύρος και το μπάσο είναι τόσο μπροστά που μπουκώνει την εξιστόρηση. Τα φωνητικά έχουν δευτερεύοντα ρόλο με τον Αμερικανό να μοιάζει λες και τραγουδά με τις παλάμες σε σχηματισμό επάνω στο στόμα του, αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του As The Sky Fell, I Left You Behind που θα βγουν φωναχτά σε κραυγές αγωνίας. Εκεί θα αναζητηθεί η πορεία μ’ αιχμηρές προεξοχές αλλά και η στρεσογόνα διαδικασία που μεταφέρει την εσωτερική διεργασία προτού παρασυρθούμε στην Άβυσσο. Μονότονη κι ευθύγραμμη πορεία που κάνει έντεχνα ηχητικό απάγκιο να διαβεί το μπάσο, λογικό βέβαια μιας και ο τύπος είναι μπασίστας κι έβγαλε το άχτι του. Το Black Metal του στηρίζεται πολύ στην κλοτσοπατινάδα του ήχου βγάζοντας αντί για χύμα πλοκή κάτι σχετικά ατακτοποίητο. Σε πιο ανέμελες ακροάσεις βέβαια άρχισε να με φτιάχνει η οπτική με το μπάσο στη θέση του πρωταγωνιστή και τ’ άλλα όργανα σε κομπαρσιλίκι. Συμπερασματικά το πρώτο Ep των Kallathon δεν ήταν και για το κάλαθο των αχρήστων αλλά δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας. Πιστεύω όμως πως ο ακροατής που θα μπει στην γενικότερη φάση του κύκλου, θα δικαιολογήσει το στημένο μοτίβο και τη προχειρότητα, γιατί από το εσωτερικό του θα εισπράξει το ρημαδιασμένο που νιώθει ολόγυρα.

2010-Absum-Purgatoire (8)

Folder

Ο Devon Boutelle ή Yagian ή σκέτο Y. βρίσκεται πίσω από τους Absum. Είναι ακόμα το μοναδικό πρόσωπο πίσω από Glossolalia, Odz Manouk κι ένας από τους ιδρυτές των Rhinocervs (δηλαδή παίζει κι εκεί). Σε γενικές γραμμές ένας από τους πιο δημιουργικούς μουσικούς της παρέας και σίγουρα ο ικανότερος να σκεπάζει εαυτό στ’ αόρατα σάβανα της ασημότητας. Το project των Absum προϋπήρχε έχοντας ένα Demo κι ένα Ep από το 2008, τα οποία δεν έχω ανακαλύψει ψηφιακά για να γνωρίζω τα καθέκαστα. Στο Compilation Purgatoire 2007-2009 που κυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro θεωρούσα πως έχει μαζέψει υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες. Αλλά είδα πως οι διάρκειές δεν μοιάζουν με όσα έκανε σε Demo και Ep, οπότε κατέληξα πως αυτά τα κομμάτια που θα βρούμε εδώ είναι μάλλον κάποια ακυκλοφόρητα που έγραψε σ’ εκείνη την περίοδο. Όπως κι αν έχει η ιστορία, εδώ ζει ένα αργό και φθονερό Black Metal που κολυμπά αμέριμνο στην παχύρευστη λίμνη του Funeral Doom. Τα φωνητικά είναι ισοδύναμα της μουσικής κοχλάζοντας με μια περιοδικότητα, μοιάζει σα να ‘χεις βάλει μικρόφωνο σε τσουκάλι που βράζει. Τα riff έχουν τον ρόλο του εξερευνητή εξάγοντας χρωματικές αποχρώσεις ή καλύτερα φωτεινές δυναμικές μέσα στη μούργα, ενώ τα τύμπανα τον κλασσικό μονότονο ρόλο της αργής κίνησης. Το ύφος των Absum δημιουργεί κλίμα που αγγίζει το soundtrack με σκηνοθετική νοοτροπία, χωρίς να χάνει το επίπονο και απρόσιτο σύγκρυο του Funeral Black Metal. Έτσι η ακρόαση είναι αποπνικτική σαν ατμοσφαιρικό ταξίδεμα στην φωτιά και το πύρωμα, κάνοντας το Purgatoire ειδεχθές πλατσούρισμα σε παραλία της κόλασης γι’ ακάθαρτες ψυχές.

2010-Blue Hummingbird On The LeftBloodflower (9)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Ep των Blue Hummingbird On The Left, από την πληροφόρηση που έχουμε τ’ όνομά τους είναι μια ελεύθερη μετάφραση του Αζτέκου θεού Huitzilopochtli. Την μπάντα αποτελούν τέσσερα πρόσωπα (άγνωστο ποια είναι ακριβώς) ταγμένα στον Μεξικανικό «ρομαντισμό». Το Bloodflower εμπεριέχει Raw Black Metal εφαρμογές σε σαθρό ηχητικό πακετάρισμα και riff που διάγουν ένα μονότονο χαοτικό πέρασμα. Αν και μικρό σε διάρκεια κουβαλά πυγμή και προσήλωση στην έκφραση, έτσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα φωνητικά. Αυτό είναι ένα θετικό χαρακτηριστικό μέχρι η μπάντα να το στείλει σε μονοπάτια που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Αυτό θα συμβεί στο Southern Rules Supreme με το φλάουτο και τους αλαλαγμούς σε ινδιάνικο τόνο να καταστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό το Peha της σοβαρότητας. Από εκεί και πέρα το μπαλάκι πάει στους ακροατές οι οποίοι αποφασίζουν αν θα την κάνουν μ’ ελαφρά ή θα παραμείνουν εδώ λαμβάνοντας την υπερβολή ως γλαφυρότητα και Cultιλίκι, αφήνοντας την κριτική τους δεινότητα για κάτι που προορίζονταν από την αρχή για σοβαρό.

2010-Odz Manouk (10)

folder

Αυτό είναι το δεύτερο project του Yagian που έκανε γνωστό η Crepúsculo Negro. Στην Αρμένικη μυθολογία ο Odz Manouk ήταν γιός ενός ανώνυμου βασιλιά που γεννήθηκε ως ερπετό. Απέρριπτε κάθε φαγητό και τρεφόταν αποκλειστικά με παρθένα κορίτσια, το δώμα του ήταν ένας απομονωμένος θάλαμος κάτω από το κάστρο του βασιλιά. Μια μέρα του πήγαν για γεύμα μια νεαρή κοπέλα με τ’ όνομα Arevhat. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εισήλθε στον θάλαμο του τερατώδη γιού και βρήκε την κοπέλα ζωντανή και τον Odz Manouk μεταμορφωμένο σ’ έναν όμορφο νεαρό άνδρα. Χρόνια αργότερα ο Odz Manouk έγινε βασιλιάς και η Arevhat βασίλισσα, κάνοντας επιτυχημένο έργο ως ηγεμόνες της Αρμενίας.

Καταχθόνιες Black Metal αναζητήσεις τυλιγμένες σε ασπρόμαυρο ηχητικό μανδύα με αποτραβηγμένα πνιχτά φωνητικά που σκούζουν την μακάβρια αλήθεια. Η ανάδειξή του ντεμπούτου των Odz Manouk θα γίνει από τα riff «αλάτι στην πληγή» που υπάρχουν σε σημεία των A Mymex Omen, The Indisciplinarian, I Will Crush To Marrow This Crow Of Ill, The Roaming και διάγουν έκλυτο βίο, ανοίγοντας πύλες μεγαλείου στη μανία. Δηλαδή, το ρυθμικό μέρος που τηρεί το απαράμιλλο μανιφέστο και μια χαοτική πάχνη αναδύεται γύρω μας. Οι Odz Manouk επιλέγουν Raw Black Metal εφαρμογές αλλά μανουβράρουν τα γκέμια της οργής μέσα στο μίσος, παράγοντας μια καθ’ όλα πνιγερή συναισθηματικότητα. Ο ήχος τους είναι δελεαστικός γιατί εθίζει, περιορίζοντας τα όργανα μέσα στο φύσημα, τις μικρές εκείνες γραμμές ή τρυπίτσες λάθους, που σε κάνουν να νιώθεις κάτι από την late 80’s-mid 90’s ζωτικότητα. Επιζητούν διάκριση μέσα από το πάθος και την δυναμική του μουσικού κι όχι από τον καλλωπισμό της τεχνολογίας. Είναι η τροφή του ακροατή που δεν ικανοποιείται από υποχόνδριους μελετητές του ορθού ήχου κι επιλέγει να βυζαίνει το γάλα της βρωμιάς. Είναι η λαχτάρα για Black Metal που δείχνει αποστροφή στην εξέλιξη, στρέφοντας το ενδιαφέρον στα ηχητικά τερτίπια, στην ίδια του την βάση, την χαλασμένη κατάνυξη.

2010-GlossolaliaGold In The Throat (11)

FolderΓλωσσολαλιά είναι η πράξη ομιλίας ή γραφής σε άγνωστο γλωσσικό σύστημα (Harper’s Encyclopedia of Mystical & Paranormal Experience). O όρος γλωσσολαλιά, προέρχεται από τις λέξεις γλώσσα και λαλώ (μιλώ) και αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, συνήθως στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης (Britannica Encyclopedia of World Religions). H Glossolalia είναι το πρωτότοκο τέκνο του Devon Boutelle και το Gold In The Throat ένα καλά οργανωμένο Compilation, που εμπεριέχει όλα όσα έκανε η μπάντα από το 2007 με τις Self-released κασέτες ως το ντεμπουτάκι Ep του 2008 Bondage.

Πίεση και μανία υψωμένα στους κόλπους της ημικρανίας, ίλιγγος και μυδρίαση στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εδώ έχουμε Black metal που κουβαλά από τον πυθμένα μέχρι την ακροτελεύτια μπασογραμμή του την καταφασία. Μια εγκεφαλική νόσο επαναληπτικής ροής με γνώμονα την κάβλα. Είναι η σουρτούκα πόρνη κίνηση χωρίς χάρη, ζουπιγμένη στα δώματα της ηχητικής σήψης και πριμαριστής λατρείας. Μπουκωμένη συμφορά ηλεκτρικών απολήξεων και κάτι υποχθόνια φωνητικά μπασταρδεμένα με τη πλοκή σε μια παράξενη συνεύρεση. Τα riff ξεχειλίζουν ένταση και ο ψημένος για φαιδρά μοτίβα ακροατής πασχίζει να βρει σωστό volume που θα του εξασφαλίσει την υγεία των ώτων, κι ύστερα απολαμβάνει. Αυτό είναι το πρότυπο του χαοτικού Usbm σε προσιτό όρος υπερβολής που δεν ξεθυμαίνει, δεν ξαποσταίνει και γενικά δεν ενδιαφέρεται για τίποτε ακολουθώντας τον δικό του κανόνα διαστολής. Τέλος, λίγο πριν ολοκληρωθεί το Three Knots Of A Rope ο Yagian θα περάσει από το ατέρμονο μοτίβο σε riff που σκίζει τη ροή για μια πρέζα trip αγαλλίασης. Επιθυμητό αρχικά κι έπειτα ποθητό, από κάθε πρεζάκι που μπήκε στους κόλπους της καταχνιάς και πήρε στάμπα μελανή που φέρνει στη σκιά του.

2010-Dolorvotre (12)

Folder 2

Ο Eduardo Ramírez (Bass, Drums, Guitars, Keyboards, Vocals) παρέα με τον Juan Cabello (Drums, Guitars, Keyboards, backing Vocals) σχημάτισαν πίσω στο 2009 τους Dolorvotre. Εδώ έχουμε τ’ ομότιτλο Full-album του 2010 που ξεκινά με intro βγαλμένο από τις κασέτες των Moëvöt και προχωρά σε μια κακοφορμισμένη πλοκή στο πλάνο των Les Légions Noires. Η tribute οπτική αυτού του project είναι φανερή ακόμα και στ’ όνομα Dolorvotre, που μοιάζει με ακουστική μίμηση της γλώσσας Gloatre: Είναι η μυστική διάλεκτος που δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν, για τα ονόματα των project και τους τίτλους των κομματιών τους, οι Γάλλοι των Λεγεώνων πίσω στα 90’s.

Το ύφος της μπάντας είναι πνιγμένο μέσα στη θαμπάδα, γεμάτο φύσημα και διακυμάνσεις εμβέλειας, έτοιμο να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ένα βουητό που εξυμνεί την κραιπάλη, τις καταχρήσεις και κάνει μαθήματα διαφθοράς. Ανυπόφορο σε σημείο να συναρπάζει, θα έρθει πακεταρισμένο σε βιολετί χρώμα για τη μνημοσύνη των παλαιών Demo κυκλοφοριών. Στην πλοκή θα βρούμε τα φωνητικά σε ρόλο μπροστάρη, που βγάζουν μια παθιασμένη μουρμούρα να ψελλίζει ολόγυρα. Οι κιθάρες κρύβονται πίσω από τύμπανα ή φτιάχνουν τη μαγιά προσπερνώντας καθετί άλλο (Worship Black Twilight & Treasure Of Sin). Ο ρόλος τους είναι καταλυτικός γιατί δίνουν την αίσθηση κίνησης σε μια μπαφιασμένη προσπάθεια. Η παραγωγή αποτελεί τη βάση του εγχειρήματος, γιατί είναι σχεδιασμένη με τρόπο να μετατρέπει το Raw Black Metal σε νόσο ψυχικής διαταραχής. Ραντίζει συνέχεια χαλασμένες ατμόσφαιρες κάνοντας ακόμα και τα γρήγορα σημεία να μοιάζουν ενταφιασμένα στο ιλαρό μνήμα της μουρμούρας. Οι Dolorvotre μπορεί ν’ αγγίζουν τη Γαλλική πρωτόλεια αντίληψη των λεγεώνων περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο project του κύκλου, αλλά δεν ξεχνούν την Usbm τακτική που θα προσαρτηθεί σε σημεία. Αν και μπουχτισμένο μέχρι τα μπούνια αυτό το ντεμπούτο κατάφερε να τους δώσει συμβόλαιο με την Ajna Offensive, την Αμερικάνα μάνα του νέου Black Metal κύματος. Εν αναμονή λοιπόν του διαδόχου, με την ελπίδα να μας το σερβίρουν σ’ ένα ακόμα χειρότερο ηχητικό μοντέλο.

2011-Arizmenda-Without Circumference Nor Center (13)

Folder

Μερικές φορές ένα εξώφυλλο κουβαλά μια επιβλητική παρουσία κι ένα δυναμικό χρώμα οδηγώντας το ακροατήριο σε παραλήρημα, ακόμα κι αν στο επόμενο κοίταγμα δει τις Kitsch και Humor αναφορές. Το δεύτερο full-album των Arizmenda είναι πρώτα απ’ όλα μια δόλια παγίδα κι έπειτα η συνέχεια της ιστορίας τους. Το αναφέρω αυτό διότι είχα πολύ αρνητική άποψη για το περιεχόμενό του στις απλές ακροάσεις. Αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην ενδελεχή παρατήρηση και συσχέτιση μαζί του κατάφερε να με μαγέψει. Ο δόλος θα εντοπιστεί στον ήχο που πέτυχαν, γιατί είναι μακράν ο χειρότερος που έχει υπάρξει σε κυκλοφορία του Black Twilight Circle. Είναι τόσο σκυθρωπός που με το ζόρι ξεχωρίζεις τα όργανα, ενώ αυτά παίζουν κομμάτια που θα μπορούσαν ν’ αναδειχθούν στην λογική μιας νορμάλ Black Metal παραγωγής. Οι Αμερικανοί όμως δεν επέστρεψαν για να κάνουν αίσθηση με μια κανονικότητα. Αντίθετα προσβάλλουν την αισθητική τους μ’ ένα ηχητικό τριβέλισμα θέλοντας να παίξουν με το αντιληπτικό μας επίπεδο, πετώντας το γάντι στο μυαλό μας. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε ιχνηλάτες του ασύμμετρου σχεδιασμού τους, αποκτώντας ολική αίσθηση του εγχειρήματός. Δεν εννοώ βέβαια να καταγράψουμε σε πεντάγραμμα τις αλληλουχίες των οργάνων, αλλά να βγάλουμε πόρισμα αποκαλύπτοντας το πέπλο της Ίσιδας. Πολύ πιο απλά να συντριβούμε με την αέναη πλοκή παραμένοντας αναλλοίωτοι μετά τη μυητική διαδικασία.

Στο περιεχόμενο του Without Circumference Nor Center τα τύμπανα και το μπάσο, το λεγόμενο ρυθμικό μέρος, είναι σε πολλά σημεία ενσωματωμένα. Ωστόσο, στο μπάσο θα δοθεί χώρος να γοητεύσει κινώντας τα νήματα σε ολόκληρα κομμάτια (Riders Of The Pale Horse…Crucifixion Of The Worm, Swalling Seas of Desire…Smashing Vessels Spilling Thought). Έπειτα οι κιθάρες εντείνουν με αγριότητα το εγκεφαλικό άλγος στη μεγαλύτερη διάρκεια, σιγοντάροντας στο γκρέμισμα των ορίων. Θα έρθουν όμως κάπου κάπου με διάθεση να εξαϋλώσουν τη πλοκή από την μούργα που κουβαλά με τόση μουντάδα, θα τις δούμε να σηκώνουν το σύνολο ακόμα και σε καθαρούς ουρανούς για μια και μόνο ανάσα. Τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και ζουν σ’ ένα συναίσθημα που μοιάζει με τύφο μονοτονίας. Εκεί θα επέλθει η λάμψη οφθαλμών των riff ως νέκταρ, θρεπτική κι αντίδοτο πλοκής. Τα φωνητικά έχουν και πάλι τριτεύοντα ρόλο, σε σημεία μάλιστα είναι τόσο πίσω που τα καταπίνει εξ’ ολοκλήρου η ροή. Αν όμως παρακολουθήσει κάποιος τον τρόπο τους, θα βρει πολλές αποχρώσεις που εντείνουν την ερμηνεία βγάζοντας αχαλίνωτο πάθος (Embrace Beauty In Your Arms…And Slit Her Throat). Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση χαίρομαι να βλέπω τους καταπληκτικούς τίτλους και το Black Metal των Αμερικανών να βγαίνει ολοένα και πιο εσωστρεφές. Γιατί πλέον είναι ένα χαοτικό πρόβλημα, χωρίς περιφέρεια και κέντρο, όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος του.

Οι ενδιαφερόμενοι που θα μπουν εδώ με ύφος θα βγουν όπως μπήκαν. Δεν πιστεύω πως θ’ αντέξουν ούτε δυο ολόκληρα κομμάτια, συνεπώς μοιάζει επιβεβλημένη μια διαφοροποίηση νοοτροπίας κατά την προσέγγιση. Θα πρότεινα λοιπόν σε όποιον εισέλθει, να το ακροαστεί με ακουστικά και καλό θα είναι να μην έχει παίξει πρωτύτερα μια ντουζίνα κυκλοφορίες. Η κάκιστη παραγωγή δεν θα γίνει ανεκτή διαφορετικά και σίγουρα θα στενέψουν τα περιθώρια κατανόησης και συσχέτισης. Θεωρώ αυτό το album την πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή του Black Twilight Circle, γιατί δεν δίδει απλόχερα τα δώρα του. Αντίθετα ζητά ένα αντίδωρο όρεξης κι επιμονής για να γεμίσει έξαψη τον ακροατή. Το αποτέλεσμα της ανάμιξης μαζί τους, μπορεί να θεαθεί σαν μια συρρίκνωση μέσα στο άπλωμα της πορείας τους.

2011-Volahn & Tukaaria (14)

Folder

Εδώ έχουμε το πρώτο split της παρέας που μας παρουσιάζει τους Tukaaria, μιας και είναι η πρώτη τους εμφάνιση ιστορικά. Πριν πάμε όμως στα κομμάτια τους, θα συναντήσουμε τους Volahn με το μεγάλο Tormenta Nativo και το intro του Nacom. Ο Ramírez μουτζουρώνει σχετικά τον ήχο, θέλοντας να βγάλει τον πρωτόλειο εαυτό της μπάντας του. Είναι ένα γρήγορο Black Metal με τύμπανα σε ακουστική ταπεράκια/μπολάκια, πάνω στα οποία είναι ακουμπισμένα φωνητικά αγριότητας και ξωπίσω κάτι κουμπωτές κιθάρες που σφυρίζουν μέσα στον καθ’ όλα χαλασμένο ηχητικό περίγυρο. Ένας διαφορετικός χαρακτήρας των Volahn, μαγαρισμένος σε μουρτζούφλικη παραγωγή που προσαρτά όλο και περισσότερα ραδιοφωνικά παράσιτα μέχρι να ολοκληρωθεί. Μπορεί να μην αγγίζει την μαγεία του ντεμπούτου, αλλά ικανοποιεί τη σάπια rehearsal καμενιά που ζει μέσα μας, όντας δελεαστικό να λάβει ακροάσεις. Θεωρώ πως τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να ξενίσουν τους ακροατές που γοητεύτηκαν από το πρότερο ύφος της μπάντας. Αλλά στην επανεξέταση θαρρώ πως όλοι συμφωνούμε ότι είναι από θεμιτό ως δελεαστικό να βγαίνουν οι μουσικοί πιο ελεύθεροι στα Split, δίνοντας άλλες προοπτικές. Γιατί δεν είναι μόνο το cult της ιστορίας που πρέπει να ικανοποιηθεί αλλά και η εξέλιξη του ήχου που μπορεί να καμωθεί από την αλλαγή της εφαρμογής, πάντα στα όρια του μοντέλου.

Η λέξη Tukaaria ανήκει στους Ινδιάνους Yaqui και σημαίνει νύχτα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα solo project, με τον μουσικό να φέρει ως ψευδώνυμο τ’ όνομα της μπάντας του. Τα τρία πρώτα κομμάτια τους στέκουν σταθερά σε μονότονο, χαοτικό Raw Black Metal με αφοσίωση στην ομαλοποίηση της ταχύτητας. Το ρυθμικό μέρος είναι θεμέλιο κίνησης και στήνει το μαύρο σκηνικό, τα φωνητικά είναι αξιοσημείωτα και ρητορεύουν grim ιστορίες με πυγμή, μέχρι να πιάσουν καθαρές μελωδικές αναζητήσεις (Giver Of Oblivion) σε μουντό φόντο. Ολόγυρα οι κιθάρες με συγκεκριμένα riff εξελίσσουν το μοντέλο, είναι επιφορτισμένες τον έλεγχο της ταχύτητας, την αύξηση και τη μείωση της. Μέχρι να μπει το Otma που θα κάνουν μια ζόρικη αλλαγή για το άνοιγμα της μηχανής τους. Ο τρόπος των Tukaaria είναι επίπεδος στη βασική νόρμα του Usbm αλλά εκπέμπει σθεναρά στην κλίμακα επίθεσης και βίας. Η διάνοιξη στον ήχου των κομματιών που έγινε στην επανέκδοση του Raw To The Rapine από την Profound Lore Records, τους έδωσε μια νέα διάσταση κρατώντας συνάμα και τα θετικά τους χαρακτηριστικά.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως τα split του Black Twilight Circle είναι άλλη μια έντεχνη παγίδα που αιχμαλωτίζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία. Αυτό γιατί προεκτείνουν τα όρια της «φάσης» και οι οπαδοί ως άλλου τύπου πρεζάκια θέλουν την δόση τους, εκδηλώνοντας τ’ οπαδικό τους φρόνιμα με την εξάντληση κάθε κασέτας από την προπώληση.

2010-ShataanWar Cry Lament (15)

Folder

Οι Shataan είναι ένα project που κουβαλά αρκετά διαφορετική φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Έχουν τρία μέλη, τον Shataan σε φλάουτο, κιθάρα και φωνητικά, τον Eduardo Ramírez στο μπάσο και τον Murdunbad στα τύμπανα. Το μοναδικό Demo που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα έχει τίτλο War Cry Lament και το πιο αινιγματικό εξώφυλλο του κύκλου, γιατί μπορεί να περάσει ακόμα και απαρατήρητο. Το περιεχόμενο τραμπαλίζει ανάμεσα στη λύπη και τον πόνο με μια ιδιότυπη έκφραση, που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως θρηνητική κακομοιριά. Αρχικά το φλάουτο κάνει λίγο folklore την εισαγωγή αλλά στην συνέχεια δεν στολίζει παράταιρα την οπτική, το μπάσο μπουμπουνίζει μελωδικά όντας πανταχού παρόν. Δίπλα τους σουλατσάρουν τύμπανα σε αχνό φόντο και riff που παίζουν σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Έχουν ως στόχο να κρατούν την ταχύτητα σε mid tempo πλαίσια και το καταφέρνουν με πολύ θετικό πρόσημο για τη συναισθηματική πορεία του συνόλου. Οι Shataan δεν παίζουν Black Metal, απλά το κουβαλούν ως χαρακτηριστικό ψυχής στον πυρήνα της έκφρασης τους. Η αλήθεια είναι πως δε μπορείς να πεις και τι ακριβώς παίζουν ή πως φαντάζουν, κι αυτό θα προστεθεί στα θετικά. Το πιο παράξενο στοιχείο στο War Cry Lament είναι τα φωνητικά, που ζουν στις παρυφές μιας καθαρής άρθρωσης με φωναχτές τάσεις σε ρόλο μοιρολογίστρας, χαροπαλεύοντας αρχικά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ζήτημα είναι πως όσο περνά η ώρα βγάζουν ένα ύφος που θυμίζει, έστω και σχετικά τον Quorthon (Cycle Of Destruction And Rebirth). Σαφώς δεν μιλάμε για κάποια εκπληκτική ερμηνεία, ούτε όμως και για παρωδία και αυτό το τελευταίο σπάνια συμβαίνει όταν υπάρχει μιμητισμός. Ξεχωριστό κι ενδιαφέρον project που θεριεύει στους κόλπους της εξωστρέφειας, θέλοντας να μοιραστεί μαζί μας τους καημούς του, ν’ αγγίξει τον ψυχισμό μας με την συναισθηματική του φόρτιση.

2011-The Haunting Presence (16)

FolderΕδώ έχουμε την πρώτη Black/Death έλευση του κύκλου. Οι The Haunting Presence είναι project του Ghastly Apparition, δηλαδή του Blasphemer Nuclearwhore Of Black Blood που είχε παλαιότερα μπάντες στο ίδιο ύφος, όπως οι Nocturnal Blood, Nuclear Desecration και Hate Kommand. Όπως ανέφερε και η Crepúsculo Negro ως υπότιτλο στην ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Demo: Είναι ένα βίαιο Σαμανιστικό χάος που κάνει επίκληση στην φρίκη, το άγχος και τον υπερφυσικό τρόμο. Εδώ θα βρούμε τέσσερα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, που εξερευνούν με περισσό πάθος την θαμπή και σχετικά παχύρευστη μαγεία του πρωτόλειου οργανικού ήχου. Μια ανήσυχη και αδιαπέραστη νοημοσύνη σπέρνει στο διάβα της καθώς βίαιες πράξεις ασέλγειας ποινικοποιούν όσο χρειάζεται το περιεχόμενο. Μέχρι να φτάσουμε στο βορβορώδες κρησφύγετο της μούργας, τα Obscure βασίλεια και το τελετουργικό τους μανιφέστο για συνειδητή καταστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον αντί-παιάνα για την θεϊκή υπόσταση του άγχους. Τα τύμπανα είναι μπροστά και τα φωνητικά (μαύρος σκύλος) το ισοδύναμο τους, κιθάρες και μπάσο (Violent Acts Of Carnality) ρολάρουν την πλοκή σχηματοποιώντας μια λαχταριστή κλεισούρα που προκαλεί νευρικότητα. Εδώ έχουμε μια αποτρόπαια έλευση στα χνάρια των μετρητών της οργής Archgoat, Blasphemy και Demoncy. Η χαβούζα σε όλο της το μεγαλείο με μια κρυφομπολτοζέ παραγωγή που στομώνει τα περιθώρια, αφήνοντας να περάσουν μόνο οι αναθυμιάσεις μεθανίου για την εξύψωση της βρώμας. Η πλήρης γεύση που αφήνει αυτό το ενδεκάλεπτο Demo μας δίνει το δικαίωμα να κοιτάμε το μέλλον του Black/Death από την σκοπιά της μικρής κακοφορμισμένης λαίλαπας, όπως ακριβώς μας τα είπαν και οι Black Witchery στο Inferno Of Sacred Destruction.

2011-Ashdautas & Bone Awl (17)

folder

Το flayer της Crepúsculo Negro έβγαζε μεγάλη προσμονή για ετούτο το split. Υπήρχε περισσό πάθος και μια λαχτάρα που επεδίωκε να γεμίσει με κάψα τον ακροατή. Στα μάτια τους όλο αυτό είναι δικαιολογημένο μιας κι εδώ θα βρούμε νέο υλικό από τους παλαιούς της συνομοταξίας. Αρχικά οι Ashdautas επιστρέφουν με το τελικό τους Line-up, γράφουν ένα νέο κομμάτι κι έπειτα διαλύονται. Το Vermillion Stars In Depths Familiar είναι ένα Μεγάλο Έπος τόσο σε διάρκεια όσο και σ’ εφαρμογές, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ κι ένα κύκνειο άσμα που τιμά το Black Metal. Είναι μια σύνθεση που ομογενοποιεί εκπληκτικά το Black Metal παρόν με το Heavy Metal παρελθόν, δομημένη με τρόπο που αυτό δεν θα παρατηρηθεί άμεσα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δεν κουράζει διόλου σ’ επίπεδο πλοκής, ενώ ξεπερνά τα είκοσι λεπτά, γιατί κουμαντάρει το δρόμο του αιχμαλωτίζοντας με τις εφαρμογές του όλο και περισσότερο την προσοχή μας. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εδώ είναι οι κιθάρες, μιλάμε για riff, πάρα πολλά riff με ποικίλα δεσίματα, που κάνουν όλες τις απαιτούμενες κινήσεις προέκτασης αγγίζοντας ακόμα και solo σημεία με υποχθόνια ψυχεδελική μέριμνα. Οι αλλαγές που επιτυγχάνουν στο tempo μοιάζει με αναπνοή καθαρού οξυγόνου για την διαύγεια του εγκεφάλου στο επόμενο αγνάντεμα. Τα τύμπανα έχουν έναν υπέροχο γεμάτο ήχο μα και διακριτικό συνάμα, ενώ το μπάσο κουμπώνει επάνω τους σαν μωρό σε αγκαλιά. Μοναδικό μεμπτό σημείο είναι τα πνιχτοστριγγλιχτά φωνητικά, τα οποία εδώ κάνει ο Volahn κρατώντας το ύφος που είχε η μπάντα ιστορικά. Το θετικό είναι πως μοιάζουν περισσότερο με αυτά που έκαναν στο Where The Sun Is Silent και σταδιακά συνηθίζονται. Το δεύτερο κομμάτι Choirs Of Vice είχε γεννηθεί από το 2009 και θα το βρείτε σ’ εκείνη την πρώτη collection κασέτα του Black Twilight Circle που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Είναι ογκώδες και δυναμικό, γεμάτο συναισθήματα αγριότητας. Θα κινηθεί με riff σε διάφορες όψεις, μια εκ των οποίον μοιάζει με υποχθόνια μελωδική στρεβλότητα ενώ η φωνητική συστοιχία σκούζει μαστιγώνοντας το ακουστικό μας κέντρο.

logoΟι Bone Awl είναι ένα ζόρικο ντουέτο από το Novato της Καλιφόρνια με σωρεία Demo, Split και Ep κυκλοφοριών από το 2002 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας που πέρασε. Το μονοπάτι τους δεν ήταν ακραιφνώς Black Metal αιχμαλωτίζοντας μέσα στο Raw & Minimal σκηνικό Punk και Noise επιρροές, στρώσεις ή σκέψεις. Η μονομανία τους, όσο και η πολύ συγκεκριμένη συνθετική διάσταση που υπηρετούν τους δίδει καλή θέση στην ιστορία του Usbm. Η αισθητική τους είναι εθιστική όταν γίνει αποδεκτή, αλλά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θέλει κουράγιο και μια πεντάδα κυκλοφορίες τουλάχιστον. Από την έναρξη της πορείας τους διακρίνονται μέσω μιας εξαίρετης εικαστικής προσέγγισης, την ακολουθούν ηχητικοί τραμπαλισμοί, προσφέροντας σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία δελεαστικό ήχο με διαφοροποιήσεις. Δυστυχώς δεν μας παίρνει ο χωροχρόνος για λογάκια πάνω στις κυκλοφορίες τους (είναι βλέπετε καμιά εικοσαριά..), ωστόσο θεωρώ πως αξίζει μια καλή βουτιά στο λαγούμι με τις καρφίτσες τους. Οι γυρολόγοι του ήχου όσο και οι σοβαροί μελετητές που θ’ ασχοληθούν, ξέρουν ότι θα φτάσουν σε συμπεράσματα αν πάρουν την ιστορία από την αρχή. Επειδή όμως αυτό το Blog δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς απτές προτάσεις, οφείλω να σημειώσω πως όσα έκαναν ακουμπούν μια συγκεκριμένη ποιότητα που δεν έχει τόσο νόημα να τη δούμε σ’ επίπεδο σύλληψης ή παικτικά αλλά σε ηχητικό σερβίρισμα. Σε αυτόν λοιπόν τον τομέα μου έκαναν εντύπωση οι κασέτες Night’s Middle, By Ropes Through Dirt, Night Is Indifferent, So I Must Take from The Earth, Meaningless Leaning Mess και το Split με The Rita.

Στο παρόν Split επανέρχονται στο δικό τους μοτίβο, με μικρά σε διάρκεια κομμάτια και γουργουρητό ήχο που γεννοβολά κυκλικά riff. Η φυσιογνωμία τους κοντεύει το Punk αλλά δεν το αγγίζει στον ειρμό, μιας και ζει σε μέτριες ταχύτητες. Οι ιδέες τους έχουν αυτή την μονοδιάστατη προσέγγιση κάνοντας το σύνολο να μοιάζει με Live τζαμάρισμα. Σημείο που γενικότερα έχουν στον χαρακτήρα τους ακόμα κι όταν μεγαλώνουν τον χρόνο των κομματιών. Τα φωνητικά βρίσκονται σ’ εσωτερική προεξοχή και ζουν αρκετά μεταλλαγμένα κοντεύοντας σε σημεία τον ήχο του Wrest (της Demo περιόδου). Ενώ το ρυθμικό μέρος βοηθά να βγει μια rock n’ roll υφή, τυλιγμένη βέβαια πολλά σκοτεινά βυθίσματα για να περιγραφεί ορθά απ’ αυτό τον όρο, ωστόσο η κινητική διάσταση που έχει με αναγκάζει να τον χρησιμοποιήσω. Οι Bone Awl τηρούν κατά γράμμα το μονοπάτι τους, που είναι ένα κακόφημο και αδιέξοδο σοκάκι. Σημείο που σπάνια θα βρεθούν μεγάλες παρέες για να χαρτογραφηθεί ως τόπος του μαυρομεταλικού χάρτη, αλλά ιδανικό για ν’ αράξουν τίποτε πρεζάκια σαν εμάς.

2012-Kallathon & Volahn-Disequilibrium Of The Ecliptic Plane (18)

FolderΗ ιστορία των Split κυκλοφοριών που προάγουν την κοινή συνισταμένη και πορεία του label θα συνεχιστεί με την ένωση Kallathon και Volahn. Οι πρώτοι μπαίνουν εδώ δυναμικά παίζοντας Black Metal με Raw θεμέλια που ζει σε ταχύτητες και παράξενα φωνητικά με ογκώδη σχηματισμό, σε φάσεις καγχάζουν μιλώντας δυνατά. Ο Kallathon στην δεύτερη προσπάθεια έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στα riff, τοποθετώντας τα στο πηδάλιο της μαούνας του. Από εκεί μανουβράρουν με τέχνη, σα καπετάνιος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να ξεφύγει από το φουρτουνιασμένο πέλαγος. Έτσι μετατρέπουν την επίθεση σε αρμονική πορεία με το καράβι τους να σκίζει πλέον και καθαρούς ωκεανούς. Μοιάζει στην εξέλιξη με τα καιρικά φαινόμενα που τροποποιούν τα κύματα, διαγράφοντας σταδιακά τα θαμπά χρώματα ώστε να γεμίσει φως ο καμβάς που επιμελούνται. Είναι μια θαλασσοταραχή που θ’ αντικατασταθεί από την εμφάνιση του ήλιου, μια μελωδική διαύγεια που εγκαθιδρύει νέες εικόνες του ίδιου τόπου. Αργότερα (Of Earth, Wind, Seas Of Blood And The Rhythm Of Chaos) θα έρθει το μπάσο να γεννήσει μια νηνεμία, τ’ απάνεμα σημεία αφυπνίζουν συναισθήματα που θα παραμείνουν στην κλίμακα της εσωστρέφειας, ολοκληρώνοντας έτσι μια πανέμορφη εξιστόρηση. Τα κομμάτια είναι ακόμα μεγάλα σε διάρκεια όπως και στο ντεμπούτο, μα ο τρόπος που συνθέτει πλέον ο Αμερικανικός τα κάνει ξεκούραστα με σαφή και συγκεκριμένο στόχο.

FolderΟ Volahn σε ότι κι αν κάνει μετά το ντεμπούτο, προκαλεί μετάλλαξη στο ύφος του. Είναι λες και προσπαθεί να τοποθετήσει το project σε όλες τις πιθανές εκτάσεις της Raw Black Metal πλοκής, βγαίνοντας μάλιστα και σε αχαρτογράφητα σημεία. Στο παρόν split μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάτι από τους παλαιούς Volahn αλλά έχει υποστεί μετάλλαξη στον ήχο της κιθάρας. Εδώ λοιπόν θα βρούμε τέσσερα κομμάτια νορμάλ διάρκειας, σε σχετικές ταχύτητες γεμάτα μελωδικά riff στο επίπεδο που επιτάσσει η concept/split διαδικασία. Ο Eduardo Ramírez δεν παίζει όμως πρόχειρα με χύμα διάθεση, αντίθετα μελετά ιδιαίτερα την σύνθεση, τον ήχο και την πορεία των κομματιών. Προσπαθεί να εξάγει φρέσκο feeling με ακαθόριστο συναισθηματισμό, σημείο βέβαια που μπορεί να είναι συνέπεια και όχι αυτοσκοπός. Τα riff του αγκαλιάζουν θερμά το θυμικό μας και μπορούν να χαρακτηριστούν χρωματικά ή καθάρια. Τα τύμπανα έχουν υπόκωφο χαρακτήρα προκαλώντας κίνηση, ενώ τα δυναμικά φωνητικά θα μας κάνουν αφήγηση σε ομοούσια κάθετη γραμμή με το ρυθμικό μέρος. Μαζί σχηματίζουν το ζόρικο τμήμα του συνόλου που θα έρθει σε σύγκρουση με τις μελωδικές κιθάρες. Ο ήχος των οποίων είναι το μυστικό όπλο του εγχειρήματος. Γιατί είναι τόσο στιλπνός λες και χρησιμοποιεί παλαιό λαμπάτο ενισχυτή, αγγίζοντας σε σημεία την γλυκάδα του surf ή ψυχεδελικού rock. Συμπερασματικά δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον αντιφατικό κράμα με μοναδική παραξενιά την ακαθόριστη αισθαντικότητα. Μουσικά μπορούμε να το χαρακτηριστούμε Usbm μόνο τυπικά, γιατί κουβαλά τόσο ξεχωριστή γεύση που μένει κάπου αυτόφωτο μεγαλώνοντας τον χαρακτήρα των Volahn. Τα κομμάτια Q’ukumatz και Tecpán είναι καταπληκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

2012-Muknal (19)

Folder

Οι Muknal έκαναν το πρώτο τους Demo με μια θαυμάσια εικαστική προσέγγιση. Βρίσκονται στα σπλάχνα της μητέρας γης και φωτίζουν με ρόδινο χρωματισμό, αποκαλύπτοντας την κρυφή γοητεία της πρώτης μήτρας. Δαιδαλώδη τούνελ και σχισμές σε βράχους ρήγματα και ρωγμές, στόμια και μελανές κοιλότητες ως θέλγητρα μυστηρίου. Η αργόστροφη Black Death στοιβάδα που θα γίνει στρόβιλος κατέφθασε. Ένα τακτοποιημένο οικοδόμημα που ενοποιεί την Death Metal κατολίσθηση με το αινιγματικό καντήλι του Black Metal. Ένα έργο που κοντεύει τη χασμωδία μα υπακούει σε μετρονόμο, έχοντας για σύμμαχους riff σα Doom ογκόλιθους και χοντρά φωνητικά που μας γνέφουν να μπούμε στην αλλοφροσύνη του, σα κακοφορμισμένος σκύλος. Η ψυχική του διάσταση σκοτεινιάζει με θαμπάδες την προσοχή μας, μεταφέροντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική γούρνα, όπου τα riff ανοίγουν χαραμάδες μετατρέποντας τη μελανή οπή σε καταχθόνια κρύπτη γεμάτη λαμπερούς κρυστάλλους. Σα τεχνική συνάρτηση δουλεύει το ρυθμικό μέρος, κατεβαίνοντας σταλαγμίτες και πηδώντας σταλακτίτες, όπως η νυχτερίδα που στο μάτι μοιάζει με νευρικό πουλί και στο διαβήτη πάει με ραντάρ, σε τέλεια κίνηση. Ήχος βαρύς και συνεχόμενος κοντά σε νεότερους αναζητητές του πρώιμου ακραίου ήχου όπως οι Vasaeleth και Mitochondrion, αλλά γεμάτο διάθεση και πάθος για μια άρτια και πρωτόγονη αίσθηση. Gourmet Black/Death, για οπαδούς που επέλεξαν ν’ ακολουθήσουν τ’ αρούργια μέσα στο φλοιό της γης και δεν ξαναγύρισαν κοντά μας.

2012-Muknal & The Haunting Presence (20)

Folder

Αυτή ήταν η τελευταία κυκλοφορία της Crepúsculo Negro πριν μπει σε ύπνωση. Μια χημική ένωση πυριτίου και άνθρακα που σχηματίζει το καρβίδιο του Black/Death. Ένα concept split που ομογενοποιεί τις μουσικές των δυο project, λες και συνουσιάστηκαν τελετουργικά σε καταβόθρα. Ένα Us Black/Death για λεχρίτες που πάσχουν από ανθρακωρυχωλαγνεία και θα θελαν να ζήσουν σα τυφλοπόντικες μέσα στα μπετά. Να νιώθουν τους σεισμούς πιότερα και απ’ το επίκεντρο, να ηδονίζονται στους μετασεισμούς και να επιζητούν καταποντισμούς ως εξιλέωση. Οι ψαλμωδίες που υπάρχουν σε σημεία άλλωστε, μαρτυρούν τις προσευχές τους για το φρικτό μας τέλος. Από εκεί και πέρα μόνο Μπίχλα και κατραπακιές, μνησικακία και μαύρη αηδία. Με απλότητα και σοφία οι δυο μπάντες αποδεικνύουν τον ουσιαστικό στόχο των Split κυκλοφοριών: Να σφύζουν από ελευθερία εφαρμογών και να μην δείχνουν κανέναν οίκτο στους ακροατές. Γι’ αυτό σκορπίστε στο δωμάτιο το πουρί της σόμπας, καθίστε αναπαυτικά και πατήστε το play, θα ‘χει λάσπες και σκατά η φάση.

Εδώ τα πάντα μπουκώνουν για τους Muknal, τα δυο τους κομμάτια μοιάζουν να ‘ρχονται από τα βάθη του βασαλτικού στρώματος, έχοντας οργώσει γερά κάθε σπιθαμή του. Είναι μια χολοσκασμένη οργή χωρίς φτιασίδια, από σχισμές που δε θώρησαν ποτέ δράμι φωτός. Μουντάδα, φύσημα κι ένα ευαγγέλιο πηχτών τυμπανισμών με τακτική μανία. Σιαμαία επάνω τους φωνητικά που υποσκελίζουν την χοντροκοψιά της μουσικής με την δικιά τους, ουρλιάζοντας μαύρες πίκρες απ’ το βούρκο. Μερικά riff μαρτυρούν αιρετικές κινήσεις σε στρεβλό πλάνο, μα δεν είναι τίποτε άλλο από τους τριγμούς που βγάζουν οι τεκτονικές πλάκες σαν τις προσπερνούν οι μπουλντόζες της ψυχής τους. Μούργα, φούμο και γκρίζα πάχνη για τους The Haunting Presence, που ακολουθούν εκκρίνοντας θερμική ενέργεια μέχρι την υφαλοκρηπίδα. Στην ίδια ηχητική μέριμνα αλλά πιο ατακτοποίητοι μουγκρίζουν στο παχνί τους. Μέχρι να μπει το Hideous Faces Of Unknown με φωνητικά που τσουρούφλισαν απολήξεις του πυρήνα, βγαίνοντας δυνατότερα απ’ οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Εκεί βασιλεύει το μπάσο και η οργή, τύμπανα από τον πυθμένα κι ένα μάτσο σφυριά που ξεσκατίζουν το μανδύα της γης από τα πετρώματα του σκότους. Orthodox Black/Death ή στεγνά το πιο σάπιο και γοητευτικό Demo που έχετε ακούσει εδώ και πολύ καιρό…

2011-Tukaaria-Raw To The Rapine (21)

Folder

Το ντεμπούτο των Tukaaria, Raw To The Rapine, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το Split με Volahn όπου και τους γνωρίσαμε. Το Black Metal τους είναι Raw ακόμα και στον τίτλο, σχηματίζοντας πνιγερό feeling με καλό ήχο που τιμά αρκετά το δέρμα των τυμπάνων. Η λεηλασία του ακατέργαστου συνοδεύεται από φωνητικά που κραυγάζουν σε γεμάτες εκφράσεις και τείνουν ν’ αγγίξουν πολλές εκδοχές ερμηνείας. Θα φτάσουν μέχρι και μελωδικά περάσματα όπως στα Prehistoric Silence & Glorifying Atrophy (από τα καλύτερα κομμάτια του Demo μαζί με τ’ ομότιτλο και το έξοχο Transfixion). Τα riff έχουν ως βασικό στόχο την ευθυγράμμιση της ροής αλλά δεν μένουν μόνο εκεί, προκαλώντας κι άλλες ρότες που φτάνουν τη μουσική σε μερική διαφοροποίησή. Στις προεξοχές αυτές είναι εξαίσια, βγάζοντας προς τα έξω ένα project που εσωκλείει αρκετές πτυχές στην κατά τ’ άλλα αγνή και τυπική του πορεία. Η κίνησή τους μάλιστα μπορεί να μεταστρέψει ακόμα και το βασικό μοντέλο του συναισθηματικού μοτίβου, γεννώντας μελωδίες που δεν χαλούν το ύφος της Raw Black Metal μοβόρας ροής. Ο ήχος στα τύμπανα όσο και οι διάφορες χρήσεις τους, είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι του Αμερικανού. Αυτό γιατί πειραματίζεται παίζοντας με αρκετές αλλαγές χωρίς να μεταλλάσσει τη επιθετική ορδή που χαρακτηρίζει το σύνολο. Αγγίζει τόσο τις γεμάτες, ογκώδεις καλοστεκούμενες θέσεις όσο και τις γρήγορες προσπεράσεις, ενοποιώντας δέρμα και μέταλλο ισόρροπα. Μαγειρεύοντας εν τέλει ένα άκρος ενδιαφέρον ρυθμικό μέρος από την αρχή μέχρι και το τέλος, που κρατά δέσμιο τον ακροατή στη δράση του.

Προς το τέλος του 2012 η Profound Lore Records επανακυκλοφόρησε το Raw To The Rapine μαζί με όλα τα κομμάτια των Tukaaria από τα Split που έκαναν. Η νέα παραγωγή άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του συνόλου, κάνοντας τη μπάντα ακόμα πιο προσιτή σε ακροατήρια που δυσκολεύει ο ήχος σιχτίρισμα. Πέραν αυτού κατάφερε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τ’ αξιόλογα χαρακτηριστικά του, όπως κάτι riff σε σημεία που ήταν θαμμένα και τον όγκο που του πηγαίνει πολύ.

2011-Odz Manouk & Tukaaria (22)

Folder

Η Ιεροτελεστία της πυγμής θα συνεχιστεί και σε αυτό το Split, που εμπεριέχει άλλη μια ενδιαφέρουσα ενοποίηση. Οι Tukaaria σκάνε μύτη με τρία κομμάτια από το θαμπό τους κρησφύγετο, με ήχο που τα κάνει να μοιάζουν μακρόσυρτα χωρίς να’ ναι μεγάλης διάρκειας. Για μια ακόμα φορά τα τύμπανα κλέβουν πόντους από την λοιπή διαφθορά, μαγαρίζοντας όσο πρέπει το τύμπανό μας για να τα ποθεί ασταμάτητα. Τα φωνητικά είναι μπουκωμένα στάζοντας δηλητήριο με λόγια οργής μέχρι να ξεφύγουν σε καθαρές αρθρώσεις από κούφιες γωνίες γοητεύοντας. Τα riff λυσσομανούν, μανουβράρουν και εν τέλει ανοίγουν πύλες σκορπώντας μικρές ηδονές μελωδίας. Στην επανακυκλοφορία της Profound Lore που είδαμε παραπάνω έχουν αλλάξει λιγάκι τις διάρκειες των τριών κομματιών, βγάζοντας όγκο με τα εκρηκτικά συναισθήματα να πληθαίνουν μέσα μας.

Στην πλευρά των Odz Manouk θα έρθουμε σ’ επαφή με το βαρύ τους προσωπείο, ένα Raw Black Metal που έχει αποκτήσει όγκο και μασουλά τη ταχύτητα που πλέον μοιάζει με πάχνη. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια που αναμοχλεύουν ατμόσφαιρες μέσα στην πλοκή, μεταλλάσσοντας θετικά τον χαρακτήρα της μπάντας. Το νέο πρόσωπο θα βρεθεί και στις επιμέρους πρακτικές. Όπως τα φωνητικά που στη βασική τους διήγηση περιφέρονται σε λαχταριστή grim εκφορά, μέχρι να φτάσουν τις λεπτές μελωδικές φόρμες που θυμίζουν Urfaust. Αλλά και τα riff που έχουν πλέον διττό ρόλο. Από τη μια σιγοντάρουν το ρυθμικό μέρος ξύνοντας τη λεωφόρο, προσφέροντας ολίσθηση και κατ’ επέκταση ταχύτητα και από την άλλη κάνουν παράτολμα και ακαθόριστα μελωδικά σουλάτσα σε αργό φόντο. Ο Yagian φτιάχνει έντεχνα και τον ήχο στα τύμπανα, είναι λες και τα εσωκλείει σ’ ένα σύννεφο να δίνουν όγκο, επιτρέποντας την λεπτομερή ακρόαση των άλλων οργάνων. Μέσα απ’ όλα αυτά κατορθώνει ολοένα και περισσότερες διαφοροποιήσεις στα project του, καταλήγοντας να κάνει πολύ καλά κομμάτια. Σημείο που δύσκολα συναντάμε όταν το κύριο μέλημα είναι ο δρόμος της αλλαγής, αν και κάτι μου λέει πως αυτό μπορεί να έγινε ανάποδα.

2011-Nihilobstat (23)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Demo των Nihilobstat και ζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε instrumental εκτάσεις. Το project πέρα απ’ το ξεκίνημά του δεν υφίσταται κάνοντας live, μένοντας καλά κρυμμένο ως άσημο τέκνο πίσω από την αυλαία. Τα τρία μέλη τους έχουν ως όνομα ένα γράμμα, το μοναδικό που μας πάει κάπου είναι το γράμμα Y. (παίζει μπάσο) και παραπέμπει στον πανταχού παρόν Yagian. Εδώ θα βρούμε Raw Black Metal που όσο προχωρά φλερτάρει με Doom ξόανα και όσο κωλυσιεργεί βγάζει μυρωδιές ατμοσφαιρικών εφαρμογών. Τα riff είναι μια ήρεμη δημιουργική δύναμη που προχωρούν την διαδικασία, τα κινεί μια τάση για μελωδία αλλά και πρίμα προθέσεις. Το ύφος της μπάντας είναι ετοιμόρροπο, στο μεταίχμιο μιας παραγωγής με αρκετό φύσημα και μοιάζει σχετικά αργόστροφο. Σε σημεία το ρημαδιασμένο σύστημα θα παρεκτραπεί σε ξεσπάσματα χωρίς να μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσα τους. Αποκορύφωμα ταχύτητας είναι το τρίτο μέρος που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με κανέναν τρόπο, εκεί μάλιστα τα riff θα βγάλουν άρωμα Rhinocervs περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι. Τα φωνητικά υπάρχουν μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο και στέκουν πολύ πίσω σε ατακτοποίητους σχηματισμούς. Η χύμα πλοκή σε συνδυασμό με τις παραπάνω λεπτομέρειες φεγγοβολά ένα παράξενο φως που μοιάζει οικείο και δελεαστικό. Σχηματίζοντας εν τέλει ένα εθιστικό Demo που μπορείς να χαθείς μέσα του σε ανερμάτιστους στροβιλισμούς. Το Nihilobstat κουβαλά κι ένα γουστόζικο εξώφυλλο που μεταδίδει δέος και τρόμο μ’ ένα σκίτσο. Η επιλογή τους είναι εξαίσια γιατί μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατορθώνοντας μάλιστα να είναι τόσο εύστοχη ώστε να μην μπορεί να θεαθεί με καμιά εκ των δυο αυτών αισθήσεων. Δίδει λιτά και κομψά στον ακροατή μια καρικατούρα ρεαλισμού για να του θυμίζει το βαθύτερο Είναι του Black Metal. Στις σημειώσεις του Metal Archives διαβάζουμε, Live rehearsal recorded in 2000 και το δεχόμαστε άμα θέλουμε, κάνοντας συνειρμούς για το πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε τότε ή αν όσα μουσικά περιγράφει τα είπε κάνεις άλλος από τότε. Απαντήσεις πολλές και διάφορες, ουσία καμία..

2011-The Haunting Presence (24)

coverΕδώ έχουμε ένα Ep έξι λεπτών που κυκλοφόρησε η πρωτοεμφανιζόμενη Shaman Of Horrors Offering, για το Live Ritual “Dolorvotre and The Haunting Presence”, στις 19 Νοεμβρίου του 2011 στο Los Angeles. Χρονικά είχε έρθει λίγο πριν από το Split με τους Muknal, το οποίο είχε κοπεί και πάλι για μια ανάλογη φάση, το West Coast Tour των δυο συγκροτημάτων. Στα μουσικά δρώμενα θα βρούμε την καθαρή ηχητική οπτική της μπάντας, χωρίς πολύ όγκο, στα στενά όρια του απέριττου Black/Death των παλαιών ημερών. Οι τίτλοι των κομματιών Post-Human Intruders, The Implementations Of Mental Torture & The Omnipresence Of Uncontrolled Darkness Devastates This Mortal Sphere είναι όλα τα λεφτά. Γενούν ακόμα και σε μια τόση δα μικρή έκφραση, το γούστο και την δεισιδαιμονία που μας προτρέπουν ν’ απολαύσουμε δεκάδες φορές τη μουσική. Στα ηχητικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας, εδώ τα πάντα θ’ ακουστούν με λεπτομέρειες, ειδικά στα τύμπανα που είναι αρκετά μπροστά και κινούνται φασαριόζικά. Τα φωνητικά βροντούν μ’ εκκωφαντικές χασμωδίες χωρίς σταματημό, ενώ τα riff είναι σημείο του ρυθμικού μέρους οδηγώντας την ροή σε πορεία. Τέλος για μια ακόμα φορά βλέπετε ένα εξώφυλλο που κουβαλά την πρωτόλεια αισθητική, αυτή που όσο αποδομήσει κανείς το Black Metal μένει σα στάχτη κρατώντας αναμμένη τη δάδα του Underground.

2011-Various Artists-Odour Of Dust And Rot (25)

Folder

Το Odour Of Dust And Rot δεν είναι ένα απλό ένα collection, όπως τα περισσότερα Various Artists που κυκλοφορούν εκεί έξω. Αλλά μια συλλογή με νόημα και πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αν δείτε μάλιστα το Α5 booklet που συνοδεύει τις κασέτες, ίσως συμφωνήσετε ότι πρόκειται για διάδοχο του Crushing The Holy Trinity σ’ επίπεδο αισθητικής. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε άτακτη σειρά κομμάτια από μπάντες όπως οι Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk και πέντε ακόμα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά με τίτλο, σκιαγραφώντας πίσω τους το label Rhinocervs που λειτουργεί και ως μπάντα.

Στο περιεχόμενο οι Raw Black Metal εφαρμογές αναμιγνύουν την υπερβολή του Usbm με αλλόκοτες οργανικές θέσεις που βγάζουν άλλες μυρουδιές. Επίθεση και χάος με σκοπό το συσκοτισμό και τη λαχτάρα για ζάλη. Μεθύσι των αισθήσεων με οσμές σκόνης και σαπίλας γύρω από τις μελωδίες του γοητευτικά απόκρυφου. Αυτή είναι η μυστική κυκλοφορία της παρέας κι έχει ως όραμα τη μαγγανεία της ψυχής μας. Εδώ έχουμε μια σύλληψη στο ύφος του Worship Black Twilight αλλά με ιδιαίτερη συνοχή και τακτοποίηση. Με την ειδοποιώ διαφορά πως δεν παρουσιάζει την ιστορία του κύκλου, αλλά τη συνεχίζει στο επόμενο επίπεδο, την concept ενσωμάτωση των μουσικών του εφαρμογών.

Το Odour Of Dust And Rot είναι μια συνεκτική δουλειά που παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις εφαρμογές αλλά τις δένει με κοντινά ηχητικά σάβανα, ώστε να μοιάζουν ως μια ενιαία κι απαράλλακτη πορεία. Η σειρά των κομματιών δεν είναι τυχαία, χαρακτηρίζοντας με τις εφαρμογές κάθε μπάντας ένα συγκεκριμένο προορισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ακολουθούν την Split λογική, δηλαδή τα κομμάτια κάθε μπάντας με τη σειρά. Παράλληλα τα project αλλάζουν εδώ και το ύφος τους, δείχνοντας πως μεριμνούν για την εξισορρόπηση του περιεχομένου. Ακόμα σε όλα αυτά τα project υπάρχει ένα κοινό πρόσωπο (Yagian) που αν δεν έχει γράψει τα πάντα έχει τουλάχιστον συνεισφέρει στα περισσότερα. Απ’ όλα τα παραπάνω ορμώμενος σας παρουσιάζω τα κομμάτια σα να έγιναν από μια μπάντα, θεωρώντας πως αυτός είναι και ο στόχος τους.

Την αυλαία της πρώτης κασέτας ανοίγει το Enslave Every Star, ένα ονειρικό Low-tempo μ’ επιβλητική ατμόσφαιρα και πλοηγό τα γενεσιουργά riff που θα ξεκινήσουν μ’ ένταση και θα φτάσουν σε κλιμακώσεις. Όλα αυτά μέσα στη μουντάδα που μας προσφέρουν αξιοσημείωτα τύμπανα και ογκώδη μουρμουρητά φωνητικά, που σαν φουντώσουν αγγίζουν τους Von Goat. Στο Filth In The Light ακολουθεί μια μελωδική, μα τραχιά και πριμαριστή έκφραση που αποκαλύπτει πόσο μπορεί να δελεάζει η βρωμιά μέσα στο φως. Εδώ έχουμε ταχύτητα και δυναμισμό στα riff, ενώ τα φωνητικά ζουν σε ογκώδη σχηματισμό από το βάθος. Στο Living Graves το tempo θα πέσει για την αγνή και αχνιστή Funeral αργοπορία, που θα λάβει χώρα σε καθαρό ηχητικό περίγυρο. Τα φωνητικά κρατούν την παχιά και αργή άρθρωση μέχρι να μπουν σε φωνήεντα ψάλτη. Σαν παύση πορείας με πλοκή στέκει το Strain I ακολουθώντας την ίδια φωνητική αρρυθμία μέσα σε μελωδικές κιθαριστικές απολήξεις. Για να ξεφύγουμε από την δευτερεύουσα φωνή με τις χρωματιστές χροιές του Empty As The Prophecy, μα μη γελιέστε, αμέσως μετά θα βγουν σε ακραία έκφραση και ρυθμούς απόγνωσης. Συνοδεύονται από μια μουσική σε μελιστάλαχτη ταχύτητα που αρχίζει ν’ ανεβάζει ρυθμό μέχρι την θεσπέσια εμφάνιση των υμνικά κινούμενων ρομποτικών φωνητικών, σχηματίζοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής. Πέφτουν ιδανικά οι παλμοί στο Rhythms Of The Feast που σκεπάζει σαν intro κι έπειτα περιδιαβαίνει σε μια πολύ αντιφατική κίνηση μ’ εξαίσιο αποτέλεσμα. Είναι η μαγεία του Low-tempo που βγάζει μια ρυθμική πορεία ενώ στο εσωτερικό του τα riff χρωματίζουν με υπέροχες μελωδίες και τα φωνητικά σκούζουν την δική τους αλήθεια με αλύτρωτο μίσος. Το νευρικό τέντωμα του Profaned ζει μονότονα στη πριμαριστή ηχητική βελόνα των riff. Καταφέρνει ταυτόχρονα να γοητεύει και να ενοχλεί, είναι μια υποχθόνια μαγεία του μυαλού με σκοπό την ύπνωση των αισθήσεων. Η πρώτη κασέτα θα ολοκληρωθεί με τη θύελλα (Tempest) η οποία θα έρθει να παρασύρει το συναισθηματικό μας κέντρο με διαβολικά καθαρά και μελωδικά φωνητικά στο ύφος των Urfaust. Παράλληλα εδώ θα βρούμε κι ένα καταπληκτικό riff που ολοκληρώνει κάθε φορά τον κύκλο του κομματιού, λίγο πριν αυτά ξεκινήσουν.

Την δεύτερη κασέτα ανοίγει το χωρίο Strain II, εκεί μας ηρεμούν απλές φωνητικές αποχρώσεις και καπάκι θα μπει το καταπληκτικό Principle Of Harmonic Resonance. Θ’ ανοίξει τα φτερά του σταθερά μέχρι την φοβερή αλλαγή λίγο πριν το δεύτερο λεπτό, κι ύστερα θα επιτεθεί αιματηρά με μια πολύ ωραία riff προσπέραση εις διπλούν. Από εκεί και πέρα η πλοήγηση θα γίνει σε Black Metal φόντο και θα επαναλάβει τα δυο του μοτίβα μέχρι την ολοκλήρωση. Το εντυπωσιακό στοιχείο του θ’ αναβρεθεί στα φωνητικά του τύπου, που γογγύζουν κοντά στα γκαρίσματα γαϊδάρας που κάνει ο Yusaf Parvez στο The Plunderer των Ved Buens Ende (από το Demo τους Those Who Caress The Pale) κάνοντας τον γράφοντα να βγάζει αλαλαγμούς λατρείας. Φωτεινή πορεία μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, σκεπασμένη μαλακές κουβέρτες ενός μελωδικού mid tempo στο Traced In Absurdity, οι καθαρές και αργές riff πινελιές κάνουν την πλοκή του ένα instrumental βάλσαμο. Η επόμενη στάση αναφέρει στη ταμπέλα Strain III, εκεί θα βρούμε μονάχα riff σε δελεαστικό ήχο με μικρούς τυμπανισμούς και κάποιες φωνητικές θέσεις να γεννιούνται σταδιακά. Η επικά επιβλητική έναρξη του A Virulent Wind θα το μετατρέψει σε κράσπεδό του συνόλου, είναι ένα ξέφωτο που φυσά Raw Black Metal ούριος άνεμος, μέχρι να πιάσει μποφόρ ταχύτητας και να μας ταρακουνήσει. Εδώ τα riff παίζουν συνεχώς και το μπάσο ακολουθεί κατά πόδας, όλα βαίνουν βάση σχεδίου μέχρι το riff (4:18) που θα μας σκλαβώσει οριστικά. Η ολοκλήρωση θα γίνει με το Restless Specter απλά και σταθερά, μ’ ένα riff που κινείται σε Mid tempo ρυθμό και πολύ καθαρό ήχο. Τα φωνητικά σκούζουν σε αργές, λαχταριστές κραυγές και το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με περίφημο τρόπο.

2012-Absum & Odz Manouk (26)

cover

Φτάσαμε λοιπόν και στην προτελευταία κυκλοφορία του κύκλου. Τελευταία χρονικά είναι το RH-14 των Rhinocervs, το οποίο θα εξετάσουμε μέσα στο 2013 μαζί με το RH-15. Σε αυτό το μικρό Split που κυκλοφόρησε η Final Agony Records θα βρούμε δυο κομμάτια. Αν δεν το έχετε καταλάβει από τον τίτλο, εδώ έχουμε έναν μουσικό που χρησιμοποιεί δυο δικά του project για να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο. Αρχικά στο The Rotting Sea των Absum κολυμπά μ’ έξαψη στην γνωστή φαιοπράσινη λίμνη. Είναι ένα μεθύσι συνείδησης γεμάτο μελωδική μούργα, ώστε να προκαλεί λαχτάρα και όρεξη στον ακροατή για συμπόρευση. Αργό σε εξέλιξη με συνεχόμενα Riff που σφυρίζουν ατέρμονα και βοηθητικούς τυμπανισμούς. Τα φωνητικά είναι τοποθετημένα πολύ προσεκτικά όπου είναι αναγκαίο για να εξυμνήσουν την σαπιοθαλασσιά. Με τους Odz Manouk εντυπωσιάζει και πάλι σε Split κυκλοφορία, αυτή την φορά με το κομμάτι The Esophagus να κινείται με χάρη σε Mid Tempo κατάποση. Φανταστείτε έναν ογκωδέστατο και αργό σκελετό που τσιγκλάει με riff σε μελωδικό τόνο. Τα οποία ξεκινούν ως χέρι που βοηθά το ρυθμικό μέρος και θα ξεφύγουν σ’ έξοχες μελωδικές γραμμές, φτάνοντας ακόμα και σ’ ένα φάλτσο solo λίγο πριν το κλείσιμο. Η ιδιαιτερότητα του κομματιού θα βρεθεί στα φωνητικά, γιατί θα πορευθούν από τη κατάφαση μιας grim φρασεολογίας μέχρι την ακαθόριστη χορωδιακή εκφορά, από τη θέση «βάθος κήπος» και όλα αυτά υπό την συνοδεία μια μουντής μεταλλικής τριβής που θυμίζει Master’s Hammer.

Tula

Επίλογος με συνολικά συμπεράσματα σε ένα τόσο μεγάλο Αφιέρωμα/Γολγοθά δεν έχει νόημα να υπάρξει. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω τα παρακάτω: Πιστεύω πως η μουσική που αναλύεται στο παρόν κείμενο θα έχει σε λίγα χρόνια την δική της ταμπέλα, μπορεί να ονομαστεί Post-Corpspaint Black Metal, Neo-Grim Black Metal, Progressive Usbm ή οτιδήποτε σκεφτεί κάποιος, μπορέσει να το πλασάρει σε πολλούς και θεσμοθετηθεί. Είναι όμως κρίμα να περιμένουν οι ακροατές τη δημιουργία μιας ταμπέλας για ν’ ακούσουν νέες εφαρμογές. Για να γεννηθεί ένα νέο υπό-είδος πρέπει να γίνουν ζυμώσεις και να υπάρξουν συνεχιστές. Από τους οποίους μόνο οι χειρότεροι μιμητές μπορούν να βάλουν tag σε μια εφαρμογή, δημιουργώντας νέο ρεύμα από την αντιγραφή που κάνουν στο βασικό πλάνο. Η ουσία λοιπόν είναι πως ο Black Twilight Circle αυτή τη στιγμή έχει πέσει στην άβυσσο κι είναι έτοιμος να ξαμοληθεί σε νέες προοπτικές ή να σβήσει οριστικά. Άρα και το καταλληλότερο χωροχρονικό σημείο για ν’ ασχοληθείτε με την συνεκτική του αισθητική, όσοι δεν το έχετε πράξει μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως το Usbm θα βασιλέψει αυτή τη δεκαετία λαμβάνοντας την σκυτάλη από την Γαλλία των zeros, που την είχε λάβει από τη Νορβηγία των 90’s. Όποιοι κι αν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι κάθε εποχής, το Black Metal βασιλεύει και θα βασιλεύει στο διηνεκές. Δεν ακολουθεί παράγραφος που αποδεικνύει με επιχειρήματα την υπεροχή του Black Metal απέναντι σε κάθε άλλη μουσική που γεννήθηκε ποτέ, και σκούξτε όσα μαγκούφικα λολς θέλετε.

2011-Hat-Vortex Of Death

Posted in Ιανουάριος 2011 on Οκτώβριος 10, 2011 by Plunderer

Η «δίνη του Θανάτου» άνοιξε και ήρθε επιτέλους η ώρα να σπάσει η συνωμοσία της σιωπής. Μπορεί να πέρασαν εννέα μήνες από την στιγμή της κυκλοφορίας του, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Το Vortex Of Death των Νορβηγών Hat είναι πλέον εκεί έξω, σ’ έξαλλη κατάσταση, έτοιμο να τσακίσει δίχως οίκτο και διακρίσεις. Η ιστορία των Νορβηγών ξεκινά όμως από τον ακίνδυνο χαρακτήρα & generic προσανατολισμό του The Demise Of Mankind που ήταν και το ντεμπούτο τους πριν από δύο χρόνια. Εκεί έφτιαξαν ένα μοντέλο δράσης που δεν έδινε υποσχέσεις παρά μόνο μουρμουρούσε μια διάθεση για Black Metal, έτσι αν κάποιος το συναντούσε σε καμιά γωνία θα ήταν σχετικά δύσκολο να τους επισκεπτόταν εκ νέου. Κι όμως, μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα οι Νορβηγοί κατάλαβαν πως ο σκοπός δεν είναι να παίξεις απλά Black Metal, αλλά Black Metal αξιώσεων. Η πνευματική «ασθένεια» της δημιουργίας ή αλλιώς το παράδοξο της ιστορίας των Deathspell Omega δεν ήταν τελικά μεμονωμένο περιστατικό.

Πρώτο σημείο αναφοράς αυτό το ωχρό εξώφυλλο, μια εικόνα που συνδυάζει το προσεγμένο με το καλοφτιαγμένο και καταλήγει στο φιλοσοφικά ενδεδυμένο. Μάλιστα η δημιουργία και γενική επιμέλεια ανήκει εξ’ ολοκλήρου στον Nevresch (Guitars) κάνοντας το σύνολο δημιούργημα του καλλιτέχνη χωρίς χέρι τρίτων. Αν δει κανείς προσεκτικά εδώ έχουμε μια αναπαράσταση του τίτλου, δηλαδή μια σχετικά απλοϊκή σκέψη. Ο τρόπος όμως όσο και ο χρωματισμός, είναι τόσο ΜΕΣΑ στο Black Metal που βγάζει την αύρα που επιθυμεί ο συλλέκτης οπαδός, δηλαδή μια μεγαλοπρεπή ανάπτυξη της θεματολογίας του «Είδους». Στο εσωτερικό του booklet θα βρούμε εικόνες (επιπέδου Ascension) μέχρι και μικρούς θυρεούς πάνω από κάθε κομμάτι που φέρουν μια λέξη κλειδί, σα να λέμε το έμβλημα κάθε κομματιού. Οι Hat με βάση την λογική κατάφεραν να φτάσουν σε όλα αυτά μέσα από επιμονή και δουλειά, από την άλλη πλευρά μπορεί ν’ άφησαν απλά τους εαυτούς τους ελεύθερους να δημιουργήσουν αυτό που θέλουν ν’ ακούσουν σαν οπαδοί, κατ’ εμέ όμως τίποτε από τα δύο δεν ισχύει τόσο όσο η πνευματική τους καλλιέργεια. Συγκρίνοντας τα δυο τους album, φέτος μου βγάζουν μια περισυλλογή που οδήγησε σε δομική αλλαγή σκέψης. Μέσα από αυτή την διαδικασία νιώθω πως έφτασαν στο επιθυμητό ιδεολογικό προσανατολισμό, ο οποίος με την σειρά του σε καθιστά ικανό να εκπέμπεις. Από εκεί και πέρα για τους Hat ήταν πολύ εύκολο να εμφανιστούν ακόμα και χωρίς corpspaint (βλ. booklet), το επικίνδυνο δεν είχε ποτέ άμεση σχέση με το image, το σοβαρό δεν ήταν ποτέ μια εικόνα, η αισθητική καλλιέργεια και η concept κατασκευή πάνε με αυτόν που φέρει το όραμα και διαθέτει το απαραίτητο επίπεδο. Θέλετε και ένα αρνητικό, γιατί δεν υπάρχει κανένα άλλο, οι στίχοι είναι σχετικά απλοί και κατανοητοί.

Αν πατήσεις το play θα βρεθείς ανάμεσα στα samples μιας επιβλητικής φωνής που διαβάζει στίχους από την Αποκάλυψη του Ιωάννη (μου θυμίζει Christopher Lee από κάποιο film, όταν με ενημερώσουν τι ακριβώς είναι θα κάνω edit) εκεί μέσα στο κενό σκάει σαν κεραυνός εν αιθρία το πρώτο riff του Inhumanus Revelation, είναι βαρύ μελωδικό και μακρόσυρτο, αληθινά Νορβηγικό. Η πορεία ξεκινά με το ρυθμικό μέρος να βαδίζει ατέρμονα σταματώντας μόνο για μικρές αναπνοές, ατμοσφαιρικό μεγαλείο και τεράστιο κόλλημα. Η συνέχεια είναι ανάλογη, το Invocating Death λαμβάνει αργό και μελωδικό χαρακτήρα, εδώ υπάρχουν αλλαγές που θα σας οδηγήσουν χρόνια πίσω και μάλιστα θα τολμούσα να τις χαρακτηρίσω παράδειγμα του Norwegian Black Metal ήχου και της πλοκής του. Το έξοχο The Flesh I Wear που ακολουθεί τσαλαπατά το ακουστικό κέντρο θωπεύοντας τον εγκέφαλο, αγριάδα, τόλμη και θάρρος με καταιγιστικά riff που ξυρίζουν σα λεπίδα και δίπλα τους επιθετικά σχιστά φωνητικά που φτιάχνουν το feeling, ίσως αυτό να είναι το πιο Heavy κομμάτι σ’ ένα album που το Heavy Metal είναι υπαρκτό κατά την εκτέλεση. Στο τέταρτο The Path To Immortality ακούστε το riffing και αναλογιστείτε πόσα χρόνια μας έλειψε η παλιά ηχητική διάσταση, μια Νορβηγία στεγνή μακριά από το ευκολοχώνευτο groove και άλλες αηδίες. Μετά τα 4 πρώτα κομμάτια δύο λέξεις αντικατοπτρίζουν επακριβώς το συναίσθημα που ένιωσα και αυτές είναι: «Μεγάλη Πορωση», το Vortex Of Death είναι μια αναπάντεχη ηχητική διάσταση από εκεί που όλοι την προσμέναμε αλλά δεν ερχόταν. Ακολουθούν τρία κομμάτια που διατηρούν το υψηλό επίπεδο στο feeling, κάνοντας μερικές μανούβρες στο ύφος και ρίχνοντας σχετικά τις ταχύτητες. Το Overmenneske είναι γρήγορο και θα γίνει low-tempo φέροντας μερικά από τα καλύτερα φωνητικά του album, το Ultimate Evil είναι low-tempo για να πάρουμε μια βαθιά ανάσα αλλά έπειτα βγάζει δύναμη, ενώ το Slaves Of Insanity κάνει αργό σουλάτσο με την κιθάρα να μην σταματά ν’ αποδίδει την διάσταση των riff που υμνούμε σε όλο αυτό το κείμενο. Το album θα ολοκληρωθεί με την κομματάρα Tilintetgjørelsen, εδώ δυναμώστε κι άλλο για ν’ ακούσετε ένα έπος που ξεκινά σε low-tempo και κάνει μελωδικές παύσεις με τα φωνητικά να σπάνε σ’ επίπεδα που τα λες και Depressive. Στο 3:35 θα βρείτε την στάση (μαχαιριά στη καρδιά) εδώ ο Undertrykker (Vocals αλλά και Drums) σπάει κυριολεκτικά τραγουδώντας «Den siste tone, av tidens slag. Vart siste andedrag, Ekkoet av jordens puls, gar tapt i det oppslukende Kaos».

Είναι σχεδόν φθινόπωρο και το αεράκι κάνει την γνωστή στριφογυριστή του περιδίνηση κουνώντας τα φύλλα με σπειροειδή τρόπο, σήμερα βρέχει από το πρωί, έριξε μάλιστα και χαλάζι, είναι η πρώτη μέρα εδώ και πάρα πολύ καιρό που ο καιρός είναι σύμμαχος για Black metal. Αν λοιπόν σας έλλειψε το κρύο, τα χειμερινά ρούχα, τα παγωμένα βουνά, αν αναρωτιόσασταν που είναι η παγωμένη riff χιονοστιβάδα από το βορρά, εκείνη που γέμιζε κάποτε τ’ απογεύματα σας, αν υπήρξαν μέρες που μουρμουράτε παλιά Νορβηγικά riff και στο τέλος αναστενάζετε, αν είχατε ξεχάσει ή ακόμα χειρότερα διαγράψει τη Μαμά Νορβηγία, αν είχατε, ξαναλέω, έστω και λίγο αμφισβητήσει τη Μεγάλη Μητέρα του «Είδους» ήρθε το Vortex Of Death και είναι Αγνό και Norwegian και Underground, αλλά πάνω απ’ όλα είναι δισκάρα και άνετα στα καλύτερα album της χρονιάς.

2011-Veintears-Redemption Of The Soul

Posted in Ιανουάριος 2011 on Ιουλίου 18, 2011 by Plunderer

Το Depressive Black Metal ζει παρασιτικά εδώ και μια δεκαετία στην ψυχαναγκαστική του τρύπα, έλκοντας σχετικούς και άσχετους με τον αυτισμό του. Μέσα από αυτή την στάση απέδειξε την θέληση για «ζωή» και σταδιακά κέρδισε το στοίχημα της διαχρονικότητας μέσα από την προσήλωσή του. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ηχητικής του φόρμας ήταν πως κατάφερε να παίξει ιδανικά με την ψυχολογία του ακροατή, ακουμπώντας καθοριστικά ένα σημείο του συναισθηματικού κέντρου που όσο πιο νέος και εύρωστος είσαι τόσο πιο δυνατά σε αγγίζει. Πέραν όμως αυτού το Depressive κατάφερε και κάτι σπουδαιότερο, μπόρεσε να διαφυλάξει και να μεταφέρει το αινιγματικό και παρανοϊκό πέπλο του Black Metal, κρατώντας ακόμα και μέσα στην ανικανότητά του την γνήσια μαυρίλα που εύθηνε από τα late 90’s. Ακόμα και στην πιο ατάλαντη εκδοχή του σε σύγκριση με κάθε άλλο είδος του Black Metal φέρει ένα περίεργο πέπλο σαπίλας που έχει την δύναμη να γοητεύσει ακόμα και έμπειρα αυτιά γιατί έχει ψυχή και πάνω απ’ όλα ψήγματα αλλοτινής σκοτεινιάς. Εν κατακλείδι κάνεις δεν μπορούσε να φανταστεί αλλά ούτε και να προσδοκά μια τέτοια πλοκή, κι όμως στην μουσική η έκφραση μπορεί να υποσκελίσει ακόμα και την εξέλιξη ή την πρόοδο μέσα από την δοτικότητά της.

Οι Θεσσαλονικείς Veintears κάνουν φέτος ντεμπούτο σε Cd-r βαλμένο σε μια όμορφη θήκη Dvd, από την Selbstmord Kommando Produktion. Στο εικαστικό μέρος θα βρούμε ένα full αστικό περιβάλλον το οποίο μας προϊδεάζει να λάβουμε μια ψυχική στάση απέναντί του. Στο μουσικό μέρος τα πράγματα ξεκινούν σε Depressive black metal αλλά προχωρούν και σε μια συνολική καταγραφή επιρροών που δημιουργεί ένα ιδιαίτερο μείγμα. Αρχικά λοιπόν θα βρούμε ένα mid-tempo ροής που στέκει σαν μονότονο τοπίο, το οποίο συνοδεύουν φωνητικά στριγκλιάς που φτάνουν σε μακρούς λαρυγγισμούς απόγνωσης. Σταδιακά θα υπάρξουν κάποια ανεβάσματα στον ρυθμό τα οποία όμως λες περισσότερο ξεσπάσματα παρά ταχύτητες. Όλο το album μουσικά είναι κολλημένο σε μια παραπονιάρικη μελωδικότητα η οποία έχει την δύναμη να συνεπάρει τον ακροατή στο τελευταίο του ταξίδι. Ειδικά στις εισαγωγές των κομματιών τα πλήκτρα, που μοιάζουν αρκετά σε Vinterriket, σε συνδυασμό με τα riff γκρεμίζουν ψυχισμούς ερεθίζοντας το προσωπικό χωράφι με τ’ άλυτα προβλήματα της ύπαρξης.

Με βάση τα παραπάνω οι Veintears δημιουργούν κομμάτια που κάνουν μουσικούς κύκλους ροής χωρίς να κουράζουν ή να καταντούν βαρετά. Κατά την διαδικασία αυτού του κύκλου θα συντελεστεί και μια μικρή έκπληξη καθώς τα ξεσπάσματα κάνουν το Depressive στην άκρη και βγάζουν προς τα έξω άλλου τύπου επιρροές όπως ας πούμε τους Necromantia, ακούστε ειδικά το Incubus Convultions στο οποίο έχουν κάνει copy/paste το refrain του Scarlet Witching Dreams σαν φευγαλέο πέρασμα. Ο τρόπος έκφρασης κερδίζει τις εντυπώσεις μιας και φτάνει στην ενοποίηση διαφορετικών δρόμων του black metal χωρίς να μεταβάλει το Depressive feeling και την γενικότερη ατμόσφαιρα, με το τσαγανό που διακρίνει τις ρυθμικές του εκπομπές. Στο συναισθηματικό του κόσμο υπάρχει μια σχετική μελαγχολία η οποία βαλτώνει την ανάπτυξη αλλά κάνει μεστό το ατμοσφαιρικό του σήμα. Στο Isolation υπάρχουν χορωδιακά φωνητικά σε μυστήριο φόντο και στο Nighttime Depression διηγηματικά περάσματα τα οποία βοηθούν το mid tempo που ακολουθεί να λάμψει μέσω της μελωδικότητάς του. Το Redemption Of The Soul φτιάχνει ένα νέο κάτοπτρο παρατήρησης και μας προσκαλεί για περιήγηση.