Archive for the Ιανουάριος 2012 Category

Witch In Her Tomb

Posted in Ιανουάριος 2012, Ιανουάριος 2013, Μάρτιος 2013 on Οκτώβριος 22, 2013 by Plunderer

Folder

Η μάγισσα στον τάφο της, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση που κινείται στα σοκάκια του Underground εδώ κι έναν χρόνο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πληροφορίες αν είναι solo φάση ή έχουν περισσότερα μέλη. Ξέρω πως αυτή η ανωνυμία τις περισσότερες φορές μοιάζει λίγο «δήθεν», αλλά στην περίπτωση τους δείχνει απλή επιλογή χωρίς κάποιο advantage. Στο πρώτο και ομότιτλο Demo κυριαρχεί ένα Harsh & Raw Black Metal που σκάβει με σκουριασμένο άροτρο το χωράφι της μονομανίας. Είναι γεμάτο λαχτάρα να εκφράσει με πάθος τη δύναμή του και να μας ταξιδέψει σε άκληρους τόπους, στην έρημη και άγονη γη που βρίθει παράσιτα και βασιλεύουν οι αχυρόμπαλες. Κάπου εκεί στο άκαρπο και τελματικό θα βρούμε Νορβηγικές θέσεις με punk προσανατολισμούς που κοντεύουν τους Bone Awl. Ωστόσο εδώ κυριαρχεί μηδενιστικό Usbm γεμάτο χουλιγκανισμό που τσακίζει τα πάντα στο διάβα του. Στη δομή δεσπόζει ένας καλοζυγισμένος όγκος που χτίζει την ροή σκεπάζοντας τον ήλιο, ο οποίος θα λάβει πολλές από τις αποχρώσεις του μαύρου. Τα riff βρίσκονται μπροστά και προκαλούν εθιστικό πονοκέφαλο. Μα σύντομα θα κοπάσουν από μια φρεσκάδα που θα δοθεί με την γλυκιά νότα των πλήκτρων, μοιάζει με σκιά ηρεμίας και δροσίζει το σώμα. Έπειτα φωνητικά και ρυθμικό βγάζουν και πάλι απύθμενο μένος, κάτι που δε θα σταματήσουν να πράττουν μέχρι το τέλος. Θεωρώ πως σαν σύνολο βγάζει χαρακτήρα κουλαντρίζοντας τις θέσεις και τα υψώματα, ενώ συνάμα για να δέσει η μαγιά παρουσιάζει θελκτικά ξεχαρβαλωμένο ήχο. Θα τον αναδείξει η εξαίσια παραγωγή, γιατί στέκει όσο θολή πρέπει εξάγοντας σε μια κουταλιά παγετό και κλεισούρα. Συνολικά θα σχηματίσει μια καυστική ατμόσφαιρα, εριστική σα την αλητεία και σαγηνευτική σα το θράσος, βαδίζοντας στο μονοπάτι της σκληρότητας με τρόπο τραχύ, δριμύ και στρυφνό.

tape

Στην αρχή του 2013 το Svn Okklt κυκλοφόρησε μέσω της ‎Fallen Empire ένα collection που φιλοξενεί έντεκα μπάντες από το Αμερικάνικο λαγούμι του Underground. Την πρώτη πλευρά που έχει τον τίτλο Rites Of Vehemence ξεκινούν οι Witch In Her Tomb, μ’ έναν μπασοβόμβο Havohej σε αργό και καθηλωτικό ύφος. Σύντομα ανάβουν τύμπανα και τραβούν στο κατόπι φωνητικά με grim τάση κι ένα ρυθμό που σου κολλά τέζα στο μυαλό. Οι Axis Of Light αποκαλύπτουν τα μυστικά ενός τάφου με ξύσιμο και πρίμα στην δεκάτη, ενώ τα φωνητικά τους κοντεύουν τη χροιά τ’ ουρλιαχτού στο μέγιστο peak. Αργό και πριμαριστό, μ’ επιθετικά riff κι έναν ωμό φωνητικό ξεσηκωμό το Master-Deceiver των Death Fortress. Οι Nuklearenpest έχουν μπουκωμένη διήγηση και βατή πορεία με λίγο χαλασμένο ήχο, τα φωνητικά σκούζουν μέχρι το break κι έπειτα ακολουθεί έντονο riff σ’ επικό ύφος. Στους Sylvus υπάρχει ακόμα εκείνος ο παλιακός μεταλλικός τυμπανισμός και οι Heavy κιθάρες με γουργουρητό ήχο, ενώ τα κοφτά φωνητικά σε grim τόνο μέτρησαν πολύ. Την δεύτερη πλευρά με τίτλο Rites Of Pestilence ανοίγουν οι Ελβετοί Tardigrada. Είναι ατμοσφαιρικά επιβλητικοί και μοντάρουν πίσω από το πέπλο της μυστικότητας μια δομή που συμμετέχει αρμονικά μ’ επίκεντρο τα επιθετικά φωνητικά και τον φθαρμένο ήχο. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση των Eos που ακολουθεί, για τους οποίους δεν ξέρουμε τίποτα (δεν έχουν καν σελίδα στο Metal archives). Το κομμάτι τους Katharsis κουβαλά ταχύτητα μα και μέριμνα στη σκέψη έχοντας έξοχο ήχο στα τύμπανα, μπορεί να είναι μονότονο αλλά εκπέμπει όμορφα ζόρια. Οι Gevurah είναι ικανοί, μα ταγμένοι στις ευρωπαϊκές μεθόδους, πιο συγκεκριμένα στις νεορθόδοξες Σουηδικές. Το Divine Ignition μπορεί να είναι τυπικά διεκπεραιωτικό αλλά φτιάχνει κατά τη βύθιση με τις τρεμάμενες κιθάρες, φέτος έκαναν κι ένα ενδιαφέρον Ep με τίτλο Necheshirion. Η Τρίτη πλευρά με τίτλο Rites Of  Departure έχει ως αφετηρία τους Dressed In Streams, μπάντα της συμπαθέστατης Colloquial Sound Recordings. Οι Αμερικανοί έχουν αλλάξει σε σχέση με το ντεμπούτο, θα έλεγα πως μοιάζουν πιο σταθεροί στο ζήτημα της δομής, που κουβαλά πλέον όγκο και metal λογικές. Τα φωνητικά είναι απόμακρα σαν ζοφερό αεράκι ενώ τα πλήκτρα που παίζουν πολύ μπροστά παιχνιδίζουν ιδιότροπα το κομμάτι. Το ατού θα βρεθεί κάπου στο 4:30, όταν μια δραματική ορθόδοξη στιγμή θα μετασχηματιστεί μέχρι το τέλος. Οι Xothist του Daniel Bouse παίζουν ένα κιθαριστικά ορμώμενο U.S Black Metal με μπουκωμένο και λίγο χαλασμένο ήχο που κρατά την ένταση και το ενδιαφέρον τεταμένο, χωρίς να κουράζει τον αμύητο. Τελευταίος αλλά όχι και αμελητέος είναι ο υπερδραστήριος Adam Kalmbach με το προσωπικό του project Jute Gyte σε Black Metal κομμάτι (το αναφέρω αυτό επειδή τα μισά album που έχει κάνει, στο ίδιο project, είναι ambient με ηλεκτρονική οσμή και χρώματα). Ο Αμερικανός έχει πάντα ξεχωριστό ήχο, το οποίο σημαίνει πως θα παίξει και λίγο με το μυαλό του ακροατή. Ο στόχος του είναι να σχηματίζει ασαφή ηχοτόπια με τη κιθάρα και διάφορους άλλους ήχους. Έπειτα όσο προχωρά το κομμάτι θ’ αποκτήσει ροή και φωνητικά προεκτείνοντας την αρχική ιδέα με αλλαγές, παύσεις κι ευθύγραμμες πορείες. Μέσα σε αυτές θα πειραματιστεί παίζοντας παράλληλα με όργανα και pc επιτυγχάνοντας την αρμονική συνύπαρξή τους. Στο επίπεδο της έκφρασης τα καταφέρνει όλο και καλύτερα με τη σχισμένη φωνή του. Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρη την συλλογή που είμαι σίγουρος ότι θα ευχαριστήσει τους θιασώτες του underground.

Folder

Το φετινό Ep των Αμερικανών φέρει τον λατινικό τίτλο Maleficus Maleficarum, που είναι παρμένος από την πιο σημαντική πραγματεία περί μαγισσών, που γράφτηκε πίσω την εποχή της Αναγέννησης. Αποτελούσε ένα περιεκτικό εγχειρίδιο χωρισμένο σε τρία κεφάλαια: Το πρώτο αποσκοπεί στο ν’ αποδείξει ότι υφίσταται η μαγική τέχνη, το δεύτερο περιγράφει τις μορφές της, εκθέτοντας λεπτομέρειες. Ενώ στο τρίτο παραθέτει με λεπτομέρεια τις μεθόδους εντοπισμού, τις δοκιμασίες, αλλά και την καταδίκη των μαγισσών. Έπαιξε βασικό ρόλο στις δίκες περί μαγείας που έγιναν σε όλη την Ευρώπη για μια περίοδο που ξεπέρασε τα διακόσια χρόνια. Στο μαύρο εξώφυλλο του Ep διακρίνουμε έναν ακαθόριστο κι ογκώδη σχηματισμό που συνοδεύεται από μια παρέα λουλουδιών κάτω αριστερά. Αυτή η επιλογή συνδέει τις πολλές αποχρώσεις του μαύρου με την ζωντάνια της φύσης. Στον προσωπικό μου αποσυμβολισμό περιγράφει την μαύρη καθημερινότητα και τη μικρή ελπίδα που παραμένει μέσα μας. Αυτό μας δίνουν τα λευκά άνθη, επειδή βγάζουν φως κι αισιοδοξία προσπερνώντας το σκοτάδι μιας βαριάς καθημερινότητας, ποτισμένη από τη ρουτίνα και τις μηχανικές κινήσεις. Δεν είναι αφημένα όμως εκεί για να τιτιβίζουν κάποιο τραγούδι μελλοντικής ευημερίας, ούτε πασχίζουν να μας πείσουν πως υπάρχει ελπίδα. Αντίθετα ως σύμβολο φέρνουν μπροστά στα μάτια μας την ζοφερή πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας τον κύκλο φθοράς κι αφθαρσίας. Το μουσικό μέρος είναι δυο βήματα μπροστά από την αμεσότητα και στέκει προσιτό, δυναμικό, κουβαλώντας μια extra μουντάδα και περισσότερη ατμόσφαιρα. Η γλυκιά νότα της κιθάρας δίπλα στο νερό για ένα λεπτό ξεδιψά τον βασανισμένο μας νου. Αλλά δε σταματά και βαδίζει με καλπασμό στους καθηλωτικούς δρόμους της αγριάδας έχοντας τάσεις απονιάς σ’ επίπεδο αυτογνωσίας. Αυτό θα συμβεί με μια στιχουργική θέση που θα προσφέρει στον ακροατή «χαρά», μέσω της αυτολύπησης του μουσικού. Με τον στίχο που έγινε και σύνθημα της μπάντας στ’ official μπλουζάκι: My misfortune brings you great joy. Εκεί ακριβώς, στο καταπληκτικό τελευταίο κομμάτι (X) θα εμφανιστεί καίρια και καταλυτικά η μελωδία. Για να κλείσει το Ep με μια εξαίσια Νορβηγική εκεχειρία στη κιθάρα και τα φωνητικά ενώ τα πάντα γύρω του συνεχίζουν να είναι θολά και σκούρα.

Οι Witch In Her Tomb μεταφέρουν κι ένα νέο για την πορεία του Black Metal. Σχετίζεται με τον τρόπο που θα έρχεται κοντά μας η μουσική αυτή στο μέλλον. Αναφέρομαι βέβαια στην πολυπόθητη μικρή και περιεκτική διάρκεια που συσχετίζει μουσικό και ακροατή πολύ πιο άμεσα, πολύ πιο σύντομα. Είμαστε σε μια εποχή που η υπερπαραγωγή μπερδεύει και οι τυπικότητες κουράζουν, το φρέσκο θα βρεθεί πιο εύκολα σε Demo κασέτες κι 7ιτσα βινύλια παρά σε 45λεπτα full-albums. Θεωρώ μάλιστα πολύ θετικό το γεγονός πως κάποια μεσαία label έχουν αρχίσει ήδη να διπλασιάζουν τέτοιες προσπάθειες. Αναμένουμε με πάθος την εποχή που αυτό θα γίνει θεσμός των εταιρειών αλλά πολύ περισσότερο νοοτροπία των ακροατών.

Black Twilight Circle

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2011, Δεκέμβριος 2011, Ιανουάριος 2010, Ιανουάριος 2011, Ιανουάριος 2012, Ιούνιος 2011, Μάρτιος 2011, Μάιος 2010, Μάιος 2011, Μάιος 2012, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Σεπτέμβριος 2010, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on Ιανουαρίου 30, 2013 by Plunderer

Crepúsculo Negro-LogoΑπό τα late zeros μέχρι τα early 10 ‘s η Crepúsculo Negro δημιούργησε σούσουρο γύρω από τη δράση της. Το κοινό του underground Black Metal γοητεύτηκε από το επίπεδο της αισθητικής που εξέπεμπε. Οι κινήσεις της ήταν μελετημένες, διότι όσα έκανε σχετίζονταν μεταξύ τους σε concept αλληλουχίες. Αρχικά είχαμε μια παρέα μουσικών από την οποία γεννήθηκε το label και κατ’ επέκταση παραπάνω από μια ντουζίνα μπάντες, με σχετική θεματολογία και κοντινές Black Metal θέσεις. Έπειτα ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν της αναλογικής ηχητικής λατρείας, με τα tape format που κυκλοφορούσε και τέλος την δημιουργία ενός «οίκου» για να στεγαστεί. Δηλαδή μια «οργάνωση» που ονομάστηκε Black Twilight Circle και βάδιζε στα χνάρια των Γαλλικών Λεγεώνων (Les Légions Noires) οι οποίες είχαν γεννηθεί παράλληλα με τον χαμό της Νορβηγίας, τον Inner Circle του Euronymous και τα όσα τέλος πάντων έγιναν μέχρι τη δολοφονία του.

Οι Λατινοαμερικάνοι που βρίσκονται πίσω από τον Black Twilight Circle εισέπραξαν τα 80’s και 90’s ως οπαδοί κι έφτασαν να δημιουργήσουν στα late zeros μια, σχετικά πάντα, παρόμοια κατάσταση. Βασίστηκαν στον cult απόηχο, ο οποίος πήγαινε από forum σε forum και τον ακολουθούσε η λαγνεία των ακροατών για την αγορά κάθε νέου tape που σχετιζόταν μαζί του. Η μουσική, που είναι και το βασικό στοιχείο της ιστορίας, πήγαινε πολλές φορές πίσω από τις αναθυμιάσεις που την τύλιγαν, δημιουργώντας με την διάστασή της ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα. Η ολοκλήρωση του μυστήριου έγινε μέσα από δεκάδες Live (αξίζει να ψάξει κανείς και να δει αρκετά από αυτά) που έδωσαν στην Αμερική, με bilds που δημιουργούν από τα σπλάχνα τους. Έκαναν για παράδειγμα συναυλίες με πέντε μπάντες που τις αποτελούσαν 7-8 άτομα (και μπορεί να λέω πολλά).

Τους τελευταίους μήνες του 2012 η Crepúsculo Negro έβγαλε ανακοίνωση πως έκλεισε. Στις 21/12/12 τα πράγματα άλλαξαν, με μια λιγόλογη αναφορά μας πληροφορεί πως το label ανοίγει ξανά και σύντομα θα εκδώσει την πιο φιλόδοξη δουλειά του. Παρακάτω λοιπόν θα βρείτε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει: Αρχικά της κυκλοφορίες του label της Crepúsculo Negro που σχετίζονται με τον Black Twilight Circle και το Black Metal, με χρονολογική σειρά. Το οποίο σημαίνει πως δεν θα βρείτε εδώ, το Demo των Mata-Mata που παίζουν Punk, τα Live και όσα Ep κυκλοφόρησαν ως συλλογές μιας μπάντας με όλα τα κομμάτια της. Αφετέρου θα βρείτε τις κυκλοφορίες του Black Twilight Circle από την «εξαδέλφη» Rhinocervs και άλλα μικρότερα label. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλω να καλύψω μια ιστορία που έλαβε σφραγίδα με cult βουλοκέρι, μπαίνοντας στον πάπυρο των γεγονότων που αναμόχλευσαν το Black Metal.

Στο κείμενο αυτό δεν θ’ ασχοληθώ καθόλου με τα κοτσομπολιά που κυκλοφόρησαν μετά το λουκέτο της Crepúsculo, τις ιδεολογικές αντιφάσεις και την αντιεμπορικά κινούμενη εμπορική της μέριμνα. Είναι παράξενο αλλά όσο κι αν θέλω να κουβεντιάσω γι’ αυτά κατ’ ιδίαν, σιχαίνομαι να τ’ αναπαράγω στον γραπτό λόγο. Σοφά εξάλλου λέμε ότι τα λόγια φεύγουν και τα γραπτά μένουν και είναι άδικο να γεμίσει το κείμενο με φήμες και σχόλια που μένουν σταθερά και αμετάβλητα στο χρόνο, χαρακτηρίζοντας τη μουσική. Η αναπαραγωγή μιας ιντριγκαδόρικης ιστορίας μπορεί να βοηθά τη «φάση», όπως ακριβώς βοήθησε το Black Metal στα 90’s η ιστορία με τους φόνους και το κάψιμο εκκλησιών στη Νορβηγία. Σε τέτοιες όμως προεκτάσεις η μουσική θα χαθεί κάπου πίσω από αυτά και δεν θ’ αντιμετωπιστεί με τον σεβασμό που της αρμόζει, όπως και έγινε δηλαδή με το Νορβηγικό Black Metal. Έτσι επιλέγω συνειδητά να μην ασχοληθώ, προσπαθώντας να περιγράψω όσο πληρέστερα μπορώ την ιστορία αυτή, με γνώμονα την μουσική.

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο πρέπει να σημειώσω πως τα Label της Crepúsculo Negro και Rhinocervs όσο και ο Black Twilight Circle δεν θα μείνουν στην ιστορία του Είδους μόνο για την συνδρομή τους στην εξέλιξη του λεγόμενου Us. Δηλαδή τον Demo παροξυσμό των ημερών, που αρχίζει να χαρακτηρίζει την καθημερινότητα των ακροατών. Αλλά κυρίως στην προσπάθεια που έκαναν για επιστροφή στο παρελθόν, τις ρίζες του Heavy Metal με τις κασέτες για format, τα flyers ως προώθηση ενός Live και την ερασιτεχνική, με την ρομαντική έννοια του όρου, στάση και συμπεριφορά.

2008-Volahn-Dimensiónes Del Trance Kósmico (1)

Folder

Στην υπέρβαση του χωροχρόνου θα χρειαστούμε ενέργεια και αυτή ήταν διάχυτη στο ντεμπούτο της μπάντας αλλά και της εταιρείας του θηριώδη Λατίνου από την Γουατεμάλα, Eduardo Ramírez. Οι Volahn, δηλαδή ο Volahn, εντυπωσιάζει στο ντεμπούτο του με το να κάνει δρασκελιές στο άπειρο και μαγεύει με τις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του μέσα στο χάος. Πολλές μπάντες στην διάρκεια των χρόνων προσπάθησαν να παίξουν χαοτικό Black Metal, μα λίγες κατάφεραν να κρατούν παράλληλα το ενδιαφέρον του εγκεφάλου και του αυχένα. Ολόκληρο το Dimensiónes Del Trance Kósmico περικλείει μια επική μυσταγωγία, μέθη για το υπερβατικό και αναζήτηση της πνευματικής ανέλιξης. Μα μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνά την φύση του ανθρώπου, μεταδίδοντας όλα τα παραπάνω μέσα από την αναζήτησή τους στο χωροχρονικό παρόν, στην δεδομένη πραγματικότητα, τη χθόνια φύση τους.

Το ντεμπούτο των Volahn είναι συνάμα υπέρλογο και θνητό, φρέσκο και μουντό, πέρα από τις αντιθέσεις του είναι απλό, κατανοητό, σκούρο, ζόρικο. Λαμπιρίζει μέσα του ένας πυρήνας ιδεών αλλά και μαυρομεταλλικών θέσεων που ακουμπούν το παρελθόν και γνέφουν στο μέλλον. Riff πολλά riff και μερικά σπουδαία riff, γοητευτικά τύμπανα σε όμορφο ηχητικό πακετάρισμα και πνιγερά φωνητικά με διακυμάνσεις οργής ως τον Depressive αλαλαγμό. Συγκεκριμένη πορεία με βάσεις και μια έκδηλη διάθεση να γεννά μελωδίες στους κόλπους της επίθεσης. Τα κομμάτια ζουν σε μια δυναμική ισορροπία και δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιο, μα θα θυμάμαι το επίμονο ηχητικό σούρσιμο του Soledad En Despertar ως το βάλσαμο της ακουστικής του κιθάρας. Την εμβατηριακή εισαγωγή του Uno Con Kaos με το riff που παραμένει μέχρι τέλους και ευφραίνουν καρδία. Το υπερωκεάνιο μελωδίας σε σκληρό πλαγκτόν του Cuerpo De Fuego και τέλος την θεουργική γητεία του Trance Ceremonial, κομμάτι για μισό χαρτί πρέζα (που λέγε και μια ψυχή).

Όποιος απολαύσει το μουσικό του εγχείρημα και κολυμπήσει μαζί με την μπάντα σε άλλους ουρανούς και θέρετρα ψυχών, καλό θα είναι να κάνει μια μελέτη στους στίχους. Μπορεί να είναι γραμμένοι στα Ισπανικά και να μεταφράζονται σχετικά απ’ όποιον δε ξέρει, μα ολοκληρώνουν την διαδικασία εμπλουτίζοντας το υπέρλογο της μουσικής. Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του Black Twilight Circle.

2009-Various Artists-Worship Black Twilight (2)

Folder

Αυτή η συλλογή όταν κυκλοφόρησε είχε έντονο μουσικό ενδιαφέρον, μιας και παρουσίαζε έξι από τις μπάντες του label. Τέσσερα χρόνια μετά αυτό θα το παραμερίσουμε για δυο λόγους. Αρχικά όλα τα κομμάτια θα εξεταστούν με την σειρά τους στις κυκλοφορίες που ακολούθησαν και αφετέρου γιατί εδώ έχουμε τα γεννητούρια του Black Twilight Circle. Είναι μια «σέχτα» που μιμείται σ’ ένα επίπεδο τις Γαλλικές Λεγεώνες (Les Légions Noires), μια από τις Μεγαλύτερες στιγμές του Black Metal σε όλα τα επίπεδα. Τα νήματα του Black Twilight Circle κινεί το Heavy Metal ως κουλτούρα από image ως attitude, καλλιεργώντας μια νοοτροπία στους πρόποδες της οπτικής του, τη ρίζα του. Είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια συνεκτική αισθητική και όχι τόσο κάποια ιδέα/φιλοσοφία, όπως έγινε στην Νορβηγία και τον Inner Circle του Euronymous. Θεωρώ την συγκεκριμένη κασέτα βασικό εγχειρίδιο κατανόησης για τον ακροατή, μιας και από εδώ μπορεί να έρθει σ’ επαφή με αρκετές μπάντες του «κύκλου» και τον ιδιαίτερο ηχητικό τους προσανατολισμό.

2009-Arizmenda-Within The Vacuum Of Infinity… (3)

cover

Η δεύτερη full-length κυκλοφορία είναι το ντεμπούτο των Arizmenda, το solo project του Murdunbad. Στην δράση τους μοιάζει ν’ ανακατεύτηκαν τόσο ο Eduardo Ramírez όσο και ο Juan Cabello. Δυστυχώς όμως το Metal Archives αποδεικνύεται αρκετά αναξιόπιστο γιατί τους αφαίρεσαν από τα members, σε σημείο να νιώθεις ότι η πληροφόρηση τους προέρχεται από τα κουτσομπολιά των Black Metal forums. Για εμένα προσωπικά έχουν σημασία τα μέλη μιας μπάντας, αλλά πάντα επιλέγω να κρίνω το σύνολο. Έτσι αφήνω τον ρόλο του stalker σε άλλους, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανωνυμίας τους. Ο ρόλος άλλωστε της αινιγματικότητας είναι γοητευτικός, καταφέρνοντας μέσα στο παιχνίδισμά του να σε παρασύρει σ’ επαναληπτικές ακροάσεις.

Εδώ θα βρούμε την μεγαλύτερη κυκλοφορία του label σε διάρκεια. Στοιχείο που αρχικά φαντάζει με καταναγκασμό ακρόασης, όντας επώδυνη στα πρώτα σκαλοπάτια συσχέτισης. Οι Arizmenda στο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal προσανατολισμένο στην ταχύτητα μα τυλιγμένο σε μια ηχητική εσωστρέφεια, σημείο που καθορίζει η θαμπάδα της παραγωγής. Είναι μια ασφυξία που προκαλεί η συνάρτηση: μουντάδα ήχου & πνιγερός τόνος ρυθμικού μέρους & απόκοσμα φωνητικά, τα οποία θα φτάσουν πολλές φορές στο άπατο βάθος των σπαρακτικών ουρλιαχτών. Κι όμως η κατάσταση μόνο επίπεδη δεν είναι, διότι τα riff που ξεπετάγονται από μέσα του έχουν την δύναμη να συγχύσουν, να μπερδέψουν και εν τέλει ν’ αναζωογονήσουν τον ακροατή. Αυτό θα το επιτύχουν μέσα από ατέρμονες μελωδικές γραμμές που γεννιούνται ως όνειρο στις δαιδαλώδεις συνθέσεις. Είναι μια αίσθησης λαμπρότητας και αρμονίας που κάνει το σύνολο αιθέριο μέσα στην συμπιεσμένη του ζάλη, μια πανέξυπνη αντίφαση δράσης. Το Within The Vacuum Of Infinity… είναι ένα δύσκολο album γιατί στον τρόπο ανάπτυξης κουβαλά τη παγίδα των Paysage d’ Hiver/Darkspace, κάτι που μοιάζει με μονόχνοτη αιωνιότητα. Μα διαθέτει μια περεταίρω ικανότητα συνδυασμού, αφού μπορεί σε παράλληλη συμπόρευση να δημιουργεί χάος και συναισθηματισμό (ακούστε το The Agents Of Transformation). Ακόμα, όσο εξελίσσεται βγάζει περισσότερες ομορφιές, όπως την Deathspellίζουσα riffάρα του Drowning In The Pain Of Consciousness και το ιδανικό, μεστό και ζεστό κλείσιμο του Deny The Disease Of Life. Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στον τίτλο του album και των κομματιών μιας και δεν υπάρχουν στίχοι. Εκεί η μπάντα παρουσιάζει την αίσθηση της ανυπαρξίας παρέα με ολόκληρη την οικογένειά της, δηλαδή το άπειρο, την κενότητα, το τίποτε φτάνοντας μέσα από συνειρμούς σε μια αναβάθμιση της Depressive/Suicide θεματολογίας.

Αν λάβουμε την ανυπαρξία σε μια συναισθηματική απεικόνιση μέσα μας, θα φυτρώσει ένα αίσθημα που κάμπτει το σώμα και συγχύζει το μυαλό. Είναι μια συνταρακτική έξαψη που παράγει φόβο, απέναντι στην προοπτική ανικανότητας δράσης της συνείδησης ή πιο απλά την διαγραφή της παρατήρησης, κατανόησης και σκέψης. Είναι ένας λογισμός που προσπαθεί να εξοντώσει το φιλοσοφικό «Εγώ», «Είμαι», «Υπάρχω» με την ίδια του τη δράση, με λίγα λόγια ένας παραλογισμός. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου επάνω στην δική τους, πρέπει να σημειώσω πως το τετριμμένο ερώτημα για το φόβο του θανάτου πρέπει κάποια στιγμή ν’ αντικατασταθεί από τον φόβο της ανυπαρξίας.

2010-Axeman-Arrive (4)

Cover

Οι Axeman είναι το tribute solo project του Eduardo Ramírez (Volahn) στην ακραία εκδοχή του Heavy Metal. Εδώ θα βρούμε ένα συγκερασμό στο ύφος των Amebix, Slayer, Sepultura, G.I.S.M, Sarcofago. Δηλαδή, την ηχητική ενοποίηση των 80’s από το Los Angeles μέχρι την Βραζιλία, μια αυστηρά Αμερικανική υπόθεση. Τα τρία κομμάτια του φτάνουν τα είκοσι περίπου λεπτά και σκουριάζουν τον ηχητικό καμβά, με λαχταριστές ατέλειες και πριμαριστά riff που θα οδηγηθούν σε σολαριστή έξοδο. Τα φωνητικά είναι αχνιστά με μια πρωτόλεια αγριότητα ως ότου η μοχθηρότητα περάσει σε Heavy Metal τσιρίδα, αρωματίζοντας τον αέρα μας με την αγνότητα των τιμημένων 80’s. Ηλεκτρικά πορωτικό, γεμάτο ανάρμοστες Death και Thrash απολήξεις, χωρίς καμία χλέπα νεοτερισμού να μαγαρίζει τις καθαρές του ρίζες, τον Cult ψυχισμό του. Οι Axeman δεν έχουν κάνει δεύτερο βήμα από τότε, δείχνοντας την tribute διάθεση που είχαν αφετηριακά. Αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και στην φωτογράφιση του Ramírez. Ο οποίος βγάζει το μπλουζάκι των Moëvöt (μεγαλείο αυτισμού) που φορά με τους Volahn και βάζει αυτό των Reencarnación (αδίστακτοι Κολομβιανοί, της εποχής του παλαιστή Απόστολου Σουγκλάκου).

2010-Kuxan Suum-Kinich Ahau (5)

folder

Στη μυθολογία των Μάγιας τ’ όνομα της μπάντας Kuxan Suum αποκρυπτογραφεί «το μονοπάτι στον ουρανό, που οδηγεί στο κέντρο του σύμπαντος». Στο Metal Archives έχουν σημειώσει και κάτι επιπρόσθετο, που δεν βρήκα στα κιτάπια μου αλλά μ’ άρεσε. Είναι λέει, ρεύματα ή πύλες που επιτρέπουν στο μαθητή να ταξιδεύει μεταξύ «πραγματικοτήτων», κατασκευασμένα από μια συνειδητότητα/ζωογόνο δύναμη και προέρχονται από το κέντρο του κόσμου, Hunab Ku. Αυτό είναι το πρώτο Demo/κομμάτι της μπάντας με τον τίτλο Kinich Ahau (προσωνύμιο των Μάγιας για το θεό Ήλιο). Τα μέλη τους δεν μας είναι γνωστά (αλλά κιθάρα παίζει ο Volahn) κι επιδίδονται σ’ ένα ψυχεδελικού τύπου Post Black Metal με σκοπό την περιπλάνηση του νου μας σε άλλες διαστάσεις.

Η μουσική ξεκινά σε soundtrack πλάνο και μας ταξιδεύει αρκετά διερευνητικά, προτείνοντας άγνωστους τόπους. Σταδιακά προσαρτά χαρακτηριστικά riff σαν στρώμα υπέρβασης της αφετηρίας και λίγο αργότερα τον απαιτούμενο κορμό, τη ρυθμική ραχοκοκαλιά με τρόπο επιμελημένο και συνεκτικό. Η ταχύτητα θα μπει μαζί με τα φωνητικά που εντείνουν τη δυναμική του. Ύστερα το ρυθμικό μέρος πιάνει το μπούσουλα της σχάσης και τα riff θα κατευθυνθούν σε μια μελωδική περιήγηση, ενώ τα φωνητικά σ’ ένα κρεσέντο γεμάτο πόνο και σπαραγμό. Το βύθισμα μετά τη μέση οδηγεί την εξιστόρηση σε κύκλο, μέχρι να γεννηθεί και πάλι το παραπάνω εγχειρίδιο ανάπτυξης. Η πλοκή ενοποιεί υπέροχα τις δυο αυτές οπτικές και το κομμάτι θα πορευθεί στην λογική της αλληλοσυσχέτισής τους. Ιδιαίτερα ικανοποιητική προσπάθεια με trip feeling, που ρέπει προς το άγνωστο για την τέρψη του ακροατή.

2007-Ashdautas-Where The Sun Is Silent (6)

FolderΟι Ashdautas είναι η μπάντα αφετηρία για την όλη φάση. Σχηματίστηκαν πίσω στο 2002 και τα μέλη τους ήταν: Naeth στα φωνητικά, Eduardo Ramírez σε κιθάρες και φωνητικά, Fah στο μπάσο (μετά ήρθε ο Kallathon), Murdunbad στα τύμπανα και Arrken στη κιθάρα. Αρχικά έκαναν δυο Demo, Betrothed To Our Void (2003) και As Τhe Vile Must Digress (2004) τα οποία μετουσιώθηκαν στο ντεμπούτο Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain (2006). Εκεί, αν μπορέσετε ν’ ανεχθείτε την απαράδεκτη λύσσα των φωνητικών εξάρσεων του Naeth θα έρθετε σ’ επαφή με αρκετά μαυρομεταλλικά καλούδια. Όπως το ρυθμικό μέρος που κρατά τον έλεγχο κάθε σπιθαμής, τα συνεχή riff που κελαρύζουν την πορεία, τον θελκτικό όγκο κι ένα μπάσο με σαφή χαρακτήρα και ρόλο στην πλοκή. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις ενδιαφέρουσες αλλαγές και συσχετίσεις τότε οι Αμερικάνοι δημιούργησαν ένα αξιόλογο ντεμπούτο μεν, που έπασχε από ορμονικές διαταραχές δε.

Την επόμενη χρονιά έγραψαν το Where The Sun Is Silent, το οποίο επανακυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro το 2010. Εδώ θα βρούμε ένα μπουκωμένο ηχητικό κατασκεύασμα που στέκει αρκετά απρόσιτο σε πρώτο επίπεδο. Γκρίζα θαμπάδα, ατέλειες, σφυρίγματα ήχου, στόμωμα, αυξομειώσεις, λαθάκια και γενικά ότι καλύτερο υπάρχει για το Black Metal ακροατήριο (ή μήπως όχι;). Ο σχεδιασμός του αποτελείται από μια μονοκόμματη ρυθμική κίνηση που αγγίζει το χάος (λογικά Live ηχογράφηση), στην οποία τα riff έχουν το βασικό ρόλο οδηγώντας γοργά το σύνολο προς τον ακαθόριστο μακρινό ορίζοντα. Οι Ashdautas παίζουν δυναμικό Usbm που ξενίζει γαρνιρισμένο με μικρούς ηδονισμούς. Μέσα στην κίνηση των δυο αυτών διαθέσεων θα βρούμε τα πλεονεκτήματα της προσπάθειας. Σημεία βέβαια που οι Αμερικανοί δεν επεδίωκαν ν’ αναδείξουν, γιατί η ακατέργαστη λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη από την εξύψωση της παικτικής αλληλουχίας. Ωστόσο μπορούμε ν’ αναφερθούμε στις κρυμμένες «χάρες» της οπτικής, όπως οι κιθάρες που σπέρνουν riff σε μεγάλες ποσότητες, αγγίζοντας και τις πνευματικές αναζητήσεις (Synaesthesia). Έπειτα τα ζεστά τύμπανα που σιγοντάρουν από το βάθος, ακόμα και ως ακαθόριστος θόρυβος και τέλος τα φωνητικά που στέκουν σε πολύ καλύτερες συχνότητες σε σύγκριση με το ντεμπούτο και σκούζουν δυναμικά. Τελειώνοντας θ’ αφήσει στον ακροατή τον δικό του ορισμό για το Usbm: Το ηχητικό πάκτωμα του Ευρωπαϊκού Raw Black Metal με μαγαρισμένη αισθητική γεμάτη σχήματα υπερβολής. Ένα Ep πρεσαρισμένο μέχρι το μεδούλι στην καταχθόνια ροή, σαν τρενάκι του τρόμου που δεν θα κόψει ποτέ ταχύτητα. Βίαιο και σθεναρά ιλιγγιώδες δεν θ’ αφήσει κανένα σημείο του ανεκδήλωτο σε σιωπή.

Naeth

Σημείωση: Στ’ αριστερά σας είναι ο Naerth, για τις ικανότητες του οποίου είχα ερωτηματικά. Το Black Metal όμως είναι μια μουσική που ο τρόπος ερμηνείας ή εκτέλεσης δεν αποκαλύπτει απαραίτητα και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Πολλές φορές απλά συμμετέχει ως γρανάζι μιας αισθητικής που η εκάστοτε μπάντα θέλει νε προβάλει. Από την στιγμή που είδα αυτή την φωτογραφία του Naerth, μου ήρθε στο μυαλό ο Tomas Stench (Morbosidad) στην τίγκα πρόκα/μάσκα αερίων εμφάνιση του. Στο μυαλό του ακροατηρίου μια τόσο χοντροκομμένη image καρικατούρα (και συνάμα εκπληκτικά γαμάτη) ταιριάζει απόλυτα με μια ηχητική θέση κάπου στη χαβούζα Black/Death εκδοχή των Morbosidad. Ο Naerth τώρα, μπορεί να τολμούσε φωνητικά στο μοτίβο «σκούζω σα δεκατριάχρονο μαλακισμένο που του έκλεψαν τις ηλεκτρονικές συσκευές» αλλά πήγε και το έντυσε μ’ ένα image «φιάσκο», ακολουθώντας το μονοπάτι τίγκα πρόκα/κουκούλα για να το αναδείξει. Η σύλληψη του βγάζει γούστο, ακόμα κι αν το έκανε από ντροπή επειδή δε μπορούσε να κάνει grim φωνητικά. Σ’ επίπεδο αισθητικής όμως είναι τόσο έξυπνα οξύμωρη που γίνεται δελεαστική και ειλικρινά θα με οδηγούσε σε Live εμφάνιση των Ashdautas, ακόμα κι τα φωνητικά στρίγγλιζαν με την υστερία του Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain. Γιατί στην ουσία, το Black Metal είναι κάτι παραπάνω από μουσική…

2010-Kallathon-Before Drifting Into The Abyss (7)

folder

Εδώ έχουμε το solo project του μπασίστα των Ashdautas, ένα Ep που εμπεριέχει δυο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ηχογραφημένα στο πλαφόν μιας live εκτέλεσης. Στ’ ομότιτλο τα υποχθόνια riff κινούν την διαδικασία, τα τύμπανα ανοίγουν λίγο το εύρος και το μπάσο είναι τόσο μπροστά που μπουκώνει την εξιστόρηση. Τα φωνητικά έχουν δευτερεύοντα ρόλο με τον Αμερικανό να μοιάζει λες και τραγουδά με τις παλάμες σε σχηματισμό επάνω στο στόμα του, αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του As The Sky Fell, I Left You Behind που θα βγουν φωναχτά σε κραυγές αγωνίας. Εκεί θα αναζητηθεί η πορεία μ’ αιχμηρές προεξοχές αλλά και η στρεσογόνα διαδικασία που μεταφέρει την εσωτερική διεργασία προτού παρασυρθούμε στην Άβυσσο. Μονότονη κι ευθύγραμμη πορεία που κάνει έντεχνα ηχητικό απάγκιο να διαβεί το μπάσο, λογικό βέβαια μιας και ο τύπος είναι μπασίστας κι έβγαλε το άχτι του. Το Black Metal του στηρίζεται πολύ στην κλοτσοπατινάδα του ήχου βγάζοντας αντί για χύμα πλοκή κάτι σχετικά ατακτοποίητο. Σε πιο ανέμελες ακροάσεις βέβαια άρχισε να με φτιάχνει η οπτική με το μπάσο στη θέση του πρωταγωνιστή και τ’ άλλα όργανα σε κομπαρσιλίκι. Συμπερασματικά το πρώτο Ep των Kallathon δεν ήταν και για το κάλαθο των αχρήστων αλλά δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας. Πιστεύω όμως πως ο ακροατής που θα μπει στην γενικότερη φάση του κύκλου, θα δικαιολογήσει το στημένο μοτίβο και τη προχειρότητα, γιατί από το εσωτερικό του θα εισπράξει το ρημαδιασμένο που νιώθει ολόγυρα.

2010-Absum-Purgatoire (8)

Folder

Ο Devon Boutelle ή Yagian ή σκέτο Y. βρίσκεται πίσω από τους Absum. Είναι ακόμα το μοναδικό πρόσωπο πίσω από Glossolalia, Odz Manouk κι ένας από τους ιδρυτές των Rhinocervs (δηλαδή παίζει κι εκεί). Σε γενικές γραμμές ένας από τους πιο δημιουργικούς μουσικούς της παρέας και σίγουρα ο ικανότερος να σκεπάζει εαυτό στ’ αόρατα σάβανα της ασημότητας. Το project των Absum προϋπήρχε έχοντας ένα Demo κι ένα Ep από το 2008, τα οποία δεν έχω ανακαλύψει ψηφιακά για να γνωρίζω τα καθέκαστα. Στο Compilation Purgatoire 2007-2009 που κυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro θεωρούσα πως έχει μαζέψει υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες. Αλλά είδα πως οι διάρκειές δεν μοιάζουν με όσα έκανε σε Demo και Ep, οπότε κατέληξα πως αυτά τα κομμάτια που θα βρούμε εδώ είναι μάλλον κάποια ακυκλοφόρητα που έγραψε σ’ εκείνη την περίοδο. Όπως κι αν έχει η ιστορία, εδώ ζει ένα αργό και φθονερό Black Metal που κολυμπά αμέριμνο στην παχύρευστη λίμνη του Funeral Doom. Τα φωνητικά είναι ισοδύναμα της μουσικής κοχλάζοντας με μια περιοδικότητα, μοιάζει σα να ‘χεις βάλει μικρόφωνο σε τσουκάλι που βράζει. Τα riff έχουν τον ρόλο του εξερευνητή εξάγοντας χρωματικές αποχρώσεις ή καλύτερα φωτεινές δυναμικές μέσα στη μούργα, ενώ τα τύμπανα τον κλασσικό μονότονο ρόλο της αργής κίνησης. Το ύφος των Absum δημιουργεί κλίμα που αγγίζει το soundtrack με σκηνοθετική νοοτροπία, χωρίς να χάνει το επίπονο και απρόσιτο σύγκρυο του Funeral Black Metal. Έτσι η ακρόαση είναι αποπνικτική σαν ατμοσφαιρικό ταξίδεμα στην φωτιά και το πύρωμα, κάνοντας το Purgatoire ειδεχθές πλατσούρισμα σε παραλία της κόλασης γι’ ακάθαρτες ψυχές.

2010-Blue Hummingbird On The LeftBloodflower (9)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Ep των Blue Hummingbird On The Left, από την πληροφόρηση που έχουμε τ’ όνομά τους είναι μια ελεύθερη μετάφραση του Αζτέκου θεού Huitzilopochtli. Την μπάντα αποτελούν τέσσερα πρόσωπα (άγνωστο ποια είναι ακριβώς) ταγμένα στον Μεξικανικό «ρομαντισμό». Το Bloodflower εμπεριέχει Raw Black Metal εφαρμογές σε σαθρό ηχητικό πακετάρισμα και riff που διάγουν ένα μονότονο χαοτικό πέρασμα. Αν και μικρό σε διάρκεια κουβαλά πυγμή και προσήλωση στην έκφραση, έτσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα φωνητικά. Αυτό είναι ένα θετικό χαρακτηριστικό μέχρι η μπάντα να το στείλει σε μονοπάτια που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Αυτό θα συμβεί στο Southern Rules Supreme με το φλάουτο και τους αλαλαγμούς σε ινδιάνικο τόνο να καταστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό το Peha της σοβαρότητας. Από εκεί και πέρα το μπαλάκι πάει στους ακροατές οι οποίοι αποφασίζουν αν θα την κάνουν μ’ ελαφρά ή θα παραμείνουν εδώ λαμβάνοντας την υπερβολή ως γλαφυρότητα και Cultιλίκι, αφήνοντας την κριτική τους δεινότητα για κάτι που προορίζονταν από την αρχή για σοβαρό.

2010-Odz Manouk (10)

folder

Αυτό είναι το δεύτερο project του Yagian που έκανε γνωστό η Crepúsculo Negro. Στην Αρμένικη μυθολογία ο Odz Manouk ήταν γιός ενός ανώνυμου βασιλιά που γεννήθηκε ως ερπετό. Απέρριπτε κάθε φαγητό και τρεφόταν αποκλειστικά με παρθένα κορίτσια, το δώμα του ήταν ένας απομονωμένος θάλαμος κάτω από το κάστρο του βασιλιά. Μια μέρα του πήγαν για γεύμα μια νεαρή κοπέλα με τ’ όνομα Arevhat. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εισήλθε στον θάλαμο του τερατώδη γιού και βρήκε την κοπέλα ζωντανή και τον Odz Manouk μεταμορφωμένο σ’ έναν όμορφο νεαρό άνδρα. Χρόνια αργότερα ο Odz Manouk έγινε βασιλιάς και η Arevhat βασίλισσα, κάνοντας επιτυχημένο έργο ως ηγεμόνες της Αρμενίας.

Καταχθόνιες Black Metal αναζητήσεις τυλιγμένες σε ασπρόμαυρο ηχητικό μανδύα με αποτραβηγμένα πνιχτά φωνητικά που σκούζουν την μακάβρια αλήθεια. Η ανάδειξή του ντεμπούτου των Odz Manouk θα γίνει από τα riff «αλάτι στην πληγή» που υπάρχουν σε σημεία των A Mymex Omen, The Indisciplinarian, I Will Crush To Marrow This Crow Of Ill, The Roaming και διάγουν έκλυτο βίο, ανοίγοντας πύλες μεγαλείου στη μανία. Δηλαδή, το ρυθμικό μέρος που τηρεί το απαράμιλλο μανιφέστο και μια χαοτική πάχνη αναδύεται γύρω μας. Οι Odz Manouk επιλέγουν Raw Black Metal εφαρμογές αλλά μανουβράρουν τα γκέμια της οργής μέσα στο μίσος, παράγοντας μια καθ’ όλα πνιγερή συναισθηματικότητα. Ο ήχος τους είναι δελεαστικός γιατί εθίζει, περιορίζοντας τα όργανα μέσα στο φύσημα, τις μικρές εκείνες γραμμές ή τρυπίτσες λάθους, που σε κάνουν να νιώθεις κάτι από την late 80’s-mid 90’s ζωτικότητα. Επιζητούν διάκριση μέσα από το πάθος και την δυναμική του μουσικού κι όχι από τον καλλωπισμό της τεχνολογίας. Είναι η τροφή του ακροατή που δεν ικανοποιείται από υποχόνδριους μελετητές του ορθού ήχου κι επιλέγει να βυζαίνει το γάλα της βρωμιάς. Είναι η λαχτάρα για Black Metal που δείχνει αποστροφή στην εξέλιξη, στρέφοντας το ενδιαφέρον στα ηχητικά τερτίπια, στην ίδια του την βάση, την χαλασμένη κατάνυξη.

2010-GlossolaliaGold In The Throat (11)

FolderΓλωσσολαλιά είναι η πράξη ομιλίας ή γραφής σε άγνωστο γλωσσικό σύστημα (Harper’s Encyclopedia of Mystical & Paranormal Experience). O όρος γλωσσολαλιά, προέρχεται από τις λέξεις γλώσσα και λαλώ (μιλώ) και αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, συνήθως στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης (Britannica Encyclopedia of World Religions). H Glossolalia είναι το πρωτότοκο τέκνο του Devon Boutelle και το Gold In The Throat ένα καλά οργανωμένο Compilation, που εμπεριέχει όλα όσα έκανε η μπάντα από το 2007 με τις Self-released κασέτες ως το ντεμπουτάκι Ep του 2008 Bondage.

Πίεση και μανία υψωμένα στους κόλπους της ημικρανίας, ίλιγγος και μυδρίαση στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εδώ έχουμε Black metal που κουβαλά από τον πυθμένα μέχρι την ακροτελεύτια μπασογραμμή του την καταφασία. Μια εγκεφαλική νόσο επαναληπτικής ροής με γνώμονα την κάβλα. Είναι η σουρτούκα πόρνη κίνηση χωρίς χάρη, ζουπιγμένη στα δώματα της ηχητικής σήψης και πριμαριστής λατρείας. Μπουκωμένη συμφορά ηλεκτρικών απολήξεων και κάτι υποχθόνια φωνητικά μπασταρδεμένα με τη πλοκή σε μια παράξενη συνεύρεση. Τα riff ξεχειλίζουν ένταση και ο ψημένος για φαιδρά μοτίβα ακροατής πασχίζει να βρει σωστό volume που θα του εξασφαλίσει την υγεία των ώτων, κι ύστερα απολαμβάνει. Αυτό είναι το πρότυπο του χαοτικού Usbm σε προσιτό όρος υπερβολής που δεν ξεθυμαίνει, δεν ξαποσταίνει και γενικά δεν ενδιαφέρεται για τίποτε ακολουθώντας τον δικό του κανόνα διαστολής. Τέλος, λίγο πριν ολοκληρωθεί το Three Knots Of A Rope ο Yagian θα περάσει από το ατέρμονο μοτίβο σε riff που σκίζει τη ροή για μια πρέζα trip αγαλλίασης. Επιθυμητό αρχικά κι έπειτα ποθητό, από κάθε πρεζάκι που μπήκε στους κόλπους της καταχνιάς και πήρε στάμπα μελανή που φέρνει στη σκιά του.

2010-Dolorvotre (12)

Folder 2

Ο Eduardo Ramírez (Bass, Drums, Guitars, Keyboards, Vocals) παρέα με τον Juan Cabello (Drums, Guitars, Keyboards, backing Vocals) σχημάτισαν πίσω στο 2009 τους Dolorvotre. Εδώ έχουμε τ’ ομότιτλο Full-album του 2010 που ξεκινά με intro βγαλμένο από τις κασέτες των Moëvöt και προχωρά σε μια κακοφορμισμένη πλοκή στο πλάνο των Les Légions Noires. Η tribute οπτική αυτού του project είναι φανερή ακόμα και στ’ όνομα Dolorvotre, που μοιάζει με ακουστική μίμηση της γλώσσας Gloatre: Είναι η μυστική διάλεκτος που δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν, για τα ονόματα των project και τους τίτλους των κομματιών τους, οι Γάλλοι των Λεγεώνων πίσω στα 90’s.

Το ύφος της μπάντας είναι πνιγμένο μέσα στη θαμπάδα, γεμάτο φύσημα και διακυμάνσεις εμβέλειας, έτοιμο να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ένα βουητό που εξυμνεί την κραιπάλη, τις καταχρήσεις και κάνει μαθήματα διαφθοράς. Ανυπόφορο σε σημείο να συναρπάζει, θα έρθει πακεταρισμένο σε βιολετί χρώμα για τη μνημοσύνη των παλαιών Demo κυκλοφοριών. Στην πλοκή θα βρούμε τα φωνητικά σε ρόλο μπροστάρη, που βγάζουν μια παθιασμένη μουρμούρα να ψελλίζει ολόγυρα. Οι κιθάρες κρύβονται πίσω από τύμπανα ή φτιάχνουν τη μαγιά προσπερνώντας καθετί άλλο (Worship Black Twilight & Treasure Of Sin). Ο ρόλος τους είναι καταλυτικός γιατί δίνουν την αίσθηση κίνησης σε μια μπαφιασμένη προσπάθεια. Η παραγωγή αποτελεί τη βάση του εγχειρήματος, γιατί είναι σχεδιασμένη με τρόπο να μετατρέπει το Raw Black Metal σε νόσο ψυχικής διαταραχής. Ραντίζει συνέχεια χαλασμένες ατμόσφαιρες κάνοντας ακόμα και τα γρήγορα σημεία να μοιάζουν ενταφιασμένα στο ιλαρό μνήμα της μουρμούρας. Οι Dolorvotre μπορεί ν’ αγγίζουν τη Γαλλική πρωτόλεια αντίληψη των λεγεώνων περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο project του κύκλου, αλλά δεν ξεχνούν την Usbm τακτική που θα προσαρτηθεί σε σημεία. Αν και μπουχτισμένο μέχρι τα μπούνια αυτό το ντεμπούτο κατάφερε να τους δώσει συμβόλαιο με την Ajna Offensive, την Αμερικάνα μάνα του νέου Black Metal κύματος. Εν αναμονή λοιπόν του διαδόχου, με την ελπίδα να μας το σερβίρουν σ’ ένα ακόμα χειρότερο ηχητικό μοντέλο.

2011-Arizmenda-Without Circumference Nor Center (13)

Folder

Μερικές φορές ένα εξώφυλλο κουβαλά μια επιβλητική παρουσία κι ένα δυναμικό χρώμα οδηγώντας το ακροατήριο σε παραλήρημα, ακόμα κι αν στο επόμενο κοίταγμα δει τις Kitsch και Humor αναφορές. Το δεύτερο full-album των Arizmenda είναι πρώτα απ’ όλα μια δόλια παγίδα κι έπειτα η συνέχεια της ιστορίας τους. Το αναφέρω αυτό διότι είχα πολύ αρνητική άποψη για το περιεχόμενό του στις απλές ακροάσεις. Αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην ενδελεχή παρατήρηση και συσχέτιση μαζί του κατάφερε να με μαγέψει. Ο δόλος θα εντοπιστεί στον ήχο που πέτυχαν, γιατί είναι μακράν ο χειρότερος που έχει υπάρξει σε κυκλοφορία του Black Twilight Circle. Είναι τόσο σκυθρωπός που με το ζόρι ξεχωρίζεις τα όργανα, ενώ αυτά παίζουν κομμάτια που θα μπορούσαν ν’ αναδειχθούν στην λογική μιας νορμάλ Black Metal παραγωγής. Οι Αμερικανοί όμως δεν επέστρεψαν για να κάνουν αίσθηση με μια κανονικότητα. Αντίθετα προσβάλλουν την αισθητική τους μ’ ένα ηχητικό τριβέλισμα θέλοντας να παίξουν με το αντιληπτικό μας επίπεδο, πετώντας το γάντι στο μυαλό μας. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε ιχνηλάτες του ασύμμετρου σχεδιασμού τους, αποκτώντας ολική αίσθηση του εγχειρήματός. Δεν εννοώ βέβαια να καταγράψουμε σε πεντάγραμμα τις αλληλουχίες των οργάνων, αλλά να βγάλουμε πόρισμα αποκαλύπτοντας το πέπλο της Ίσιδας. Πολύ πιο απλά να συντριβούμε με την αέναη πλοκή παραμένοντας αναλλοίωτοι μετά τη μυητική διαδικασία.

Στο περιεχόμενο του Without Circumference Nor Center τα τύμπανα και το μπάσο, το λεγόμενο ρυθμικό μέρος, είναι σε πολλά σημεία ενσωματωμένα. Ωστόσο, στο μπάσο θα δοθεί χώρος να γοητεύσει κινώντας τα νήματα σε ολόκληρα κομμάτια (Riders Of The Pale Horse…Crucifixion Of The Worm, Swalling Seas of Desire…Smashing Vessels Spilling Thought). Έπειτα οι κιθάρες εντείνουν με αγριότητα το εγκεφαλικό άλγος στη μεγαλύτερη διάρκεια, σιγοντάροντας στο γκρέμισμα των ορίων. Θα έρθουν όμως κάπου κάπου με διάθεση να εξαϋλώσουν τη πλοκή από την μούργα που κουβαλά με τόση μουντάδα, θα τις δούμε να σηκώνουν το σύνολο ακόμα και σε καθαρούς ουρανούς για μια και μόνο ανάσα. Τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και ζουν σ’ ένα συναίσθημα που μοιάζει με τύφο μονοτονίας. Εκεί θα επέλθει η λάμψη οφθαλμών των riff ως νέκταρ, θρεπτική κι αντίδοτο πλοκής. Τα φωνητικά έχουν και πάλι τριτεύοντα ρόλο, σε σημεία μάλιστα είναι τόσο πίσω που τα καταπίνει εξ’ ολοκλήρου η ροή. Αν όμως παρακολουθήσει κάποιος τον τρόπο τους, θα βρει πολλές αποχρώσεις που εντείνουν την ερμηνεία βγάζοντας αχαλίνωτο πάθος (Embrace Beauty In Your Arms…And Slit Her Throat). Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση χαίρομαι να βλέπω τους καταπληκτικούς τίτλους και το Black Metal των Αμερικανών να βγαίνει ολοένα και πιο εσωστρεφές. Γιατί πλέον είναι ένα χαοτικό πρόβλημα, χωρίς περιφέρεια και κέντρο, όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος του.

Οι ενδιαφερόμενοι που θα μπουν εδώ με ύφος θα βγουν όπως μπήκαν. Δεν πιστεύω πως θ’ αντέξουν ούτε δυο ολόκληρα κομμάτια, συνεπώς μοιάζει επιβεβλημένη μια διαφοροποίηση νοοτροπίας κατά την προσέγγιση. Θα πρότεινα λοιπόν σε όποιον εισέλθει, να το ακροαστεί με ακουστικά και καλό θα είναι να μην έχει παίξει πρωτύτερα μια ντουζίνα κυκλοφορίες. Η κάκιστη παραγωγή δεν θα γίνει ανεκτή διαφορετικά και σίγουρα θα στενέψουν τα περιθώρια κατανόησης και συσχέτισης. Θεωρώ αυτό το album την πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή του Black Twilight Circle, γιατί δεν δίδει απλόχερα τα δώρα του. Αντίθετα ζητά ένα αντίδωρο όρεξης κι επιμονής για να γεμίσει έξαψη τον ακροατή. Το αποτέλεσμα της ανάμιξης μαζί τους, μπορεί να θεαθεί σαν μια συρρίκνωση μέσα στο άπλωμα της πορείας τους.

2011-Volahn & Tukaaria (14)

Folder

Εδώ έχουμε το πρώτο split της παρέας που μας παρουσιάζει τους Tukaaria, μιας και είναι η πρώτη τους εμφάνιση ιστορικά. Πριν πάμε όμως στα κομμάτια τους, θα συναντήσουμε τους Volahn με το μεγάλο Tormenta Nativo και το intro του Nacom. Ο Ramírez μουτζουρώνει σχετικά τον ήχο, θέλοντας να βγάλει τον πρωτόλειο εαυτό της μπάντας του. Είναι ένα γρήγορο Black Metal με τύμπανα σε ακουστική ταπεράκια/μπολάκια, πάνω στα οποία είναι ακουμπισμένα φωνητικά αγριότητας και ξωπίσω κάτι κουμπωτές κιθάρες που σφυρίζουν μέσα στον καθ’ όλα χαλασμένο ηχητικό περίγυρο. Ένας διαφορετικός χαρακτήρας των Volahn, μαγαρισμένος σε μουρτζούφλικη παραγωγή που προσαρτά όλο και περισσότερα ραδιοφωνικά παράσιτα μέχρι να ολοκληρωθεί. Μπορεί να μην αγγίζει την μαγεία του ντεμπούτου, αλλά ικανοποιεί τη σάπια rehearsal καμενιά που ζει μέσα μας, όντας δελεαστικό να λάβει ακροάσεις. Θεωρώ πως τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να ξενίσουν τους ακροατές που γοητεύτηκαν από το πρότερο ύφος της μπάντας. Αλλά στην επανεξέταση θαρρώ πως όλοι συμφωνούμε ότι είναι από θεμιτό ως δελεαστικό να βγαίνουν οι μουσικοί πιο ελεύθεροι στα Split, δίνοντας άλλες προοπτικές. Γιατί δεν είναι μόνο το cult της ιστορίας που πρέπει να ικανοποιηθεί αλλά και η εξέλιξη του ήχου που μπορεί να καμωθεί από την αλλαγή της εφαρμογής, πάντα στα όρια του μοντέλου.

Η λέξη Tukaaria ανήκει στους Ινδιάνους Yaqui και σημαίνει νύχτα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα solo project, με τον μουσικό να φέρει ως ψευδώνυμο τ’ όνομα της μπάντας του. Τα τρία πρώτα κομμάτια τους στέκουν σταθερά σε μονότονο, χαοτικό Raw Black Metal με αφοσίωση στην ομαλοποίηση της ταχύτητας. Το ρυθμικό μέρος είναι θεμέλιο κίνησης και στήνει το μαύρο σκηνικό, τα φωνητικά είναι αξιοσημείωτα και ρητορεύουν grim ιστορίες με πυγμή, μέχρι να πιάσουν καθαρές μελωδικές αναζητήσεις (Giver Of Oblivion) σε μουντό φόντο. Ολόγυρα οι κιθάρες με συγκεκριμένα riff εξελίσσουν το μοντέλο, είναι επιφορτισμένες τον έλεγχο της ταχύτητας, την αύξηση και τη μείωση της. Μέχρι να μπει το Otma που θα κάνουν μια ζόρικη αλλαγή για το άνοιγμα της μηχανής τους. Ο τρόπος των Tukaaria είναι επίπεδος στη βασική νόρμα του Usbm αλλά εκπέμπει σθεναρά στην κλίμακα επίθεσης και βίας. Η διάνοιξη στον ήχου των κομματιών που έγινε στην επανέκδοση του Raw To The Rapine από την Profound Lore Records, τους έδωσε μια νέα διάσταση κρατώντας συνάμα και τα θετικά τους χαρακτηριστικά.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως τα split του Black Twilight Circle είναι άλλη μια έντεχνη παγίδα που αιχμαλωτίζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία. Αυτό γιατί προεκτείνουν τα όρια της «φάσης» και οι οπαδοί ως άλλου τύπου πρεζάκια θέλουν την δόση τους, εκδηλώνοντας τ’ οπαδικό τους φρόνιμα με την εξάντληση κάθε κασέτας από την προπώληση.

2010-ShataanWar Cry Lament (15)

Folder

Οι Shataan είναι ένα project που κουβαλά αρκετά διαφορετική φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Έχουν τρία μέλη, τον Shataan σε φλάουτο, κιθάρα και φωνητικά, τον Eduardo Ramírez στο μπάσο και τον Murdunbad στα τύμπανα. Το μοναδικό Demo που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα έχει τίτλο War Cry Lament και το πιο αινιγματικό εξώφυλλο του κύκλου, γιατί μπορεί να περάσει ακόμα και απαρατήρητο. Το περιεχόμενο τραμπαλίζει ανάμεσα στη λύπη και τον πόνο με μια ιδιότυπη έκφραση, που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως θρηνητική κακομοιριά. Αρχικά το φλάουτο κάνει λίγο folklore την εισαγωγή αλλά στην συνέχεια δεν στολίζει παράταιρα την οπτική, το μπάσο μπουμπουνίζει μελωδικά όντας πανταχού παρόν. Δίπλα τους σουλατσάρουν τύμπανα σε αχνό φόντο και riff που παίζουν σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Έχουν ως στόχο να κρατούν την ταχύτητα σε mid tempo πλαίσια και το καταφέρνουν με πολύ θετικό πρόσημο για τη συναισθηματική πορεία του συνόλου. Οι Shataan δεν παίζουν Black Metal, απλά το κουβαλούν ως χαρακτηριστικό ψυχής στον πυρήνα της έκφρασης τους. Η αλήθεια είναι πως δε μπορείς να πεις και τι ακριβώς παίζουν ή πως φαντάζουν, κι αυτό θα προστεθεί στα θετικά. Το πιο παράξενο στοιχείο στο War Cry Lament είναι τα φωνητικά, που ζουν στις παρυφές μιας καθαρής άρθρωσης με φωναχτές τάσεις σε ρόλο μοιρολογίστρας, χαροπαλεύοντας αρχικά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ζήτημα είναι πως όσο περνά η ώρα βγάζουν ένα ύφος που θυμίζει, έστω και σχετικά τον Quorthon (Cycle Of Destruction And Rebirth). Σαφώς δεν μιλάμε για κάποια εκπληκτική ερμηνεία, ούτε όμως και για παρωδία και αυτό το τελευταίο σπάνια συμβαίνει όταν υπάρχει μιμητισμός. Ξεχωριστό κι ενδιαφέρον project που θεριεύει στους κόλπους της εξωστρέφειας, θέλοντας να μοιραστεί μαζί μας τους καημούς του, ν’ αγγίξει τον ψυχισμό μας με την συναισθηματική του φόρτιση.

2011-The Haunting Presence (16)

FolderΕδώ έχουμε την πρώτη Black/Death έλευση του κύκλου. Οι The Haunting Presence είναι project του Ghastly Apparition, δηλαδή του Blasphemer Nuclearwhore Of Black Blood που είχε παλαιότερα μπάντες στο ίδιο ύφος, όπως οι Nocturnal Blood, Nuclear Desecration και Hate Kommand. Όπως ανέφερε και η Crepúsculo Negro ως υπότιτλο στην ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Demo: Είναι ένα βίαιο Σαμανιστικό χάος που κάνει επίκληση στην φρίκη, το άγχος και τον υπερφυσικό τρόμο. Εδώ θα βρούμε τέσσερα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, που εξερευνούν με περισσό πάθος την θαμπή και σχετικά παχύρευστη μαγεία του πρωτόλειου οργανικού ήχου. Μια ανήσυχη και αδιαπέραστη νοημοσύνη σπέρνει στο διάβα της καθώς βίαιες πράξεις ασέλγειας ποινικοποιούν όσο χρειάζεται το περιεχόμενο. Μέχρι να φτάσουμε στο βορβορώδες κρησφύγετο της μούργας, τα Obscure βασίλεια και το τελετουργικό τους μανιφέστο για συνειδητή καταστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον αντί-παιάνα για την θεϊκή υπόσταση του άγχους. Τα τύμπανα είναι μπροστά και τα φωνητικά (μαύρος σκύλος) το ισοδύναμο τους, κιθάρες και μπάσο (Violent Acts Of Carnality) ρολάρουν την πλοκή σχηματοποιώντας μια λαχταριστή κλεισούρα που προκαλεί νευρικότητα. Εδώ έχουμε μια αποτρόπαια έλευση στα χνάρια των μετρητών της οργής Archgoat, Blasphemy και Demoncy. Η χαβούζα σε όλο της το μεγαλείο με μια κρυφομπολτοζέ παραγωγή που στομώνει τα περιθώρια, αφήνοντας να περάσουν μόνο οι αναθυμιάσεις μεθανίου για την εξύψωση της βρώμας. Η πλήρης γεύση που αφήνει αυτό το ενδεκάλεπτο Demo μας δίνει το δικαίωμα να κοιτάμε το μέλλον του Black/Death από την σκοπιά της μικρής κακοφορμισμένης λαίλαπας, όπως ακριβώς μας τα είπαν και οι Black Witchery στο Inferno Of Sacred Destruction.

2011-Ashdautas & Bone Awl (17)

folder

Το flayer της Crepúsculo Negro έβγαζε μεγάλη προσμονή για ετούτο το split. Υπήρχε περισσό πάθος και μια λαχτάρα που επεδίωκε να γεμίσει με κάψα τον ακροατή. Στα μάτια τους όλο αυτό είναι δικαιολογημένο μιας κι εδώ θα βρούμε νέο υλικό από τους παλαιούς της συνομοταξίας. Αρχικά οι Ashdautas επιστρέφουν με το τελικό τους Line-up, γράφουν ένα νέο κομμάτι κι έπειτα διαλύονται. Το Vermillion Stars In Depths Familiar είναι ένα Μεγάλο Έπος τόσο σε διάρκεια όσο και σ’ εφαρμογές, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ κι ένα κύκνειο άσμα που τιμά το Black Metal. Είναι μια σύνθεση που ομογενοποιεί εκπληκτικά το Black Metal παρόν με το Heavy Metal παρελθόν, δομημένη με τρόπο που αυτό δεν θα παρατηρηθεί άμεσα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δεν κουράζει διόλου σ’ επίπεδο πλοκής, ενώ ξεπερνά τα είκοσι λεπτά, γιατί κουμαντάρει το δρόμο του αιχμαλωτίζοντας με τις εφαρμογές του όλο και περισσότερο την προσοχή μας. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εδώ είναι οι κιθάρες, μιλάμε για riff, πάρα πολλά riff με ποικίλα δεσίματα, που κάνουν όλες τις απαιτούμενες κινήσεις προέκτασης αγγίζοντας ακόμα και solo σημεία με υποχθόνια ψυχεδελική μέριμνα. Οι αλλαγές που επιτυγχάνουν στο tempo μοιάζει με αναπνοή καθαρού οξυγόνου για την διαύγεια του εγκεφάλου στο επόμενο αγνάντεμα. Τα τύμπανα έχουν έναν υπέροχο γεμάτο ήχο μα και διακριτικό συνάμα, ενώ το μπάσο κουμπώνει επάνω τους σαν μωρό σε αγκαλιά. Μοναδικό μεμπτό σημείο είναι τα πνιχτοστριγγλιχτά φωνητικά, τα οποία εδώ κάνει ο Volahn κρατώντας το ύφος που είχε η μπάντα ιστορικά. Το θετικό είναι πως μοιάζουν περισσότερο με αυτά που έκαναν στο Where The Sun Is Silent και σταδιακά συνηθίζονται. Το δεύτερο κομμάτι Choirs Of Vice είχε γεννηθεί από το 2009 και θα το βρείτε σ’ εκείνη την πρώτη collection κασέτα του Black Twilight Circle που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Είναι ογκώδες και δυναμικό, γεμάτο συναισθήματα αγριότητας. Θα κινηθεί με riff σε διάφορες όψεις, μια εκ των οποίον μοιάζει με υποχθόνια μελωδική στρεβλότητα ενώ η φωνητική συστοιχία σκούζει μαστιγώνοντας το ακουστικό μας κέντρο.

logoΟι Bone Awl είναι ένα ζόρικο ντουέτο από το Novato της Καλιφόρνια με σωρεία Demo, Split και Ep κυκλοφοριών από το 2002 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας που πέρασε. Το μονοπάτι τους δεν ήταν ακραιφνώς Black Metal αιχμαλωτίζοντας μέσα στο Raw & Minimal σκηνικό Punk και Noise επιρροές, στρώσεις ή σκέψεις. Η μονομανία τους, όσο και η πολύ συγκεκριμένη συνθετική διάσταση που υπηρετούν τους δίδει καλή θέση στην ιστορία του Usbm. Η αισθητική τους είναι εθιστική όταν γίνει αποδεκτή, αλλά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θέλει κουράγιο και μια πεντάδα κυκλοφορίες τουλάχιστον. Από την έναρξη της πορείας τους διακρίνονται μέσω μιας εξαίρετης εικαστικής προσέγγισης, την ακολουθούν ηχητικοί τραμπαλισμοί, προσφέροντας σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία δελεαστικό ήχο με διαφοροποιήσεις. Δυστυχώς δεν μας παίρνει ο χωροχρόνος για λογάκια πάνω στις κυκλοφορίες τους (είναι βλέπετε καμιά εικοσαριά..), ωστόσο θεωρώ πως αξίζει μια καλή βουτιά στο λαγούμι με τις καρφίτσες τους. Οι γυρολόγοι του ήχου όσο και οι σοβαροί μελετητές που θ’ ασχοληθούν, ξέρουν ότι θα φτάσουν σε συμπεράσματα αν πάρουν την ιστορία από την αρχή. Επειδή όμως αυτό το Blog δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς απτές προτάσεις, οφείλω να σημειώσω πως όσα έκαναν ακουμπούν μια συγκεκριμένη ποιότητα που δεν έχει τόσο νόημα να τη δούμε σ’ επίπεδο σύλληψης ή παικτικά αλλά σε ηχητικό σερβίρισμα. Σε αυτόν λοιπόν τον τομέα μου έκαναν εντύπωση οι κασέτες Night’s Middle, By Ropes Through Dirt, Night Is Indifferent, So I Must Take from The Earth, Meaningless Leaning Mess και το Split με The Rita.

Στο παρόν Split επανέρχονται στο δικό τους μοτίβο, με μικρά σε διάρκεια κομμάτια και γουργουρητό ήχο που γεννοβολά κυκλικά riff. Η φυσιογνωμία τους κοντεύει το Punk αλλά δεν το αγγίζει στον ειρμό, μιας και ζει σε μέτριες ταχύτητες. Οι ιδέες τους έχουν αυτή την μονοδιάστατη προσέγγιση κάνοντας το σύνολο να μοιάζει με Live τζαμάρισμα. Σημείο που γενικότερα έχουν στον χαρακτήρα τους ακόμα κι όταν μεγαλώνουν τον χρόνο των κομματιών. Τα φωνητικά βρίσκονται σ’ εσωτερική προεξοχή και ζουν αρκετά μεταλλαγμένα κοντεύοντας σε σημεία τον ήχο του Wrest (της Demo περιόδου). Ενώ το ρυθμικό μέρος βοηθά να βγει μια rock n’ roll υφή, τυλιγμένη βέβαια πολλά σκοτεινά βυθίσματα για να περιγραφεί ορθά απ’ αυτό τον όρο, ωστόσο η κινητική διάσταση που έχει με αναγκάζει να τον χρησιμοποιήσω. Οι Bone Awl τηρούν κατά γράμμα το μονοπάτι τους, που είναι ένα κακόφημο και αδιέξοδο σοκάκι. Σημείο που σπάνια θα βρεθούν μεγάλες παρέες για να χαρτογραφηθεί ως τόπος του μαυρομεταλικού χάρτη, αλλά ιδανικό για ν’ αράξουν τίποτε πρεζάκια σαν εμάς.

2012-Kallathon & Volahn-Disequilibrium Of The Ecliptic Plane (18)

FolderΗ ιστορία των Split κυκλοφοριών που προάγουν την κοινή συνισταμένη και πορεία του label θα συνεχιστεί με την ένωση Kallathon και Volahn. Οι πρώτοι μπαίνουν εδώ δυναμικά παίζοντας Black Metal με Raw θεμέλια που ζει σε ταχύτητες και παράξενα φωνητικά με ογκώδη σχηματισμό, σε φάσεις καγχάζουν μιλώντας δυνατά. Ο Kallathon στην δεύτερη προσπάθεια έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στα riff, τοποθετώντας τα στο πηδάλιο της μαούνας του. Από εκεί μανουβράρουν με τέχνη, σα καπετάνιος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να ξεφύγει από το φουρτουνιασμένο πέλαγος. Έτσι μετατρέπουν την επίθεση σε αρμονική πορεία με το καράβι τους να σκίζει πλέον και καθαρούς ωκεανούς. Μοιάζει στην εξέλιξη με τα καιρικά φαινόμενα που τροποποιούν τα κύματα, διαγράφοντας σταδιακά τα θαμπά χρώματα ώστε να γεμίσει φως ο καμβάς που επιμελούνται. Είναι μια θαλασσοταραχή που θ’ αντικατασταθεί από την εμφάνιση του ήλιου, μια μελωδική διαύγεια που εγκαθιδρύει νέες εικόνες του ίδιου τόπου. Αργότερα (Of Earth, Wind, Seas Of Blood And The Rhythm Of Chaos) θα έρθει το μπάσο να γεννήσει μια νηνεμία, τ’ απάνεμα σημεία αφυπνίζουν συναισθήματα που θα παραμείνουν στην κλίμακα της εσωστρέφειας, ολοκληρώνοντας έτσι μια πανέμορφη εξιστόρηση. Τα κομμάτια είναι ακόμα μεγάλα σε διάρκεια όπως και στο ντεμπούτο, μα ο τρόπος που συνθέτει πλέον ο Αμερικανικός τα κάνει ξεκούραστα με σαφή και συγκεκριμένο στόχο.

FolderΟ Volahn σε ότι κι αν κάνει μετά το ντεμπούτο, προκαλεί μετάλλαξη στο ύφος του. Είναι λες και προσπαθεί να τοποθετήσει το project σε όλες τις πιθανές εκτάσεις της Raw Black Metal πλοκής, βγαίνοντας μάλιστα και σε αχαρτογράφητα σημεία. Στο παρόν split μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάτι από τους παλαιούς Volahn αλλά έχει υποστεί μετάλλαξη στον ήχο της κιθάρας. Εδώ λοιπόν θα βρούμε τέσσερα κομμάτια νορμάλ διάρκειας, σε σχετικές ταχύτητες γεμάτα μελωδικά riff στο επίπεδο που επιτάσσει η concept/split διαδικασία. Ο Eduardo Ramírez δεν παίζει όμως πρόχειρα με χύμα διάθεση, αντίθετα μελετά ιδιαίτερα την σύνθεση, τον ήχο και την πορεία των κομματιών. Προσπαθεί να εξάγει φρέσκο feeling με ακαθόριστο συναισθηματισμό, σημείο βέβαια που μπορεί να είναι συνέπεια και όχι αυτοσκοπός. Τα riff του αγκαλιάζουν θερμά το θυμικό μας και μπορούν να χαρακτηριστούν χρωματικά ή καθάρια. Τα τύμπανα έχουν υπόκωφο χαρακτήρα προκαλώντας κίνηση, ενώ τα δυναμικά φωνητικά θα μας κάνουν αφήγηση σε ομοούσια κάθετη γραμμή με το ρυθμικό μέρος. Μαζί σχηματίζουν το ζόρικο τμήμα του συνόλου που θα έρθει σε σύγκρουση με τις μελωδικές κιθάρες. Ο ήχος των οποίων είναι το μυστικό όπλο του εγχειρήματος. Γιατί είναι τόσο στιλπνός λες και χρησιμοποιεί παλαιό λαμπάτο ενισχυτή, αγγίζοντας σε σημεία την γλυκάδα του surf ή ψυχεδελικού rock. Συμπερασματικά δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον αντιφατικό κράμα με μοναδική παραξενιά την ακαθόριστη αισθαντικότητα. Μουσικά μπορούμε να το χαρακτηριστούμε Usbm μόνο τυπικά, γιατί κουβαλά τόσο ξεχωριστή γεύση που μένει κάπου αυτόφωτο μεγαλώνοντας τον χαρακτήρα των Volahn. Τα κομμάτια Q’ukumatz και Tecpán είναι καταπληκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

2012-Muknal (19)

Folder

Οι Muknal έκαναν το πρώτο τους Demo με μια θαυμάσια εικαστική προσέγγιση. Βρίσκονται στα σπλάχνα της μητέρας γης και φωτίζουν με ρόδινο χρωματισμό, αποκαλύπτοντας την κρυφή γοητεία της πρώτης μήτρας. Δαιδαλώδη τούνελ και σχισμές σε βράχους ρήγματα και ρωγμές, στόμια και μελανές κοιλότητες ως θέλγητρα μυστηρίου. Η αργόστροφη Black Death στοιβάδα που θα γίνει στρόβιλος κατέφθασε. Ένα τακτοποιημένο οικοδόμημα που ενοποιεί την Death Metal κατολίσθηση με το αινιγματικό καντήλι του Black Metal. Ένα έργο που κοντεύει τη χασμωδία μα υπακούει σε μετρονόμο, έχοντας για σύμμαχους riff σα Doom ογκόλιθους και χοντρά φωνητικά που μας γνέφουν να μπούμε στην αλλοφροσύνη του, σα κακοφορμισμένος σκύλος. Η ψυχική του διάσταση σκοτεινιάζει με θαμπάδες την προσοχή μας, μεταφέροντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική γούρνα, όπου τα riff ανοίγουν χαραμάδες μετατρέποντας τη μελανή οπή σε καταχθόνια κρύπτη γεμάτη λαμπερούς κρυστάλλους. Σα τεχνική συνάρτηση δουλεύει το ρυθμικό μέρος, κατεβαίνοντας σταλαγμίτες και πηδώντας σταλακτίτες, όπως η νυχτερίδα που στο μάτι μοιάζει με νευρικό πουλί και στο διαβήτη πάει με ραντάρ, σε τέλεια κίνηση. Ήχος βαρύς και συνεχόμενος κοντά σε νεότερους αναζητητές του πρώιμου ακραίου ήχου όπως οι Vasaeleth και Mitochondrion, αλλά γεμάτο διάθεση και πάθος για μια άρτια και πρωτόγονη αίσθηση. Gourmet Black/Death, για οπαδούς που επέλεξαν ν’ ακολουθήσουν τ’ αρούργια μέσα στο φλοιό της γης και δεν ξαναγύρισαν κοντά μας.

2012-Muknal & The Haunting Presence (20)

Folder

Αυτή ήταν η τελευταία κυκλοφορία της Crepúsculo Negro πριν μπει σε ύπνωση. Μια χημική ένωση πυριτίου και άνθρακα που σχηματίζει το καρβίδιο του Black/Death. Ένα concept split που ομογενοποιεί τις μουσικές των δυο project, λες και συνουσιάστηκαν τελετουργικά σε καταβόθρα. Ένα Us Black/Death για λεχρίτες που πάσχουν από ανθρακωρυχωλαγνεία και θα θελαν να ζήσουν σα τυφλοπόντικες μέσα στα μπετά. Να νιώθουν τους σεισμούς πιότερα και απ’ το επίκεντρο, να ηδονίζονται στους μετασεισμούς και να επιζητούν καταποντισμούς ως εξιλέωση. Οι ψαλμωδίες που υπάρχουν σε σημεία άλλωστε, μαρτυρούν τις προσευχές τους για το φρικτό μας τέλος. Από εκεί και πέρα μόνο Μπίχλα και κατραπακιές, μνησικακία και μαύρη αηδία. Με απλότητα και σοφία οι δυο μπάντες αποδεικνύουν τον ουσιαστικό στόχο των Split κυκλοφοριών: Να σφύζουν από ελευθερία εφαρμογών και να μην δείχνουν κανέναν οίκτο στους ακροατές. Γι’ αυτό σκορπίστε στο δωμάτιο το πουρί της σόμπας, καθίστε αναπαυτικά και πατήστε το play, θα ‘χει λάσπες και σκατά η φάση.

Εδώ τα πάντα μπουκώνουν για τους Muknal, τα δυο τους κομμάτια μοιάζουν να ‘ρχονται από τα βάθη του βασαλτικού στρώματος, έχοντας οργώσει γερά κάθε σπιθαμή του. Είναι μια χολοσκασμένη οργή χωρίς φτιασίδια, από σχισμές που δε θώρησαν ποτέ δράμι φωτός. Μουντάδα, φύσημα κι ένα ευαγγέλιο πηχτών τυμπανισμών με τακτική μανία. Σιαμαία επάνω τους φωνητικά που υποσκελίζουν την χοντροκοψιά της μουσικής με την δικιά τους, ουρλιάζοντας μαύρες πίκρες απ’ το βούρκο. Μερικά riff μαρτυρούν αιρετικές κινήσεις σε στρεβλό πλάνο, μα δεν είναι τίποτε άλλο από τους τριγμούς που βγάζουν οι τεκτονικές πλάκες σαν τις προσπερνούν οι μπουλντόζες της ψυχής τους. Μούργα, φούμο και γκρίζα πάχνη για τους The Haunting Presence, που ακολουθούν εκκρίνοντας θερμική ενέργεια μέχρι την υφαλοκρηπίδα. Στην ίδια ηχητική μέριμνα αλλά πιο ατακτοποίητοι μουγκρίζουν στο παχνί τους. Μέχρι να μπει το Hideous Faces Of Unknown με φωνητικά που τσουρούφλισαν απολήξεις του πυρήνα, βγαίνοντας δυνατότερα απ’ οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Εκεί βασιλεύει το μπάσο και η οργή, τύμπανα από τον πυθμένα κι ένα μάτσο σφυριά που ξεσκατίζουν το μανδύα της γης από τα πετρώματα του σκότους. Orthodox Black/Death ή στεγνά το πιο σάπιο και γοητευτικό Demo που έχετε ακούσει εδώ και πολύ καιρό…

2011-Tukaaria-Raw To The Rapine (21)

Folder

Το ντεμπούτο των Tukaaria, Raw To The Rapine, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το Split με Volahn όπου και τους γνωρίσαμε. Το Black Metal τους είναι Raw ακόμα και στον τίτλο, σχηματίζοντας πνιγερό feeling με καλό ήχο που τιμά αρκετά το δέρμα των τυμπάνων. Η λεηλασία του ακατέργαστου συνοδεύεται από φωνητικά που κραυγάζουν σε γεμάτες εκφράσεις και τείνουν ν’ αγγίξουν πολλές εκδοχές ερμηνείας. Θα φτάσουν μέχρι και μελωδικά περάσματα όπως στα Prehistoric Silence & Glorifying Atrophy (από τα καλύτερα κομμάτια του Demo μαζί με τ’ ομότιτλο και το έξοχο Transfixion). Τα riff έχουν ως βασικό στόχο την ευθυγράμμιση της ροής αλλά δεν μένουν μόνο εκεί, προκαλώντας κι άλλες ρότες που φτάνουν τη μουσική σε μερική διαφοροποίησή. Στις προεξοχές αυτές είναι εξαίσια, βγάζοντας προς τα έξω ένα project που εσωκλείει αρκετές πτυχές στην κατά τ’ άλλα αγνή και τυπική του πορεία. Η κίνησή τους μάλιστα μπορεί να μεταστρέψει ακόμα και το βασικό μοντέλο του συναισθηματικού μοτίβου, γεννώντας μελωδίες που δεν χαλούν το ύφος της Raw Black Metal μοβόρας ροής. Ο ήχος στα τύμπανα όσο και οι διάφορες χρήσεις τους, είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι του Αμερικανού. Αυτό γιατί πειραματίζεται παίζοντας με αρκετές αλλαγές χωρίς να μεταλλάσσει τη επιθετική ορδή που χαρακτηρίζει το σύνολο. Αγγίζει τόσο τις γεμάτες, ογκώδεις καλοστεκούμενες θέσεις όσο και τις γρήγορες προσπεράσεις, ενοποιώντας δέρμα και μέταλλο ισόρροπα. Μαγειρεύοντας εν τέλει ένα άκρος ενδιαφέρον ρυθμικό μέρος από την αρχή μέχρι και το τέλος, που κρατά δέσμιο τον ακροατή στη δράση του.

Προς το τέλος του 2012 η Profound Lore Records επανακυκλοφόρησε το Raw To The Rapine μαζί με όλα τα κομμάτια των Tukaaria από τα Split που έκαναν. Η νέα παραγωγή άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του συνόλου, κάνοντας τη μπάντα ακόμα πιο προσιτή σε ακροατήρια που δυσκολεύει ο ήχος σιχτίρισμα. Πέραν αυτού κατάφερε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τ’ αξιόλογα χαρακτηριστικά του, όπως κάτι riff σε σημεία που ήταν θαμμένα και τον όγκο που του πηγαίνει πολύ.

2011-Odz Manouk & Tukaaria (22)

Folder

Η Ιεροτελεστία της πυγμής θα συνεχιστεί και σε αυτό το Split, που εμπεριέχει άλλη μια ενδιαφέρουσα ενοποίηση. Οι Tukaaria σκάνε μύτη με τρία κομμάτια από το θαμπό τους κρησφύγετο, με ήχο που τα κάνει να μοιάζουν μακρόσυρτα χωρίς να’ ναι μεγάλης διάρκειας. Για μια ακόμα φορά τα τύμπανα κλέβουν πόντους από την λοιπή διαφθορά, μαγαρίζοντας όσο πρέπει το τύμπανό μας για να τα ποθεί ασταμάτητα. Τα φωνητικά είναι μπουκωμένα στάζοντας δηλητήριο με λόγια οργής μέχρι να ξεφύγουν σε καθαρές αρθρώσεις από κούφιες γωνίες γοητεύοντας. Τα riff λυσσομανούν, μανουβράρουν και εν τέλει ανοίγουν πύλες σκορπώντας μικρές ηδονές μελωδίας. Στην επανακυκλοφορία της Profound Lore που είδαμε παραπάνω έχουν αλλάξει λιγάκι τις διάρκειες των τριών κομματιών, βγάζοντας όγκο με τα εκρηκτικά συναισθήματα να πληθαίνουν μέσα μας.

Στην πλευρά των Odz Manouk θα έρθουμε σ’ επαφή με το βαρύ τους προσωπείο, ένα Raw Black Metal που έχει αποκτήσει όγκο και μασουλά τη ταχύτητα που πλέον μοιάζει με πάχνη. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια που αναμοχλεύουν ατμόσφαιρες μέσα στην πλοκή, μεταλλάσσοντας θετικά τον χαρακτήρα της μπάντας. Το νέο πρόσωπο θα βρεθεί και στις επιμέρους πρακτικές. Όπως τα φωνητικά που στη βασική τους διήγηση περιφέρονται σε λαχταριστή grim εκφορά, μέχρι να φτάσουν τις λεπτές μελωδικές φόρμες που θυμίζουν Urfaust. Αλλά και τα riff που έχουν πλέον διττό ρόλο. Από τη μια σιγοντάρουν το ρυθμικό μέρος ξύνοντας τη λεωφόρο, προσφέροντας ολίσθηση και κατ’ επέκταση ταχύτητα και από την άλλη κάνουν παράτολμα και ακαθόριστα μελωδικά σουλάτσα σε αργό φόντο. Ο Yagian φτιάχνει έντεχνα και τον ήχο στα τύμπανα, είναι λες και τα εσωκλείει σ’ ένα σύννεφο να δίνουν όγκο, επιτρέποντας την λεπτομερή ακρόαση των άλλων οργάνων. Μέσα απ’ όλα αυτά κατορθώνει ολοένα και περισσότερες διαφοροποιήσεις στα project του, καταλήγοντας να κάνει πολύ καλά κομμάτια. Σημείο που δύσκολα συναντάμε όταν το κύριο μέλημα είναι ο δρόμος της αλλαγής, αν και κάτι μου λέει πως αυτό μπορεί να έγινε ανάποδα.

2011-Nihilobstat (23)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Demo των Nihilobstat και ζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε instrumental εκτάσεις. Το project πέρα απ’ το ξεκίνημά του δεν υφίσταται κάνοντας live, μένοντας καλά κρυμμένο ως άσημο τέκνο πίσω από την αυλαία. Τα τρία μέλη τους έχουν ως όνομα ένα γράμμα, το μοναδικό που μας πάει κάπου είναι το γράμμα Y. (παίζει μπάσο) και παραπέμπει στον πανταχού παρόν Yagian. Εδώ θα βρούμε Raw Black Metal που όσο προχωρά φλερτάρει με Doom ξόανα και όσο κωλυσιεργεί βγάζει μυρωδιές ατμοσφαιρικών εφαρμογών. Τα riff είναι μια ήρεμη δημιουργική δύναμη που προχωρούν την διαδικασία, τα κινεί μια τάση για μελωδία αλλά και πρίμα προθέσεις. Το ύφος της μπάντας είναι ετοιμόρροπο, στο μεταίχμιο μιας παραγωγής με αρκετό φύσημα και μοιάζει σχετικά αργόστροφο. Σε σημεία το ρημαδιασμένο σύστημα θα παρεκτραπεί σε ξεσπάσματα χωρίς να μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσα τους. Αποκορύφωμα ταχύτητας είναι το τρίτο μέρος που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με κανέναν τρόπο, εκεί μάλιστα τα riff θα βγάλουν άρωμα Rhinocervs περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι. Τα φωνητικά υπάρχουν μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο και στέκουν πολύ πίσω σε ατακτοποίητους σχηματισμούς. Η χύμα πλοκή σε συνδυασμό με τις παραπάνω λεπτομέρειες φεγγοβολά ένα παράξενο φως που μοιάζει οικείο και δελεαστικό. Σχηματίζοντας εν τέλει ένα εθιστικό Demo που μπορείς να χαθείς μέσα του σε ανερμάτιστους στροβιλισμούς. Το Nihilobstat κουβαλά κι ένα γουστόζικο εξώφυλλο που μεταδίδει δέος και τρόμο μ’ ένα σκίτσο. Η επιλογή τους είναι εξαίσια γιατί μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατορθώνοντας μάλιστα να είναι τόσο εύστοχη ώστε να μην μπορεί να θεαθεί με καμιά εκ των δυο αυτών αισθήσεων. Δίδει λιτά και κομψά στον ακροατή μια καρικατούρα ρεαλισμού για να του θυμίζει το βαθύτερο Είναι του Black Metal. Στις σημειώσεις του Metal Archives διαβάζουμε, Live rehearsal recorded in 2000 και το δεχόμαστε άμα θέλουμε, κάνοντας συνειρμούς για το πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε τότε ή αν όσα μουσικά περιγράφει τα είπε κάνεις άλλος από τότε. Απαντήσεις πολλές και διάφορες, ουσία καμία..

2011-The Haunting Presence (24)

coverΕδώ έχουμε ένα Ep έξι λεπτών που κυκλοφόρησε η πρωτοεμφανιζόμενη Shaman Of Horrors Offering, για το Live Ritual “Dolorvotre and The Haunting Presence”, στις 19 Νοεμβρίου του 2011 στο Los Angeles. Χρονικά είχε έρθει λίγο πριν από το Split με τους Muknal, το οποίο είχε κοπεί και πάλι για μια ανάλογη φάση, το West Coast Tour των δυο συγκροτημάτων. Στα μουσικά δρώμενα θα βρούμε την καθαρή ηχητική οπτική της μπάντας, χωρίς πολύ όγκο, στα στενά όρια του απέριττου Black/Death των παλαιών ημερών. Οι τίτλοι των κομματιών Post-Human Intruders, The Implementations Of Mental Torture & The Omnipresence Of Uncontrolled Darkness Devastates This Mortal Sphere είναι όλα τα λεφτά. Γενούν ακόμα και σε μια τόση δα μικρή έκφραση, το γούστο και την δεισιδαιμονία που μας προτρέπουν ν’ απολαύσουμε δεκάδες φορές τη μουσική. Στα ηχητικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας, εδώ τα πάντα θ’ ακουστούν με λεπτομέρειες, ειδικά στα τύμπανα που είναι αρκετά μπροστά και κινούνται φασαριόζικά. Τα φωνητικά βροντούν μ’ εκκωφαντικές χασμωδίες χωρίς σταματημό, ενώ τα riff είναι σημείο του ρυθμικού μέρους οδηγώντας την ροή σε πορεία. Τέλος για μια ακόμα φορά βλέπετε ένα εξώφυλλο που κουβαλά την πρωτόλεια αισθητική, αυτή που όσο αποδομήσει κανείς το Black Metal μένει σα στάχτη κρατώντας αναμμένη τη δάδα του Underground.

2011-Various Artists-Odour Of Dust And Rot (25)

Folder

Το Odour Of Dust And Rot δεν είναι ένα απλό ένα collection, όπως τα περισσότερα Various Artists που κυκλοφορούν εκεί έξω. Αλλά μια συλλογή με νόημα και πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αν δείτε μάλιστα το Α5 booklet που συνοδεύει τις κασέτες, ίσως συμφωνήσετε ότι πρόκειται για διάδοχο του Crushing The Holy Trinity σ’ επίπεδο αισθητικής. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε άτακτη σειρά κομμάτια από μπάντες όπως οι Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk και πέντε ακόμα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά με τίτλο, σκιαγραφώντας πίσω τους το label Rhinocervs που λειτουργεί και ως μπάντα.

Στο περιεχόμενο οι Raw Black Metal εφαρμογές αναμιγνύουν την υπερβολή του Usbm με αλλόκοτες οργανικές θέσεις που βγάζουν άλλες μυρουδιές. Επίθεση και χάος με σκοπό το συσκοτισμό και τη λαχτάρα για ζάλη. Μεθύσι των αισθήσεων με οσμές σκόνης και σαπίλας γύρω από τις μελωδίες του γοητευτικά απόκρυφου. Αυτή είναι η μυστική κυκλοφορία της παρέας κι έχει ως όραμα τη μαγγανεία της ψυχής μας. Εδώ έχουμε μια σύλληψη στο ύφος του Worship Black Twilight αλλά με ιδιαίτερη συνοχή και τακτοποίηση. Με την ειδοποιώ διαφορά πως δεν παρουσιάζει την ιστορία του κύκλου, αλλά τη συνεχίζει στο επόμενο επίπεδο, την concept ενσωμάτωση των μουσικών του εφαρμογών.

Το Odour Of Dust And Rot είναι μια συνεκτική δουλειά που παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις εφαρμογές αλλά τις δένει με κοντινά ηχητικά σάβανα, ώστε να μοιάζουν ως μια ενιαία κι απαράλλακτη πορεία. Η σειρά των κομματιών δεν είναι τυχαία, χαρακτηρίζοντας με τις εφαρμογές κάθε μπάντας ένα συγκεκριμένο προορισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ακολουθούν την Split λογική, δηλαδή τα κομμάτια κάθε μπάντας με τη σειρά. Παράλληλα τα project αλλάζουν εδώ και το ύφος τους, δείχνοντας πως μεριμνούν για την εξισορρόπηση του περιεχομένου. Ακόμα σε όλα αυτά τα project υπάρχει ένα κοινό πρόσωπο (Yagian) που αν δεν έχει γράψει τα πάντα έχει τουλάχιστον συνεισφέρει στα περισσότερα. Απ’ όλα τα παραπάνω ορμώμενος σας παρουσιάζω τα κομμάτια σα να έγιναν από μια μπάντα, θεωρώντας πως αυτός είναι και ο στόχος τους.

Την αυλαία της πρώτης κασέτας ανοίγει το Enslave Every Star, ένα ονειρικό Low-tempo μ’ επιβλητική ατμόσφαιρα και πλοηγό τα γενεσιουργά riff που θα ξεκινήσουν μ’ ένταση και θα φτάσουν σε κλιμακώσεις. Όλα αυτά μέσα στη μουντάδα που μας προσφέρουν αξιοσημείωτα τύμπανα και ογκώδη μουρμουρητά φωνητικά, που σαν φουντώσουν αγγίζουν τους Von Goat. Στο Filth In The Light ακολουθεί μια μελωδική, μα τραχιά και πριμαριστή έκφραση που αποκαλύπτει πόσο μπορεί να δελεάζει η βρωμιά μέσα στο φως. Εδώ έχουμε ταχύτητα και δυναμισμό στα riff, ενώ τα φωνητικά ζουν σε ογκώδη σχηματισμό από το βάθος. Στο Living Graves το tempo θα πέσει για την αγνή και αχνιστή Funeral αργοπορία, που θα λάβει χώρα σε καθαρό ηχητικό περίγυρο. Τα φωνητικά κρατούν την παχιά και αργή άρθρωση μέχρι να μπουν σε φωνήεντα ψάλτη. Σαν παύση πορείας με πλοκή στέκει το Strain I ακολουθώντας την ίδια φωνητική αρρυθμία μέσα σε μελωδικές κιθαριστικές απολήξεις. Για να ξεφύγουμε από την δευτερεύουσα φωνή με τις χρωματιστές χροιές του Empty As The Prophecy, μα μη γελιέστε, αμέσως μετά θα βγουν σε ακραία έκφραση και ρυθμούς απόγνωσης. Συνοδεύονται από μια μουσική σε μελιστάλαχτη ταχύτητα που αρχίζει ν’ ανεβάζει ρυθμό μέχρι την θεσπέσια εμφάνιση των υμνικά κινούμενων ρομποτικών φωνητικών, σχηματίζοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής. Πέφτουν ιδανικά οι παλμοί στο Rhythms Of The Feast που σκεπάζει σαν intro κι έπειτα περιδιαβαίνει σε μια πολύ αντιφατική κίνηση μ’ εξαίσιο αποτέλεσμα. Είναι η μαγεία του Low-tempo που βγάζει μια ρυθμική πορεία ενώ στο εσωτερικό του τα riff χρωματίζουν με υπέροχες μελωδίες και τα φωνητικά σκούζουν την δική τους αλήθεια με αλύτρωτο μίσος. Το νευρικό τέντωμα του Profaned ζει μονότονα στη πριμαριστή ηχητική βελόνα των riff. Καταφέρνει ταυτόχρονα να γοητεύει και να ενοχλεί, είναι μια υποχθόνια μαγεία του μυαλού με σκοπό την ύπνωση των αισθήσεων. Η πρώτη κασέτα θα ολοκληρωθεί με τη θύελλα (Tempest) η οποία θα έρθει να παρασύρει το συναισθηματικό μας κέντρο με διαβολικά καθαρά και μελωδικά φωνητικά στο ύφος των Urfaust. Παράλληλα εδώ θα βρούμε κι ένα καταπληκτικό riff που ολοκληρώνει κάθε φορά τον κύκλο του κομματιού, λίγο πριν αυτά ξεκινήσουν.

Την δεύτερη κασέτα ανοίγει το χωρίο Strain II, εκεί μας ηρεμούν απλές φωνητικές αποχρώσεις και καπάκι θα μπει το καταπληκτικό Principle Of Harmonic Resonance. Θ’ ανοίξει τα φτερά του σταθερά μέχρι την φοβερή αλλαγή λίγο πριν το δεύτερο λεπτό, κι ύστερα θα επιτεθεί αιματηρά με μια πολύ ωραία riff προσπέραση εις διπλούν. Από εκεί και πέρα η πλοήγηση θα γίνει σε Black Metal φόντο και θα επαναλάβει τα δυο του μοτίβα μέχρι την ολοκλήρωση. Το εντυπωσιακό στοιχείο του θ’ αναβρεθεί στα φωνητικά του τύπου, που γογγύζουν κοντά στα γκαρίσματα γαϊδάρας που κάνει ο Yusaf Parvez στο The Plunderer των Ved Buens Ende (από το Demo τους Those Who Caress The Pale) κάνοντας τον γράφοντα να βγάζει αλαλαγμούς λατρείας. Φωτεινή πορεία μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, σκεπασμένη μαλακές κουβέρτες ενός μελωδικού mid tempo στο Traced In Absurdity, οι καθαρές και αργές riff πινελιές κάνουν την πλοκή του ένα instrumental βάλσαμο. Η επόμενη στάση αναφέρει στη ταμπέλα Strain III, εκεί θα βρούμε μονάχα riff σε δελεαστικό ήχο με μικρούς τυμπανισμούς και κάποιες φωνητικές θέσεις να γεννιούνται σταδιακά. Η επικά επιβλητική έναρξη του A Virulent Wind θα το μετατρέψει σε κράσπεδό του συνόλου, είναι ένα ξέφωτο που φυσά Raw Black Metal ούριος άνεμος, μέχρι να πιάσει μποφόρ ταχύτητας και να μας ταρακουνήσει. Εδώ τα riff παίζουν συνεχώς και το μπάσο ακολουθεί κατά πόδας, όλα βαίνουν βάση σχεδίου μέχρι το riff (4:18) που θα μας σκλαβώσει οριστικά. Η ολοκλήρωση θα γίνει με το Restless Specter απλά και σταθερά, μ’ ένα riff που κινείται σε Mid tempo ρυθμό και πολύ καθαρό ήχο. Τα φωνητικά σκούζουν σε αργές, λαχταριστές κραυγές και το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με περίφημο τρόπο.

2012-Absum & Odz Manouk (26)

cover

Φτάσαμε λοιπόν και στην προτελευταία κυκλοφορία του κύκλου. Τελευταία χρονικά είναι το RH-14 των Rhinocervs, το οποίο θα εξετάσουμε μέσα στο 2013 μαζί με το RH-15. Σε αυτό το μικρό Split που κυκλοφόρησε η Final Agony Records θα βρούμε δυο κομμάτια. Αν δεν το έχετε καταλάβει από τον τίτλο, εδώ έχουμε έναν μουσικό που χρησιμοποιεί δυο δικά του project για να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο. Αρχικά στο The Rotting Sea των Absum κολυμπά μ’ έξαψη στην γνωστή φαιοπράσινη λίμνη. Είναι ένα μεθύσι συνείδησης γεμάτο μελωδική μούργα, ώστε να προκαλεί λαχτάρα και όρεξη στον ακροατή για συμπόρευση. Αργό σε εξέλιξη με συνεχόμενα Riff που σφυρίζουν ατέρμονα και βοηθητικούς τυμπανισμούς. Τα φωνητικά είναι τοποθετημένα πολύ προσεκτικά όπου είναι αναγκαίο για να εξυμνήσουν την σαπιοθαλασσιά. Με τους Odz Manouk εντυπωσιάζει και πάλι σε Split κυκλοφορία, αυτή την φορά με το κομμάτι The Esophagus να κινείται με χάρη σε Mid Tempo κατάποση. Φανταστείτε έναν ογκωδέστατο και αργό σκελετό που τσιγκλάει με riff σε μελωδικό τόνο. Τα οποία ξεκινούν ως χέρι που βοηθά το ρυθμικό μέρος και θα ξεφύγουν σ’ έξοχες μελωδικές γραμμές, φτάνοντας ακόμα και σ’ ένα φάλτσο solo λίγο πριν το κλείσιμο. Η ιδιαιτερότητα του κομματιού θα βρεθεί στα φωνητικά, γιατί θα πορευθούν από τη κατάφαση μιας grim φρασεολογίας μέχρι την ακαθόριστη χορωδιακή εκφορά, από τη θέση «βάθος κήπος» και όλα αυτά υπό την συνοδεία μια μουντής μεταλλικής τριβής που θυμίζει Master’s Hammer.

Tula

Επίλογος με συνολικά συμπεράσματα σε ένα τόσο μεγάλο Αφιέρωμα/Γολγοθά δεν έχει νόημα να υπάρξει. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω τα παρακάτω: Πιστεύω πως η μουσική που αναλύεται στο παρόν κείμενο θα έχει σε λίγα χρόνια την δική της ταμπέλα, μπορεί να ονομαστεί Post-Corpspaint Black Metal, Neo-Grim Black Metal, Progressive Usbm ή οτιδήποτε σκεφτεί κάποιος, μπορέσει να το πλασάρει σε πολλούς και θεσμοθετηθεί. Είναι όμως κρίμα να περιμένουν οι ακροατές τη δημιουργία μιας ταμπέλας για ν’ ακούσουν νέες εφαρμογές. Για να γεννηθεί ένα νέο υπό-είδος πρέπει να γίνουν ζυμώσεις και να υπάρξουν συνεχιστές. Από τους οποίους μόνο οι χειρότεροι μιμητές μπορούν να βάλουν tag σε μια εφαρμογή, δημιουργώντας νέο ρεύμα από την αντιγραφή που κάνουν στο βασικό πλάνο. Η ουσία λοιπόν είναι πως ο Black Twilight Circle αυτή τη στιγμή έχει πέσει στην άβυσσο κι είναι έτοιμος να ξαμοληθεί σε νέες προοπτικές ή να σβήσει οριστικά. Άρα και το καταλληλότερο χωροχρονικό σημείο για ν’ ασχοληθείτε με την συνεκτική του αισθητική, όσοι δεν το έχετε πράξει μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως το Usbm θα βασιλέψει αυτή τη δεκαετία λαμβάνοντας την σκυτάλη από την Γαλλία των zeros, που την είχε λάβει από τη Νορβηγία των 90’s. Όποιοι κι αν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι κάθε εποχής, το Black Metal βασιλεύει και θα βασιλεύει στο διηνεκές. Δεν ακολουθεί παράγραφος που αποδεικνύει με επιχειρήματα την υπεροχή του Black Metal απέναντι σε κάθε άλλη μουσική που γεννήθηκε ποτέ, και σκούξτε όσα μαγκούφικα λολς θέλετε.

2012-Svartidauði-Flesh Cathedral

Posted in Δεκέμβριος 2012, Ιανουάριος 2012 on Δεκέμβριος 8, 2012 by Plunderer

FolderΕδώ έχουμε μια Ισλανδική μπάντα που κατάφερε μέσα στην χρονιά να φτιάξει όνομα, σε σημείο να θεωρηθεί ως και next big thing του Black Metal. Αλλά μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα και να εξετάσουμε αν αυτό είναι αληθές, καλό θα είναι να πάμε και μια βόλτα στο χθες και να δούμε την πορεία τους. Βλέπετε σταχυολογώντας την ιστορία της μπάντας, θα διακρίνουμε πολύ πιο εύκολα την αλήθεια από το ψέμα. Αρχικά μόλις είδα την λέξη Svartidauði μου ήρθαν στο μυαλό δυο τίτλοι. Ο πρώτος ανήκει στο παλαιότερο ντοκιμαντέρ που έγινε ποτέ για το Black Metal Det Svarte Alvor [γυρισμένο από Νορβηγούς πίσω στο 1994, όσοι δεν το έχετε δει θα πρέπει να το κάνετε πάραυτα. Γιατί δεν είναι μόνο η θολή Video εικόνα που κάνει τα πάντα να μοιάζουν λες και βγαίνουν πίσω από καπνούς, αλλά και όσα λαχταριστά θα δείτε. Όπως ο «σατανιστής» Ihsahn (πολύ γέλιο) ο μοναδικός ψαγμένος, νεαρούλης τότε, Garm και πάνω απ’ όλα οι τιτάνιοι Immortal. Οι οποίοι αποδεικνύουν απλά τι σημαίνει να είσαι γαμάτος μέχρι το μεδούλι, κι ας είσαι Μπεργκενόβλαχος]. Ο Δεύτερος τίτλος ήταν το Daudi Baldrs του Varg. Το όνομα της μπάντας λοιπόν είναι σύνθετο, προερχόμενο από τις λέξεις Svarti & Dauði, που στα Ισλανδικά σημαίνουν μαύρος θάνατος. Αν βάλουμε τώρα στο παιχνίδι ότι ο αγγλικός όρος Black Death είχε αποδοθεί στην επιδημία της πανούκλας, μπορούμε να καταλάβουμε επακριβώς τι σημαίνει τ’ όνομα των Ισλανδών.

Folder

Απ’ όσο λένε οι ίδιοι, κυκλοφόρησαν μόνοι τους σε κασέτα το πρώτο τους Demo The Temple Of Deformation πίσω στο 2006. Εκεί θα βρούμε τις πρώτες προσπάθειες για σύνθεση αλλά και το εύρος των επιρροών τους. Το εναρκτήριο Sepulchral Stones ήταν ένας φόρος τιμής στους Αρχιμανδρίτες, κουβαλώντας θεμελιακή επιρροή από τους μεγιστάνες των στραβών riff Deathspell Omega. Αλλά δέχομαι πως βγάζει καλή γεύση ή απλά ζει στο ύφος που επιθυμεί κάθε πρεζάκι (σαν εμένα) για να δαγκωθεί ηδονικά μέσα στην μεταφυσική στραβωμάρα. Τα δυο μεγαλύτερα κομμάτια που ακολουθούν, φέρουν πυρήνα Νορβηγικών ιδεών στα riff και μια μπουκωμένη ερμηνεία, σχετικά αλλοπαρμένη για ν’ αποδώσει διηγηματικά τα όσα διαδραματίζονται στο ναό της παραφροσύνης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ζει στο κρυφό riff του Temple Of Deformation, που μοιάζει βγαλμένο από το έργο του Vikernes στα 10’s (εδώ αν είχα θα έβαζα emoticon που ξύνει το κεφάλι του και αναρωτιέται για την αλήθεια των ημερομηνιών κυκλοφορίας). Παράλληλα, το εικαστικό μέρος έχει επίπεδο και όπως μπορείτε να δείτε στ’ αριστερά τόσο τα σύμβολα όσο και ο χρωματισμός, αποπνέουν όσα ποθούμε. Το Black Metal των Ισλανδών στην αφετηρία του έβγαζε κάτι Ορθόδοξο και κρυφονορβγηγίζον που σε δραστηριοποιεί να του δόσεις περισσότερες ακροάσεις γιατί είχε σοβαρές επιρροές, έβγαζε όρεξη κι έθετε στόχους. Παράλληλα υπήρχε μέσα του και η κρυφή προσδοκία ενός χαρακτήρα αλλά και τ’ όνειρο μιας αυτόνομης προσωπικότητας στο εγγύς μέλλον.

Το δεύτερο βήμα άργησε σχετικά και ήταν από αυτά που διχάζουν οπαδούς και μελετητές. Βλέπετε δεν ήταν ακριβώς βήμα αλλά ένα live (αδυνατώ να καταλάβω αν είναι Live σε studio ή σε club με κόσμο, μοιάζει περισσότερο να είναι το πρώτο) γραμμένο και αυτό σε κασέτα πίσω από τον τίτλο Adorned With Fire. Εκεί σε μια χαοτική εκτέλεση γεμάτη πρίμα και θόρυβο από τα τύμπανα έπαιζαν τα κομμάτια του πρώτου Demo και όσα πιθανόν έγραψαν την τριετία ’06-’09. Μέσα σε αυτά, θα βρούμε την πρώτη εκτέλεση του Sterile Seeds (πολύ γουστόζικη, ειδικά στα σημεία που θα χαλάσει ο ήχος), ένα κομμάτι που έχει συμπεριληφθεί στο φετινό ντεμπούτο. Αυτή η κυκλοφορία είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή από τον μέσο ακροατή και λογικά θα προσπεραστεί με συνοπτικές διαδικασίες. Μικρότερος έκανα πράξη το παραπάνω και σταδιακά κατανόησα την αξία του, βλέπετε μ’ ενοχλούσε ιδιαίτερα αυτός ο κακοπροαίρετος ήχος. Χρόνια μετά κατέληξα πως ότι μ’ ενοχλεί έχει αξία σε κάποιο επίπεδο, έτσι τέτοιες περιπτώσεις σπεύδω πλέον να τις αφουγκραστώ με μανία για να κατανοήσω τα καθέκαστα. Τα rehearsals κάθε μπάντας κρύβουν πολλά από τα μυστικά της, γιατί πέρα από την αγνή Black Metal θέση τους αποκαλύπτουν την αρχική εικόνα, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά των μουσικών. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε πρωτόλεια μορφή, πως θα έπαιζαν Svartidauði αν δεν γίνονταν μαριονέτες κάτω από τα χέρια του Hasjarl. Αλλά δεν θα κάνω περισσότερες σημειώσεις μιας και το μουσικό του χάος δεν μας επιτρέπει να μιλήσουμε για Black Metal φόρμες, οι οποίες χάνονται μέσα στην ηχητική διάσταση που είναι γραμμένο. Προσωπικά αυτό που άκουσα εδώ με φτιάχνει, είμαι όμως υποχρεωμένος να σημειώσω πως δεν είναι πρόταση. Αν όμως είστε από τους ακροατές που σκάσατε έστω και μια φορά χαμόγελο, όταν η σαπίλα σας χτύπησε το κουδούνι, καλό είναι να μπείτε εδώ και να στροβιλιστείτε. Οι usάκηδες αλλά και οι απανταχού νεοκασετολάγνοι πρέπει να το ακούσουν σε κάποια φάση.

Front

Κάπως έτσι λοιπόν φτάσαμε στα 10’s και το τρίτο Demo των Ισλανδών, Those Who Crawl and Slither Shall Again Inherit The Earth. Εδώ θα βρούμε μια σύνθεση που εμπεριέχει τις πρώτες εκτελέσεις των Flesh Cathedral και The Perpetual Nothing, δυο κομμάτια που θα βρούμε στο φετινό ντεμπούτο. Η λατρεία τους για τα riff του Si Monumentum Requires, Circumspice δεν μπορεί να κρυφτεί με κανέναν τρόπο, μετατρέποντας τη μπάντα σε υποτακτικό της μεγαλύτερης ηδονής που γέννησε ποτέ αυτός ο ήχος. Η διαφοροποίηση βέβαια είναι δεδομένη μιας και δεν φτάνουν την έκφραση των Ηγεμόνων αλλά σε μια επιθετική διακύμανση που ολισθαίνει στην θελκτική στραβωμάρα. Παράλληλα τα φωνητικά του Sturla Viðar είναι πνιχτά, παραγεμισμένα, μονταρισμένα στην ακατανόητη διάσταση του μπουκώματος. Σε φάσεις δρα αρκετά πίσω από την πλοκή, υποχθόνια, σαν αφηγητής που έχει το καθήκον να σηκώνει λίγο λίγο το πέπλο της Ίσιδας για ν’ αποκαλύψει ανομολόγητα μυστικά. Η μπάντα εδώ θα προσπεράσει το παρελθόν της κάνοντας μεγάλες συνθέσεις με αρχή μέση και τέλος. Μα το σπουδαιότερο είναι πως οι Ισλανδοί ενώ είναι αρχαιοκάπηλοι, καταφέρνουν να παρουσιάσουν τα riff κειμήλια μ’ ενδιαφέροντα νεορθόδοξο τρόπο. Μ’ ένα ποθητό όγκο σαν ζεστό σκέπασμα που έχει τη δύναμη να μεγιστοποιήσει τη λαχτάρα μας για στραβωμάρα καθώς ξεμακραίνει η ροή. Φτάσαμε βλέπετε να ζητάμε σα τελειωμένο πρεζάκι μια τζούρα τέτοιων riff, έστω κι αν είναι σίσα και όχι καθαρή ηρωίνη. Οι Svartidauði στο τρίτο Demo πιάνουν το Θέλημα του ακροατή από τον γιακά, πείθοντάς τον να παραμείνει κοντά τους, ακόμα κι αν αρχικά ξεστόμισε αρκετά μπινελίκια και κακεντρεχή σχόλια για την χρήση των επιρροών τους.

Σημείωση: Το 2010 είχα ψάξει για ορθόδοξο Black Metal μέχρι και στον πάτο των ουρακοτάγκων της Σουμάτρας. Αν δεν είχα προσπεράσει το παρόν από λάθος εκτίμηση, δυο περιπτώσεις υπάρχουν. Είτε είμαστε παγιδευμένοι από τις ημερομηνίες κυκλοφορίας που δίνουν οι μπάντες, με το ψεματάκι να μην μπορεί να ελεγχθεί από κανένα Metal-Archives είτε θα βλέπουμε κυκλοφορίες παλαιότερων ετών να πέφτουν με αλεξίπτωτο από το πουθενά.

Folder

Η πρώτη φετινή επίσκεψη των Ισλανδών έγινε στην αρχή του 2012 και το split Lp με τους Χιλιανούς Perdition. Μια μπάντα που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα ένα Ep στα mid zeros με τίτλο Piaculum (2005) παίζοντας Raw Black Metal με μια Marduk τσαλαπατινάδα στη ροή, δελεαστικό για μαυρομέταλλους που θεωρούν ότι το καλό Black Metal πρέπει να είναι συνεχές, επιθετικό και ανόθευτο. Στο παρόν split θα βρούμε ένα κομμάτι για κάθε μπάντα με τους Χιλιανούς να γράφουν ένα καινούριο με τίτλο Entity, το οποίο δεν μοιάζει καθόλου με όσα έκαναν στο παρελθόν. Εδώ βασιλεύει μια άλλη επίθεση περισσότερο μουντή, καμωμένη για Black/Death με κιθάρες να τσιτσιρίζουν διακριτικά απ’ έξω και τύμπανα που δίνουν βάθος. Τα φωνητικά έρχονται από ένα πηγάδι και το ρυθμικό μέρος από το διπλανό βάλτο με τα γουρούνια, ενώ ο ήχος είναι χύμα κάνοντας μεγαλύτερη την απόλαυση. Χάρηκα με την πάρτη τους, γιατί αν το ντεμπούτο τους κινηθεί σε αυτά τα πλαίσια ξεχνώντας κατά μέρος το παρελθόν, θα μας απασχολήσουν στο προσεχές μέλλον. Οι  Svartidauði επιστρέφουν φέτος μ’ ένα παλαιό κομμάτι, αυτή τη φορά είναι το Deathtrip από το δεύτερο Demo Adorned With Fire. Εδώ έχουμε μια εξολοκλήρου νέα εκτέλεση αρκετά διαφοροποιημένη, που ξεκινά με μια εισαγωγή και προχωρά στην νοοτροπία του Black/Death ήχου, δηλαδή λαγουμίσια τύμπανα και φωνητικά σατράπη. Έτσι υποκαθιστά την ορμή, την λυσσαλέα επίθεση και τον κάκιστο ήχο της πρώτης εκτέλεσης μέσα από τον μουντό βανδαλισμό. Προς το τέλος κάποια riff θα στραβώνουν κομματάκι για να μην χαθεί και το νέο μουσικό ύφος που θα μας λανσάρουν στο τέλος της χρονιάς με το ντεμπούτο. Παρολαυτα εδώ έχουμε την «Nuclear War Now!» εκδοχή της μπάντας, στην οποία το αποτέλεσμα παρουσιάζει ενδιαφέρον, χωρίς να χρησιμοποιεί υπερβολικά τις επιρροές της.

Svartidauði

Υπόθεση Flesh Cathedral: Αρχικά η μπάντα πήρε το υλικό της και ξεχώρισε την ήρα από το στάχυ. Έπειτα μπήκε στο άβατο του ναού των Deathspell Omega κι εναπόθεσε τα πάντα στην ιερά τράπεζα. Μετά από κατανυκτική προσευχή έκαναν μια επιλογή κομματιών, απόλυτα εναρμονισμένη στην πορεία που θέλουν να τραβήξουν από εδώ και πέρα. Έτσι το ντεμπούτο εμπεριέχει 3 παλαιότερες συνθέσεις με νέο ήχο, ταχτοποιημένες ιδέες, τροποποιημένη κράση, καθαρισμένες από τον θόρυβο και απώτερο στόχο την ανάδειξη των λεπτομερειών τους. Πέρα από αυτά υπάρχει κι ένα καινούριο που φέρει τον κομψό τίτλο Psychoactive Sacraments, εσωκλείοντας στα δεκαοκτώ του λεπτά μια ομαλή εσωστρέφεια για να υπερθεματίσει το νέο τους ξεκίνημα.

Έπειτα κοινώνησαν από το Άγιο δισκοπότηρο που εμπεριέχει πένα και χορδή Hasjarl, κατανοώντας συθέμελα το αέρινο και στραβό riffing. Μελέτησαν την ροή τον κομματιών, μέτρησαν με ζύγι ταχύτητες και mid tempo κι έφτιαξαν ένα πολύ προσεγμένο album, μεριμνώντας ιδιαίτερα για την ευκρίνεια των οργάνων όσο και τον απαιτούμενο όγκο πλοκής. Αποφάσισαν να δώσουν χωροχρόνο στο μπάσο αλλά και τα υπόλοιπα όργανα, να σιγομουρμουρίσουν την δική τους αλήθεια με στόχο ν’ αγγίξουν τον ψυχισμό του ακροατή. Τέλος, προσπάθησαν να επιφέρουν μια καινοτομία στα φωνητικά, βλέπετε σε αυτόν τον τομέα κουβαλούσαν διάφορα προσωπεία και φέτος πάσχισαν για να τους βρουν χαρακτήρα. Η κατάληξη είναι εξαίσια και τα φωνητικά δρουν πλέον σε Death/Grind συριγμούς, τους οποίους έφεραν αμυδρά και στο τρίτο Demo. Συχνότητα που δίνει μορφή στην κινούμενη μουσική τους συνάρτηση κι έναν χρωματισμό που θα εμφανιστεί σαν σύννεφο πίσω από την ροή. Ωστόσο δεν μένουν μόνο εκεί αγγίζοντας και μερικές ακόμα θέσεις περισσότερο εκφραστικές, οι οποίες δεν θα βγουν σε ρόλο μπροστάρη, αφήνοντας τη μουσική να έχει τον πρώτο ρόλο. Οι Ισλανδοί κατανόησαν πως σε αυτό τον τομέα πέραν του ισχυρού προσανατολισμού μπορούσαν να πετύχουν και τη βασική τους διαφοροποίηση από τον σωρό του Ορθόδοξου Black Metal. Γνώριζαν καλά πως για να γίνεις άξιος εκπρόσωπος μιας σκηνής, πρέπει να έχεις ένα κρυφό χαρτί, μια νέα πρόταση σε όσα κάνεις.

Θεωρώ λοιπόν πως δυνάμεθα να δούμε το παρόν πόνημα με την επιείκεια που είδαμε πέρσι το The Destroyers Of All των Ulcerate. Σαφώς δεν μπορούμε να κάνουμε σύγκριση των δυο album, γιατί ο σκοπός των Νεοζηλανδών ήταν περισσότερο τεχνικός ενώ των Ισλανδών είναι περισσότερο ατμοσφαιρικός. Αλλά μπορεί να συγκριθεί ο τρόπος που χρησιμοποιούν το έργο των Deathspell Omega και οι δυο. Οι Ulcerate μοιάζουν με την Death Metal έκφρασή του ενώ οι Svartidauði φέρουν την Blut Aus Nord νοοτροπία μέσα του, προσθέτοντας και κάτι από την Anaal Nathrakh πολεμική με τα φωνητικά τους.

Το σπουδαιότερο όμως είναι, πως λίγο πριν εγκαταλείψουν τον ναό των Deathspell Omega έκαναν χαμάμ στην κολυμπήθρα με το νάμα, γεμίζοντας συναίσθημα, πλημμυρίζοντας την ψυχή τους μ’ εσχατολογική λατρεία. Έτσι βγαίνουν διαφορετικοί, συνεκτικοί, δυνατότεροι, προσκαλώντας τον ακροατή σ’ ένα τελολογικό χάζεμα. Σε αυτό το τελευταίο θα βρεθεί και η αξία του συνόλου. Το Flesh Cathedral επιθυμεί την μεγιστοποίηση της ατμοσφαιρικότητας και το επιτυγχάνει με μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια τα οποία πάλλονται μέσα στην ησυχία, κυκλοφορώντας μας στην εσχατιά με φόντο την επικείμενη καταστροφή. Εμείς αποσβολωμένοι θ’ αγναντέψουμε το κύκνειο βήμα του κόσμου παρέα με μια μουσική δομή που προτάσσει την αλληλουχία και φέρει κάτι από την ροή ενός αυτοσχεδιασμού, καταφέρνοντας ν’ αγγίξει την τήβεννο της θαλπωρής και δυο τρίχες από το «ειδικό βάρος» των Deathspell Omega.

Τελειώνοντας θα επιθυμούσα η “μεταλλάδική” έννοια του όρου Next Big Thing να πεθάνει κάπου εδώ. Χρόνια τώρα με πιάνει σύγκρυο και σιχαμάρα μπροστά στην τάση του κοινού για νέους Αυτοκράτορες, πριν ακόμα αυτοί γίνουν γνωστοί στη σύγκλητο. Συμπερασματικά για τους Ισλανδούς θα πρέπει να πούμε πως καμία μπάντα που παίζει πολύ καλά στις πλάτες μιας άλλης δεν μπορεί να είναι άμεσα διαχρονική ή Μεγάλη. Καλά να είμαστε για να τα ξαναπούμε στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο full-album τους, το μέλλον θα δείξει αν αυτή η μπάντα είναι φτιαγμένη για μεγάλα πράγματα. Μέχρι τότε απλά ακούστε το ντεμπούτο τους και περιμένετε μαζί μας και μαζί τους, γιατί μέσα στο 2013 οι Deathspell Omega θα βγάλουν δίσκο…

2012-Dressed In Streams

Posted in Ιανουάριος 2012 on Σεπτεμβρίου 8, 2012 by Plunderer

Θέλω αρκετό καιρό να γράψω ένα κείμενο για τις δουλειές της Αμερικανικής Colloquial Sound Recordings, αλλά οι κυκλοφορίες της άρχισαν ν’ αυξάνονται σε σημείο να μην υπάρχει χρόνος για κάτι τέτοιο. Έτσι είπα να ξεκινήσω με τους Dressed In Streams που μ’ εντυπωσίασαν, ελπίζοντας ότι σε κάποια φάση θα γίνει κάτι παρόμοιο και για τις άλλες, πιο punkάδικες περιπτώσεις, με τα χαρακτηριστικά λιλιπούτια σε διάρκεια demos. Για την συγκεκριμένη μπάντα δεν γνωρίζουμε πολλά, όπως ας πούμε τα μέλη της ή το στιχουργικό περιεχόμενο που κινείται. Αυτό που διαθέτουμε είναι μια υποσημείωση που υπάρχει στο site της εταιρείας, σαν πληροφορία πλοκής για το Demo τους και αναφέρει «Battle chants for freedom. At any cost», ενώ παράλληλα στα Lyrical themes του metal archives έχουν προσθέσει, «Free India Legion, Freedom from colonization». Από αυτά τα πολύ λίγα στοιχεία διακρίνουμε μια πρωτότυπη αισθητική, που κατά κάποιον τρόπο απεικονίζεται και στο εξώφυλλο της κασέτας, με τον στρατιωτικά ενδεδυμένο (δεν είμαι και σίγουρος, αλλά κάπως έτσι μοιάζει) Ινδό σε κυανό φόντο. Προσωπικά πιθανολογώ πως και οι Dressed In Streams είναι σαν τ’ άλλα project της Colloquial Sound Recordings, δηλαδή κρίκος σε μια αλυσίδα που προβάλει κοινή αισθητική και θεματολογία. Βλέπετε αυτή η εταιρεία έχει σχηματιστεί από τα μέλη των συγκροτημάτων που την αποτελούν, δηλαδή μια χούφτα μουσικούς που έχουν μπάντες όπως οι A Pregnant Light, Aksumite, Obliti Devoravit, This Station of Life αλλά και κάποιες που θα μάθουμε μελλοντικά. Οπότε αν χαρακτηρίσουμε την εταιρεία «παρέα» μάλλον θα είμαστε πολύ πιο ακριβείς, αφού η μέριμνα της είναι να στηρίξει συγκεκριμένες μουσικές εφαρμογές. Το σημείο επιτυχίας τέτοιων προσπαθειών βρίσκεται στ’ όνομα που αποκτά σταδιακά το label, γιατί από την στιγμή που το γνωρίσει κάποιος και ξεκινά να το παρακολουθεί, πολύ απλά θα κατεβάσει και θ’ ακούσει κάθε νέα κασέτα που κυκλοφορεί. Έτσι είναι πολύ φυσικό η προσπάθεια να πετύχει εμπορικά, ειδικά αν σκεφτείτε πως οι κασέτες της βγαίνουν σε 100 κάποιες (=λατρεμένο limitation) θα καταλάβετε γιατί εξαφανίζονται με γεωμετρική πρόοδο.

Οι Dressed In Streams στ’ ομότιτλο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal τοποθετώντας με μαεστρία την γλυκύτητα των μελωδιών και την αγριάδα του live οργανικού ήχου σε tape/rehearsal σκηνικό, για να καλύψουν και τον οπαδό της true ακουστικής. Έτσι το σύνολο εκπέμπει διαφοροποιημένο την περιπλάνηση σε αυτές τις πεδιάδες, καταφέρνοντας να είναι συνάμα ονειρικό και «σάπιο», ακόμα μάλιστα και την ίδια στιγμή. Αυτή η εξισορρόπηση κάνει ξεχωριστή την εκδοχή του atmospheric sub-genre που παίζουν, γεννώντας ηχοτοπία που εξάγουν δύναμη, ευεξία, σάστισμα και ανατριχίλα. Μοιάζει με μια απλή βόλτα μέσα στο σκοτάδι, ενώ το κρύο δροσίζει τοπίο και περιπατητή, καταλήγοντας soundtrack ή μουσική απεικόνιση της νυχτερινής υπαίθρου. Είναι ένας συνδυασμός που σχετίζει πετυχημένα το δέος που προκαλεί η φύση με το πλουμιστό της θέαμα.

Τα πλήκτρα εδώ είναι ισοδύναμα της λέξης δροσιά και συναντούν την ρυθμική θέση για να μας μεταφέρουν μαζί σε μια εύφορη black metal συστάδα. Κατά την διάρκεια της θα βρούμε αλλαγές στο tempo, με τις μελωδίες και το ρυθμικό κρεσέντο σε αλληλοσυσχετισμούς, μέσα στους οποίους τα τύμπανα μαραίνουν το τοπίο ενώ πλήκτρα και riff τ’ ανθίζουν πάλι σα θεϊκή παρέμβαση. Τα σχιστά φωνητικά ζουν σ’ εξάρσεις και ομαλές διηγήσεις, ενώ σαγηνευτικές κιθάρες θα έρθουν σαν άνεμος για να φύγουν το ίδιο απαλά. Εδώ η ηρεμία θα συναντήσει την αγριότητα και η μουσική των Dressed In Streams χαρακτηρίζεται από μια συναισθηματικότητα που αναβλύζει. Είναι μια θέση που σπάνια αγγίζει καθ’ ολοκληρία το Black Metal, αλλά όταν το καταφέρει έχει πολύ απλά επιτύχει τον σκοπό του. Δηλαδή την δημιουργία πρωτότυπων συναισθημάτων που προκαλούν συγκίνηση, γεννώντας μέσα μας κάτι νέο και διαφορετικό. Έτσι πολύ απλά και αθόρυβα τ’ ομότιτλο demo των Dressed In Streams συγκαταλέγεται στις καλύτερες προσπάθειες για το 2012.

Ολοκληρώνοντας αυτό το κείμενο ίσως έχετε καταλάβει πως χρησιμοποίησα εικόνες της φύσης για να περιγράψω την ολότητά του, ενώ βάση του υποθετικού concept που διέθετα θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω πολεμικές ιαχές. Ειλικρινά οι Dressed In Streams δεν μου έβγαλαν σε καμιά στιγμή κάτι τέτοιο, για να το πράξω. Κοιτάζοντας όμως πιο προσεκτικά διαπίστωσα πως υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα σε αυτούς τους δυο δρόμους (δηλαδή παγανιστικό & επαναστατικό) θαρρώ λοιπόν, πως κατά κάποιον τρόπο συναντιούνται στο σημείο της Ελευθερίας. Βέβαια ο δρόμος προς την Ελευθερία σε αυτές τις δυο περιπτώσεις είναι πολύ διαφορετικός σε περιεχόμενο και αποτέλεσμα αλλά όχι τόσο ως συναισθηματικό επακόλουθο. Την προηγούμενη δεκαετία η κοινωνία άρχισε να βαδίζει προς την καλλιέργεια της ατομικής ελευθερίας αλλά καταπώς φαίνεται αυτό δεν άρεσε στους «επόπτες» της, κι έστειλαν τον «διάβολο» στις πόλεις. Αργά ή γρήγορα θα καταλάβουμε πως είμαστε αναγκασμένοι να πολεμήσουμε, προασπίζοντας την κοινωνική ελευθερία που είναι πρόδρομος για το ατομικό μας έργο. Από την άλλη πλευρά παγανιστικά ή επαναστατικά όλοι θα δώσουμε μάχη στα μαρμαρένια αλώνια, μια μάχη που αρκετές φορές θα κερδίσουμε, μα όλοι μια φορά στην ζωή θα χάσουμε. Κι όμως, ακόμα κι εκείνη την ύστερη ώρα θ’ ανοίξει ένας άλλος δρόμος, προς μιαν άλλη Ελευθερία..

2012-Deus Ignotus-Chrismation

Posted in Ιανουάριος 2012 on Απρίλιος 3, 2012 by Plunderer

Η ιστορία των Deus Ignotus (άγνωστος Θεός) ξεκινά στα late zeros σε μακρινά προάστια της Αθήνας. Το πρώτο τους demo πίσω στο 2008 με τίτλο Worship The Fall Of Man εμπεριείχε την εσωτερική θέρμη, την τάση για ύπαρξη και μια ομάδα ιδεών μέσω της οποίας ξεκινούσε τον αγώνα του. Το Black Metal τους ήταν ένας συγκερασμός από διάφορα στοιχεία του Είδους, χωρίς να προσεγγίζει συγκεκριμένες διαστάσεις. Στη βάση των συνθέσεων υπήρχε μια καλή κυκλοφορία κιθάρας και μπάσου σ’ εναλλαγές, ενώ τα παράξενα σε ήχους riff με τις υπόκωφες μελωδίες έκαναν το πρώιμο σύνολο αρκετά ενδιαφέρον. Στα φωνητικά υπήρχε μια έξαρση που δεν χαμπάριαζε ατιμάζοντας το μικρόφωνο με τσιριχτούς συριγμούς αλλά και βαρύτερες εκδορές. Την επόμενη χρονιά η μπάντα κάνει δύο τα Demo της με το Slavery Of The Cosmic Knowledge. Εκεί είχαμε εμφανώς καλύτερο ήχο και μια λογική σειρά που εναρμόνιζε τις τάσεις, έχοντας ως βασικό στόχο να εξωτερικεύσει το αγνό Black Metal κομμάτι της ψυχής τους. Εδώ θα βρούμε μεγαλύτερη προσοχή στα θεμέλια και τα riff, που βγάζουν περισσότερο παγανιστικό άρωμα (βλ. Discipline The Winds Of Transformation) δημιουργώντας ουσιαστικά ένα ομοιογενές σύνολο. Το ρυθμικό μέρος είχε όρεξη για πορεία δίχως σταματημό αλλά έπεφτε και σε low tempo ροές, δίνοντας πόντους στο ατμοσφαιρικό κομμάτι. Το τελευταίο σημείο αναφοράς για την πρώτη εποχή των Deus Ignotus είναι το split που έκαναν το 2010 με κάποιους Γάλλους εν ονόματι Abnorm. Εκεί θα βρούμε ακόμα μεγαλύτερη λύσσα που μας την μεταδίδουν με μια ηχητική κατάβαση σε rehearsal σκηνικό. Μουντό περιεχόμενο που χάσκει σε μια γκρίζα ατμόσφαιρα, τηρώντας περισσότερο τον κανόνα του Black Metal, όταν αυτός εμπνέεται από την «Ιδέα» (Darkthrone) και ταξιδεύει μελανιασμένο από το κοπάνημα σε μανίες και λατρεμένες τυποποιήσεις. Τα φωνητικά εδώ είναι λεπτά και τσιριχτά σαν ατέρμονο κάλεσμα από μακριά. Πωρωτικό και cult μείγμα που θ’ απολαύσει στο έπακρο κάθε ακροατής που εθίστηκε σ’ αυτούς τους ήχους. Τέλος, θα πρέπει οπωσδήποτε να σημειώσουμε πως κλείνουν τα κομμάτια τους με το θορυβώδες Droned In Hate και μια δελεαστική Black Metal τροποποίηση στο Impact των Sun Of Nothing.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2012 και το ντεμπούτο των Deus Ignotus Chrismation (Χρίσμα) που κυκλοφορεί από την Γαλλική Forgotten Wisdom Productions. Φέτος ο δρόμος των Αθηναίων διαφοροποιείται σχετικά με την Demo περίοδο, εκφράζοντας με τρόπο μεστό τα καθέκαστα αλλά όχι και με συγκεκριμένη μεθοδολογία. Η παραγωγή είναι προσεγμένη και ο ήχος πολύ δυνατός, ακριβής και σταθερός βοηθώντας την έξαψη του συνόλου να φτάσει γρηγορότερα μέσα μας. Αρχικά εδώ θα βρούμε μικρά σε διάρκεια κομμάτια και μικρή διάρκεια σε σύνολο (δεν φτάνει την μισή ώρα) ζήτημα που εκ πρώτης είναι άμεσο αλλά αυτό δεν σημαίνει και μαυρομεταλικά κατανοητό. Αυτό συμβαίνει γιατί το ύφος της μπάντας είναι καταιγιστικό, μοιάζοντας με ανελέητο ξεσπάθωμα που θέλει να γκρεμίσει τα πάντα στο διάβα του. Πίσω όμως απ’ αυτή την επιθετική έξαρση θα μας παγιδέψει με την σύμπραξη των δυνάμεων που αφύπνισε από την άβυσσο. Πιο αναλυτικά εδώ έχουμε μια διαολεμένη στάση που εκ πρώτης σέρνει το κουφάρι του ακροατή στα ριζά της κολάσεως, εκεί που τα καζάνια βγάζουν πηχτές αναθυμιάσεις. Η τελετή της επίθεσης είναι αδιάκοπη, ασύστολη και ασταμάτητη χτυπώντας τον με ιδιαίτερη ζέση στ’ απόκρημνα βράχια ξανά, ξανά και ξανά. Αλλά δεν θα σταματήσει εδώ αναμασώντας αδιάκοπα αυτό το κόλπο μέχρι το τέλος, αφού ολόκληρο τ’ απολυτίκιο του Χρίσματος φέρει στο εσωτερικό του λεπτές κλωστές από αλλού, μεταγλωττίζοντας την επίθεση και σ’ άλλα πιο ιδιότροπα τέκνα του χάους.

Σ’ επίπεδο ορολογίας εδώ θα βρούμε ένα Black Metal που ενώ στηρίζει την ακραία έκφραση δεν μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί με γνωστές λέξεις που θα προσδιορίσουν επ’ ακριβώς το ποιόν του. Αποτελείται από μια μίξη αρκετών στοιχείων μιας και ο τρόπος των Deus Ignotus δεν αποδέχεται να σταθεροποιηθεί σε μια μονόχνοτη βάση, από την άλλη βέβαια χρησιμοποιεί μια λογική συνισταμένη στο ρυθμικό του μοτίβο. Ξεκινώντας λεκτικά την περιήγηση μας στον τόπο του, σε πρώτο πλάνο θα βρούμε ταχύτητα που κάνει το σύνολο να σείει τη γη και να βροντά. Στην πορεία του τραβάει ανηφοριές με ταχύτητες, καλπασμούς ή μελωδικά riff βγάζοντας ακόμα και Death, Heavy, Thrash στοιχεία σε απόλυτη εναρμόνιση με την βασική του θέση, τον ακραίο Black Metal σφετερισμό της προσοχής μας. Καθ’ όλη του την διάρκεια τα βορβορώδη Death Metal φωνητικά τροποποιούν σαν αναστεναγμός την υφή του, κάνοντας το σύνολο να προσεγγίζει σ’ επίπεδο αισθητικής το  Black/Death. Εκεί όμως που θα το ξεστομίσεις αυτό, εμφανίζεται η pagan θέση του The Vortex Of Burning Martyrs, που μας στέλνει σε χιονισμένες κορυφές απαγκιστρώνοντάς το νου μας από την λαγνεία των υποειδών και τις κατατάξεις κάθε πονήματος σε στεγανά.

Οι Deus Ignotus ξεκίνησαν σαν μπάντα που προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι δικό της, στηριζόμενοι στην οργανική νοοτροπία του Είδους. Η πορεία τους μέχρι σήμερα μας δείχνει πως προχωρούν δίνοντας έμφαση σε αυτό, χρησιμοποιώντας μάλιστα ως βασικό κλειδί για την σύνθεση την πηγαία έκφραση. Αυτή η διαδικασία αλλάζει πολύ τις δεδομένες τάσεις, δηλαδή όσα πιθανολογεί ο ακροατής ότι θα συναντήσει, κάνοντας το Chrismation μια τελετή που λειτουργεί αυτόνομα, παίζοντας ελεύθερα χωρίς να μπαίνει σε τακτικές από ένα και μόνο Black Metal μονοπάτι. Έτσι ολοκληρώνοντας την διαδικασία βρίθει σημείων και τάσεων, εξάγοντας μια ουσιαστική θέση. Αυτή η θέση έχει ως ατού μια έξυπνη συνθετική δολοπλοκία με υποσυνείδητο ατμοσφαιρικό ταξίδεμα (αν και εδώ που τα λέμε, όταν ανοίγει το album ένα Chrism που θα ζήλευε ως και ο Arioch για το επόμενο album των Funeral Mist τέτοιοι χαρακτηρισμοί θα έπρεπε ν’ απαγορεύονται). Οι Deus Ignotus πλέον έφτιαξαν το μείγμα τους και αν το εξελίξουν στο μέλλον μπορεί να οδηγηθούν ακόμα ψηλότερα στην κλίμακα του Είδους.