Archive for the Ιανουάριος 2012 Category

Rhinocervs (RH-01-02-07-11-12-13)

Posted in Ιανουάριος 2012, Νοέμβριος 2011, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on 26 Μαρτίου, 2012 by Plunderer

Εδώ δεν έχουμε ακριβώς μια μπάντα, αλλά ένα label που διατηρούν δυο Αμερικανοί από το Long Beach της California και χρησιμοποιούν για παράξενες και εν πολλοίς untitled κυκλοφορίες, λειτουργώντας έτσι και ως μπάντα. Πρωτότυπο κι ενδιαφέρον το διπλό έργο των Αμερικανών μοιάζει να κρατά την δάδα του underground, έστω κι αν αυτή επάνω στην μεταλλική της βάση γράφει 10’s. Πριν δούμε τι συμβαίνει στο μουσικό κομμάτι, να σημειώσουμε πως εδώ έχουμε το alter ego label της Crepusculo Negro, η οποία έχει στο roster της μπάντες όπως οι Volahn, Arizmenda, Glossolalia, Kuxan Suum, Blue Hummingbird On The Left, Shataan, Absum, Tukaaria, Odz Manouk. Τα μέλη αυτών των δυο labels είναι προσκείμενα στον λεγόμενο Black Twilight Circle. Ο Rhinocervs ως label δεν έχει κάνει ακόμα πολλές κυκλοφορίες, μοιάζοντας να προσανατολίζει σταδιακά την δράση του στο μουσικό project των Rhinocervs. Τα demo tape τους βλέπετε έχουν μια πρωτοτυπία, συνδυάζουν έξυπνα την early Cult διάσταση με μια νέα αισθητική που βγάζει αναθυμιάσεις στο χρώμα που λατρεύουν οι οπαδοί του ήχου. Στις πληροφορίες που θα πρέπει να συγκρατήσει κάθε ακροατής είναι πως εδώ μιλάμε για μια πορεία που ζει αρκετά μακριά από normal κυκλοφορίες εμπορικού βεληνεκούς αλλά τις προσεγγίζει ως προϊόν από την αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή καταφέρνει ν’ ακουμπήσει την εμπορικότητα χωρίς να χρησιμοποιεί το πακέτο της αγοράς αλλά το αυξανόμενο hype της underground φάσης. Αυτό δεν είναι αρνητικό αν μπορεί να στηριχθεί σε μια μουσική αλλά κι αισθητική καλλιέργεια που μιλά στον ακροατή όπως αυτός επιθυμεί. Καλό θα είναι όμως να μην περιγράφουμε καθετί νέο με βλακώδεις όρους, όπως Nu-black metal και ξεφτιλίκια περί «second wave of hipster black metal» που διάβασα και διέγραψα από το Last fm text της μπάντας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπογραμμίσω πως κατανοώ πλήρως την αναγκαιότητα της λέξης hipster, επειδή κατάλαβα κάποτε και την αναγκαιότητα της λέξης φλώρος. Αλλά μη μας γαμάτε χρησιμοποιώντας την σαν καραμέλα σε οτιδήποτε καινούριο δουν τα μάτια σας. Ηype δεν σημαίνει Hipster και η λέξη Hipster δεν θα πρέπει να μπαίνει μπροστά από καμία Black Metal μπάντα που δημιούργησε λίγο hype, λες και μιλάμε για συνώνυμα ή επακόλουθα. Τέλος, επειδή αρκετές φορές στο last fm υπάρχουν και σωστές σκέψεις, στο ίδιο κείμενο γίνεται μια αναφορά που μας λέει πως η απόκρυψη των μελών που απαρτίζουν το project των Rhinocervs είναι λειτουργική, προωθώντας την τέχνη πάνω από τον καλλιτέχνη και την λατρεία της προσωπικότητάς του.

RH-01 

Στο πρώτο tape που κυκλοφόρησε μέσα στο 2010 λάβαμε το αρχικό πλάνο. Το άνοιγμα της αυλαίας των Rhinocervs εμφάνιζε ένα οικείο Black Metal σκηνικό σε rehearsal καταστάσεις, που έσταζε στιγμές ιδιαίτερης γλύκας. Το μουσικό πλάνο των Αμερικανών κουβαλούσε σχηματισμό που έμπλεκε διάφορα υποείδη θέτοντας ως αφετηρία μια χύμα ροή, με σχετικά εκκωφαντική διάσταση στον ήχο. Το rhythm section ριμαδιάζει ηχητικά χωρίς να χάνει τον ειρμό του, ενώ γύρω του μελωδικά riff με επικό προσανατολισμό φέγγουν θανατερή πάχνη, σαν το φεγγάρι πάνω από το κάστρο του εξωφύλλου. Ιδιαίτερα και πολύ εκφραστικά είναι τα φωνητικά που ζουν σε μια Black/Death παχιά φόρμα και κάπως αργή εκφορά του λόγου, αλλά με κατανοητή άρθρωση. Αν και λεπτομέρεια σε σημεία θα βρούμε καθαρές εκφράσεις με πομπώδη χροιά, που μεγιστοποιούν το ατμοσφαιρικό πεδίο. Οι Rhinocervs ξεκινούν φτιάχνοντας Black Metal που ικανοποιεί σε κομμάτια που ρέουν διαγράφοντας κίνηση. Η ουσία στο RH 01 ήταν η γέννηση της μελωδίας μέσα σε μια χύμα διάσταση, φέρνοντας στο μυαλό κάτι από τον τρόπο των Von Goat στο Septic Illumination, με την διαφορά πως το RH 01 ζει λίγο πιο ανέμελο και περισσότερο Black Metal στο ρυθμικό του μοτίβο.

RH-02 

Στο δεύτερο βήμα τους οι Αμερικανοί διαφοροποιούν κάπως τον ήχο, που μοιάζει πλέον πιο σταθερός έχοντας ένα στιβαρό ρυθμικό μέρος να κρατά ίσα τη ρότα. Αυτή η minimal αλλά και δυναμική φάση θυμίζει κάτι από τον τρόπο του M.Aspa στους Clandestine Blaze. Εδώ λοιπόν θα βρούμε Black Metal που καλπάζει χωρίς αυτό να σημαίνει πως χάνει στο κομμάτι της ατμοσφαιρικότητας. Ο τρόπος που το επιτυγχάνουν αυτό είναι μια αντίθεση ρυθμού και μελωδίας που σχηματίζουν τα μελωδικά riff σε συνάρτηση με το rhythm section, εκπέμποντας μια κατάσταση που μαγνητίζει τον ακροατή. Πιο παραστατικά πίσω από το ρυθμικό primitive ύφος υπάρχουν εκλεπτυσμένα riff γεμάτα χρώματα που βγάζουν μια τελετουργική θαλπωρή. Η οποία είναι μάλιστα ισόποση με την εικαστική τοποθέτηση των τύπων που βαδίζουν αγέρωχοι στ’ οπισθόφυλλο στο γνωστό μοτίβο κάπα-κουκούλα-δάδα. Στο RH 02 έχουμε κλείσιμο όπως και στο πρώτο demo μ’ αφιέρωμα στο μπάσο, δείτε τα τέταρτα κομμάτια τους και απολαύστε.

Σημείωση: Τα δυο Demo RH01 και RH02 του 2010, κυκλοφόρησαν και μαζί σαν collection tape το 2011 με τίτλο RH 01-02. Το mp3 αυτής της κασέτας έχει πολύ καλύτερο ήχο από τα tape rip των κυκλοφοριών του 2010, συνεπώς θα ήταν προτιμότερο ν’ ακούσετε κατευθείαν αυτό. Για να βρείτε γρήγορα άκρη, σας παραπέμπω σε γνωστό thread για να λάβετε την κασέτα από κάποιον που μας πληροφόρησε σχετικά με το project.

Στην αρχή του 2011 το label Rhinocervs κάνει μια συλλογή με τίτλο Odour Of Dust And Rot. Εκεί θα βρούμε συνθέσεις από μπάντες της Crepusculo Negro όπως Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk καθώς ακόμα και πέντε untitled κομμάτια απο  untitled καλλιτέχνη. Όπως είναι φυσικό η σύνδεσή τους με τους Rhinocervs ως μπάντα είναι φυσικό επακόλουθο, ωστόσο επειδή δεν είναι τίποτε official δεν θα προσχωρήσω στην περιγραφή τους στο παρόν κείμενο. Εσείς αφού ολοκληρώσετε την διαδικασία θυμηθείτε να βάλτε σε κάποια φάση το compilation και να δώσετε βάση στα untitled κομμάτια που ανακαλύπτουν πάντα νέους δρόμους ν’ απλωθούν.

RH-07 

Το τρίτο tape των Αμερικανών διαφοροποιεί το μέχρι πρότινος ύφος τους και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Το μουσικό περιεχόμενο έχει μικρή επαφή και με το Black Metal παικτικά αλλά όχι και στα συναισθήματα που εκπέμπει. Το πλάνο εδώ θα ξεκινήσει από μυσταγωγικές μελωδίες που βγάζουν μια εκπληκτική ατμόσφαιρα, τοποθετώντας τον ακροατή σε μια ταξιδιωτική θέση, αστρικού προσανατολισμού. Ο στόχος του RH 07 μοιάζει να είναι η άκρατη μελωδικότητα και φτάνει στην εγκαθίδρυση ενός μαγικού πέπλου, ιδιαίτερα όμορφου και έξοχα τοποθετημένου σε κάθε σπιθαμή του έργου. Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό είναι ο ήχος της κιθάρας και η καλλιέργειά του σε όλα τα κομμάτια, στο ύφος της βγάζει μια ισορροπημένη ηρεμία, ακόμα και στα γρήγορα untitled V & VII. Οι μελωδικές φόρμες διαδέχονται η μια την άλλη και τα καθαρά φωνητικά ψιθυρίζουν συμπαντικά μυστικά, στον (ηλιοκεντρικό) φωτισμένο ουράνιο θόλο του εξωφύλλου. Συνολικά εδώ θα βρείτε low-tempo riff ηρεμία με θολό ήχο, πολλές εικόνες, υπόκωφες δονήσεις, Doom άρωμα και αφοσίωση στην ατμόσφαιρα. Μια κασέτα δοσμένη καθ’ ολοκληρία στον συναισθηματισμό και την αισθαντικότητα του ακροατή.

RH-11 

Όπως είναι φυσικό η τέταρτη εφαρμογή ήρθε για να επανατοποθετήσει την Black Metal δυναμική ως βασικό πλάνο έκφρασης κι αισθητικής. Εδώ μάλιστα θα βρούμε και τα πρώτα κομμάτια των Rhinocervs που γεννήθηκαν με τίτλο. Οι συνθέσεις είναι μεγαλύτερες και τα riff έχουν μια τάση ν’ αλώσουν εκτάσεις κατά την πρόοδο τους. Ευθύγραμμη πορεία στο Rhythm section με αλλαγές μόνο στα riff που βγάζουν μια μονοδιάστατη κατάσταση, με την διαφορά ότι μέσα σε αυτό το μονότονο ύφος έχουμε συνεχή αναλαμπή στον ίδιο χρωματικό τόνο, όπως ακριβώς βγαίνουν οι διάφορες προοπτικές του ιδίου χρώματος και στο έξοχο εξώφυλλο. Αναμφισβήτητα δυναμική έκφραση με τα φωνητικά να λαμβάνουν υπαρκτό ρόλο, χωρίς να βρίσκονται όσο μπροστά ήταν στο ντεμπούτο. Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν μέχρι να φτάσουμε στην κομματάρα Devour All The Living Things με την έξοχη έναρξη και τον επικό προσανατολισμό της, μέχρι να επέλθει η μυστήρια αύρα στο break και το άψογο τελείωμα. Το untitled κομμάτι που ακολουθεί (πάντα υπάρχει έστω κι ένα τέτοιο) θα εμφανίσει μια συναισθηματική πλευρά και το Maw Of Death θα πείσει με περισσή ευκολία και τον πιο δύσπιστο ακροατή για την αξία τους. Το RH 11 είναι έντονο και ίσως το πληρέστερο κομμάτι της συλλογής των Αμερικανών.

RH-12 

Γαλήνια κι ατάραχη ηρεμία σε απόλυτα εναρμονισμένο κυανό τόνο εικαστικά και οι Αμερικανοί γίνονται καλύτεροι με κάθε νέο βήμα, με κάθε νέα σκέψη κι εφαρμογή. Το όπλο που κάνει το έργο τους επιτυχημένο είναι η παικτικότητά τους. Μοιάζει με στάση και συμπεριφορά όντας σημείο που εκλεπτύνει το έργο τους. Στο πρώτο βήμα του 2012 αυτή θα τους βγάλει σε μυστικές ακρογιαλιές που βρέχονται από γλυκά νερά και δροσίζονται από ελαφρύ αεράκι. Εδώ θα βρούμε διάφορες όψεις της μελωδικότητας σε Mid tempo απάγκιο και ένα μπάσο να βασιλεύει σε αρκετές στιγμές της διαδικασίας. Το πεδίο δράσης θα βγάλει πνιχτά φωνητικά, που κουβαλούν την δυνατότητα να λάβουν ως και πρωταγωνιστικό ρόλο, περνώντας το περιεχόμενο σε Depressive ηχοτόπια. Μελαγχολία και ανέμελος τόνος μέσα από μελωδικές γραμμές που τείνουν να φτάσουν την Doom ατμοσφαιρική πίεση, χωρίς να εγκαταλείπουν την αύρα της ρομαντικής έλλειψης. Ακόμα και το ρυθμικό πλάνο που πιάνει ένα tempo στο δεύτερο κομμάτι είναι έτσι τοποθετημένο που μοιάζει με μια ηχητική μάζα ησυχίας. Τα riff στο δεύτερο φέρνουν κάτι από Belus & Fallen στην αλληλουχία τους αλλά όχι καθ’ όλη την διάρκειά του. Το περιεχόμενο μοιάζει να είναι για μια ακόμα φορά απόλυτα δοτικό προς τον ακροατή και την μαυρομεταλική του τάση συναισθηματικά.

RH-13 

Στο δεύτερο βήμα του 2012 και έκτη κασέτα στο σύνολο θα βρούμε αρκετές επιρροές από τους πρώιμους Leviathan, εδώ το ρυθμικό μέρος είναι ο σφετεριστής της προσοχής και απόλυτος κυρίαρχος της διαδικασίας. Στο συνθετικό επίπεδο όλα θα εξελιχθούν μέσα σε μικρά σε διάρκεια κομμάτια που ζουν περισσότερο για να δημιουργήσουν ταραχή με πολλές αλλαγές, στροφές και αυξήσεις πίεσης της riff αρμαθιάς. Από την άλλη το ρυθμικό μέρος κοπανιέται ασύστολα, δημιουργώντας ένα ακόμα μικρό χάος για να εκτείνουν την δράση τους. Τα φωνητικά είναι στιβαρά, πνιχτά και πολύ δυναμικά ενώ το σύνολο μοιάζει τεταμένο και καφτερό σαν την πυρκαγιά που ξέσπασε στο ξύλινο σπίτι του εξωφύλλου. Εδώ έχουμε την πιο εκκωφαντική οπτική των Rhinocervs και το πολικό αντίθετο του RH 12. Όμως υπάρχει ένα μεμπτό σημείο για τον ακροατή και είναι στον ήχο που μοιάζει σχετικά στεγνός και απεριποίητος, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι ζήτημα του tape rip ή επιλογή της μπάντας για να ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία της κυκλοφορίας. Στο έκτο untitled κομμάτι Θα βρείτε ένα γλυκό ήχο στα τύμπανα και μια παραπάνω μελωδικότητα που θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος της κασέτας.

Οι Rhinocervs κάνοντας αθόρυβο έργο απέδειξαν την αξία τους μέσα σε δυο χρόνια. Αναμφισβήτητα η μουσική απελευθέρωση από μανιέρες και τυπικότητες ήταν η βάση που έχτισαν. Σαφώς βοήθησε ο πλουραλισμός και το ανεπιτήδευτο προσωπικό ύφος σε οποιαδήποτε μουσική όψη του Black Metal κι αν επέλεξαν να εξερευνήσουν. Η αύρα της μπάντας και ο αέρας που κινεί με κάθε νέο tape είναι λογικά η δύναμη που προσελκύει όλο και περισσότερους θιασώτες στο έργο τους. Αλλά η μεγαλύτερη νίκη τους, είναι πως κάθε νέα κασέτα μοιάζει μ’ εκφραστικό ξέσπασμα, σα να πηγαίνουν στο studio και να γράφουν μονοκοπανιά τη νέα version, χωρίς πρόβες, δεύτερες σκέψεις και λάθη. Ίσως βέβαια να με χτύπησε στο κεφάλι η μαγική untitled κατάσταση (..μέχρι και untitled μπλουζάκι υπάρχει..) που βγάζει ομολογουμένως ένα λαχταριστό underground feeling. Λογικά σε κάθε νέο tape θα συμπληρώνω το puzzle των untitled και μη κυκλοφοριών του ρινόκερου. Μέχρι τότε όσοι θέλουν να δουν ποιο είναι το «εδώ και τώρα» του Black Metal ας σπεύσουν, αλλά ας εμβαθύνουν. Όσοι πάλι ενδιαφέρονται για το «εδώ και τότε» του Black Metal φέτος κυκλοφορούν full-length οι Enthroned, Azaghal, Lunar Aurora, Sigh, Desaster, Naglfar, Sear Bliss, Svartsyn, Opera IX, Borknagar και αρκετοί «τέτοιοι» εκπρόσωποι του Είδους. Οπότε αν θέλει κάποιος να σνομπάρει το «εδώ και τώρα», υπάρχουν πληθώρα επιλογές για μια λαχταριστή ακρόαση από τα πολύ πολύ, μα πάρα πολύ ίδια και γνωστά και απείρως βαρετά ειδικά μετά το πέρας της πρώτης ακρόασης.

2012-Αίμα

Posted in Ιανουάριος 2012 on 1 Μαρτίου, 2012 by Plunderer

Το ελληνικό Black/Death αρχίζει να μιλά στην γλώσσα που επιθυμούν οι σαρδανάπαλοι οπαδοί του. Ανθίζει γεμίζοντας τον κήπο με πανέμορφα μπουμπούκια, βέβαια αυτές οι λέξεις μοιάζουν κάπως άσχετες με το περιεχόμενό του. Οπότε ναι, αποσυντίθεται, σαπίζει και μάλιστα η σκουριά του εμπεριέχει τέτανο θανατηφόρο. Στις προσπάθειες που φτάνουν από τα υπόγεια σπήλαια διακρίνουμε χύμα ψυχοσύνθεση που εξάγει πώρωση, χωρίς μεγαλεπήβολα σχέδια, χωρίς προσδοκίες και ίχνος αλαζονείας, καταραμένο, τρισάθλιο, ψόφος ωχρός και άσχημος. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι Αθηναίοι που κρύβονται πίσω από το νέο project Αίμα, τα δυο μέλη τους μάλιστα παίζουν και σε άλλες μπάντες όπως οι Goat Synagogue που κυκλοφόρησαν πέρσι το πρώτο τους Demo Law Of The Headless Architect. Εν έτη 2012 λοιπόν, δεν υπάρχει πιο σωστό όνομα για βγεις και να παίξεις Black/Death. Δεν είναι θέμα ακρότητας και αποτροπιασμού, ούτε κάποιας τελετουργικής βλακείας. Πολύ απλά η λέξη Αίμα μπορεί να είναι γλαφυρή αλλά είναι συνάμα και άρτια για το Είδος. Αθροίζοντας τις δύο αυτές έννοιες θα προκύψει μια λέξη που όλοι ξέρουμε καλά, Cult και μάλιστα με πάθος, πυγμή, ειλικρίνεια, σθένος, τακτική. Συμπέρασμα εκ του προοιμίου: Αν πιστεύεις ότι μπορείς να παίξεις Black Metal δεν πρέπει μόνο να το ακούμε, πρέπει και να το βλέπουμε. Οφείλεις να κάνεις αυτό που νιώθεις, αλλά αν θες να πετύχεις πρέπει να διαπεράσεις μέχρι και το πάγκρεας του ακροατή. Το ντεμπούτο του Αίματος ξεχειλίζει Black/Death αισθητική από τ’ όνομα και το γαμιστερό εξώφυλλο ως το μερακλίδικο tape που κυκλοφορεί η νεοσύστατη Goatmarch, εξάγοντας χωρίς ίχνος αμφισβήτησης πηγαία και ανόθευτη δύναμη.

Κατεβαίνουμε λοιπόν στο μπουντρούμι τους δίχως ελπίδα, το γκρίζο αμυδρό φως μας ψυχοπλακώνει, η μυρωδιά της κομμένης σάρκας φτάνει από την ρινική κοιλότητα στον εγκέφαλο προκαλώντας συμφόρηση. Το σπήλαιο στάζει από παντού, η γλώσσα υγραίνεται, οικεία και γνωστή γεύση, αίμα, πόνος και θηριωδία. Η πλοκή στο δεκάλεπτο Demo των Αθηναίων αναπτύσσεται μια κι έξω κουβαλώντας στον πυρήνα της ένα οξύμωρο σχήμα δράσης. Το οποίο θα μπορούσε να περιγραφεί ως ακατάσχετη ορμή με αργή κίνηση. Αυτή η αντίφαση ζει στο ογκώδες και βροντερό rhythm section, που ενώ κοχλάζει αργοπορεί και ενώ φθίνει μας καταπίνει διαβαίνοντας. Βασικό στοιχείο στο αλαφιασμένο μοτίβο τα Brutal πηγαδίσια φωνητικά που βοηθούν να δημιουργηθεί αναταραχή ακόμα και με τις αργές τους εκφορές. Οι κιθάρες είναι στοιχείο του ρυθμικού μέρους και συντηρούν σε μεγάλο ποσοστό το περιεχόμενο. Κι όμως σε κάθε κομμάτι κάνουν δυο-τρεις κινήσεις και στριφογυρίζουν την κανάτα με το αρχέγονο αίμα, πιτσιλώντας οργασμικά των ακροατή. Έτσι εδώ θα βρούμε τόσο μικρά Blashemy ορμώμενα σολάκια στο άσχετο ή backround παραπονεμένα riffs (Maker’s Wrath). Η ουσία του Demo όμως κρύβεται πίσω από τον άρτιο συνδυασμό των πρωτοτύπων, με την σύζευξη των εξ’ ενστίκτου επιρροών Archgoat, Black Witchery, Beherit και της ρυθμικής ζάλης των Portal, Mitochondrion. Εκεί καταφέρνει όχι να ξεπατικώνει όσα αγάπησε αλλά να εκφραστεί μιλώντας την δική του γλώσσα, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιεί αυτά που γνωρίζουμε κι επιζητούμε.

Η λατρεία των περισσοτέρων μας για το Black/Death δεν μπορεί να κρυφτεί, είναι μια τάση, μια κατάσταση, ένα αρχαίο ένστικτο που ικανοποιείται. Θαρρώ πως είναι φυσικό επακόλουθο, μιας και μέσα από τον βούρκο του φύτρωσε κάποτε η ρίζα του Black Metal, έτσι ίσως όλοι μας μπορούμε να δικαιολογηθούμε κρύβοντας το βάναυσο φετίχ πίσω από τον ήχο και την τέχνη του. Από την άλλη ενδέχεται και η σοβαρή ενδοσκόπηση με ψυχιατρικό γνώμονα, γι’ άλλες αναζητήσεις λίγο πιο προσωπικές. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να μπουν όλα τα μαγαρισμένα αποπαίδια στην σειρά και ν’ αφουγκραστούν το βδελυγματικό γέννημα. Και αν αυτή η γέννα έχει σπείρει σωστά, το θέρισμα της στο κοντινό μέλλον θα βγάλει και γαμώ τις σοδειές.

Η μπάντα μας εμπιστεύθηκε την κασέτα σ’ ένα διόλου ευκαταφρόνητο Mp3, κοπιάστε και έπειτα κάντε μια σοβαρή ερώτηση στον εαυτό σας. Αξίζει να μην έχω το πρώτο Demo του Αίματος στην φυσική αναλογική του μορφή?

2012-Aptorian Demon-Libertus

Posted in Ιανουάριος 2012 on 22 Φεβρουαρίου, 2012 by Plunderer

Το 2007 στο οπισθόφυλλο του Svin, οι Slagmaur έγραφαν: «Support the new war alliance of True Norwegian Black Metal. Mare, Aptorian Demon, Kaosritual, Throne Of Katarsis, Slagmaur». Οι Aptorian Demon ήταν βέβαια παλαιότεροι από τους Slagmaur αλλά οι δεύτεροι έχουν το δικαίωμα να μιλούν εξ’ ονόματος όλων των μελών της παρέας, μιας και έπαιζαν ως Norske Synder στα late 90’s. Εκείνη την εποχή όμως ξεκίνησαν την πορεία τους και οι Keep Of Kalessin, με βασικό κιθαρίστα και τραγουδιστή κάποιον με το ψευδώνυμο Ghash. Μέχρι το τέλος της χρυσής δεκαετίας έκαναν δυο Full-Length και ένα Demo επάνω σε αγνές και μελωδικές χιονισμένες Norwegian Black Metal βουνοκορφές. Έπειτα όπως μας πληροφορεί το site της Kyrck Productions τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας έκλεψαν τ’ όνομα και συνέχισαν το δικό τους gay μονοπάτι. Προσωπικά δεν έχω καμία διαφωνία με τον Ghash μιας και οι παλιοί του κολλητοί έφτασαν ένα βήμα πριν την Eurovision, αλλά θα πρέπει ν’ ακούσει και πάλι το Ep του 2003 Reclaim, με τον Attila πίσω από το μικρόφωνο και τον Frost ως ρυθμικό σκοπευτή, γιατί είναι μια κυκλοφορία που μέτρησε αναμφισβήτητα.

Οι Aptorian Demon ξεκίνησαν μ’ ένα Ep το 2005 κάτω από τον τίτλο Το Angst, Jammer Og Fortvilelse και σε κάτι λιγότερο από δέκα λεπτά κατάφεραν όχι μονό να τραβήξουν το ενδιαφέρον αλλά και να πωρώσουν τόσο τον ακροατή, που το 7άρι τους έγινε μικρό φετίχ των οπαδών όντας κρυμμένο διαμαντάκι των zeros. Μαυροματαλλικά εκεί είχαμε μια αχνή Thorns meets Dodheimsgard και Ved Buens Ende νοοτροπία στα riff που αναλυόταν σε Gorgoroth πλοκή με ταχύτητα και περισσή δύναμη. Έτσι περνώντας κόσκινο τις intelligent σκέψεις από μια επιθετικότητα μπορούσε να εξάγει όλη την ροή της πώρωσης. Σημείωση: Από έγκυρη πηγή (γνωστός συντάκτης γνωστού μεταλλικού εντύπου) έμαθα πως στο εξώφυλλο του επτάιντσου είναι ο πατέρας ενός από τα μέλη της μπάντας, βέβαια σε όλους μας αυτός ο τύπος θυμίζει αρκετά τον γνωστό και μη εξαιρετέο Tom Angelripper των Sodom.

Από τότε πέρασαν περίπου επτά χρόνια και για να σας πω την μαύρη αλήθεια δεν περίμενα να υπάρξει εξέλιξη στην ιστορία τους. Βλέπετε ο Ghash και ο έτερος Καππαδόκης Sundli είναι μπλεγμένοι στους Mare όσο και σε άλλα project που είχαν δραστηριοποιηθεί νωρίτερα με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Εδώ όμως έρχεται η δική μας Kyrck Productions & Armour προσθέτοντας την αναγκαία βοήθεια για το πρώτο full-length των Νορβηγών, κάνοντας δωράκι σε όλους όσους περιμέναμε χρόνια το Libertus με την έναρξη του 2012. Σε πρώτο επίπεδο από το κείμενο που ακολουθεί την προώθηση της κυκλοφορίας μαθαίνουμε πως το ντεμπούτο θα μας εξηγήσει πως θα έπρεπε να ηχούν οι true Keep Of Kalessin. Έπειτα θα βρεθούμε μπροστά στην αισθητική που το πακετάρει, μέσα στο minimal πνεύμα του Είδους μ’ εξώφυλλο που φέρει όσα orthodox στοιχεία θα επέτρεπε κάθε σοβαρός Νορβηγός στον εαυτό του, με μια καθολική συμβολική γλώσσα (σχήμα οξύμωρο το ξέρω, αλλά αυτό είναι).

Αν και δεν έχω την αναγκαία πληροφόρηση θεωρώ πως τα κομμάτια είναι γραμμένα σε διάφορες περιόδους εξάγοντας άλλες διαστάσεις, χωρίς όμως αυτό να διαταράσσει σοβαρά την ομοιογένεια που εκπέμπει σαν σύνολο. Κατά την γνώμη μου το album μπορεί να χωριστεί σε δυο μέρη, το αρχικό περιλαμβάνει τα τρία πρώτα κομμάτια ξεκινώντας από τον παπικό σχολιασμό και τις καμπάνες του Ignitus μέχρι ο Ghash να ρουφήξει την μύτη του για να καταλήξει αργότερα στ’ αλυχτίσματα του ομότιτλου. Στα κομμάτια αυτά θα βρούμε την σιδηροδρομική πηγαία Νορβηγία με riff που κάνουν καταβάσεις ορεινών όγκων λαμβάνοντας μια πορεία που θα κοπεί λίγες φορές με mid tempo στάσεις για τις απαραίτητες ανάσες και να συνεχίσει αγέρωχη. Στις καταβάσεις θα βρούμε organ και ακουστική κιθάρα σαν ένα πέρασμα ή κατάληξη που θα βάλει μια πινελιά σε άλλο χρώμα για να σπάσει το συνεχές γκρίζο της πλοκής. Βασικό στοιχείο των κομματιών είναι τα φωνητικά που εντείνουν το σύνολο εκφραστικά, τόσο σε άρθρωση όσο και σε δύναμη κάνοντας λίγο πιο «ζωντανό» το μονοδιάστατο ύφος του. Το Black Metal των Νορβηγών σέβεται πολύ το Metal συνθετικό του βαδίζοντας με παικτικό προσανατολισμό κατά την σύνθεση. Σαν συνεπαγωγή εδώ θα βρούμε καλό ήχο και κομμάτια που βγάζουν προς τα έξω τα όργανα, ως και το αγνοημένο στο Black metal μπάσο που παραμελούν ή απλά δεν συμπεριλαμβάνουν και τόσο στην διαδικασία οι περισσότερες Black Metal οπτικές. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τα τρία επόμενα κομμάτια, ξεκινώντας με το γαλήνιο Amir Al-Mu`Minin (ο διοικητής των Πιστών) που φέρει το ύφος των Arcturus στα φωνητικά αλλάζοντας εντελώς το feeling για να προκαλέσει άλλα συναισθήματα με την κρυφή τελετουργική του λυρικότητα. Έπειτα συνεχίζει με το mid tempo και μελωδικό Var Aere Er Troskap που φέρει τον ήχο του Ep και θα ολοκληρωθεί με μια δυναμική Νορβηγική αντεπίθεση στο Ordets Makt που μας γεμίζει ικανοποίηση. Τα τρία τελευταία κομμάτια είναι πιο άμεσα και περιεκτικά τοποθετώντας το ύφος στην μελωδική πλευρά κάνοντας παύση στην σιδηροδρομικότητα. Τέλος κάτι που έχουμε δει αρκετές φορές και μας αρέσει παρότι τίγκα γραφικό, το δωράκι της μπάντας προς όλους μας βρίσκεται στο 66ο κομμάτι, instrumental με χύμα ήχο για να εντείνει την παικτικότητα έχοντας πολύ ωραία αύρα.

Το Libertus είναι ένα Νορβηγικό album με αρκετά τυπικά στοιχεία στην εφαρμογή του αλλά δεν είναι άμεσα χωνευτικό απαιτώντας λίγο από τον χρόνο του ακροατή. Συνολικά αν και κουβαλά χαρακτήρα δεν αγγίζει τόσο το Ep αλλά αυτό μένει να το δούμε και στον χρόνο. Τέλος, επειδή δεν μου στέλνουν δωρεάν τ’ album ούτε είναι και φίλοι μου, μπορώ χωρίς κανένα ίχνος ντροπής να εξυμνώ την προσπάθεια της Kyrck Productions & Armour με τις πολύ όμορφες εκδόσεις και την εστιασμένη προσοχή στις αξιόλογες προσπάθειες. Το Είδος θα ζήσει αν οι ακροατές βάλουν και το χέρι στην τσέπη, οπότε θυμηθείτε όταν κάνετε παραγγελία να ζητήσετε και γουστόζικο patch.