Archive for the Ιούλιος 2011 Category

Deafheaven

Posted in Απρίλιος 2011, Ιανουάριος 2011, Ιούλιος 2011, Ιούνιος 2010, Ιούνιος 2013, Νοέμβριος 2012 on Ιανουαρίου 29, 2014 by Plunderer

LogoTo logo των Deafheaven κουβαλά μπερδεμένα γράμματα, σε Black Metal φόντο και μια λεκτική υποστήριξη από κάποια γράμματα του ονόματός τους. Φέρει ως αρχή την ιστορία του Είδους, δοσμένη μέσα από ένα γεωμετρικό μπέρδεμα. Συνάμα τοποθετεί ως βάση μια καμπυλωτή, καλλιγραφική γραμματοσειρά που καλμάρει το νου, συγκριτικά με τις γωνίες που κυριαρχούν στο Black Metal, θέλοντας να εξάγει μια σοφιστικέ προοπτική. Η φωτογραφία στο metal archives είναι ενδιαφέρουσα και δεικτικό σημείο της αισθητικής τους. Σαν στήσιμο θυμίζουν Post Rock μπάντα σε σκοτεινή αστική οπτική, με το άγιο μαύρο χρώμα ολόγυρα. Είναι μια παρέα νέων που κάποιοι θα ονόμαζαν hipster παράταξη και δε θα είχαν άδικο. Μπουφανάκι και αλλαζονέ ημιβλέμμα, γυαλιά σε μαύρο σκελετό με χαμογελάκι και ποτό στο χέρι, σκυφτό πρόσωπο και γυρισμένο παντελόνι, αδιαφορία και γυαλί ηλίου, πέτσινο και goofy απορία.

BandΠριν από τρία χρόνια, εναρμονίστηκα με την έναρξη των Deafheaven για μια μικρή περίοδο. Από τότε άκουγα κάθε επόμενο βήμα τους σαν παρατηρητής του μονοπατιού τους. Ωστόσο δεν κατάφερα να μείνω δίπλα τους, γράφοντας κάποιο κείμενο όπως είχε γίνει στην αρχή της πορείας τους. Στις μέρες μας ένιωσα την ανάγκη να πω δυο κουβέντες συνολικά, για να μείνει στο Blog (προς ιστορική χρήση) πως το τρίτο τους album, Sunbather, κατέκλεισε τις λίστες με τα καλύτερα τις χρονιάς σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι Deafheaven δεν είναι πρώτη επιλογή στα Black Metal Blogs, ούτε καν στα Heavy Metal Magazines αλλά σε μέσο όρων εντύπων, (δείτε τι καταγράφει το metacritic για την μέσο όρο βαθμολογία που έλαβαν από διάφορα webzines) μιλάμε για «περιοδικά» τύπου Pitchfork και αρκετά ακόμα που τροφοδοτούν την Pop κουλτούρα. Χαμογελούν μάλιστα χαιρέκακα επειδή πιστεύουν πως προωθούν μουσική με ακίδες, που τρυπά τα τρυφερά πωπουδάκια της IPhone plus spotify νεολαίας (Ρε που φτάσαμε!! Σε λίγα χρόνια τα mp3 θα είναι cult item!). Ξεσπάθωσα λέτε; Όχι, τώρα ξεκίνησα να ξεσπαθώνω. Μ’ ενοχλούν τόσο πολύ οι τυχάρπαστοι pop αναλυτές (ειδικά οι Αμερικανοί) που άκουσαν το Sunbather και του έβαλαν καλό βαθμό, γιατί από τα κείμενά τους βλέπω πως δεν παρακολούθησαν όσα έκανε η μπάντα μέχρι σήμερα. Θέλουν να μεγιστοποιήσουν κάτι που δεν γνωρίζουν σε βάθος, νομίζοντας πως έτσι θα τοποθετήσουν μια μπάντα στην ποικιλομορφία της φαρέτρας τους. Δεν έχουν δει όμως πως στην ουσία αυτό που κουβαλούν δεν είναι φαρέτρα, αλλά κουβαδάκι παραλίας. Η πικρή αλήθεια είναι πως το άκουσαν δυο-τρεις φορές για να γράψουν πέντε μαλακίες και λογικά γέμισαν προσπερματικά υγρά το κίτρινο βρακί τους. Περισσότερο όμως μ’ ενοχλεί η νοοτροπία των ακροατών, που περιμένουν με την γλώσσα παρατεταμένη στην βρύση που γράφει «Hype», τυφλωμένοι καθώς είναι από τη λανθασμένη τους νοοτροπία που το μεταφράζει ως «αύρα πριαπισμού».

Πώς κι έγινε διάσημη αυτή η προσέγγιση; Σε ποιους προσκρούει το θέλημά της; Και γιατί ακόμα και οι Carcass (που για το μεγαλύτερο μέρος της Metal κοινότητας, έκαναν την καλύτερη φετινή δουλειά) αναφέρουν πως το Sunbather είναι το μέλλον του ακραίου ήχου; (Jeff Walker, Metal Hammer 349). Τα πράγματα είναι απλά: Φταίει το ατέρμονο κόλλημα του ακροατηρίου (και των μουσικών μέσα σε αυτό, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κάκιστοι ακροατές) ν’ ακούσει και να έχει άποψη για κάθε μπάντα που κάνει κρότο στις γειτονιές των εκφράσεων. Κανείς όμως δεν έχει την όρεξη ν’ αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο, για να σηκώσει τα πέπλα τους και να δει τα εξελικτικά στάδια που προηγήθηκαν. Μένει στα προκαταρκτικά, μακριά από την κοιτίδα της μουσικής και τελικά αποκτά επιδερμική γνώση από μια εφαπτομένη κάθε έκφρασης. Μέμφομαι τη στάση αυτή, γιατί καλλιεργήθηκε χρόνια τώρα ως μοντέλο του ψαγμένου με τη μουσική. Ο ακροατής που τα ξέρει όλα, του ταιριάζουν όλα και πάνω απ’ όλα τον ενδιαφέρουν όλα. Στο τέλος όμως αντί να έχει γούστο, ξέρει απλά τι επιπλέει σαν σκατό σε κάθε μουσική έκφραση και πανηγυρίζει σηκώνοντας ψηλά το φλάμπουρο της κουράδας. Την ίδια στιγμή, εδώ κάτω στις σπηλιές, κουβεντιάζουμε για την επόμενη μόδα με τους ανθρώπους που την δημιουργούν. Αναμένοντας μαζί τους, την ημέρα που θα τους γνωρίσει το ψαγμένο φιλοθεάμον κοινό. Αυτό που γιγαντώνει τις μόδες του κάθε Pitchfork.

2010-Demo

Folders

Πάμε τώρα να πιάσουμε τώρα όλες τις κυκλοφορίες της μπάντας μία προς μία. Θα προσπεράσουμε όμως το Demo για το οποίο μιλήσαμε σε αυτό το Blog καιρό πριν. Δε το λέω για να μείνει στο μυαλό κάποιου πως εγώ προείδα κάτι. Δεν προείδα τίποτε, ούτε είμαι ο Γιώργος Γεωργίου να λέω ατάκες σε ύφος «μη μου λες και πέντε ότι σου είπα παρά πέντε». Το αναφέρω γιατί έχει ουσία. Είναι το μεγαλείο της Underground λογικής, στην επιλογή προς ακρόαση και όχι μια τυχαιότητα στην ενδεχόμενη γνώση μιας μπάντας, αν για «χ» λόγους πέφτει πρώτη στο ιντερνετικό name dropping. Όπως κι έγινε δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο, με ανθρώπους που χάσκουν ανοιχτά στόματα με το ροζοροδακινί εξώφυλλο του Sunbather. Οι ίδιοι άνθρωποι όμως (τους ρώτησα) δεν είδαν ποτέ το πραγματικό ροζ εξώφυλλο των Deafheaven, δηλαδή το 7ιντσο Libertine Dissolves. Δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είναι οι Alcest, δηλαδή δεν υπήρξαν οπαδοί των Wolves In The Throne Room, έτσι δεν έφτασαν μέχρι τους Liturgy, δηλαδή δεν τους συγκίνησαν ποτέ οι Weakling.

Δυστυχώς ο ακροατής σχετίζεται με ότι συζητιέται. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τις ρίζες του, μα το χειρότερο όλων είναι πως δεν θέλει να μάθει γι’ αυτές. Είναι ένας αδιάφορος καταναλωτής που ψαρώνει με την pop κουλτούρα, θεωρώντας την κάτι φρέσκο. Ξεχνά όμως, πως κάθε νέα μόδα είναι κάτι που πάλιωσε για όσους την είδαν να γεννιέται στα «χαρακώματα» των τάσεων. Κοντολογίς, το περιεχόμενό των Deafheaven είναι γνωστό εδώ και χρόνια σε όσους άκουσαν και γνωρίζουν όλα τα παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά όμως, νιώθω πως η μόδα αυτή μας έκανε χάρη που υπήρξε. Σκεφτείτε πως οι pop αναλυτές αναφέρουν το Sunbather, ως τον καλύτερο Black Metal δίσκο του 2013. Αυτή η μπαρούφα κύριοι και κυρίες τα λέει όλα. Από εδώ και πέρα θα εθελοτυφλεί όποιος δεν αναγνωρίζει, πως κάθε μουσική που υπάρχει, πρώτα θα ξεδιαλυθεί και θ’ απλωθεί στην ταράτσα του underground κι έπειτα θα πάει στο πιάτο του. Μάλιστα όταν φτάσει εκεί, αν δεν είναι μια καρικατούρα της έναρξης, θα είναι σίγουρα ραφιναρισμένη. Τώρα ξεσπάθωσα.

Υπόκλιση και βαθύτατος σεβασμός προς όλους όσους αφιερώνουν το λιγοστό τους χρόνο, στην κοιτίδα της παγκόσμιας σκηνής και τον ερασιτεχνισμό.

2011-Libertine Dissolves

FolderΕίπαμε και στον πρόλογο πως αυτό είναι το αληθινό ροζ Lp της μπάντας και κανένα άλλο. Στο θαμπό εξώφυλλο βλέπουμε τα πόδια μια κοπέλας, που έχει ξεκούμπωτο τζιν σορτσάκι. Είναι μια Us-φαντασίωση, την οποία μπορώ να την δω ως έκφραση της νεανικής τους αισθαντικότητας. Σε πρώτο επίπεδο ρομαντζάρει ερωτικά μέσα από τις αισθήσεις που προκαλεί, ενώ σε δεύτερο μπορεί να είναι μια επιλογή που θέλει να ενεργοποιήσει τη λίμπιντο-ωθώντας το νου στο τι κρύβεται πίσω από τα κουμπιά. Το ερωτικό αίνιγμα ήταν ιστορικά η κατευθυντήρια δύναμη της λίμπιντο, μέσα από την φαντασίωση. Η γενιά αυτή όμως ξεπέρασε τα δικά μας δεδομένα, συνεπώς το διαχρονικό μοτίβο μπορεί να ισχύει μεν αλλά η δική τους προέκταση με προσπερνά και δεν μπορώ να προσδιορίσω πλήρως την αντίληψή τους. Ωστόσο θέλω να σημειώσω τον τρόπο που διάλεξαν για να δείξουν την παραπάνω εικόνα, γιατί αποκαλύπτει την εξέλιξη της νοοτροπίας που έχει αυτή η γενιά. Είναι μια pink λογική από metrosexual αγόρια, που θέτει μέσα από τη θαμπάδα μια αφηρημένη αίσθηση, η οποία ζει μακριά από την a-male αγριότητα και βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον θηλυκό ψυχισμό. Στο εσωτερικό δεν έχουμε κάτι καινούριο, η μπάντα δίνει δυο από τα κομμάτια του Demo σε βινύλιο, μιας και η κοπή του είχε γίνει αρχικά σε κασέτα. Αργότερα βέβαια κόπηκε ολόκληρο το Demo και σε βινύλιο. Για να λέμε την συνολική αλήθεια που αποκαλύπτει την πρόθεση κάθε μπάντας με αντίκτυπο, να μικραίνει το κομπόδεμα των βινυλιοφάγων. Τι λέτε, μήπως πλέον η εκμετάλλευση των label προς εσάς έχει παραγίνει; Μήπως είναι καιρός να κάνετε αποχή;

2011-Roads To Judah

FolderΟ τίτλος του ντεμπούτου δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι μια καθημερινή βόλτα με την αστική γραμμή της N.Judah, γειτονιά του San Francisco, όπως αναφέρει ο George Clarke (γεννήθηκε το 1989, για να έχετε γνώση πως ασχολήθηκε με το Black Metal όταν χρησιμοποιούνταν από το sludge ή το post-hardcore, ώστε να προσεγγίσουν το Metal ακροατήριο) στη συνέντευξη που είχε δώσει στο blog SF SLUDGE (διόλου τυχαίο blog, δεν το λέω αρνητικά αλλά καταδεικτικά). Έλεγε πως στο δρόμο για την δουλειά έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του album, σε μια περίοδο που ήταν αρκετά μπερδεμένος. Ξέρετε πολύ καλά σε τι αναφέρεται, γιατί από λίγο ως πολύ όλοι περάσαμε κάποτε μια απάλευτη περίοδο στη ζωή μας. Άσχετα αν μεγαλώνοντας γελάσαμε βλέποντας άλλους ανθρώπους να τραβούν τα ίδια ζόρια στα μετεφηβικά χρόνια. Όχι, δεν είναι γέλιο ειρωνείας αλλά κατανόησης. Διότι όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με παράπλευρους τρόπους.

Οι Deafheaven με το ντεμπούτο τους ξεκίνησαν μια πορεία γεμάτη ζέση και θέληση να υπάρξουν για λίγο μεγαλύτερο ακροατήριο, απ’ όσο είχαν γοητεύσει με το Demo τους. Μουσικά λοιπόν έφτιαξαν ένα εκφραστικό Post/Black Metal, δεμένο και συνεκτικό. Στο εσωτερικό το Black Metal έχει μεγαλύτερο εύρος πλοκής, αλλά μέσα του ενυπάρχει και ζει αρμονικά το Post-Rock ύφος, κυρίως μέσα από γλειψίματα στα τάστα και πτώσεις του ρυθμού. Η λογική τους παντρεύει την ταχύτητα, που θα εκφραστεί μέσα από την τεντωμένη δεινότητα, και το ήρεμό-γλυκό πέρασμα που μεταφέρει τον ακροατή από την οργή στην ηρεμία και τη γαλήνη. Συνεπώς θα μπορούσαμε να πούμε πως το Roads To Judah είναι ένα ξέσπασμα με τάση να λυτρώνει την οργή μέσα από ένα οικείο κελάρυσμά. Σαν κράμα όμως πέφτει στην παγίδα ενός γνωστού μελό σεναρίου, που χρησιμοποιήθηκε (λίγο πιο υπερβολικά) στο Depressive & Suicidal Black Metal. Είναι μια πλοκή που αρχικά βγάζει κάτι, αλλά σταδιακά ακουμπά τον ακροατή φιλικά στον ώμο. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό πέφτει το πέπλο της και αποκαλύπτεται το μυστικό της οργής της. Είναι η μετάφραση του ξεσπάσματος σε λογικούς συνειρμούς και τ’ όνομά αυτής, αστική δυσφορία. Ένα κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ μουσικού κι ακροατή που ζουν στην ίδια εποχή, έχοντας παρόμοιες αναφορές και δυσκολίες στη ζωή.

Πάνω από κάθε τι άλλο πρέπει να μιλήσουμε για τις κιθάρες, που συνθετικά έχουν διττό ρόλο. Αφενός δίνουν απαλές πορείες καταπραΰνοντας και αφετέρου συμμετέχουν μαζί με το ρυθμικό μέρος στην επίθεση. Ο Kerry McCoy μαζί με τον έτερο κιθαρίστα Nick Bassett (που έφυγε ή τον έφυγαν το 2012 από την μπάντα) είχαν μελετήσει ακαδημαϊκά την λογική του Nathan Weaver (Wolves In The throne Room) που ισοδυναμούσε με την διαγραφή των filler riff μέσα στα κομμάτια. Αυτό δε σημαίνει πως οι κιθάρες τους είναι εμπνευσμένες, αλλά πως χαράζουν εικόνες στρέφοντας τάστα και χορδές στην ηλιόλουστη πλευρά του απογεύματος. Τα φωνητικά είναι πάντοτε στραμμένα στο μοτίβο της αγριότητας, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούνται ως στοιχεία της ήρεμης διάβασης. Θα έλεγα πως είναι και το μικρό/πικρό μυστικό των Deafheaven, γιατί με την χροιά τους χαράσσουν μια γραμμή διαγραφής στην Post-ιά. Ξεσπούν ατέρμονα προσδοκώντας λύτρωση, μιλώντας τη γλώσσα όλων όσων είδαν στο Suicidal την Hardcore οξύτητα και προσπάθησαν να την εξευγενίσουν μέσα από την Depressive αβρότητα. Ο ρόλος των τυμπάνων είναι τυπικός, θα έλεγα πως συνδράμουν περισσότερο στην άγρια μορφή της μπάντας, αλλά δεν ξεχνούν να δηλώνουν παρόν συμμετέχοντας στις Post-Rock γέφυρες, με τους όρους που επιτάσσει το είδος αυτό. Συνθετικά έχουν κάνει ένα βήμα παραπάνω από το Demo, γιατί τα κομμάτια είναι καλογραμμένα, παρουσιάζοντας σπονδυλωτή δράση και ποικιλίες πλοκής. Επιπρόσθετα θα έλεγα πως ο τρόπος που ανέπτυξαν τις ιδέες τους είναι ορθός και σαν παικτικό ατού θα έβαζα την ομαλότητα στις αλλαγές. Πάμε όμως τώρα στο δεύτερο αγκάθι του ντεμπούτου, που θα βρεθεί στην άρτια μα ασφαλή παραγωγή. Μπορεί να μην κρύβει την επίθεση αλλά την κάνει οικόσιτη, αναδεικνύοντας περισσότερο τις ομαλές διαβάσεις. Θαρρώ λοιπόν πως η λογική που χρησιμοποίησαν για να μοντάρουν την δουλειά τους μετατρέπει το ντεμπούτο τους σ’ ένα ευκολάκουστο album.

Μερικές φορές η άνοδος και η εξέλιξη του υλικού μιας μπάντας, μπορεί να προσελκύσει συνδαιτυμόνες αλλά απωθεί σχετικά τους θαμώνες. Στην πρότερη ιστορία των Deafheaven το Roads To Judah είναι μια βελτιωμένη εικόνα των ιδεών του Demo. Πού είναι όμως η σπίθα της extreme έκφρασης που υπήρξε εκεί; Πώς κατόρθωσαν να κρύψουν την αμυδρή προσωπικότητα τους μέσα σ’ ένα τετριμμένο και γλυκανάλατο σενάριο; Γιατί το θαμπό φέγγος αντικαταστάθηκε από μια παραγωγή «νυσταλέο απόγευμα»; Ρητορικά είναι τα ερωτήματα. Από το ντεμπούτο της μπάντας δεν λείπει το συναίσθημα αλλά ο Χαρακτήρας. Σε κάθε album που λείπει αυτός, έπειτα από κάποιες ακροάσεις μοιάζει κατανοητό, ακίνδυνα περιπατητικό και το χειρότερο όλων: αν έχεις ξεπεράσει τις μετεφηβικές εγκεφαλικές νόρμες, σε πάει ανώφελα πίσω.

2011-DW Live Series 08: Live At The Blacktop 01.15.11

Folder

Αυτό το live, ήταν η αυθόρμητη κίνηση των Deafheaven στο πρώιμο στάδιο. Καταλαβαίνω ότι μπορεί απλά να είχαν την δυνατότητα να ηχογραφήσουν μια εμφάνιση και δέχομαι πως τόλμησαν το εγχείρημα σαν ήταν ακόμα καυλωμένοι. Ωστόσο ο ακροατής εδώ θα λάβει μόνο τον ήχο και όχι την εικόνα. Πράγμα που δεν θα τον γεμίσει ουσιαστικά και το πιθανότερο είναι να χάσει το ενδιαφέρον του γρήγορα. Βασικό ρόλο παίζει ο ήχος, γιατί δεν είναι όσο καλός πρέπει για τη μουσική τους και κάπου χάνεις την διάσταση όσων κάνουν. Για τους ακροατές που θέλουν να βάλουν μια extra παράμετρο στην ακρόαση του, υπάρχει η εικόνα αυτής της εμφάνισης. Το set στο Blacktop ήταν μικρό, αλλά έδειχνε αρκετά στοιχεία που θα προσφέρουν κατανόηση στον ακροατή που θέλει να καταλάβει το μονοπάτι τους.

Όπως θα δείτε είναι ένας πολύ μικρός χώρος με τον κόσμο να βρίσκεται ολόγυρα και όχι μόνο μπροστά από την μπάντα. Είναι σε απόσταση αναπνοής και θα μπορούσε να τους ακουμπά, ωστόσο παραμένει σταθερός και σχετικά άκαμπτος (ως είθισται). Το live αυτό θυμίζει μια τάση που ήταν ή είναι ακόμα διαδεδομένη στο Hardcore. Είναι μια νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφεί με τη φράση «Get off the stage!», μέσα από την οποία οι ακροατές προέτρεπαν τις μπάντες να γίνουν ένα μαζί τους. Όπως θα δείτε η παρουσία του George Clarke (φωνή) είναι ηλεκτρικά φορτισμένη, καθώς παλινδρομεί το σώμα του σε κάθε κομμάτι. Δίπλα του ο Kerry McCoy, έχει γυρισμένη την πλάτη στην κάμερα και φορά πουκαμισάκι, στα τύμπανα βρίσκεται ο νεαρός Trevor Deschryver (γεννημένος το 1990) που δεν είναι πια μαζί τους. Ο έτερος πουκαμισάς στο βάθος που βλέπουμε το πρόσωπό του, είναι ο Nick Bassett.

Σε αυτό το σημείο, για να δείτε τις διαφορές αλλά και την εξέλιξη των Deafheaven, θα ποστάρω εδώ το πιο διάσημο video από live τους (με κομμάτι από το Sunbather). Δείτε τη μπάντα, την παρουσία των ακροατών, κόψτε φάτσες και το λίκνισμα όλων, το σχετικά επαγγελματικό στήσιμο με την ασπρόμαυρη εικόνα, τα συναισθήματα που βγάζουν και τελικά το σύνολο. Έπειτα θα γίνει η αναγκαία σύγκριση και θα βγάλετε τα συμπεράσματά σας για όλες τις live εκδοχές τους.

2012-Deafheaven / Bosse-de-Nage

FoldersΟι Deafheaven, όχι μόνο γουστάρουν τους Σκοτσέζους Mogwai, αλλά κόπτονται γι’ αυτούς και το αποδεικνύουν με μια διασκευή στο Punk Rock/Cody. Τολμώ μάλιστα να πω, πως είναι από τις ενδιαφέρουσες ιδέες που είχαν μέχρι σήμερα. Μπορεί η επιλογή να μην είναι πρωτότυπη, αλλά δικαιώνει το χαρακτήρα της με την τροποποίηση που κάνει στην αρχική ιδέα. Εδώ λοιπόν θα βρούμε το βασικό μοτίβο του original κομματιού που θ’ αναπτυχθεί ορανικά, καθοδηγούμενο από μια grim τροπολογία. Γαλήνιο, σχεδόν ασάλευτο βάδισμα, ενδεδυμένο συναισθήματα που γεννούν μια ιδιόρρυθμη ατμόσφαιρα κι ένα απρόσμενο ανέβασμα της πλοκής που αγγίζει το γνωστό ξέσπασμα της μπάντας στο φινάλε. Μ’ άρεσε μάλιστα που γίνεται σπασμωδικά, γιατί είναι μικρό και αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου να επιπλέει. Στην άλλη πλευρά του Split θα συναντήσουμε τους Bosse-de-Nage. Μη φανταστείτε πως είναι τίποτε άγνωστοι, έχουν κάνει κύκλο οπαδών πριν γίνει αυτή η συνεργασία. Προσωπικά όμως δεν μου έχουν κάνει κούκου μέχρι σήμερα, ενδεχομένως να μην τους αφιέρωσα χρόνο, αλλά κάτι με χαλούσε σε όσες δουλειές τους άκουσα. Στο δικό τους κομμάτι A Mimesis of Purpose, εκτελούν ένα Post-Black Metal υβρίδιο με προβάδικα τύμπανα, που είναι αισθητά πιο έξω για να εντατικοποιήσουν την ροή. Τα φωνητικά τους (ένα από τα στοιχεία που δεν μου άρεσαν) εδώ τα λένε καλά μ’ ένα τεμπέλικο γκάρισμα που γεννά συναισθήματα. Η προσθήκη βιολιού δημιουργεί διάθεση και πηγαίνει με το κομμάτι, ωστόσο είναι πλέον τετριμμένη.

Αυτό το  12ιντσο μπορεί να έχει underground αέρα αλλά ο στόχος του είναι ανεξίτηλα overground, κι αυτό γιατί η επιλογή Mogwai είναι στοχευμένη. Συνειδητά ή ασυνείδητα θα οδηγήσει σε τρομπάρισμα επιφωνημάτων χαράς για το γεγονός και μόνο. Θα βγει δηλαδή στο διαδίκτυο κάθε τυχαίος ακροατής των Mogwai (έχουν τυχαίους μιας και στο Last Fm μετρούν 1,047,629 listeners) για να πει, πόσο γαμάτη μπάντα είναι οι Deafheaven (73.722 πλέον στο Last fm, από την ώρα που έγραφα το κείμενο έχουν λάβει χιλιάδες νέους και μέχρι να το διαβάσετε θα έχουν ακόμα περισσότερους-γι’ αυτό κι έβαλα το link στ’ όνομά τους, για να δείτε το μέγεθος που αποκτούν με το πέρασμα του χρόνου) επειδή διασκεύασαν Mogwai. Γελώ μάλιστα γιατί όταν τους έμαθα, μετά την προτροπή του τραγουδιστή των Sun Of Nothing (εξαιρετικός ακροατής), ήμασταν λιγότεροι από 500. Προφανώς δικαιολογώ κάθε αδικαιολόγητη χαρά, αλλά γνωρίζω πως οι πολλές χαρές ισοδυναμούν πάντα με το γενικότερο hype.

2013-Sunbather

Folder

Η Deathwish Inc είναι ένα γνωστό Hardcore/Metalcore label της εποχής που διανύουμε, συνεπώς το πάντρεμά του με τη μπάντα ήταν φυσικό, βάσει αισθητικής. Το δεύτερο ολοκληρωμένο βήμα των Deafheaven κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν ξεκίνησε και η καμπάνια του λειτουργικού ios7 για το IPhone. Για όσους δε γνωρίζουν, είναι το λειτουργικό που έριξε στην αγορά την εφαρμογή Spotify. Η φωτογραφία που μπορείτε να δείτε εδώ είναι απρόσμενη, αποδεικνύοντας τη δικτύωση και προώθηση της μπάντας. Ειλικρινά δεν έχω ιδέα πως κατάφεραν να το πράξουν και αναρωτιέμαι, αλλά συνέβη και αυτό: Οι Deafheaven βρίσκονται στη μόστρα της διαφήμισης του IPhone, στο iTunes (αισχρό λειτουργικό σίχαμα) ως πρόταση της εφαρμογής Spotify. Κανονικά κάπου εδώ θα έπρεπε να σταματήσω μιας και τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε καλύτερα από τη δική μου περιγραφή. Αλλά με ξέρετε πλέον, οραματίζομαι ανθρώπους ν’ ακούν μέσω spotify το album νιώθοντας μέσα στα πράγματα και το μουσικό σήμερα. Το ζήτημα είναι περίπλοκο, από την μια πλευρά είμαι αρνητικά διακείμενος απέναντι σε νέα τερτίπια τύπου Spotify, γιατί γεννιούνται με σκοπό να παρεισφρήσουν μέσα στα έθιμα των μουσικόφιλων και να προτάξουν μια νέα κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να προωθεί Deafheaven η pop κουλτούρα παρά όλα τα μουσικά σκουπίδια που προωθούσε μέχρι σήμερα.

Η λέξη Sunbather σημαίνει ηλιοθεραπεία (λουόμενος από τον ήλιο) αλλά ίσως έχει και κάποια slang ερμηνεία που δεν κατάφερα να διασταυρώσω. Το ροζροδακινί εξώφυλλο με τίτλο σε λευκά, σχετικά δυσδιάκριτα, γράμματα έκανε καλά τη δουλειά του. Στην ουσία βέβαια, πρόκειται για μια αδιάφορη επιλογή χωρίς κανένα νόημα που ισοδυναμεί με την απλανή λογική του σωρού. Στο εσωτερικό υπάρχει μόνο μια φωτογραφία με τη σκιά μιας ανδρικής-λογικά-σιλουέτας σε ροζ καμβά που λούζεται από κομφετί. Μη πάει το μυαλό σας στο κακό, δεν το αγόρασα, κάποιος απ’ όσους στέλνουν digital promo, σε όσους τ’ αναζητούν, μου το στειλε. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να το αγοράσει κάποιος παρά να το ακούει μέσω spotify. Όσο σκέπτομαι μάλιστα ότι σε κάποια φάση αυτή η παλιοεφερμογή θ’ αγοράσει το Last Fm, για να μας εξαναγκάσει να μπούμε στη φάση του, ωρύομαι. Όχι τίποτε άλλο, αναγκάστηκα πριν χρόνια να μάθω και να χρησιμοποιήσω Last Fm για να κάνω καλύτερα αυτό που τέλοσπάντων κάνω, αλλά δεν θ’ ακολουθήσω κάτι καινούριο που άκουσον, άκουσον! σε βάζει να πληρώνεις συνδρομή για ν’ ακούς μουσική. Καλώς ήρθατε στο βασίλειο της τεμπελιάς. Αφού βαριέσαι βρε αδελφέ ν’ αλλάζεις τα Mp3 στο μαραφέτι, πληρώνεις εμάς και ξένοιασες για πάντα. Βέβαια μπάντα από το Κιργιστάν δεν θα βρεις, αλλά έχουμε όλα όσα πρέπει να ξέρεις. Ούστοδιάολο..

Ξεκινώντας τη μουσική περιγραφή του album, θα πρέπει να μιλήσουμε για την παραγωγή. Φέτος υπάρχει μια ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστική αλλαγή, μιας και από το νυσταλέο απόγευμα θα πάμε στην πρωινή ευεξία. Αυτή η τροποποίηση δεν είναι δα και μεγάλη, συγκριτικά με το ύφος του Roads To Judah. Είναι όμως σημαντικό γεγονός για την απήχηση των Deafheaven. Όλα πλέον γίνονται καθαρά και διαυγή, παρουσιάζοντας μεταλλικά την επίθεση και μελιστάλαχτα τη γαλήνια ηρεμία. Σεναριακά πράττουν κατά το δοκούν για το μοτίβο τους, με τη ροή μοιρασμένη στις δυο πλοκές ισόποσα αλλά όχι ξεχωριστά. Αυτό συμβαίνει γιατί τα κομμάτια είναι γραμμένα με το κέντρο βάρους να μοιράζεται και στις δυο οπτικές ταυτόχρονα. Θέλουν δηλαδή να εξάγουν Black Metal ξεσπάσματα σε ταυτόχρονη συμπόρευση με Post Rock χαϊδέματα. Αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κάποια παραδοξότητα, το κάνουν χρησιμοποιώντας απλά περισσότερες αλλαγές μοτίβων, μέσα στα κομμάτια, προσδοκώντας να το αγγίξουν μέσα στο μυαλό του ακροατή συνειρμικά. Το Black Metal εδώ δεν θα εμφανίσει τις αρετές του, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως έξαψη που μεταδίδει από τα εσώψυχα του μουσικού τον αστικό του μικροαστισμό. Αυτό είναι το μυστικό του δίσκου και το κατόρθωμα των Deafheaven, ένα γλυκό μα οργισμένο ύφος που κάνει αδιάκοπες μεταβάσεις, χωρίς να εξατμίζει ενέργεια και ατμόσφαιρα.

Η δουλειά των Liturgy στο Aesthethica εδώ πιάνει τόπο, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως οι Καλιφορνέζοι αγγίζουν την πραγμάτωση κοντινών συναισθημάτων με τους Νεοϋορκέζους. Είναι μια παλινδρόμηση της χαρμολύπης (ωραία λέξη που απήγαγαν κάποιοι τρύπιοι και την έκαναν ρεντίκολο) που εκφράζει τη νεανική μελαγχολία του αβέβαιου και τη χαρά της δυνατής του κράσης. Μουσικά είναι η μέθοδος που παρατάσσει χαρούμενες μελωδίες και οργισμένα φωνητικά, δηλαδή μια δελεαστική αντίφαση που βάζει στη στέκα του Black Metal τεμπεσίρι από χρυσόσκονη. Ωστόσο οι Deafheaven έχουν μεγάλη σχέση με το Post-Rock σε συναισθηματικό επίπεδο. Λιώνουν λοιπόν μέσα στη στοχαστική μελαγχολία τα κομμάτια τους, γεννώντας λίμνες αυθαίρετων ρεμβασμών. Έπειτα καλούν τη Black Metal έξαψη για να τις μετατρέψει σε κάτι υπέρτερο, μέσα από τις μελωδικές γραμμές και τις αλληλουχίες του. Έτσι ταξιδεύουν το νου, κάνοντας ένα κόλπο δράσης που αρπάζει τις συνειδήσεις μέσα από τη γλυκιά φαλκίδευση του ενστίκτου και της δυναμικής του εγρήγορσης.

Έχει όμως τόσο εκνευριστική πλοκή που σχηματίζει μια σιχαμερή ατμόσφαιρα, αφήνοντας στον ακροατή μια πολύ παράξενη γεύση. Μοιάζει σε πολλές στιγμές με συναίσθημα που προσφέρει το γοερό κλάμα ενός μικρού παιδιού την ώρα που βλέπει παιδικά, επειδή κάποιος του άλλαξε κανάλι. Ορμονική διαταραχή ασχημάτιστου χαρακτήρα με προεκτάσεις παλιμπαιδισμού γι’ ανεκπαίδευτους με το Black Metal, ώστε να τριπλάρει τον αγνωστικισμό τους και να δούν το τρομπάρισμα σαν άποψη. Το έχουμε ξαναδεί το έργο, όταν μέσα στα ομιχλώδη και λασπερά χωράφια μπαίνει μια ρομαντική κομεντί, το θέρισμα θα βγάλει διαβολάκι με ρουχαλάκια barbie. Ένα θέαμα που δεν σε τρομάζει ούτε και σε κάνει να γελάς, αλλά να λυπάσαι με την καθάντια του ψυχισμού που κυριαρχεί στην εποχή που ζούμε.

Οι συνθέσεις έχουν πορεία που κοντεύει την αφηρημένη περιήγηση, σε φάσεις δίνει πόνο μ’ επιθέσεις, κουβαλώντας ένα ύφος λες και σκίζει κάνα καλσόν. Μέσα σε αυτές η τυπική αρτιότητα των οργάνων και οι μελετημένες ιδέες τριβελίζουν το νου με μια easy listening προσέγγιση. Το νέο μοτίβο έχει αναμφίβολα pop χαρακτήρα στην παρουσίαση αλλά και τα πρώτα υλικά που χρησιμοποιεί. Εδώ όλα είναι ισορροπημένα, φαντάζομαι πως οι περισσότεροι που ακούνε και γουστάρουν το δίσκο, δεν έχουν υπόψη τους σε τι αναφέρομαι. Βλέπετε ακούνε χρόνια τώρα Metal παραγωγές (Όχι Heavy Metal, μη πάει το μυαλό σας στην πυγμή, αναφέρομαι στην παραγωγή groovy πατατάκι που κυριαρχεί από τα zeros) και διαμαρτύρονται αν τα όργανα δεν είναι σε άρτια ισορροπία μεταξύ τους. Δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ στο σύξυλο, συνεπώς δεν αγάπησαν το χάος αλλά την υποτυπώδη γραμμικότητα.

Η ιστορία που πάτησαν οι Deafheaven, όπως και κάθε Αμερικανός που θέλει να μιλήσει τεθλιμμένα, έχει ως Αρχή τους Weakling, εκπορεύεται από τους Wolves In The Throne Room (άξιοι που σταμάτησαν) και τους Alcest (μέχρι το 2010, μετά έβαλαν καλσόν) αλλά υπήρξε σ’ ένα πρώιμο στάδιο μέσα στο Post/Black Metal των late 00’s/early 10’s. Δηλαδή σε μπάντες όπως οι Caïna, Altar Of Plagues (άξιοι και αυτοί που σταμάτησαν), Lifelover, Lantlôs αλλά γιατί όχι και στους Krallice, Castavet, Ash Borer, Fell Voices, Heretoir, Thränenkind και πολλούς άλλους. Αυτό που έγινε όμως φέτος είναι πρωτοφανές, γιατί το Black Metal δεν είχε υπάρξει ποτέ ως ολοκληρωμένη pop πρόταση. Στο ύφος των Deafheaven η λαϊκή αγορά βρήκε ένα γλυκόπικρο φρουτάκι, χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις που μπερδεύουν και το πέταξε ως ξεροκόμματο. Μάλλον θα είμαστε κάπου εδώ και θα τα λέμε, σαν η ιστορία έρθει και πάλι να δείξει, πως οι Deafheaven είναι μια περίπτωση σαν όλες τις άλλες. Μια διαφορετική μουσική τάση που θα μπορούσε να προταθεί ως εναλλακτική εικόνα σε μάζες που δεν γνωρίζουν τις ρίζες της, ώστε να καταναλωθεί.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσω πως έχω κάνει λάθος στον επίλογο για τους Liturgy (είναι πιο συγκεκριμένοι ατμοσφαιρικά από τους Deafheaven). Πίστεψα πως ίσως στο μέλλον θα μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο. Πλέον δυσκολεύομαι να πιστέψω πως θα συμβεί κάτι τέτοιο, κι αυτό γιατί τόσο οι Liturgy όσο και οι Deafheaven δεν κάνουν ακραία μουσική, αλλά δομούν την έκφραση της γενιάς τους, χρησιμοποιώντας την ακραία μουσική για να το πετύχουν. Συνεπώς τα επόμενα βήματά αμφότερων θα είναι πιθανότερα στραμμένα σε μια προσπάθεια καθολικής αποδοχής (με όραμα να ζήσουν από την μουσική) παρά να γεννήσουν ένα κομψοτέχνημα για τον ακραίο ήχο.

Ας μην κρυβόμαστε όμως, το μέλλον κάθε μουσικής έγκειται στην διάθεση του νέου, στην προέκταση του εγωισμού του και την επιθυμία να σηκώσει το ανάστημά του απέναντι στον παλιό κι επιτυχημένο. Αυτός ήταν, είναι και θα είναι ο μοναδικός δρόμος. Συνάμα όμως είναι ένα διαχρονικό αγκάθι που έριχνε αυτόβουλα από την θέση τους, αξιόλογους αναλυτές κι ακροατές. Μεγάλωναν βλέπετε κι έχασαν τον εαυτό τους μέσα στα νέα έθιμα της επόμενης και μεθεπόμενης γενιάς. Κατά την δική μου γνώμη, δεν υπάρχει μεγαλύτερος σύμβουλος παραμονής στη μουσική ενασχόληση πέρα από την αισθητική και τη φιλοσοφία της. Το λέω συχνά και νιώθω πως επαναλαμβάνομαι, αλλά δεν το είχα ως οδηγό στο παρελθόν γι’ αυτό και το κουράζω στην εποχή που διανύουμε. Το συμπέρασμά μου είναι πως όσο κι αν μεγαλώσει ο ακροατής με συγκεκριμένη φιλοσοφία κι αισθητική, θα βρει στα πακέτα που του προσφέρουν οι καλλιτέχνες κάτι που του ταιριάζει.

Με χαροποιεί σαν γεγονός, πως η ακραία μουσική έπρεπε να βάλει πουκαμισάκι και να πει εκ των προτέρων πως είναι cool, για να γίνει Pop πρόταση. Συνεπώς δεν ανησυχώ καθόλου για όσα αναφέρουν διάφοροι συνδαιτυμόνες, περί αλλοίωσης και ακίνδυνοτητας του Black Metal μέσα από εφαρμογές τύπου Sunbather. Το Black Metal έχει τόσους απόγονους και τόσα πρόσωπα που δε μπορεί να του κάνει «κακό» μια τέτοια μόδα. Δηλαδή τι πιστεύετε, πως θα έρθουν από τα μέρη μας δεκάδες pop ακροατές και θα θέλουν ν’ ακούσουν Βολιβιανούς αρκουδέηδες; Ή πως η επόμενη μόδα που θα πλασάρει το Pitchfork είναι οι Utuk Xul; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δε πα να λένε Black Metal ότι θέλουν.. σημασία έχει τι είναι Black Metal και όχι τι πλασάρουν πως είναι Black Metal.

Προσωπικά λοιπόν, ελπίζω όλο και περισσότεροι νέοι να παίζουν σαν τους Deafheaven και τους Liturgy, ώστε να γίνουν λιγότερες και οι επικίνδυνες προτάσεις προς μελέτη και συνταύτιση για εμάς. Το μοναδικό πρόβλημα του Είδους είναι η ποσότητα των κυκλοφοριών και κανένα άλλο. Βλέπετε, ένας φανατικός μιας μουσικής σαν εμένα, ποθεί ανηλεώς την συνέχεια της ζωής της. Θεωρώ λοιπόν πως μια τέτοια μόδα είναι σημείο αναμόχλευσης, γιατί μια ακίνδυνη φύση προωθήθηκε στις μάζες ως Black Metal. Τι καλύτερο λοιπόν από την στροφή άλλων (μακάρι νέων) μουσικών προς μια βλοσυρή απάντηση; Συμπερασματικά θέλω να πιστεύω πως από τη μια μεριά μπορεί το Post/Black Metal να τίκτει σαν κατάσταση τα δικά του παιδιά, αλλά εδώ κάτω στα μπουντρούμια θ’ ανάψουν και πάλι φωτιές..το βασίλειο του Isengard σύντομα θα βρυχάται. Μέχρι τότε θα μείνουμε στα σκοτεινά χαζεύοντας τους νέους που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, με χαμόγελο συγκατάβασης, αφιερώνοντάς τους ένα εδάφιο από τη μαύρη βίβλο του Είδους:

Το Black Metal αποκαλύπτει τον ζόφο του αποτρόπαιου, που κοντεύει κάποτε η διάνοια των ανθρώπων. Για τους δόκιμους είναι τρόπος να πανηγυρίζουν την επικινδυνότητά του. Για τους πάσχοντες καταργεί μέσα από την αναβίωση που επιτυγχάνει, τις βλάβες του. Για τους μετέχοντες είναι το φανάρι κατανόησης της ψοφολογιάς και της μονάκριβης θυγατέρας της, που ακούει στ’ όνομα ανυπαρξία.. 

Mare Cognitum

Posted in Ιούλιος 2011, Ιούνιος 2012, Ιούνιος 2013 on Σεπτεμβρίου 26, 2013 by Plunderer

2011-The Sea Which Has Become Known

FolderΤο solo project των Mare Cognitum ανήκει στον Jacob Buczarski, που ζει κι εργάζεται στη Santa Ana της Καλιφόρνια. Η ιστορία του ξεκινά στα 10’s, με την κυκλοφορία του πρωτότοκου full album The Sea Which Has Become Known το 2011. Η διήγηση αρχίζει από το εξώφυλλο με μια υπέροχη μινιμαλιστική απόδοση του διαστήματος και συγκεκριμένη σπορά ιδεών. Σαν λογική αντικατοπτρίζει το ύφος των συναισθημάτων που εξέπεμπε το εξώφυλλο του Drawing Down The Moon των Beherit. Η βάση και των δυο εικόνων αποτυπώνεται από την πλαγιά μιας πλανητικής θέσης που προβάλει την γοητεία της ερήμωσης αλλά και μια αστρική προοπτική που το καθένα θέτει με διαφορετικό τρόπο. Οι Beherit απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης με τους κρατήρες της σελήνης και την αστρική προοπτική με αυθαίρετους κυανούς χρωματικούς τόνους. Οι Mare Cognitum απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης μέσα από το άγονο πέτρωμα ενός ακαθόριστου πλανήτη και την μαύρη του σκιά, που θα ενοποιηθεί υπέροχα με το παντέρμο σύμπαν. Η αστρική προοπτική στο The Sea Which Has Become Known έχει αποδοθεί έξοχα μ’ έναν ερυθρό γίγα που μαγνητίζει θνήσκοντας με το θαμπό άλικο φέγγος του. Ψηλότερα όλων, συνηγορεί καταφατικά και το πρωτόλειο εκτόπλασμα του raw Logo των Mare Cognitum.

Η μουσική πραγμάτωση στο ντεμπούτο είναι κοντά στην εικαστική του επιλογή, επιτυγχάνοντας μια σύμπτυξη που αφήνει ελεύθερη μια αρμαθιά συναισθημάτων στο μπουντουάρ των ακροατών, Αυτά ξεκινούν από τη ρομαντική μελαγχολία και λειτουργούν με μια αφηγηματικότητα που βγάζει ποικίλες δυναμικές. Το μουσικό μέρος είναι δοσμένο με γλυκιά αγριότητα στην οποία δεν ζει το επικίνδυνο του Είδους, μα το ατμοσφαιρικό ταξίδεμα που θα τελεσφορήσει μέσω της συναισθηματικής ηρεμίας και γαλήνης που το διέπει. Δυο είναι τα βασικά στοιχεία των εφαρμογών, από την μια πλευρά η Black Metal μοναξιά των Depressive ανεμικών riff και από την άλλη η prog Metal σύνθεση με τεταμένα τεντώματα και λιγοστές Heavy ακίδες.

Τα πέντε του κεφάλαια προσπερνούν τα επτά λεπτά το καθένα και αφιερώνονται στην πορεία. Ο βασικός σχεδιασμός βγάζει μια λάμψη που διαρκεί από την αφετηρία μέχρι το τέλος και είναι γεμάτη χρωματισμούς καθώς καταθέτει τα εσώψυχα. Η λογική της δομής προάγει σκέψεις δημιουργικής πορείας και θα έλθει με αρκετές αλλαγές μέσα στα κομμάτια συντηρώντας το ενδιαφέρον καθ’ όλη τη διάρκεια. Έτσι κατορθώνει να βγάλει από μέσα του την υπεροχή της Black Metal έξαψης με ατμοσφαιρικό παρονομαστή. Το όργανο που δίνει τις θέσεις είναι η κιθάρα, η οποία εξάγει riff με δυο διανυσματικές μεθόδους. Η πρώτη είναι το γενεσιουργό riff που εμφανίζει τη θέση και η δεύτερη το αγνάντεμα, που θα μας ταξιδέψει καλύπτοντας τις αποστάσεις από αλλαγή σε αλλαγή ως ατμοσφαιρικό νέφος. Τα τύμπανα δεν είναι φυσικά, αλλά έχουν ορθό ήχο (αν εξαιρέσουμε τα πιατίνια που βγάζουν ένα φύσημα) ενώ το μπάσο δε θα εκδηλωθεί, πέρα από το φινάλε του Lustrate. Από την άλλη πλευρά εδώ υπάρχουν τα γλυκά πλήκτρα του Internal Deliquescence που ζουν σε μια εξαίσια συμπόρευση με τις κιθάρες. Ανάμεσα σε όλα αυτά θα δραστηριοποιηθούν ιδανικά τα φωνητικά, προφέροντας με τόλμη λέξεις ως προβληματισμούς ύπαρξης, οι οποίοι θα λάβουν τη μοίρα τους μαζί με τη μουσική, δημιουργώντας ένα σύνολο που μοιάζει με ταξιδιωτικό οδηγό του έναστρου μελανώματος.

Συμπερασματικά το The Sea Which Has Become Known εμπεριέχει Black Metal χωρίς πολλές επιθέσεις και ιλιγγιώδεις παροξυσμούς, μιας και στον τομέα της ταχύτητας χρησιμοποιεί εξαίσια τις Metal καταβολές/επιρροές του δημιουργού του (π.χ Vehement Coalescence). Αυτό βέβαια εξαλείφει τη ζοφερότητα αλλά δε φτωχαίνει το σύνολο, βλέπετε το ντεμπούτο των Mare Cognitum βγάζει εκατομμύρια φωτόνια μέσα από τον πυρήνα του, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τη νοσηρή πλοήγηση του Είδους. Η προσέγγιση στο ύφος μπορεί να περιγραφεί ορθά, ως μια συμπαντικά ατμοσφαιρική οπτική με δόσεις μελαγχολίας σε χρωματικούς τόνους. Αν τώρα αναρωτιέστε πως μπορεί να επιτευχθεί η τελευταία αντίθεση δεν έχετε παρά να διαλογιστείτε με καμβά το αστρικό μοτίβο και τη συνείδησή σας να κρατά το μέτρο του ανθρώπου.

2012-An Extraconscious Lucidity

FolderΈνα χρόνο αργότερα μας ήρθε το δεύτερο βήμα του Αμερικανού με τίτλο An Extraconscious Lucidity. Σε πρώτο πλάνο το photoshop εξώφυλλο δημιουργεί ένα μόρφωμα, λες και οι Limbonic Art το γύρισαν στο Post Rock, σπρώχνοντας τους θιασώτες της μαυρομεταλλικής λαίλαπας εκτός του περιεχομένου. Είναι όμως αυτό το σκοτάδι, αυτό το ζοφερό μαύρο που βλέπετε μέσα στην εικαστική του διάσταση και σε καλεί να δεις την εικόνα σε συνδυασμό με τη μουσική. Ζητά, χωρίς να χρησιμοποιεί προστακτική, να γυρίσεις τη πυξίδα της αισθητικής σου λίγες μοίρες πέρα από την θεατρική Black Metal κυριότητα κι έπειτα ν’ αφουγκραστείς με προσήλωση. Μα το σπουδαιότερο είναι πως δεν ωρύεται, δε μορφάζει μέσω της αισθητικής του, αντίθετα είναι σιωπηλό και σημαίνει. Ο Jacob Buczarski με το δεύτερο πόνημα των Mare Cognitum κάνει μια μαθηματική υπέρβαση, θέλοντας να εκφράσει στο απόλυτο την δική του μαυρομεταλλική κοσμοθέαση. Καλεί νοερά και τον τελευταίο λάγνο της λεγεωνικής συμφοράς των ακόρντων, να θυμηθεί την Prog Black Metal προοπτική δράσης, που ενδεχομένως οραματίστηκε κάποτε. Τον καθίζει στο σκαμνί της περιστροφής με κυκλοθυμία και φαντασία, ζητώντας του με νότες να κάνει περισυλλογή, μα πάνω απ’ όλα να οραματιστεί τα καθέκαστα με «μια επιπλέον συνειδητή σαφήνεια».

Αρχινά και ξετυλίγει ως σύννεφο την στοχευμένη του τέχνη, βγάζοντας από τη φαρέτρα riff μετεωρίτες από μακρινούς αστέρες που χορεύουν ολόγυρα στο αέναο πάλκο. Μοιάζουν με σταλαγμίτες φωτός ή σταλακτίτες σκότους σε μια δαντελένια συρραφή μετά των πόλεμο των δυνάμεων. Είναι μια μουσική ζωγραφιά που αναπαριστά τα υπερκόσμια φαινόμενα μ’ επιβολή, δύναμη και γλυκύτητα δηλαδή κυριολεκτώντας. Αυτό είναι το μέτρο του οραματισμού και σύνθεσης του Αμερικανού και στη πράξη βγαίνει αγνό, αυθόρμητο και γραμμικά ευθύβολο μέσα από το δώμα της σύλληψης. Το σπουδαιότερο όμως είναι πως ο ίδιος δεν κρυφογελά με μικρά ψήγματα διαφοροποίησής από το μέσο όρο των εφαρμογών. Αντίθετα μοχθεί κάθε δευτερόλεπτο να έχει φρεσκάδα και πάνω απ’ όλα μπολιάζει τις ιδέες του στη κολυμπήθρα μιας εξωστρεφούς δράσης, που θα ξεκινήσει κρυστάλλινη και θα παραμείνει διαυγής μέχρι το τέλος. Στο An Extraconscious Lucidity Βασιλεύει ως απόλυτος ηγεμόνας και μονάρχης, η μεγάλη μητέρα των χρωμάτων, η ηλεκτρική κιθάρα. Απέραντη, μαία αισθήσεων, γεμάτη πάθος και ορμή, μόνη στον απέραντο θόλο. Γεμίζει πολυεπίπεδα riff και διαθλαστικά solos που διαπλέκονται μεταξύ τους με ορχηστρική διακύμανση και ακμαία ζέση. Σχηματίζουν αύρα ευαισθησίας που τυλίγει το σύνολο οδηγώντας το από το ναδίρ της συναισθηματικότητας στο ζενίθ ενός πνευματικού κρεσέντο.

Τα τύμπανα αν και προγραμματισμένα έχουν ιδανικό ήχο, δεν βγάζουν άσχημες όψεις και φέρουν ενδιαφέρουσες ιδέες στο προσκήνιο. Σε γενικές γραμμές είναι ο φορέας της έξαψης, μέσα από την οποία θα επιτευχθεί ένα ντελίριο δράσης. Θεωρώ πως ακόμα και στη μακρά πνοή τους, τις ταχύτητες και τα Blastbeat που εξάγουν, συνεπικουρούν απόλυτα τις στιβάδες των riff. Τα φωνητικά είναι λίγο αχνά, τοποθετημένα σε δεύτερο και τρίτο ρόλο, στέκουν όμως εκφραστικά και δουλεμένα δίδοντας βάθος στην διηγηματική σχηματοποίηση της μουσικής. Στην απλή συσχέτιση με το σύνολο, μπορεί να μοιάζουν κομπάρσος, μα στην ευκρίνεια, στη θεώρηση του μουσικού κατά τη συνθετική διαδικασία είναι κολώνα βοήθειας, υπόγεια μεν απαραίτητη δε. Η παραγωγή είναι άνω των προσδοκιών, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως εδώ έχουμε ένα solo project, κι ένας άνθρωπος δεν είναι εύκολο να χειριστεί μόνος του όλες τις λεπτομέρειες. Ωστόσο ο Αμερικανός το καταφέρνει με υπευθυνότητα, εστιάζοντας στην ηχητική εκφορά της μουσικής του και όχι στον υποτιθέμενο ήχο του μουσικού είδους που χρησιμοποιεί. Τέλος, θα έλεγα πως είναι περιττό να μιλήσουμε για την ατμόσφαιρα σε μια εφαρμογή δοσμένη καθ’ ολοκληρία στην ευαισθησία των εσωτερικών χορδών, οι οποίες πολύ σπάνια γίνονται νότες. Αυτό ακριβώς έχει επιτευχθεί στο An Extraconscious Lucidity, πράγμα σπουδαίο κι ονειρικό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ενοποίηση της βίαιης ορμής και του τρωτού συναισθήματος. Η ατμόσφαιρα εδώ δεν είναι αιθέριο σκέπασμα αλλά ανάσες και λαμπρή ματιά, είναι μάλιστα τόσο ποτισμένη στο σύνολο που καλύπτει ακόμα και τις χαραμάδες του, μοιάζοντας σχεδόν ατελέσφορο να περιγραφεί. Το αγαθό κάνει σπάνια την εμφάνισή του στα λημέρια μας.. κι εμείς ως είλωτες της σκοτεινιάς δε θέλουμε να το δούμε κάνοντας μακροβούτια στο φέγγος της σελήνης. Γνωρίζουμε όμως ενδόμυχα πως τίποτε αρτιότερο από το σούρουπο, όπου η αγριότητα έχει πάντα ραντεβού με το ρομαντισμό.

Είναι τουλάχιστον απρόσμενο το άλμα του Αμερικανού στο δεύτερο μόλις βήμα του, γιατί λειτουργεί το μοιρογνωμόνιο του προοδευτικά, πασχίζοντας να παίξει μια μουσική που θα έχει αφετηρία, μέσο και κατάληξη αλλά θα διέπεται σε κάθε της στιγμή από το επιθυμητό και δραστήριο, το αναπάντεχο και οξυδερκές. Για να εξηγηθώ οριστικά, εδώ έχουμε μια ενότητα που χτίζει επάνω στην όξυνση των Weakling, στην προοδευτική εξήγηση των Krallice μα πάνω απ’ όλα στην μονόχνοτη ύπαρξή της, όντας δραστικά υπερφίαλη κι εκκωφαντικά επεξηγηματική. Η μελωδική βία του An Extraconscious Lucidity στέκει πέρα από το θεμέλιο οικοδόμημα του Black Metal, σα μετέωρος κρεμαστός κήπος μέσα στο αβυσσαλέο μαύρο του σύμπαντος, μεταφέροντας απλά και ξάστερα ένα ευωδιαστό μαυρομεταλλικό μήνυμα ζωής κι ευεξίας.

2013-Mare Cognitum & Spectral Lore-Sol

Folder

Ύστερα από την περσινή εξύψωση Spectral Lore και Mare Cognitum, έρχεται φέτος κοντά μας και η ενοποίησή τους. Ο τίτλος του split είναι Sol και στα λατινικά σημαίνει ήλιος. Το εξώφυλλο ανήκει στον JoeJesus και μας εκσφενδονίζει στους δρόμους των αστρικών νεφελωμάτων, οδηγώντας την αντίληψή μας στα ενδότερα του διαστήματος. Η επιλογή αυτή ζει σε πρώτο επίπεδο μακριά από την οπτική του Είδους (Black Metal), μοιάζοντας περισσότερο με άλλες Metal εικαστικές προσεγγίσεις. Ωστόσο η απάντηση που θα μας δοθεί από το περιεχόμενο, φανερώνει μια αρμονική σύζευξη ήχου και εικόνας. Έτσι το εξώφυλλο εκφράζει μερικές από τις προοπτικές της μουσικής, όντας καταδεικτικό των εφαρμογών. Στο εσωτερικό θα βρούμε ένα κομμάτι από κάθε project που έχει διάρκεια κοντά στη μισή ώρα, με στιχουργική και μουσική ανάπτυξη κοντά στη θεματολογία του τίτλου. Καθώς επίσης κι ένα τρίτο κομμάτι που πλέει σε ambient πελάγη κι έγραψαν μαζί. Με αυτό τον τρόπο οι δυο μουσικοί τεμαχίζουν την παλαιά αντίληψη της «versus» ηθικής που υπήρχε στα Split του παρελθόντος. Αλλά δεν μένουν μόνο στο κλίμα καλής συνεργασίας, αντίθετα προσχωρούν μαζί στο επόμενο στάδιο. Είναι μια κοινή εννοιολογική προσέγγιση που διέπει όλους τους τομείς της κυκλοφορίας, αγγίζοντας ουσιαστικά τους δρόμους της συνδημιουργίας, κάνοντας εν τέλη ένα Split ισάξιο με full-album.

Το νέο κομμάτι των Mare Cognitum έχει τίτλο Sol Ouroboros και κρατά ακόμη αναμμένο το καμινέτο των riff εξάγοντας με περιγραφική γλυκύτητα το τρομερό σύμπαν. Είναι πύρινα και σχηματίζουν την επιβολή του αστρικού θόλου, βάζοντας πυρκαγιά στα συναισθήματά μας με την στάση τους. Το φετινό μισάωρο έργο είναι χωρισμένο σε μικρότερα μέρη, βάση εξέλιξης και αλλαγών. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε τμηματικά γι’ αυτά ώστε να γίνει κατανοητό το σύνολο. Οφείλουμε να δούμε την συνθετική του αντίληψη ως πέρασμα και μήνυμα, ως ακρωτήρι και όρμο της ιστορίας του, σα μια δεδομένη όψη που προσφέρει νέες συγκινήσεις. Στον τρόπο γραφής ο Αμερικανός αλλάζει λίγο το ύφος της δράσης χρησιμοποιώντας δυο βασικούς δρόμους διάβασης. Θα μπορούσαμε να τους δούμε από ψηλά ως κυκλικότητα, την οποία θέτει ο ίδιος στον τίτλο του κομματιού μέσω της λέξης ουροβόρος. Στη μουσική του αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη δυναμική σπορά του Metal μέρους και τη λιμνάζουσα ηρεμία της ambient πλοκής, που διαδέχονται η μια την άλλη και διαχέονται η μια στην άλλη σ’ έναν κύκλο γεγονότων. Στη πρώτη είναι που χρησιμοποιεί τη Black Metal έξαψη, τα Heavy riff, τις Progressive αλλαγές, τις groovy ελεύσεις και λογής λογής ετερόκλητες μεταξύ τους θέσεις που συνασπίζονται αρμονικά. Στη δεύτερη είναι που θα κυλίσει σε ambient στρώματα με οδηγούς άλλα όργανα πέραν της κιθάρας και θα χτίσει μια ατμόσφαιρα γεμάτη εικόνες. Μα πέρα από τις ωχρές περιγραφές το Sol Ouroboros διαχέεται ως χρυσό μάγμα και ντροπαλό ρόδο. Μοιάζει με δύναμη που αγγίζει το σκοτάδι σαν τον αρχαίο Μίδα και μετατρέπει το αιώνιο σούρουπο σε πρωινό φέγγος, γεμάτο τα χρώματα της αυγής. Μόνο που εδώ το φως είναι ανέσπερο, δίπλα στον Ήλιο δεν βραδιάζει ποτέ..

Η επιστροφή των Spectral Lore με το Sol Medius επεκτείνει το δρόμο του Sentinel με μια πνευματική διαπραγμάτευση στιχουργικά και μια μουσική συντέλεια παικτικά, μέχρι τη φραγή της γαλήνης. Έπειτα θα λάβει τον ιδιότροπο δρόμο που οδηγεί στην σύζευξη της μαυρομεταλλικής μεταφυσικής και της πολύπλοκης φρασεολογίας κάνοντας χαρτοπόλεμο ακόμα και τον όρο Transcendental. Ο Ayloss κάνει αφήγηση του έναστρου ουρανού μέσα από μια αρμαθιά riff στροβιλισμών που εξάπτουν στρεσογόνα το αντιληπτικό μας κέντρο, προκαλώντας συναισθήματα αγωνίας, ενώ συνάμα πληγώνουν το ψυχικό μας κόσμο με τα χρώματα που εξάγουν. Είναι σα να βλέπεις μέσα από τις νότες των riff ένα χαρμόσυνο σημάδι στις αποφράδες στιγμές της εποχής που ζούμε, ένα λουλούδι μετά την αποκάλυψη του σκότους. Έπειτα θα τραβήξει για το απάνεμο μετέωρο τ’ ουρανού, που είναι γεμάτο σύννεφα και αστρόσκονη. Είναι μόνο κι έρμο μα γαλήνιο άντρο, πέρα από την σήψη και την οχλοβοή. Εκεί γεννά νέα ατμόσφαιρα, πλανεύτρα κι αιθέρια που θα μας κλέψει το νου με μια εσωστρεφή ambient διακύμανση. Αργότερα, μέσα από μια σταδιακή περιοδικότητα θα έλθουν κοντά μας τα όργανα, κάνοντας τη δική τους αργή περιήγηση μέσα στη νηνεμία. Θα ζωντανέψει λοιπόν μια Funeral Doom διήγηση στα φωνητικά, ενώ τα τύμπανα χτίζουν στον αιθέρα τόπο για βάδισμα και η κιθάρα σαν το «εγχειρίδιο του σεπούκου» περνά αιχμηρά μέσα μας. Έπειτα θα έρθουν κοντά μας οι Black Metal ταχύτητες, για να ενοποιηθούν με τις φροντίδες των ηλιόλουστων riff που αγγίζουν μικρά solo κι εκσπερματώνουν σε ολόκληρο το διηνεκές με φωταύγεια. Έχουν ως αποστολή την γονιμοποίηση μιας ιδέας που πρέπει να τρυπώσει και να μείνει στην καρδιά μας. Η πλούσια τεχνική εισερχόμενη στο Transcedental Black Metal οδηγεί την θεώρησή της μαυρομεταλλικής υπέρβασης στον εξευγενισμό και την ποιότητα. Δεν είναι ξενιστής που τρώει το σκοτάδι, είναι φως που προβάλει θανατηφόρο από τον πυρήνα ενός μοχθηρού αστέρα.

Το κομμάτι που κλείνει το Split έχει τίτλο Red Giant και μας μεταφέρει την ambient θεώρηση των δυο project, αφού Spectral Lore & Mare Cognitum συνεργάστηκαν από κοινού σε μια σιωπηλή περιήγηση στ’ ανεξερεύνητα λημέρια τ’ ουρανού. Οι δυο μουσικοί, Jacob και Ayloss, κατάφεραν μέσα από το Sol ν’ αφήσουν τη βάση τους κάνοντας παρέα ένα βήμα στο διάστημα. Αυτό σημαίνει πως προσπέρασαν το Black Metal με ατόφιες prog Metal φράσεις, χωρίς να ξεχνούν στιγμή τις θέσεις του και τα συναισθήματα που το διέπουν. Θεωρώ πως εδώ έχουμε ιστορικά, ένα από τα λιγοστά γινόμενα Metal πανσπερμίας που θα προκαλέσει παρόμοια συναισθήματα σε ακροατές με διαφορετικές καταβολές και πορείες. Συνεπώς η συγκεκριμένη δουλειά έχει ένα βασικό πλεονέκτημα που σπάνια συναντάμε και θαρρώ πως είναι το κλειδί της επιτυχίας του. Συνήγορος όλων αυτών μια συνακόλουθη παραγωγή για όλες τις εφαρμογές που εμπεριέχει κι ένας υπέροχος ήχος για να την ζωντανεύει. Το ηλιοκεντρικό concept του Sol υπάρχει σε κάθε στιγμή της αισθητικής. Μοιάζει με κοινή συνισταμένη που ενώνει τις παρυφές σ’ ένα ενιαίο και αδιαίρετο έργο και καλεί τους ακροατές με κλίση στη σπουδή και το μόχθο να εισέλθουν.

2011-Chained And Desperate-Divine Authority Abolishment

Posted in Ιούλιος 2011 on Δεκέμβριος 10, 2011 by Plunderer

Βρισκόμαστε στα early 90’s κάπου στον Πειραιά, όταν η παρέα των Chained And Desperate ξεκινά το μουσικό της ταξίδι κάτω από τ’ όνομα Desperation Death. Δύο χρόνια αργότερα αλλάζει όνομα και μέχρι το τέλος του 1992 κυκλοφορούν τα δυο πρώτα Demo Total Destruction & The Day After. Παίζουν ένα περίεργο μείγμα κενού και ασπόνδυλου Doom/Death με φωνητικά στο ύφος του πρωτόλειου τότε Black/ Death. Η Αισθητική που χρησιμοποιούν στ’ ασπρόμαυρα εξώφυλλα και η μουσική τους όψη ταιριάζουν απόλυτα. Αυτό που μπορεί να γοητεύσει τον ακροατή στα πρώτα βήματα της μπάντας, αν αντέξει τον ήχο, είναι το άπονο μοτίβο που εκπέμπουν εκθέτοντας περιεκτικά τα συναισθήματα της απόγνωσης και της μελαγχολίας. Το Cult της ιστορίας τους θα διαμορφωθεί σταδιακά με τέσσερα ακόμα Demo από το 1994-1997 που θα πειραματιστούν με πολλά και διάφορα οργανικά στοιχεία στο ήδη δημιουργημένο κράμα. Όλες οι προσπάθειες που έκαναν εκείνα τα χρόνια βρίσκονται κάτω από την ίδια θέληση και προπαντός στο ίδιο συναισθηματικό πλαίσιο βγάζοντας την απαιτούμενη γνησιότητα. Σταδιακά ο ήχος τους θα γίνει όλο ένα και καλύτερος ενώ εκείνοι με την δική τους σειρά τους θ’ αγγίξουν λίγο περισσότερο την μελωδικότητα πιάνοντας από Pagan θέσεις ως και πιο καθαρές Black metal ρίζες.

Δέκα χρόνια πέρασαν μέχρι το ντεμπούτο Eleven Angles In A Circle που κυκλοφόρησε το 2000, εκεί τα πράγματα μπήκαν σε σταθερή βάση και το μουσικό τους προφίλ ολοκληρώθηκε. Μιλάμε για μια σύνοψη του Heavy Metal με την ακραία μουσική σκηνή, στην οποία θα συναντήσουμε πάνω απ’ όλα την συνθετική μέριμνα με το συναίσθημα να υποβόσκει σε κάθε μικρή στιγμή. Το σύνολο διέπεται από κλασικές μεταλλικές βάσεις, πολλά Death εφαλτήρια δράσης, Black Metal φωνητικά και μελωδικά στοιχεία στα riff αλλά και τα πλήκτρα. Οι Πειραιώτες βλέπετε δεν έκαναν μισή ντουζίνα Demo για να περάσουν την ώρα τους, αντίθετα ανδρώθηκαν μέσα σε αυτά μέχρι να στείλουν μια ολοκληρωμένη επιστολή με προσωπικότητα και άποψη. Έχω λοιπόν την αίσθηση πως όλα όσα επιτυγχάνουν εδώ ήταν ζήτημα εμβάθυνσης σε όλα τα μουσικά σημεία που τους ενδιέφεραν, κατορθώνοντας να βγουν δυνατοί και ικανοί να σκλαβώσουν τον ακροατή. Αυτό που σίγουρα ξεχώριζει στο ντεμπούτο είναι η εκφραστικότητα. Στα θετικά στοιχεία βρίσκονται ωστόσο πολλά ηχητικά κόλπα όπως το μπάσο που γκελάρει διαρκώς, αλλά και μια ατμοσφαιρική αύρα που επικαλύπτει σαν κρούστα κάθε κομμάτι για φέρει σταδιακά έναν ηχητικό εθισμό. Το Eleven Angles In A Circle ήταν ένα πολύ ξεχωριστό μείγμα που μέχρι τις μέρες μας δεν έγινε όσο γνωστό θα έπρεπε, άνετα λοιπόν μπορεί να ενταχτεί στην κατηγορία κρυμμένα διαμάντια της ελληνικής σκηνής μ’ ελληνικό ήχο.

Από το ντεμπούτο μέχρι τις μέρες μας πέρασαν έντεκα ολόκληρα χρόνια, κι όμως οι Chained And Desperate επέστρεψαν απο το πουθενά με το δεύτερο full-length Divine Authority Abolishment, μια δουλειά που κυκλοφόρησε η Κυπριακή Pitch Black Records. Η μουσική ταυτότητα των Πειραιωτών στο σήμερα μπορεί ν’ ανιχνευτεί σε όσα έκαναν στο χθές. Δηλαδή μέσα σ’ ένα μελωδικό Heavy Metal κήπο που ποτίζουν με Black Metal φωνητικά και θα καταλήξει εν μέσω φαντασιώσεων κατά την πλοκή, ν’ ανοίξει πολλές καλά κλεισμένες πόρτες των θρυλικών 90’s. Ολόκληρο το album διέπεται από διάφορα στρώματα που μπορούν να θεαθούν μεμονωμένα αλλά δυναμιτίζουν συνολικά. Το βασικό ατού που μπορεί να κερδίσει τον ακροατή είναι το feeling που εξάγουν ενσωματώνοντας με τέλειο τρόπο και σε κάθε κομμάτι τις επιρροές τους. Σε γενικές γραμμές η ένωση του βασικού Heavy Metal πλάνου με την ακραία Metal έκφραση είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα και σπάνια επιτυγχάνει να εξάγει συναισθήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει μια αντίθετη υφή στα εκπεμπόμενα που εξάγει αντίρροπες συναισθηματικές καταστάσεις με την ικανότητα να μπλέκει τα κλαδιά της μιας με την άλλη. Οι Chained And Desperate ξεπερνούν μ’ ευκολία τα εμπόδια γιατί είναι δεμένοι, καλά προβαρισμένοι αλλά πάνω απ’ όλα δούλεψαν πολύ σ’ επίπεδο ιδεών για να δέσουν ομαλά οι διάφορες προεκτάσεις που ήθελαν να επιφέρουν στην μουσική τους. Σημαντική σημείωση σε όλο αυτό είναι πως τα μέλη μοιάζει να δούλεψαν ομαδικά χωρίς καμιά εξαίρεση, με κάθε έναν μεμονωμένα ν’ αναπτύσσει βαθμιαία τον ρόλο του, χωρίς κανείς να υποσκελίζει κανέναν.

Αρχικά στα φωνητικά έχουμε δυο ξεχωριστές παρουσίες με διαφορετικό ρόλο. Από την μια C. M. Ain παλαιός και βασικός frontman με τα harsh Vocals ν’ αποτελούν την βασική Black Metal θέση του album. Ο ρόλος του είναι ο δυσκολότερος αφού πρέπει να τραγουδά σχισμένα και βίαια εν μέσω μελωδιών. Κι όμως τα καταφέρνει άψογα αφού δεν συνθηκολογεί διόλου με το μουσικό πλάνο πλέκοντας επίπονα ολόκληρο το οικοδόμημα. Σε παράλληλη διάσταση ο Κώστας Μακρής (όσοι παρακολουθείτε ενδέχεται να τον θυμάστε στους Swan Christy) κάνει τις δικές του λυρικές παρεμβολές σε πολλά σημεία έχοντας αρκετό χώρο ν’ αναπτύξει το ταλέντο του. Ειδικότερα μάλιστα την εκφραστική ικανότητα που διαθέτει και την ποικιλία του τρόπου που θα επιλέξει να το κάνει σε κάθε κομμάτι. Ο συνδυασμός του δυο αυτών αντίθετων πόλων θα βρεθεί σε πολλά σημεία αλλά μπορώ να πω με σιγουριά πως στο ομότιτλο ανοίγει διάπλατα την πίσω πόρτα που βλέπει τους ακάλυπτους ορίζοντες. Οι κιθάρες του P. Chained ζουν στην βάση του μελωδικού Heavy Metal με πολλές υποστηρικτικές όψεις που βοηθούν το rhythm section να κινηθεί αλλά δεν σταματούν εκεί. Τόσο τα solo του όσο και κάθε riff αλλαγή που κάνει είναι θεμέλιο δράσης για νέα ταξίδια. Όλα τα παραπάνω εμφανίζουν ιδέες και όψεις που πάντα έφερε αλλά δεν ακούσαμε αναλυτικά στο παρελθόν της μπάντας. Τέλος, έχω την αίσθηση πως το φετινό πόνημα είναι η μουσική συνέχεια του Demo Heliopolis (1997). Οι άλλες επιρροές που αναφέρει στη προώθηση της μπάντας η εταιρεία θα βρεθούν στα δυο τελευταία κομμάτια Iconographies και Curtains Of Cold, με τίτλο «όταν οι Manilla Road συναντούν τους Candlemass» ενώ το αφετηριακό Nine Deaths In August φέρνει λίγο σε Zemial.

Οι Chained And Desperate επέστρεψαν δριμύτεροι και σίγουρα ήρθαν για να μείνουν. Εμείς με την δική μας σειρά υποστηρίζουμε έμπρακτα τέτοιες κυκλοφορίες, εκλιπαρούμε να ξεκινήσουν Live εμφανίσεις και καλούμε όλους όσους έγραψαν μουσική στα early 90’s και σταμάτησαν να τους αφουγκραστούν διεξοδικά, γιατί ο καιρός επιτάσσει παρόμοιες επιστροφές. Όσο για τους νεότερους ακροατές που κρυφοκοιτάζουν μ’ επιφύλαξη, θα τους έλεγα πως πάντα είναι μια καλή ώρα για συνουσία με τις ελληνικές μπάντες που φέρουν ελληνικό ήχο. Άλλωστε πλησιάζει μάλλον και ο καιρός που θα μπορούμε ν’ αγοράζουμε μόνο ελληνικές κυκλοφορίες σαν το Divine Authority Abolishment. Εμείς λοιπόν τελολογικά ή γραφικά χαρούμενοι κοιτάμε πέρα μακριά και περιμένουμε να έρθουν ξανά οι καιροί που ήμασταν παιδιά, με τα Demo Tape σε ασπρόμαυρο φόντο και άλλα πολλά, μα πάρα πολλά…

Ευχαριστώ ιδιαίτερα, για μια ακόμη φορά, τον μπασίστα των Bohemian Grove.

2011-Botanist-I.The Suicide Tree & II.A Rose From The Dead

Posted in Ιούλιος 2011 on Οκτώβριος 3, 2011 by Plunderer

Ένα καλό advanced search στο metal archives, ένας Ρώσος που έψαχνε τον Botanist σε γνωστό site, ένας πολύ προσεκτικός συμφορουμήτης και μερικοί ακόμα άρρωστοι μ’ έσπρωξαν περισσότερο από όσο θα μπορούσα ν’ αυτομολήσω στον κόσμο του Αμερικανού. Ο Roberto Martinelli είναι ένας drummer που εδώ και κάποια χρόνια τρέχει ένα webzine με τ’ όνομα Maelstrom. Παράλληλα ασχολήθηκε με κάποιες μπάντες από το San Francisco, αλλά μαυρομεταλίζει μόνο στους Ophidian Forest. Πέρα από αυτά είναι και ο Botanist και όπως μας πληροφορεί στο βιογραφικό του σημείωμα: είναι ένας άνθρωπος της επιστήμης σε αυτοεξορία μακριά από την ανθρωπότητα και τα εγκλήματα που εχει κάνει κατά της φύσης. Στο ιερό του, που ονομάζει Verdant Realm, περιβάλλεται από φυτά και λουλούδια βρίσκοντας παρηγοριά από τον αστικό πολιτισμό. Εκεί καθισμένος στον Veltheimia θρόνο του, περιμένει υπομονετικά μέχρι την καταστροφή του ανθρώπινου γένους, που θα καταστήσει δυνατή την επαναφορά της γης στην φυσική της κατάσταση. Το πιο εντυπωσιακό όλων όμως, είναι πως ο Roberto στους Botanist χρησιμοποιεί μονάχα τύμπανα, φωνή και Hammered Dulcimer δηλαδή σαντούρι (!!!).

Σε πρώτο πλάνο εδώ έχουμε ένα ιδιόμορφο αποτέλεσμα το οποίο δύναται να χαρακτηριστεί Black Metal αλλά σε καμιά περίπτωση Metal με την Heavy λογική. Στο εσωτερικό του διπλού full-album θα βρούμε μικρές συνθέσεις (40 κομμάτια σύνολο) μέσα στις οποίες ο Αμερικανός εμφανίζει τις πρώτες του ιδέες σχετικά με τ’ όλο concept. Μουσικά επιδίδεται σε γρήγορο tempo με λίγα κομμάτια να βαδίζουν πιο αργούς ρυθμούς. Στα φωνητικά βρίσκεται κοντά στο λαρυγγικό τόνο του Abbath αλλά σε φάσεις χάνει την μοχθηρότητα που θα έπρεπε να έχει. Το κύριο μέλημα όμως είναι οι τυμπανιστικές θέσεις, εκεί θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές καταφέρνει να κάνει όλα όσα χρειάζεται για να κρατήσει το ενδιαφέρον και να μην κουράσει ιδιαίτερα τον ακροατή. Πράγμα αρκετά δύσκολο αν αναλογιστούμε την οργανική ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος και την μεγάλη χρήση των τυμπάνων. Ηχητικά θα βρούμε ένα σχετικά κενό σύνολο που είναι ταυτόχρονα το θετικό και το αρνητικό της ιστορίας. Αν μπεις λοιπόν εδώ για ν’ ακούσεις black metal μάλλον θ’ απογοητευτείς, αν όμως μπεις χωρίς απαιτήσεις είναι πιθανό να παραμείνεις και να κάψεις μια φλάντζα.

Το ατμοσφαιρικό επίπεδο όσο και τα συναισθήματα που εκπέμπει ο Roberto έχουν θετικό χαρακτήρα, μάλιστα μου θύμισε αρκετά τα vibes του φετινού Aesthethica των Liturgy, βέβαια μην περιμένει κανείς ν’ ακούσει κάτι σχετικό εδώ πέρα. Αυτή βέβαια η «χαρά» ή το «φωτεινό» άπλωμα δεν θα κρατήσει πολύ μιας και ο βοτανολόγος δίνει με το σαντούρι του πολλές ψηλές νότες που ενοχλούν το ακουστικό κέντρο μετατρέποντας το σύνολο σε μια επίπονη ή ακόμα και ενοχλητική κατάσταση. Αν λοιπόν μετά το πρώτο album δείτε ότι αρχίζετε να ξεφεύγετε φτάνοντας κοντά στον παραλογισμό, βάλτε καπάκι και το δεύτερο που είναι ακόμα καλύτερο και θα σας οδηγήσει πέρα μακριά στο μονοπάτι του Σαλού. Γνωρίζω πως δύσκολα θα περάσει κάποιος τον σκόπελο της αναγνωριστικής τζούρας, ωστόσο εδώ τα πράγματα δεν κινούνται με λογικό ειρμό και το μυαλό δεν είναι άξιο να παράγει ορθές σκέψεις, ίσως κάπου μέσα σε όλ’ αυτά να είναι κρυμμένη και η ομορφιά τέτοιων πειραματισμών. Πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι το στιχουργικό πλαίσιο που έχει κινηθεί για να γράψει, δεν γνωρίζω αν είχε βοτανολογικές γνώσεις πριν μπει στην διαδικασία αλλά σίγουρα έγινε ειδήμονας. Σας προκαλώ να το ανακαλύψετε κάνοντας ένα καλό search μόνο για τις εικόνες των φυτών και των ανθών που αναφέρει, ρίχνοντας κλεφτές ματιές και σε κάποιες πληροφορίες για το καθένα.

Συμπερασματικά εδώ έχουμε μια δουλειά που δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγκριθεί με κάτι άλλο εκεί έξω. Το οποίο σημαίνει πως έχει το ανάλογο underground un-hype για οπαδική αφοσίωση όπως καθετί άλλο «καμένο» στον κόσμο αυτόν. Ο πειραματισμός πάει πολύ στο Black Metal και μάλλον αυτός είναι ο λόγος που ο Martinelli δεν έκανε Grind όπως είχε αρχικά σχεδιάσει. Δεν ξέρω πόσο γρήγορα θα πατήσετε το stop, επειδή ας πούμε σας θυμίζει έντονα πεντάχρονο που κοπανάει μεταλλικό αντικείμενο στο γυάλινο τραπέζι σας, αλλά έχω την αίσθηση πως ύστερα από το αρχικό μούδιασμα θα μπείτε άνετα στο παιχνίδι του. Από το επίσημο site μπορείτε να βρείτε πολλά στοιχεία όσο και κομμάτια από τα τέσσερα (!!!!) ερχόμενα album, ελπίζω μόνο μη μας χώνει 4 album τον χρόνο σα μερικούς άλλους και δεν προλάβουμε να μπούμε στην διαδικασία να τον παρακολουθήσουμε. Δεν θα μπω σε διαδικασία ανάλυσης των όσων άκουσα αλλά πρέπει να σημειώσω με την σειρά μου πως τα πράγματα μοιάζουν ακόμα πιο ενδιαφέροντα σε σχέση με το ντεμπούτο. Τέλος επειδή γουστάρω ατελείωτα τις ταμπέλες, η πλάκα με την θεματολογία είναι ότι ο Αμερικανός έχει μεταλλάξει το δασοπρεπές στιχουργικό στοιχείο του Pagan σ’ ένα πιο επιστημονικό επίπεδο, κάτι σα να λέμε οικολογικό Black Metal ή για να είμαστε σωστότεροι Eco Black Metal…


2011-Avichi-The Devil’s Fractal

Posted in Ιούλιος 2011 on Ιουλίου 24, 2011 by Plunderer

Το ντεμπούτο των Avichi The Divine Tragedy είχε κυκλοφορήσει το 2007 από την Numen Malevolum Barathri (δηλαδή σα να λέμε κάτι χειρότερο από self-released) έτσι αργήσαμε κάνα δυο χρόνια να μάθουμε τι εμπεριέχει. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε καθόλου το μουσικό του περιεχόμενο να μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Ο Aamonael μοναδικό πρόσωπο πίσω από την μπάντα, είχε φτιάξει ένα επιβλητικό Black Metal με riff που σου μένουν και εκπληκτικά φωνητικά, αρκετά παχιά (φανταστείτε έναν αργό και φθονερό Mikko Aspa σε καθαρές αρθρώσεις) που καλύπτουν με το εύρος τους σαν σύννεφο το μουσικό δημιούργημα. Αυτό που με είχε γοητεύσει ιδιαίτερα στο ντεμπούτο ήταν ο Metal χαρακτήρας των κομματιών στις κιθάρες όσο και η συνεκτικότητα τους με το σκοτεινό και βλοσυρό Black Metal που ήθελαν να καταλήξουν. Ακόμα θυμάμαι το Taedium Vitae αλλά και τις φωτογραφίες φετίχ (μια εξ’ αυτών τσίμπησα και εγώ για άβαταρ στο wordpress).

Στις μέρες μας όταν το πρώτο βήμα τραβάει την προσοχή των ακροατών μια από τις γνωστές εταιρείες αρπάζει το κελεπούρι. Αυτή δεν ήταν άλλη από την Profound Lore Records που χειροτόνησε με τις ευλογίες της και τους Avichi. Ο τίτλος του δεύτερου βήματος είναι The Devil’s Fractal και η ερμηνεία του θα μπορούσε να ξεκινήσει από την τελευταία λέξη, τι θα μπορούσε να είναι άραγε το μουσικό Fractal? Η απάντηση σίγουρα επιδέχεται πολλές ερμηνείες αλλά σε μια σχετική απεικόνιση μπορεί κανείς να δει την πνευματικότητα μιας αέναης επαναληψιμότητας προς το σκοτεινό κενό, το κενό της μυθολογικής αβύσσου ή της επιστημονικής σκουληκότρυπας. Είναι νομίζω γνωστό ότι η ουσία των δυο αυτών τρόπων σκέψης κρύβουν την ίδια κατάληξή, για το ποια είναι αυτή μάλλον μας πληροφορεί η δίπλα λέξη του φετινού τίτλου. Στο μουσικό προσανατολισμό δεν υπάρχουν πολλές αλλαγές ή τομές στο τρόπο σύλληψης των κομματιών. Κάθε όργανο λαμβάνει τον ρόλο που του αντιστοιχεί για να φτάσει σταδιακά το σύνολο σε μια άρτια διακλάδωση απόλυτα εναρμονισμένη με την παικτική διάθεση του Αμερικανού, που πλέει με μεγαλύτερη άνεση και έχει αφεθεί στην αδιάκοπη εκδήλωση των fractal πυκνώσεων.

Όλα ξεκινούν από την riff αντίληψη με δυο απώτερους στόχους προς ενοποίηση. Αφενός την πώρωση της ταχύτητας και αφετέρου την δημιουργία μιας μυστηριακής ατμόσφαιρας όσο είναι επιτρεπτό. Σαν εγχείρημα δεν είναι ότι πιο εύκολο, όμως ο Aamonael τα καταφέρνει και πάλι τοποθώντας μολυσμένες κιθάρες σε heavy metal δοτικότητα για να γκαρίξει πάνω τους μοναδικά. Αν και η αποδόμηση της συνθετικής του αντίληψης φαντάζει εύκολη μιας και βαδίζει σε μια απλή λογική, κάνει στην πράξη κάτι αρκετά δύσκολο. Αυτό οφείλεται στο ότι περπατά δυο δράμια δίπλα στο ορθόδοξο μονοπάτι και καταφέρνει να κρατήσει χαρακτήρα. Ακόμα και στην μυστηριακή ταυτότητα του The Devil’s Fractal, που θα συναντήσουμε το καιόμενο λιβανιστήρι της μοναστικής μαυρομεταλικότητας των ημερών, καταφέρνει να το σπάει σε μικρά κομμάτια μέσω άλλων εκδηλώσεων σε συναισθηματικό περίβλημα μην αφήνοντας το σύνολο ν’ ακουμπήσει τόσο όσο να λάβει το βάπτισμα της ορθοδοξίας. Στο δεύτερο album του Αμερικανού θα μας απασχολήσει περισσότερο το σκέρτσο της διαπεραστικότητας, αυτός ο ήχος της κιθάρας που μαγνητίζει και τελικά εκπέμπει ένα ιδιαίτερο feeling μέσα από την σταδιακή του συμφόρηση μέσα μας. Αυτή η μουσική εμπεριέχει την ηδονή του Black Metal που θέσπισε η Dathspellική σχολή αποτρέποντας όμως τις ξεδιάντροπες κοινοτυπίες για να μην δώσει αφορμές για κακεντρέχειες και διαπομπεύσεις.

Σε τέτοιες κατασκευές παίζει ιδιαίτερο ρόλο η σκέψη του μουσικού και ο απώτερος στόχος του δημιουργήματος. Ίσως για πολλούς εκεί έξω οι μπάντες που δεν διαφοροποιούνται συνθετικά αλλά διευρύνουν την δική τους οπτική album με album να μην έχουν λόγο ύπαρξης. Προσωπικά διαφωνώ με τέτοιες σκέψεις μιας και πιστεύω πως σχετίζονται περισσότερο με τον «δεν προλαβαίνω ν’ ακούσω όσο Black Metal θέλω» χαρακτήρα των ημερών πάρα με το κουραστικό ύφος της υποτιθέμενης καρμπόν επαναληψιμότητας. Συμπερασματικά θαρρώ πως το The Devil’s Fractal αγγίζει ισόποσα με το ντεμπούτο, καταφέρνοντας να φτάσει και σε μια open way τάση από το μέσο και μετά, που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο όσο πλησιάζουμε στην ολοκλήρωσή του. Ο Aamonael έχει την ικανότητα να φτιάχνει εθιστικά album μέσα από μια σχετική απλότητα και μπορεί να κοιτάξει κατάματα την σκηνή τόσο εκεί στην αντίπερα όχθη όσο και στην γηραιά ήπειρο. Αν θέλει κάποιος να έρθει σε επαφή μαζί του, ας κάνει πρώτα τον κόπο ν’ αφουγκραστεί το ντεμπούτο.