Archive for the Ιούνιος 2012 Category

Mare Cognitum

Posted in Ιούλιος 2011, Ιούνιος 2012, Ιούνιος 2013 on Σεπτεμβρίου 26, 2013 by Plunderer

2011-The Sea Which Has Become Known

FolderΤο solo project των Mare Cognitum ανήκει στον Jacob Buczarski, που ζει κι εργάζεται στη Santa Ana της Καλιφόρνια. Η ιστορία του ξεκινά στα 10’s, με την κυκλοφορία του πρωτότοκου full album The Sea Which Has Become Known το 2011. Η διήγηση αρχίζει από το εξώφυλλο με μια υπέροχη μινιμαλιστική απόδοση του διαστήματος και συγκεκριμένη σπορά ιδεών. Σαν λογική αντικατοπτρίζει το ύφος των συναισθημάτων που εξέπεμπε το εξώφυλλο του Drawing Down The Moon των Beherit. Η βάση και των δυο εικόνων αποτυπώνεται από την πλαγιά μιας πλανητικής θέσης που προβάλει την γοητεία της ερήμωσης αλλά και μια αστρική προοπτική που το καθένα θέτει με διαφορετικό τρόπο. Οι Beherit απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης με τους κρατήρες της σελήνης και την αστρική προοπτική με αυθαίρετους κυανούς χρωματικούς τόνους. Οι Mare Cognitum απέδωσαν την γοητεία της ερήμωσης μέσα από το άγονο πέτρωμα ενός ακαθόριστου πλανήτη και την μαύρη του σκιά, που θα ενοποιηθεί υπέροχα με το παντέρμο σύμπαν. Η αστρική προοπτική στο The Sea Which Has Become Known έχει αποδοθεί έξοχα μ’ έναν ερυθρό γίγα που μαγνητίζει θνήσκοντας με το θαμπό άλικο φέγγος του. Ψηλότερα όλων, συνηγορεί καταφατικά και το πρωτόλειο εκτόπλασμα του raw Logo των Mare Cognitum.

Η μουσική πραγμάτωση στο ντεμπούτο είναι κοντά στην εικαστική του επιλογή, επιτυγχάνοντας μια σύμπτυξη που αφήνει ελεύθερη μια αρμαθιά συναισθημάτων στο μπουντουάρ των ακροατών, Αυτά ξεκινούν από τη ρομαντική μελαγχολία και λειτουργούν με μια αφηγηματικότητα που βγάζει ποικίλες δυναμικές. Το μουσικό μέρος είναι δοσμένο με γλυκιά αγριότητα στην οποία δεν ζει το επικίνδυνο του Είδους, μα το ατμοσφαιρικό ταξίδεμα που θα τελεσφορήσει μέσω της συναισθηματικής ηρεμίας και γαλήνης που το διέπει. Δυο είναι τα βασικά στοιχεία των εφαρμογών, από την μια πλευρά η Black Metal μοναξιά των Depressive ανεμικών riff και από την άλλη η prog Metal σύνθεση με τεταμένα τεντώματα και λιγοστές Heavy ακίδες.

Τα πέντε του κεφάλαια προσπερνούν τα επτά λεπτά το καθένα και αφιερώνονται στην πορεία. Ο βασικός σχεδιασμός βγάζει μια λάμψη που διαρκεί από την αφετηρία μέχρι το τέλος και είναι γεμάτη χρωματισμούς καθώς καταθέτει τα εσώψυχα. Η λογική της δομής προάγει σκέψεις δημιουργικής πορείας και θα έλθει με αρκετές αλλαγές μέσα στα κομμάτια συντηρώντας το ενδιαφέρον καθ’ όλη τη διάρκεια. Έτσι κατορθώνει να βγάλει από μέσα του την υπεροχή της Black Metal έξαψης με ατμοσφαιρικό παρονομαστή. Το όργανο που δίνει τις θέσεις είναι η κιθάρα, η οποία εξάγει riff με δυο διανυσματικές μεθόδους. Η πρώτη είναι το γενεσιουργό riff που εμφανίζει τη θέση και η δεύτερη το αγνάντεμα, που θα μας ταξιδέψει καλύπτοντας τις αποστάσεις από αλλαγή σε αλλαγή ως ατμοσφαιρικό νέφος. Τα τύμπανα δεν είναι φυσικά, αλλά έχουν ορθό ήχο (αν εξαιρέσουμε τα πιατίνια που βγάζουν ένα φύσημα) ενώ το μπάσο δε θα εκδηλωθεί, πέρα από το φινάλε του Lustrate. Από την άλλη πλευρά εδώ υπάρχουν τα γλυκά πλήκτρα του Internal Deliquescence που ζουν σε μια εξαίσια συμπόρευση με τις κιθάρες. Ανάμεσα σε όλα αυτά θα δραστηριοποιηθούν ιδανικά τα φωνητικά, προφέροντας με τόλμη λέξεις ως προβληματισμούς ύπαρξης, οι οποίοι θα λάβουν τη μοίρα τους μαζί με τη μουσική, δημιουργώντας ένα σύνολο που μοιάζει με ταξιδιωτικό οδηγό του έναστρου μελανώματος.

Συμπερασματικά το The Sea Which Has Become Known εμπεριέχει Black Metal χωρίς πολλές επιθέσεις και ιλιγγιώδεις παροξυσμούς, μιας και στον τομέα της ταχύτητας χρησιμοποιεί εξαίσια τις Metal καταβολές/επιρροές του δημιουργού του (π.χ Vehement Coalescence). Αυτό βέβαια εξαλείφει τη ζοφερότητα αλλά δε φτωχαίνει το σύνολο, βλέπετε το ντεμπούτο των Mare Cognitum βγάζει εκατομμύρια φωτόνια μέσα από τον πυρήνα του, κάνοντας μας να ξεχάσουμε τη νοσηρή πλοήγηση του Είδους. Η προσέγγιση στο ύφος μπορεί να περιγραφεί ορθά, ως μια συμπαντικά ατμοσφαιρική οπτική με δόσεις μελαγχολίας σε χρωματικούς τόνους. Αν τώρα αναρωτιέστε πως μπορεί να επιτευχθεί η τελευταία αντίθεση δεν έχετε παρά να διαλογιστείτε με καμβά το αστρικό μοτίβο και τη συνείδησή σας να κρατά το μέτρο του ανθρώπου.

2012-An Extraconscious Lucidity

FolderΈνα χρόνο αργότερα μας ήρθε το δεύτερο βήμα του Αμερικανού με τίτλο An Extraconscious Lucidity. Σε πρώτο πλάνο το photoshop εξώφυλλο δημιουργεί ένα μόρφωμα, λες και οι Limbonic Art το γύρισαν στο Post Rock, σπρώχνοντας τους θιασώτες της μαυρομεταλλικής λαίλαπας εκτός του περιεχομένου. Είναι όμως αυτό το σκοτάδι, αυτό το ζοφερό μαύρο που βλέπετε μέσα στην εικαστική του διάσταση και σε καλεί να δεις την εικόνα σε συνδυασμό με τη μουσική. Ζητά, χωρίς να χρησιμοποιεί προστακτική, να γυρίσεις τη πυξίδα της αισθητικής σου λίγες μοίρες πέρα από την θεατρική Black Metal κυριότητα κι έπειτα ν’ αφουγκραστείς με προσήλωση. Μα το σπουδαιότερο είναι πως δεν ωρύεται, δε μορφάζει μέσω της αισθητικής του, αντίθετα είναι σιωπηλό και σημαίνει. Ο Jacob Buczarski με το δεύτερο πόνημα των Mare Cognitum κάνει μια μαθηματική υπέρβαση, θέλοντας να εκφράσει στο απόλυτο την δική του μαυρομεταλλική κοσμοθέαση. Καλεί νοερά και τον τελευταίο λάγνο της λεγεωνικής συμφοράς των ακόρντων, να θυμηθεί την Prog Black Metal προοπτική δράσης, που ενδεχομένως οραματίστηκε κάποτε. Τον καθίζει στο σκαμνί της περιστροφής με κυκλοθυμία και φαντασία, ζητώντας του με νότες να κάνει περισυλλογή, μα πάνω απ’ όλα να οραματιστεί τα καθέκαστα με «μια επιπλέον συνειδητή σαφήνεια».

Αρχινά και ξετυλίγει ως σύννεφο την στοχευμένη του τέχνη, βγάζοντας από τη φαρέτρα riff μετεωρίτες από μακρινούς αστέρες που χορεύουν ολόγυρα στο αέναο πάλκο. Μοιάζουν με σταλαγμίτες φωτός ή σταλακτίτες σκότους σε μια δαντελένια συρραφή μετά των πόλεμο των δυνάμεων. Είναι μια μουσική ζωγραφιά που αναπαριστά τα υπερκόσμια φαινόμενα μ’ επιβολή, δύναμη και γλυκύτητα δηλαδή κυριολεκτώντας. Αυτό είναι το μέτρο του οραματισμού και σύνθεσης του Αμερικανού και στη πράξη βγαίνει αγνό, αυθόρμητο και γραμμικά ευθύβολο μέσα από το δώμα της σύλληψης. Το σπουδαιότερο όμως είναι πως ο ίδιος δεν κρυφογελά με μικρά ψήγματα διαφοροποίησής από το μέσο όρο των εφαρμογών. Αντίθετα μοχθεί κάθε δευτερόλεπτο να έχει φρεσκάδα και πάνω απ’ όλα μπολιάζει τις ιδέες του στη κολυμπήθρα μιας εξωστρεφούς δράσης, που θα ξεκινήσει κρυστάλλινη και θα παραμείνει διαυγής μέχρι το τέλος. Στο An Extraconscious Lucidity Βασιλεύει ως απόλυτος ηγεμόνας και μονάρχης, η μεγάλη μητέρα των χρωμάτων, η ηλεκτρική κιθάρα. Απέραντη, μαία αισθήσεων, γεμάτη πάθος και ορμή, μόνη στον απέραντο θόλο. Γεμίζει πολυεπίπεδα riff και διαθλαστικά solos που διαπλέκονται μεταξύ τους με ορχηστρική διακύμανση και ακμαία ζέση. Σχηματίζουν αύρα ευαισθησίας που τυλίγει το σύνολο οδηγώντας το από το ναδίρ της συναισθηματικότητας στο ζενίθ ενός πνευματικού κρεσέντο.

Τα τύμπανα αν και προγραμματισμένα έχουν ιδανικό ήχο, δεν βγάζουν άσχημες όψεις και φέρουν ενδιαφέρουσες ιδέες στο προσκήνιο. Σε γενικές γραμμές είναι ο φορέας της έξαψης, μέσα από την οποία θα επιτευχθεί ένα ντελίριο δράσης. Θεωρώ πως ακόμα και στη μακρά πνοή τους, τις ταχύτητες και τα Blastbeat που εξάγουν, συνεπικουρούν απόλυτα τις στιβάδες των riff. Τα φωνητικά είναι λίγο αχνά, τοποθετημένα σε δεύτερο και τρίτο ρόλο, στέκουν όμως εκφραστικά και δουλεμένα δίδοντας βάθος στην διηγηματική σχηματοποίηση της μουσικής. Στην απλή συσχέτιση με το σύνολο, μπορεί να μοιάζουν κομπάρσος, μα στην ευκρίνεια, στη θεώρηση του μουσικού κατά τη συνθετική διαδικασία είναι κολώνα βοήθειας, υπόγεια μεν απαραίτητη δε. Η παραγωγή είναι άνω των προσδοκιών, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως εδώ έχουμε ένα solo project, κι ένας άνθρωπος δεν είναι εύκολο να χειριστεί μόνος του όλες τις λεπτομέρειες. Ωστόσο ο Αμερικανός το καταφέρνει με υπευθυνότητα, εστιάζοντας στην ηχητική εκφορά της μουσικής του και όχι στον υποτιθέμενο ήχο του μουσικού είδους που χρησιμοποιεί. Τέλος, θα έλεγα πως είναι περιττό να μιλήσουμε για την ατμόσφαιρα σε μια εφαρμογή δοσμένη καθ’ ολοκληρία στην ευαισθησία των εσωτερικών χορδών, οι οποίες πολύ σπάνια γίνονται νότες. Αυτό ακριβώς έχει επιτευχθεί στο An Extraconscious Lucidity, πράγμα σπουδαίο κι ονειρικό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ενοποίηση της βίαιης ορμής και του τρωτού συναισθήματος. Η ατμόσφαιρα εδώ δεν είναι αιθέριο σκέπασμα αλλά ανάσες και λαμπρή ματιά, είναι μάλιστα τόσο ποτισμένη στο σύνολο που καλύπτει ακόμα και τις χαραμάδες του, μοιάζοντας σχεδόν ατελέσφορο να περιγραφεί. Το αγαθό κάνει σπάνια την εμφάνισή του στα λημέρια μας.. κι εμείς ως είλωτες της σκοτεινιάς δε θέλουμε να το δούμε κάνοντας μακροβούτια στο φέγγος της σελήνης. Γνωρίζουμε όμως ενδόμυχα πως τίποτε αρτιότερο από το σούρουπο, όπου η αγριότητα έχει πάντα ραντεβού με το ρομαντισμό.

Είναι τουλάχιστον απρόσμενο το άλμα του Αμερικανού στο δεύτερο μόλις βήμα του, γιατί λειτουργεί το μοιρογνωμόνιο του προοδευτικά, πασχίζοντας να παίξει μια μουσική που θα έχει αφετηρία, μέσο και κατάληξη αλλά θα διέπεται σε κάθε της στιγμή από το επιθυμητό και δραστήριο, το αναπάντεχο και οξυδερκές. Για να εξηγηθώ οριστικά, εδώ έχουμε μια ενότητα που χτίζει επάνω στην όξυνση των Weakling, στην προοδευτική εξήγηση των Krallice μα πάνω απ’ όλα στην μονόχνοτη ύπαρξή της, όντας δραστικά υπερφίαλη κι εκκωφαντικά επεξηγηματική. Η μελωδική βία του An Extraconscious Lucidity στέκει πέρα από το θεμέλιο οικοδόμημα του Black Metal, σα μετέωρος κρεμαστός κήπος μέσα στο αβυσσαλέο μαύρο του σύμπαντος, μεταφέροντας απλά και ξάστερα ένα ευωδιαστό μαυρομεταλλικό μήνυμα ζωής κι ευεξίας.

2013-Mare Cognitum & Spectral Lore-Sol

Folder

Ύστερα από την περσινή εξύψωση Spectral Lore και Mare Cognitum, έρχεται φέτος κοντά μας και η ενοποίησή τους. Ο τίτλος του split είναι Sol και στα λατινικά σημαίνει ήλιος. Το εξώφυλλο ανήκει στον JoeJesus και μας εκσφενδονίζει στους δρόμους των αστρικών νεφελωμάτων, οδηγώντας την αντίληψή μας στα ενδότερα του διαστήματος. Η επιλογή αυτή ζει σε πρώτο επίπεδο μακριά από την οπτική του Είδους (Black Metal), μοιάζοντας περισσότερο με άλλες Metal εικαστικές προσεγγίσεις. Ωστόσο η απάντηση που θα μας δοθεί από το περιεχόμενο, φανερώνει μια αρμονική σύζευξη ήχου και εικόνας. Έτσι το εξώφυλλο εκφράζει μερικές από τις προοπτικές της μουσικής, όντας καταδεικτικό των εφαρμογών. Στο εσωτερικό θα βρούμε ένα κομμάτι από κάθε project που έχει διάρκεια κοντά στη μισή ώρα, με στιχουργική και μουσική ανάπτυξη κοντά στη θεματολογία του τίτλου. Καθώς επίσης κι ένα τρίτο κομμάτι που πλέει σε ambient πελάγη κι έγραψαν μαζί. Με αυτό τον τρόπο οι δυο μουσικοί τεμαχίζουν την παλαιά αντίληψη της «versus» ηθικής που υπήρχε στα Split του παρελθόντος. Αλλά δεν μένουν μόνο στο κλίμα καλής συνεργασίας, αντίθετα προσχωρούν μαζί στο επόμενο στάδιο. Είναι μια κοινή εννοιολογική προσέγγιση που διέπει όλους τους τομείς της κυκλοφορίας, αγγίζοντας ουσιαστικά τους δρόμους της συνδημιουργίας, κάνοντας εν τέλη ένα Split ισάξιο με full-album.

Το νέο κομμάτι των Mare Cognitum έχει τίτλο Sol Ouroboros και κρατά ακόμη αναμμένο το καμινέτο των riff εξάγοντας με περιγραφική γλυκύτητα το τρομερό σύμπαν. Είναι πύρινα και σχηματίζουν την επιβολή του αστρικού θόλου, βάζοντας πυρκαγιά στα συναισθήματά μας με την στάση τους. Το φετινό μισάωρο έργο είναι χωρισμένο σε μικρότερα μέρη, βάση εξέλιξης και αλλαγών. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουμε τμηματικά γι’ αυτά ώστε να γίνει κατανοητό το σύνολο. Οφείλουμε να δούμε την συνθετική του αντίληψη ως πέρασμα και μήνυμα, ως ακρωτήρι και όρμο της ιστορίας του, σα μια δεδομένη όψη που προσφέρει νέες συγκινήσεις. Στον τρόπο γραφής ο Αμερικανός αλλάζει λίγο το ύφος της δράσης χρησιμοποιώντας δυο βασικούς δρόμους διάβασης. Θα μπορούσαμε να τους δούμε από ψηλά ως κυκλικότητα, την οποία θέτει ο ίδιος στον τίτλο του κομματιού μέσω της λέξης ουροβόρος. Στη μουσική του αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη δυναμική σπορά του Metal μέρους και τη λιμνάζουσα ηρεμία της ambient πλοκής, που διαδέχονται η μια την άλλη και διαχέονται η μια στην άλλη σ’ έναν κύκλο γεγονότων. Στη πρώτη είναι που χρησιμοποιεί τη Black Metal έξαψη, τα Heavy riff, τις Progressive αλλαγές, τις groovy ελεύσεις και λογής λογής ετερόκλητες μεταξύ τους θέσεις που συνασπίζονται αρμονικά. Στη δεύτερη είναι που θα κυλίσει σε ambient στρώματα με οδηγούς άλλα όργανα πέραν της κιθάρας και θα χτίσει μια ατμόσφαιρα γεμάτη εικόνες. Μα πέρα από τις ωχρές περιγραφές το Sol Ouroboros διαχέεται ως χρυσό μάγμα και ντροπαλό ρόδο. Μοιάζει με δύναμη που αγγίζει το σκοτάδι σαν τον αρχαίο Μίδα και μετατρέπει το αιώνιο σούρουπο σε πρωινό φέγγος, γεμάτο τα χρώματα της αυγής. Μόνο που εδώ το φως είναι ανέσπερο, δίπλα στον Ήλιο δεν βραδιάζει ποτέ..

Η επιστροφή των Spectral Lore με το Sol Medius επεκτείνει το δρόμο του Sentinel με μια πνευματική διαπραγμάτευση στιχουργικά και μια μουσική συντέλεια παικτικά, μέχρι τη φραγή της γαλήνης. Έπειτα θα λάβει τον ιδιότροπο δρόμο που οδηγεί στην σύζευξη της μαυρομεταλλικής μεταφυσικής και της πολύπλοκης φρασεολογίας κάνοντας χαρτοπόλεμο ακόμα και τον όρο Transcendental. Ο Ayloss κάνει αφήγηση του έναστρου ουρανού μέσα από μια αρμαθιά riff στροβιλισμών που εξάπτουν στρεσογόνα το αντιληπτικό μας κέντρο, προκαλώντας συναισθήματα αγωνίας, ενώ συνάμα πληγώνουν το ψυχικό μας κόσμο με τα χρώματα που εξάγουν. Είναι σα να βλέπεις μέσα από τις νότες των riff ένα χαρμόσυνο σημάδι στις αποφράδες στιγμές της εποχής που ζούμε, ένα λουλούδι μετά την αποκάλυψη του σκότους. Έπειτα θα τραβήξει για το απάνεμο μετέωρο τ’ ουρανού, που είναι γεμάτο σύννεφα και αστρόσκονη. Είναι μόνο κι έρμο μα γαλήνιο άντρο, πέρα από την σήψη και την οχλοβοή. Εκεί γεννά νέα ατμόσφαιρα, πλανεύτρα κι αιθέρια που θα μας κλέψει το νου με μια εσωστρεφή ambient διακύμανση. Αργότερα, μέσα από μια σταδιακή περιοδικότητα θα έλθουν κοντά μας τα όργανα, κάνοντας τη δική τους αργή περιήγηση μέσα στη νηνεμία. Θα ζωντανέψει λοιπόν μια Funeral Doom διήγηση στα φωνητικά, ενώ τα τύμπανα χτίζουν στον αιθέρα τόπο για βάδισμα και η κιθάρα σαν το «εγχειρίδιο του σεπούκου» περνά αιχμηρά μέσα μας. Έπειτα θα έρθουν κοντά μας οι Black Metal ταχύτητες, για να ενοποιηθούν με τις φροντίδες των ηλιόλουστων riff που αγγίζουν μικρά solo κι εκσπερματώνουν σε ολόκληρο το διηνεκές με φωταύγεια. Έχουν ως αποστολή την γονιμοποίηση μιας ιδέας που πρέπει να τρυπώσει και να μείνει στην καρδιά μας. Η πλούσια τεχνική εισερχόμενη στο Transcedental Black Metal οδηγεί την θεώρησή της μαυρομεταλλικής υπέρβασης στον εξευγενισμό και την ποιότητα. Δεν είναι ξενιστής που τρώει το σκοτάδι, είναι φως που προβάλει θανατηφόρο από τον πυρήνα ενός μοχθηρού αστέρα.

Το κομμάτι που κλείνει το Split έχει τίτλο Red Giant και μας μεταφέρει την ambient θεώρηση των δυο project, αφού Spectral Lore & Mare Cognitum συνεργάστηκαν από κοινού σε μια σιωπηλή περιήγηση στ’ ανεξερεύνητα λημέρια τ’ ουρανού. Οι δυο μουσικοί, Jacob και Ayloss, κατάφεραν μέσα από το Sol ν’ αφήσουν τη βάση τους κάνοντας παρέα ένα βήμα στο διάστημα. Αυτό σημαίνει πως προσπέρασαν το Black Metal με ατόφιες prog Metal φράσεις, χωρίς να ξεχνούν στιγμή τις θέσεις του και τα συναισθήματα που το διέπουν. Θεωρώ πως εδώ έχουμε ιστορικά, ένα από τα λιγοστά γινόμενα Metal πανσπερμίας που θα προκαλέσει παρόμοια συναισθήματα σε ακροατές με διαφορετικές καταβολές και πορείες. Συνεπώς η συγκεκριμένη δουλειά έχει ένα βασικό πλεονέκτημα που σπάνια συναντάμε και θαρρώ πως είναι το κλειδί της επιτυχίας του. Συνήγορος όλων αυτών μια συνακόλουθη παραγωγή για όλες τις εφαρμογές που εμπεριέχει κι ένας υπέροχος ήχος για να την ζωντανεύει. Το ηλιοκεντρικό concept του Sol υπάρχει σε κάθε στιγμή της αισθητικής. Μοιάζει με κοινή συνισταμένη που ενώνει τις παρυφές σ’ ένα ενιαίο και αδιαίρετο έργο και καλεί τους ακροατές με κλίση στη σπουδή και το μόχθο να εισέλθουν.

2012-Elysian Blaze-Blood Geometry

Posted in Ιούνιος 2012 on Δεκέμβριος 19, 2012 by Plunderer

Folder

Μακριά στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας ζει και δημιουργεί ο Mutatis, το προσωπικό του project έχει τ’ όνομα Elysian Blaze και δραστηριοποιήθηκε στα zeros. Έργο μακρινό που φέρει ως στέμμα μια αισθητική σταθεροποιημένη στο grim υποείδος και την καμένη νοοτροπία ως σφραγίδα γνησιότητας. Η μπάντα αυτή ήταν κρυμμένη στα λαγούμια του underground εδώ και χρόνια κι εκεί θα παραμείνει. Γιατί πολύ απλά δεν αφορά κανένα ακροατήριο που ψάχνει το Black Metal στα Booklet της Profound Lore. Φέτος ο Αυστραλός επανέρχεται μετά από τέσσερα χρόνια μ’ ένα δύσκολο έργο που έχει διάρκεια δυο ώρες. Πριν χαθούμε μέσα του θα δούμε συνοπτικά την ιστορία της μπάντας στα zeros..

Folder

Το πρώτο Demo του Αυστραλού έφερε τον γλαφυρό τίτλο Prophecies Of Misery και κυκλοφόρησε σε cd-r πίσω στο 2003. Το περιεχόμενο ήταν μονότονο και περιθωριοποιημένο στην κλειστοφοβική ιδέα που το γέννησε, συνδυάζοντας προσεκτικά την Depressive αισθητική με το ατμοσφαιρικό Black Metal, χωρίς να ξεχνά την cult ρομαντική χροιά των 90’s. Στο μουσικό μέρος θα βρούμε τον συγκερασμό δυο βασικών δρόμων. Αρχικά της ταχύτητας στην λεωφόρο του ονείρου, με μπροστάρη μια drum machine που παίζει τον ρόλο του ρυθμικού μέρους. Σημείο που μοιάζει γοητευτικό και ταιριάζει στην πλοκή, που είναι ο δεύτερος δρόμος. Εκεί θα βρούμε έναν πολύ αργό τρόπο ανάπτυξης, με λίγες ιδέες που συνδυάζουν την ησυχία με τη μελωδία και την αινιγματικότητα με το φόβο. Ο Mutatis με το πρώτο του Demo θέτει τους Elysian Blaze στο περιθώριο, εκεί που ζει το απάνεμο Black Metal. Σε μια θέση απαγκιστρωμένη από την Evil αφετηρία και concept που στηρίζεται στον άνθρωπο και τους φόβους του. Επικεντρώνει την προσοχή του στο θάνατο, την ησυχία και τη μιζέρια κωπηλατώντας σα τον «βαρκάρη» στα θέρετρα του σύμπαντος όπου καρτερικά αναμένουν οι ψυχές. Οι μελωδίες είναι μουντές και μια σιωπή ζει στα περισσότερα κομμάτια. Τα φωνητικά είναι Depressive μα συνεκτικά με λίγες κραυγές, ενώ τα πλήκτρα δίνουν μια περαιτέρω μελαγχολία στο συναισθηματικό μουσικό μέρος. Το κομμάτι In Silence And Demise είναι χωρισμένο σε δυο μέρη, το πρώτο κείτεται δίνοντας χώρο στο μπάσο και την αφήγηση και το δεύτερο να θωρεί ορίζοντες πασχίζοντας να τους φτάσει. Η μοναδική παρατυπία θα βρεθεί σε κάποια riff με αυτές τις metal «γκα/γκα/γκάν» θέσεις αλλά είναι αμελητέα. Ο Αυστραλός είναι ρομαντικός και αρχικά έφτιαχνε μουσική για ταξίδια, αλλά σε όχημα που δεν κάνει πολύ φασαρία (=κτελ).

Foldertape

Την επόμενη χρονιά οι Elysian Blaze θα γίνουν υπαρκτοί και στο επίπεδο των κυκλοφοριών, μιας και το δεύτερό τους Demo Beneath Silent Faces κόπηκε σε κασέτα από μια άγνωστη εταιρεία, εν ονόματι Plague. Μουσικά ο Αυστραλός μέσα σε μικρό διάστημα ανέπτυξε περισσότερο τις ιδέες του αλλά και το concept που τις κυοφορούσε. Η βασική αλλαγή βρίσκεται στον ήχο καλύπτοντας την ησυχία του πρώτου Demo, με τα σάβανα της σάπιας ηχητικής φόρμας. Έπειτα στα φωνητικά που πιάνουν μια θέση στην γαλαρία εκφράζοντας με περισσότερο πόνο τους στίχους, η χροιά τους είναι περισσότερο πνιχτή και υψίσυχνη. Η δράση στο Beneath Silent Faces θα περάσει μέσα από μεγάλα instrumental μέρη που κλωθογυρίζουν στην ιδέα που τους έδωσε ζωή, σε θορυβώδες περιβάλλον είτε στο επίπεδο ενός συναισθηματικού ρομαντισμού πάντα σε γκρίζο φόντο. Το Black Metal του Αυστραλού εδώ αγγίζει θεμιτά την soundtrack διακύμανση, μιας και απομακρύνεται αρκετά από τις ταχύτητες προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα σκουριασμένο καταπέτασμα με γλυκές αποκλίσεις. Όπως στ’ ομότιτλο κομμάτι που θα πιάσει μια μελωδική δυσαρμονία μέχρι να ξεχυθεί με Depressive μανία, χωρίς να εγκαταλείψει το θελκτικό αυτό πλάνο. Παράλληλα η κίνηση έχει μια αργοπορία που φέρνει στο μυαλό Doom καταστάσεις ποτισμένες στο μελάνι ενός ατμοσφαιρικού ήχου. Στο μεγαλείο του εναρκτήριου Anvil Chorus (όνομα και πράγμα) θα βρούμε τα πλήκτρα ως δομικό στοιχείο της σύνθεσης, καμία σχέση όμως με γιρλάντες σε πολύχρωμα κάγκελα. Οι ομορφιές τους έχουν αποδοθεί πολύ εύστοχα στον υπέροχα σάπιο ήχο που περικλείει το σύνολο. Το δεύτερο Demo υποσκελίζει την cult θεώρηση του πρώτου μετεωρίζοντας τον καλλιτέχνη στο παράδοξο, ένα ηχητικό μεγαλείο για καμένους μα δύσκολο εγχείρημα για τους αμύητους.

Folder

Η όρεξη για μουσική παρέα με τη μελέτη στον ήχο κάνουν τον Αυστραλό δημιουργικό. Έτσι πολύ σύντομα έγραψε και το ντεμπούτο του 2005 Cold Walls And Apparitions, ένα album που περιγράφει εξαίσια ο τίτλος και το εξώφυλλό του. Κρύοι τοίχοι και οπτασίες, ένα μαύρο κελάρι με βαρέλια κι ένα υπέροχο αργόστροφο Depressive Black Metal μπολιασμένο στη μελωδία και τον μουντό ήχο. Ο Αυστραλός οργανωμένος πλέον και μ’ επισταμένη προσοχή στη θεματολογία κατορθώνει να γεννήσει ένα σύνολο που έχει μεγαλύτερη απήχηση στον ακροατή. Στην συνθετική διαδικασία θα βρούμε τον άνω τρόπο σκέψης με διακλαδώσεις, σε αυτές θα δώσει χρόνο σε όλα τα όργανα ν’ αναδυθούν για να στιγματίσουν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο το album. Όλες του οι σκέψεις τείνουν προς το συναίσθημα, έχει βλέπετε τη γνώση πως αυτό θα επιτευχθεί με αρκετές αλλαγές στην πλοκή και την πυξίδα στραμμένη προς την εσωστρέφεια. Παράλληλα δεν ξεχνά πως η εκδοχή του θα ήταν ανάλατη κι αδύναμη χωρίς ηχητικά τρικ. Έτσι πέραν της γκρίζας απόχρωσης δομεί ένα σχετικό όγκο σε σημεία που μεγαλώνει την λεπτή, σχεδόν χάρτινη ηχητική μορφή του συνόλου. Στη δράση δεν θ’ αρνηθεί να σκορπίσει στους πέντε ανέμους την παικτικότητα για την ατμόσφαιρα αλλά και το ίδιο το Black Metal για την μελαγχολία. Ωστόσο στην ιδέα του full-album δεν ξεχνά το Είδος, φέρνοντας πάλι στο μυαλό του την πορεία με τη drum-machine ως ρυθμικό μέρος και τ’ απομακρυσμένα σχιστά φωνητικά που γνέφουν με απονιά τη δαντέλα της αισθαντικότητας. Μα δεν θα αιχμαλωτιστεί, γνωρίζοντας πως πάντα υπάρχει χώρος για μια παρένθεση στο απροσδιόριστο soundtrack που μαλακώνει ή δυναμιτίζει. Με φαντασία, ατμοσφαιρική προτεραιότητα και συγκεκριμένη θέση, ο Αυστραλός γεννά μουσικές που θα μείνουν στο μυαλό μας. Κοπιάστε, ειδικά αν είστε από αυτούς που είχαν, έχουν και θα έχουν επαφές με χαμόσπιτα, υπόγεια και λογής λογής δωμάτια που ζούσαν πάντα οι ζοφερότερες κατ’ οίκον ιστορίες.

Folderother

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2006 με το έργο του να είχε πάρει πλέον σάρκα και οστά. Το concept του δεύτερου Full-length θα βρεθεί στην αίσθηση του σώματος, χωρίς να ξεχνά το εξωτερικό περιβάλλον και τα ερεθίσματά του. Αυτό άλλωστε επισφραγίζουν και τα δυο εξώφυλλα που κόσμησαν το Levitating The Carnal, όπου υπάρχει ο εσωτερικός θόλος ενός μεγάρου για να εκφράσει μια συναισθηματική μεγαλοπρέπεια. Αίσθηση την οποία θα συναντήσουμε και μουσικά να φυτρώνει σα δροσερό λουλούδι μέσα στην αποσυντεθημένη υφή του. Στη δεύτερη ολοκληρωμένη προσπάθεια καλλιεργεί ένα ηχητικό μοντέλο που ενοποιεί δυο αντίθετα σημεία. Την σκούρα απόχρωση του Funeral Doom και την μελωδία ενός ατμοσφαιρικού Black Metal. Το Depressive είναι πια κοχύλι στον πυθμένα και θα εμφανιστεί μόνο ως όξυνση της βασικής ροής παραμένοντας απλά επιρροή. Παράλληλα σε σημεία υπάρχει και μια ambient διάθεση, τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και του επιτρέπουν να ξεκινά αργά με πινελιές ή να τις χρησιμοποιεί κατά την διάρκεια αντισταθμίζοντας την μονότονη πλοκή. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνει και υπνωτίζει τον ακροατή που χάνει τα κομμάτια, γιατί δεν υπακούν στους κανόνες της δεδομένης μορφής. Η σπουδή του Αυστραλού στην θυμική γοητεία είναι πετυχημένη και μπορούμε να πούμε πως εδώ μεγαλώνει και συνθετικά. Παράλληλα τακτοποιεί το μονοπάτι του κάτω από μια ισόπλευρη ανάπτυξη του ήχου, οριοθετώντας μια συνολική θερμοκρασία στο περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό προσπερνά έντεχνα την διαφορετική ηχητική που έφεραν οι διάφορες μουσικές του θέσεις στο παρελθόν. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα είναι η γέννηση της μελωδίας από τα πλήκτρα, τη κιθάρα και τα φωνητικά μέσα στη μουντή ζάλη του πένθιμου ρυθμικού μέρους, σημείο που μοιάζει αυτοσκοπός σε όλα τα κομμάτια. Το Levitating The Carnal είναι ρομαντικό και σάπιο ταυτόχρονα, αγγίζοντας διάφορα συναισθήματα που τελούν ένα υπέροχο ταξίδι. Με βάση όλα τα παραπάνω μπορούμε να λέμε πως αυτό είναι το πληρέστερο έργο του στα zeros. Μπείτε στην φάση ακούγοντας το Eclipse ή τ’ ομότιτλο, αλλά να ξέρετε πως τίποτε δεν είναι καλύτερο από το να χαθείτε ολοκληρωτικά μέσα του.

Folder

Το Universal Absence κυκλοφόρησε το 2008 από μια Γαλλική εταιρεία με τ’ όνομα Insidious Poisoning Records. Ήταν ένα split υπερπαραγωγή με συνολική διάρκεια άνω της μιας ώρας. Εδώ θα βρούμε το καθαρό ηχητικά Depressive των Βρετανών Lyrinx, που καθυστερεί σε μεγάλα κομμάτια μα εξελίσσει εαυτό σε μια γνήσια έκφραση. Τους Πορτογάλους Death Overcomes Reality σε μια πιο τσιτσιρίζουσα εκδοχή, που φέρει τη ζεστασιά όσο και την παγωμάρα του αργού πριμαριστού Black Metal. Ανάμεσά στις δυο αυτές μπάντες θα κάνουμε μια στάση για το Black Hole Euphoria των Elysian Blaze. Ένα κομμάτι μεγάλο σε διάρκεια που ξεκινά στην βάση των αργών τυμπανισμών και στόχο την αφύπνιση μιας μελωδίας. Η ευφορία της μαύρης τρύπας μας ταξιδεύει, πέρα και μακριά από την πραγματικότητα. Με συνεχόμενη ροή και μονότονη πλοκή στοιβαγμένη στη συναισθηματική ρότα της υποχθόνιας λατρείας, έστω κι εδώ είναι καλυμμένη πίσω από επιστημονικές επιρροές.

Mutatis

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα και το τρίτο βήμα των Elysian Blaze που βρίσκεται από το καλοκαίρι κοντά μας. Οφείλω να ομολογήσω πως από την πρώτη εκείνη στιγμή μοχθώ να μπω στην ουσία του χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο Mutatis βλέπετε μετά απ’ όσα έκανε στα zeros, όπου και άνδρωσε το project του, θέλησε να πάει παραπέρα. Έλαβε λοιπόν το λαχταριστό μονοπάτι που βλέπουμε να χάνετε στις φυλλωσιές, είναι ο δύσκολος δρόμος που οδηγεί στην ανύψωση. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο ενός έπους σε διάρκεια που θα σφύζει από ζωή, ικανοποιώντας πρώτα τον ίδιο κι έπειτα τον ακροατή, απόφαση δελεαστική όσο κι επικίνδυνη. Έτσι το Blood Geometry ξεπερνά τις δυο ώρες και λογικά μας το ετοίμαζε όλη την τετραετία που λείπει από την σκηνή. Στα προκαταρκτικά σχόλια πρέπει να σημειώσω δυο βασικά πράγματα. Αρχικά αυτό το album είναι δύσκολο να γίνει κτήμα του ακροατή που δεν θα κουραστεί, οπότε έχει απαιτήσεις από εμάς για να δώσει όσα κουβαλά. Αφετέρου είναι παράδοξο να λατρευτεί από οπαδούς που δεν έχουν, έστω και προχείρως, αναμιχθεί με την ιστορία της μπάντας.

Εδώ θα βρούμε σε μια ολότητα τη μουσική που έκανε στο παρελθόν, με νέες συστοιχίες, περαιτέρω εμβάθυνση και πάνω απ’ όλα πάθος. Το Blood Geometry παίζει με όλους τους πιθανούς τρόπους που ο ίδιος χρησιμοποίησε στα zeros, εξαιρώντας τον πρώτο/Depressive που είχε ήδη μεταμορφωθεί. Στόχος του είναι η ομογενοποίηση των δυο συναισθηματικών εκδοχών που πάντα έφερε ως γνώμονα. Από την μια πλευρά η σκούρα, παρηκμασμένη πτώση και από την άλλη μια ρομαντική αναλαμπή, η αυγή των συναισθημάτων στον γκρίζο ψυχισμό. Στην υποείδος εξήγηση μπορούμε να πούμε ότι οι Elysian Βlaze παίζουν Funeral Doom/Atmospheric Black Metal και να είμαστε μέσα στο παιχνίδι. Αλλά δεν είναι ουσιαστικό, γιατί περιγράφει όλα όσα θα ζήσουμε όπως μια ξύλινη ταμπέλα το μικρό χωριουδάκι που αναφέρει σαν όνομα. Εδώ υπάρχει δημιουργική τάση, μια γεμάτη όρεξη δράση με όραμα και επιθυμία να ιχνηλατεί αδιάκοπα άγνωστους προορισμούς.

Το βήμα αυτό φέρει μαζί του ένα δίκαιο προβληματισμό που θα γεννήσει ρητορικές ερωτήσεις: Είναι άραγε το μεγαλεπήβολο κύκνειο άσμα μιας μπάντας που είχε σχεδόν εξαντλήσει τα περιθώρια τροποποίησης του ήχου της; Αυτό όμως μπορεί να ειπωθεί και ανάποδα: Μήπως η τροποποίηση του δρόμου τους έγκειται στο άνοιγμα του περιεχομένου του; Σε όσες ερωτήσεις έρθουν στο μυαλό μας αντί γι’ απάντηση θα γεννηθεί μια νέα ερώτηση. Γι’ αυτό τίποτε δεν μετρά περισσότερο από το ίδιο το ταξίδι, ελάτε λοιπόν μαζί μας, λίγες μέρες πριν ο κόσμος των Μάγιας εκπνεύσει και πατήστε το play σ’ ένα album που μοιάζει με λαβύρινθο.

Μας περιμένει μια υποχθόνια λαμπρότητα στην πανέμορφη μελωδία του A Choir For Venus. Είναι σαγηνευτική και μπορεί να μάθεις να σιγοτραγουδάς, μα στο τέλος θα μοιάζει ως ανάμνηση. Τα πλήκτρα εδώ είναι ταιριαστά και σίγουρα μια έντεχνα αφημένη φάκα για όσα έπονται. Πρώτο ξεκινά το επικό The Temple Is Falling, ένας αργός Doom παιάνας συνοδοιπόρος με το ρυθμικό Black Metal του Mutatis σ’ έναν Funeral ηχητικό καμβά και μια ρομαντική μελωδία ξωπίσω. Δομημένη στην αρχή από μια παράξενη χορωδία κι έπειτα από τα πλήκτρα, κάποια riff μου έφεραν στο μυαλό τον ήχο των Rhinocervs. Έπειτα θα υπάρξουν διακυμάνσεις με τον χρόνο να δίδεται στις προεξοχές των παραπάνω δρόμων, ως τον πανέξυπνο ρυθμικό σχεδιασμό (από το 8:15 περίπου) και τη σιωπή της πλοκής που ακολουθεί μέχρι την ολική αναδόμηση και την γοητευρική ολοκλήρωση.

Η καταβύθιση που ακολουθεί έχει τ’ όνομα Sigils That Beckon Death και είναι το πρώτο από τα τρία κομμάτια του album που ξεπερνούν το εικοσάλεπτο. Μουσικά εξιχνιάζει την παράξενη γεύση μιας μελωδικής Funeral Doom που θα πάρει μορφές αλλά θα κρατήσει την ιδιαιτερότητά της μέχρι το φινάλε. Αρχικά θα βρούμε ένα στείρο Doom βάλτο με τροποποιήσεις πλοκής σε αργό, μονότονο πλάνο που δεν αμελεί την έκφραση. Αργότερα κινείται ρυθμικά με riff σε Metal αποχρώσεις που το υπογραμμίζουν συναισθηματικά. Σύντομα θα μπει σε mid tempo χαροπαλεύοντας να μην κυλίσει εκ νέου στον Doom/Black Metal βρόντο σκορπώντας εαυτό σ’ ένα ανερμάτιστο άπλωμα. Μα δε θα το κατορθώσει κι ολισθαίνει ξανά, οι δυνάμεις παλεύουν ανακόβει κι επαναολισθαίνει διαρκώς. Μέχρι που θα γεννήσει ένα riff καταλύτη κι οδηγό σ’ ένα ρομαντισμό διαρκείας. Μέσα στο πρίσμα αυτό θα βρει συγγενείς συνισταμένες και θα βοηθηθεί να βγάλει επαρκώς τα εσώψυχα. Καταλήγοντας σ’ έναν αναγκαίο μηδενισμό, εκεί θ’ αφυπνίσει μια μεγαλοπρέπεια κρυμμένη υπό σκιά, που φυσά σε μικρά σύννεφα καπνού ένα κρυφό/επικό feeling, το οποίο θα διοχετευθεί και στα riff που τελειώνουν την εξιστόρηση. Το δομικό μοντέλο εδώ φωταγωγεί μελωδικά το γκρίζο ταξίδι, προκαλώντας γλυκιά ζάλη σαν αυτή της μεσημεριανής μέθης, παρουσιάζοντας με αρκετές λεπτομέρειες, έξυπνες αλλαγές και ονειρικές πλεύσεις το εύρος που έχουν πλέον οι Elysian Blaze.

Τ’ ομότιτλο λειτουργεί ως κλείσιμο του πρώτου μέρους, κουβαλώντας έναν αργό προσανατολισμό και φωνητικά που μαγνητίζουν σε μια απομακρυσμένη διήγηση. Βασισμένο στα πλήκτρα και το μυστήριο ακολουθεί την ίδια ατραπό και το εναρκτήριο του δεύτερου μέρους A Blade For Twilight. Αμέσως μετά θα βρούμε δυο κομμάτια που ξεπερνούν το εικοσάλεπτο και το μισάωρο αντίστοιχα, ανοίγοντας τα όρια των Elysian Blaze σε σημεία που δεν ταξίδεψαν ποτέ μέχρι σήμερα.

Το Pyramid Of The Cold Son ξεκινά με το καλύτερο riff του album, είναι μελωδικό & επικό ταυτόχρονα κάνοντας κυκλική κίνηση μέσα σε τύμπανα και μια ονειρική χορωδία. Σε λίγο θα εξελίξει την διάστασή του αποκαλύπτοντας την κρυμμένη του δύναμη, μέχρι να εμφανιστεί ένας θάμνος από πλήκτρα και να πορευτούν μαζί αδελφοποιημένα, δίδοντας το ένα τη σειρά του στο άλλο. Δεν αργούν όμως ν’ απορροφηθούν από το μεγάλο Doom πλάτωμα, λαμβάνοντας μια αργοκίνητη πορεία γεμάτη μελωδικά στολίδια. Σε σημεία θα θυμηθεί την καταγωγή του ανακτώντας ένα Black Metal ρυθμικό μέρος για να εκφραστεί σε ολότητα επιστρέφοντας και πάλι στην ακολουθία. Ο Mutatis χρησιμοποιεί πρωτογενή στοιχεία για να πορευθεί αλλά διαθέτει την απαιτούμενη διαύγεια ορθής χρήσης και τελικής μίξης. Είναι προσηλωμένος στο σκοπό του κι εδώ επιτυγχάνει με απόλυτη ακρίβεια και συνεκτικότητα αυτό για το οποίο μόχθησε. Δείτε τα riff της σταδιακής όξυνσης μέχρι το ρυθμικό, προπομπό της ησυχίας, μια παύση κίνησης με γλυκότροπα πλήκτρα που θα βοηθήσει την αφήγηση, ως τη γέφυρα με κεντρικό σημείο αναφοράς τα φωνητικά. I am sole believer… I am a soul believer… η μορφοποίηση με Doom σκυρόδεμα επιστρέφει και άνθιση νέων riff στο επίπεδο της έναρξης μεγιστοποιούν την ευεξία μέσα στην σάπια δράση. Κολλημένο επάνω του θα πάρει σκυτάλη, το βλοσυρό και δαιδαλώδες Blood Of Ancients, Blood Of Hatred που εκκρίνει μια μονολιθική χημική ένωση θέτοντας σε κίνηση την διάσταση της μπάντας. Δηλαδή μια νέα αργοκίνητη μάζα μέχρι η ρυθμική φλόγα να το παρασύρει στην διηγηματική λεωφόρο, όπου και παραμένει τρυπώνοντας όλο και περισσότερο το σφουγγάρι της no tempo μελέτης, με ambient διάθεση μα οργανικό περιεχόμενο που αγγίζει όλο και περισσότερο την soundtrack ευαισθησία. Ο μηχανισμός ροής αρκετά αργότερα θα εξομαλύνει τις ισορροπίες ανάβοντας πάλι την σειρήνα της λειτουργίας του. Μέχρι την κορύφωση των τελευταίων λεπτών, όπου θα επέλθει η ενοποίηση ρυθμικής Doom πλοκής σε Black Metal απάγκιο τυμπάνων και μια μελωδία που χρυσίζει στις άκρες του. Το Void Alchemy ολοκληρώνει το έπος έχοντας τον ρόλο της κάθαρσης, είναι ένα ambient κατευόδιο που ζει αποκλειστικά στους βόμβους και τ’ απομακρυσμένα φωνητικά για την οριστική λύση του μυστηρίου.

Στα Late 90’s επιθυμούσα διακαώς μεγάλα σε διάρκεια album, γιατί αργούσα να μάθω τα μυστικά τους και τελικά μπορούσα να τα μελετώ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Είχα βλέπετε λίγα albums στην κατοχή μου και αυτή η λαχτάρα για διάρκεια ήταν το συνεπακόλουθο. Στα early 10’s έχω τόσες πολλές επιλογές που με ξενίζει η μεγάλη διάρκεια, σε σημείο μάλιστα να γίνεται τροχοπέδη στην σχέση μου μαζί τους. Η αποδοχή των δεδομένων αλλά και των δυνατοτήτων που έχουμε ως ακροατές είναι βασικός παράγοντας που καθορίζει τις επιλογές και το γούστο μας σε κάθε εποχή. Ωστόσο ο Mutatis με το Blood Geometry μπορεί να κουράζει, να ενοχλεί, να σφίγγει με τον κλοιό της μουσικής του. Μα κρατά αναμμένη την δάδα του underground καθ’ όλη την διάρκεια, κατορθώνοντας συνάμα να πλέκει μια γλυκιά θαλπωρή. Λίγο πριν ολοκληρωθεί το παρόν κείμενο έγινε γνωστό το νέο πόνημα του Αυστραλού μέσα στο 2013 με τίτλο Serpentrances, αναμένουμε λοιπόν μ’ ενδιαφέρον.

2012-Spectral Lore-Sentinel

Posted in Ιούνιος 2012 on Αύγουστος 24, 2012 by Plunderer

Οι Spectral Lore είναι ένα solo project από την Αθήνα, που κινείται στον χώρο από τα mid zeros. Μοναδικό πρόσωπο πίσω από την μπάντα είναι ο Nihilus Ayloss, ο οποίος από την έναρξη της προσπάθειάς του υιοθέτησε χαρακτηριστικά που διέθεταν οι μαυρομέταλλοι πίσω στα 90’s. Έγραψε βλέπετε μουσική αδιαφορώντας για την πρώτη σειρά των ακροατών, δημιουργώντας ένα Black Metal όπως τ’ οραματιζόταν χωρίς να μπαίνει σε παιχνίδια προώθησης. Ξέρω, πως αρκετοί εξ’ ημών εξακολουθούν να παρεξηγούν αυτή την συμπεριφορά πιστεύοντας πως όποιος καλλιτέχνης λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποζητά ένα παράξενο hype. Η πείρα όμως μας δίδαξε πως αυτό που θέλει να κάνει ο μουσικός, συνειδητά ή ασυνείδητα, είναι το αυτονόητο. Αναμένει ν’ ανακαλυφθεί από τους ενδιαφερόμενους και όχι από τυχαίους που θα τον κολακεύουν σε site κοινωνικής δικτύωσης. Ειδικά στο Black Metal που η μουσική σχετίζεται σοβαρά με την αισθητική και το εικαστικό μέρος είναι θεμέλιο του σχεδίου πλεύσης, η αποτραβηγμένη σοβαρότητα είναι στοιχείο δράσης. Εδώ η λέξη ατμόσφαιρα είναι κατάσταση συνείδησης και κάθε ειδικευόμενος αν θέλει να υπάρξει μελλοντικά, οφείλει να δρα πίσω από τις σκιές. Η απομονωμένη θέση, εκτός εμπορικής μέριμνας, αυτή που δεν ενδιαφέρεται για το κέφι του λεγόμενου «ευρύτερου κοινού» αλλά για την τέχνη, δεν είναι απλά true στάση αλλά η κατανόηση μιας ολόκληρης φιλοσοφίας. Είναι δημιουργία δίπλα στις ιδέες, ψηλά στην καταχνιά του έναστρου ουρανού. Οι Spectral Lore κατάλαβαν από νωρίς πως η άκρη του σύμπαντος είναι το γοητευτικότερο μέρος για να ζήσουν. Όσο για εμάς τους απλούς οπαδούς, είναι προφανές πως πάντα μας δελεάζει ν’ ανακρίνουμε διεξοδικά κάθε νετρίνο που ταξίδεψε στα μέρη εκείνα και κουβαλά πληροφορίες για αξιοσημείωτο Black Metal που απλά περιμένει τους πιστούς να προσέλθουν.

Το Spectral Lore I ήταν το ντεμπούτο της μπάντας και ζει ακόμα σε μια παράξενη εσοχή του ασπρόμαυρου δάσους, που ο Ayloss χρησιμοποίησε για το tape format του 2006. Εδώ θα βρούμε Black Metal που φέρει επιρροές από το Depressive στερέωμα και την ελληνική σκηνή του Είδους, μέχρι να μπει σε ambient εκτάσεις και ακουστικά ηχοτοπία. Όλες αυτές οι οπτικές κινούνται σε απομονωμένα μακροβούτια, χωρίς να ξεχνούν να διασταυρωθούν σε ομαλές κοινές πορείες. Το περιεχόμενο έχει οργανική εκφορά σε μονότονο, μουντό καμβά, εμφανίζοντας ωστόσο μια φωτεινή σπιθαμή κατά την ανάπτυξη που συνάδει στην εντέλεια με την συναισθηματικότητά του. Μέσω αυτής της αντίφασης δρα με αξιοσημείωτο τρόπο, μιλώντας συνάμα για το φως και το σκοτάδι, για την αγνότητα και αγριότητα της φύσης. Το ύφος είναι προσανατολισμένο στους δρόμους της ηρεμίας εκεί που το μονοπάτι της ησυχίας τέμνεται με την αινιγματικότητα, το απλανές εκείνο συναίσθημα που τέθηκε στο Black Metal από την αφετηρία του. Στο επίπεδο της δράσης υπάρχει μια τάση για πορεία, αλλά και παραμονή στην ίδια κατάσταση. Δηλαδή, μια ισορροπία πλοκής που μεθοδεύει αργά και σταθερά την συναισθηματική πλάνη του ακροατή. Η μελέτη στα riff βρίσκεται κάπου στην pagan θεώρηση μέσω της οποίας λαμβάνει και το επίπεδο των στοχασμών. Τα φωνητικά που θα βρούμε σε πολύ λίγα σημεία μοιάζουν με συνοδευτικό ροής και ζουν σ’ ένα ιδιότυπο μουρμουρητό πέρα από την κατανόηση, είναι σαν το υπόκωφο ουρλιαχτό μιας ύπαρξης που ελλοχεύει στο κρύο δάσος. Τα πλήκτρα και η κλασική κιθάρα κρατούν σαν στρώμα προστασίας την αισθαντικότητα, κάνοντας το album να μοιάζει με κινηματογραφικό ambient, ενισχύοντας έτσι και την μελωδική του μονοτονία. Σαν άθροισμα το ντεμπούτο των Spectral Lore κρύβει οργανικό ήχο που προσπαθεί να δημιουργήσει μια ηχητική εικόνα της φύσης και το πετυχαίνει με ιδιαίτερη ευκολία, παίζοντας ως και Ambient με Black Metal τρόπους, που ζει αποκρυσταλλωμένο σε μια φωτεινή αλλά όσο θαμπή πρέπει ηχητική οπτική. Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω με χρυσοπορτοκαλιά οπαδικά γράμματα σαν αυτά του Towards…το Zephyrous κλείσιμο με τον Greek Black Metal ύμνο (The Cleansing Rain) Morningrise In The Eternal Fields και το πομπώδες Exodus με το σαξόφωνο.

Σημείωση: Στο Spectral Lore I υπάρχει ένα γοητευτικό σημείο που συναντάμε σε πολλά Black Metal project και με παρακίνησε να κάνω αυτή την εμβόλιμη σημείωση. Είναι μια αντίφαση που δημιουργεί πολλές φορές ο ήχος μιας μπάντας με τις συνθέσεις της. Η αντίφαση βρίσκεται στην μεθόδευση της σύνθεσης και τον σχετικό ήχο που την ζωντανεύει. Δηλαδή από την μια πλευρά έχουμε τ’ όραμα του μουσικού και από την άλλη το ηχητικό του αποτέλεσμά. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι πάντα τα όσα ακούω ως δεδομένα και όχι σαν αναγκαστικές εφαρμογές. Κατανοώ βέβαια την σαστιμάρα του μαυρομέταλλου συνοδοιπόρου στην ακρόαση των “τάπερ” της drum machine (ναι, έτσι ακούγονται σε σημεία) αλλά προσωπικά δεν δίνω δεκάρα για τις επιβεβλημένες ηχητικές τακτικές και ούτε πρόκειται να το κάνω μελλοντικά. Στο Black Metal τέτοια χαρακτηριστικά δεν ήταν ποτέ «το ζήτημα» αλλά «ένα ζήτημα», με το οποίο ασχολείται ο μουσικός αν και εφ’ όσον επιθυμεί. Δεν μπορεί να θεωρούμε πως επειδή «ξέρουμε» ποιος είναι ο «ορθός» ήχος, να πιστεύουμε πως αυτό που ακούμε ενδεχομένως να ήταν καλύτερο κάπως αλλιώς. Εδώ θα βρούμε drum machine και αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Άρα κάθε μομφή επ’ αυτού, αγνοεί και υποτιμά τον μόχθο του μουσικού στην αποτύπωση του οράματος που είχε κατά την αφετηρία της προσπάθειάς του. Αυτό σημαίνει πως το Spectral Lore I θα πρέπει ν’ ακουστεί με τους όρους που θέτει. Να μπει στο μυαλό του ακροατή ως δεδομένο, πως έδω σε κάποια σημεία ακούμε έναν παράξενο θόρυβο, ένα θόρυβο που όμως εγείρει συναισθήματα, δημιουργεί μια ατμοσφαιρική πάχνη και εν τέλη σχηματοποιεί έναν κόσμο. Θαρρώ λοιπόν πως όλοι συμφωνούμε, ότι κανένας από τους εσωτερικούς κόσμους που ξανοίγονται μέσα μας δεν μπορεί να υποτιμηθεί μπροστά στην υποτιθέμενη και πρέπουσα εκτελεστικότητα. Φτάνει πια με τα φετίχ των τεχνικών χαρακτηριστικών σε μια μουσική που στην αφετηρία της έδρασε με χαλασμένα όργανα και κατάφερε να μας σκλαβώσει ολοκληρωτικά.

Η αποκάλυψη του Spectral Lore ΙΙ  που έρχεται τον αμέσως επόμενο χρόνο είναι εντυπωσιακή. Ο Ayloss μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα φαντάστηκε την συνέχεια του project, έχοντας κατανοήσει επακριβώς όσα έκανε στο ντεμπούτο αλλά και οραματιστεί την εξέλιξή τους. Εδώ τα κεκτημένα θα διανθιστούν σε μεγάλο βαθμό καλλιεργώντας το μονοπάτι σε δυο επίπεδα. Το πρώτο είναι το συνθετικό, με μια τεχνική, εκτελεστική και ηχητική επικέντρωση στα κομμάτια που τους δίδει εύρος και ομορφιά, κάνοντάς τα να μοιάζουν μ’ εύφορους καρποφόρους αγρούς. Το δεύτερο είναι το προσωπικό/ενδοσκοπικό, ένα μακροβούτι στον εσωτερικό του κόσμο και μια εμβάθυνση σε όσα υπάρχουν στον πυρήνα της προσωπικότητάς του. Η βάση του album στηρίζεται σε μια concept θεώρηση, στην θεματική ενότητα του προσωπικού δρόμου, αυτού που μάθαμε ν’ αποκαλούμε «μονοπάτι». Αυτή η οπτική είναι δυναμική καθορίζοντας συνάμα την πορεία του συνόλου και τις εκτάσεις που θα περιηγηθεί. Στο περιεχόμενο θα βρούμε τη σύζευξη του Black Metal, της Ambient και της ακουστικής μουσικής σ’ ένα ενιαίο μείγμα. Έτσι το Spectral Lore ΙΙ διακρίνει μια άψογη συνάθροιση ιδεών από τις παραπάνω μουσικές, δεμένες διεξοδικά και με σαφή πορεία. Εκεί είναι το στάδιο που ο Nihilus δίνει όλο του το “Είναι”, φτιάχνοντας με μεγάλη προσοχή τις διασταυρώσεις που θα μπερδέψει τις αποχρώσεις τους, μέχρι να διασπαστούν μεμονωμένες και να χαρακτηρίσουν το σύνολο με τα χαρίσματα που διαθέτουν η καθεμιά τους ξεχωριστά.

Η αναβάθμιση της συνθετικής διαδικασίας θα φανεί στην ταιριαστή συγκόλληση, από την οποία δεν προκύπτει απλά ένα αρμονικό πάντρεμα θέσεων αλλά ένα ομογενοποιημένο μείγμα, που καταλήγει σ’ ενιαίο συναισθηματικό αλλά και μουσικό πλέγμα. Το ταξίδι ξεκινά από το Black Metal κάνοντας το δρομολόγιο Ambient-Ακουστική μουσική χωρίς να μποτιλιάρει στην ανομβρία που επικρατεί στην λεωφόρο της δημιουργίας. Εδώ το Black Metal λαμβάνει όγκο, εμφανίζοντας πάθος και αγριότητα χωρίς να ξεχνά το μονότονο κρεσέντο και την ατμοσφαιρικότητά του. Το πλάνο του Ayloss θα υπερκεράσει αρκετές φορές την Black Metal τάση με ακουστικές διηγηματικές διαβάσεις και Ambient βουτιές σε απροσδιόριστα βάθη, κάνοντας το σύνολο ν’ αναπνέει καθαρά. Στο τοπίο που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα φέγγει ως όραμα η αυτογνωσία, ενώ μουσικά η μέγγενη της μονοτονίας οριστικοποιεί πως κάθε ταξίδι προς στον Εαυτό περνά πάντα από το σκοτάδι. Όταν η οργανική πορεία επανεμφανίζεται ισούται μ’ ένα νέο ταξίδι, σε σκοτεινό αλλά συγκεκριμένο εμβαδόν που ξανοίγει νέους τόπους προς ιχνηλάτηση.

Τα φωνητικά είναι διοχετευμένα μ’ ένταση αλλά δεν χάνουν την ταιριαστή απροσδιοριστία του που είχαν στο Specral Lore I. Στο δεύτερο βήμα έχουν μεγαλύτερο ρόλο ποσοτικά, χωρίς όμως να γίνεται και πρωταγωνιστικός. Αρκούνται στο να εκτελούν αφηγηματικά καθήκοντα ενός παρατηρητή που ζει λίγο μακρύτερα από την πλοκή, αλλά επεμβαίνει για να βοηθήσει στον καθορισμό αλλά κι επανακαθορισμό της πορείας. Η κίνηση στα riff και η χρήση των πλήκτρων είναι φορείς των ατμοσφαιρικών πέπλων, ενώ κάθε κομμάτι είναι γαρνιρισμένο με πολλά διακοσμητικά ακουστικά καλούδια. Οι πινελιές του Ayloss σε όποια μουσική τάση επιλέξει να χρησιμοποιήσει για να εκφραστεί, να πορευτεί ή να διακόψει εμβόλιμα μπορούν να μας μιλήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Προκαλώντας συγκεκριμένες συναισθηματικές εκκρίσεις που ενώ μοιάζουν αυτόνομες, είναι απλά οι άλλες όψεις του ίδιου νομίσματος, σχηματίζοντας αργά μα σταθερά μια ενοποιημένη κι ευθύγραμμη αισθαντικότητα. Εδώ λαμβάνουμε το φιδογυριστό μονοπάτι με τις γκρεμίλες προς το βαθύτερο μέρος του εαυτού μας. Εκεί βαθιά μέσα μας, όλα μοιάζουν ν’ επαναπροσδιορίζονται στη βάση των τόπων έμπνευσης, την ίδια τη φύση. Σε μια περαιτέρω ανάλυση Το Spectral Lore I έκρυβε ατμοσφαιρικά ταξίδια και μια ενηλικίωση στη βάση των Ιδεών, ενώ το Spectral Lore IΙ την δραστηριοποίηση της διανόησης εντός των στοχασμών, την ίδια την Πράξη.

Σημείωση: Στο Spectral Lore IΙ υπάρχει ένα γοητευτικό σημείο που συναντάμε σε πολλά Black Metal project και με παρακίνησε να κάνω αυτή την εμβόλιμη σημείωση. Είναι βλέπετε, μια Heavy Metal διάσταση που υπάρχει σε κάποια riff αρκετών Black Metal δίσκων, τα οποία δεν δυνάμεθα να χαρακτηρίσουμε Heavy Metal για να μη νομίζει ο ακροατής πως θα συναντήσει οπαδικά Heavy Metal riff που κάνουν πανηγυρικό το περιεχόμενο. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν είναι μομφή απέναντι στο Heavy Metal, αλλά ένα χαρακτηριστικό των χρωματισμών που έχουν τα riff στις κλασικές του εφαρμογές. Στο Spectral Lore ΙΙ θα βρούμε πολλά riff που διέπονται από μια Heavy Metal λογική, αλλά δεν ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Θα μπορούσαμε βέβαια να τα χαρακτηρίσουμε απλά Metal αλλά και πάλι δεν θα είχε αποδοθεί νοηματικά η δράση τους, που πολύ απλά εκτοξεύει σε στιγμές την πλοκή σε μια άλλη διάσταση, κάνοντας τα κομμάτια να σφύζουν από ενέργεια. Εδώ λοιπόν υπάρχει Heavy Metal αλλά ζει στο εσωτερικό πλέγμα αρκετών ακόμη εφαρμογών χάνοντας την αυτονομία του αλλά αποδίδοντας την ευεξία του.

Τις περισσότερες φορές τα split δεν είναι καν επιλογή προς ακρόαση, κυρίως γιατί υπάρχουν περίσσιες full-length κυκλοφορίες εκεί έξω. Σε όσους βέβαια έχει αποκαλυφθεί η χρήση τους, αλλά και τα διαμαντάκια που κρύβει κάποιες φορές το περιεχόμενό τους, είναι πάντα μια ξεχωριστή επαφή με την μπάντα που τους ενδιαφέρει. Το σίγουρο είναι πως στα split οι καλλιτέχνες ανοίγουν τις κεραίες τους και βγαίνουν έξω από το πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης που τους διακατέχει, απελευθερώνονται κι εκφράζουν άλλες πτυχές του εσωτερικού τους κόσμου. Έτσι ακριβώς έγινε και στην συνδημιουργία Underjordiska & Spectral Lore το 2008. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια, ένα για κάθε μπάντα, που ξεπερνούν τα τριάντα λεπτά το καθένα αποτυπώνοντας θαλάσσια τοπία με μουσικές που ακροβατούν ανάμεσα στην Ambient και τις ακουστικές προεκτάσεις. Από την πληροφόρηση που έχουμε και οι δυο μουσικοί έχουν συνεισφέρει ο ένας στο κομμάτι του άλλου.

Το Part I των Underjordiska που φέρει και τον τίτλο Descent, ξεκινά από το εξωτερικό περιβάλλον και λαμβάνει πορεία καθόδου σε θαλάσσια βάθη. Ο Σουηδός παίζει με ακουστικό τρόπο σε πρώτο πλάνο φτιάχνοντας ένα γλυκό κολάζ ήχων, μέσω του οποίου προσπαθεί ν’ αποτυπώσει το υδάτινο στοιχείο με θαλάσσια sample και μια συναισθηματική γαλήνη στο μυαλό του ακροατή. Η περιγραφή αυτή θα κρατήσει περίπου το ένα τρίτο της διήγησης, δηλαδή μέχρι την καταβύθιση. Όμως εδώ δεν έχουμε σκοτάδι, αντίθετα ένα φως που συνοδεύει την κάθοδο πλημμυρίζοντας τον ακροατή/δύτη και τους πρώτους τόπους που συναντά. Λίγο αργότερα όταν τα πρώτα βάθη φανούν μέσα στα παράξενα φαράγγια του υδάτινου τοπίου θα επέλθει τόσο η noise επίστρωση όσο και η ambient κατάσταση. Από εκεί κι έπειτα θα έρθουμε σ’ επαφή με το μυστήριο. Εδώ η ανάπτυξη είναι σχετικά αργή, τοποθετώντας με ορθό τρόπο τον ακροατή στην διαδικασία, εμβαθύνοντας ολοένα και περισσότερο στην υδάτινη σκοτεινιά μέχρι να φανεί η πρώτη ακίδα φωτός. Δεν είναι όμως κάτι γνώριμο αλλά ένα παράξενο φως που έρχεται από τ’ απύθμενα βάθη, αφήνοντας εμβρόντητους μουσικό και ακροατή που ενοποιούνται στο απόλυτο βάθος, μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα..

Το Part II των Spectral Lore που φέρει και τον τίτλο Ascent, θα κινηθεί σ’ ένα βαρύ Ambient πεδίο με Noise φλούδα σαν στρώση/τείχος που το κάνει να κοχλάζει στα πρώτα του λεπτά. Η άνοδος θα γίνει με αργές απλωτές καλύπτοντας σπιθαμή προς σπιθαμή την σκοτεινή θαλάσσια άβυσσο, το πέπλο της οποίας θα σκεπάσει με θαλπωρή τις νότες που μοιάζουν με ολογράμματα στο βυθό. Καθ’ όλη την διάρκεια υπάρχουν μικροί φωτεινοί σπόροι που προκύπτουν στο εσωτερικό του μα σβήνουν στο απέραντο. Το Ascent έχει μεγάλη λαχτάρα για συνάντηση με το πλουμιστό φως, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως βαθιά έλξη που όσο περνά ο χρόνος θα γίνει αχαλίνωτο πάθος. Είμαστε όμως ακόμα πολύ βαθιά για να εκφράζουμε την λέξη φως, κι ας είναι η βαθύτερη επιθυμία μας που γίνεται οδηγός στην μαύρη σκοτεινιά. Η πυξίδα μας είναι ακόμα προσανατολισμένη σε τόπους που θα στερηθούμε την όραση. Εκεί στ’ ανήλιαγα βάθη λειτουργούμε με τις ενστικτώδες δυνάμεις που διαθέτουμε, κάνοντας παράξενες κινήσεις στο υδάτινο σύμπαν. Από την μέση του κομματιού και μετά θα βρούμε μια αλλαγή στο πλάνο, βρισκόμαστε βλέπετε σε σημείο που οι φωτεινοί σπόροι γονιμοποίησαν εικόνες και οι ήχοι πλουτίζουν αποκαλύπτοντας φασματικά τους έσπερους τόπους που διαβαίνουμε. Σταδιακά το Ambient περνά στην χρήση ακουστικών οργάνων με γλυκές αποχρώσεις και η κυανή σκοτεινιά απομακρύνεται. Το φως σκάει από μακριά και οι ελπίδες να λουστεί η σύνθεση μέσα του μεγαλώνουν. Εδώ έχουμε μια εξιστόρηση που η μονοτονία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά τρόπος δράσης και μάλιστα απόλυτα λειτουργικός σ’ εκφραστικό επίπεδο. Η έξοδος στην επιφάνεια της θάλασσας δεν θα γίνει φαντασμαγορικά, αλλά με μια απλή και φυσιολογική ανάσα. Το νερό αναποδογυρίζει στην ακρογιαλιά και ο ήχος των γλάρων συνοδεύει τις νότες του πιάνου, πλημμυρίζοντας το συναισθηματικό μας κέντρο με μια ηρεμία. Το σημείο αυτό το είχαμε συναντήσει και στην είσοδο του Descent (Underjordiska) κι έρχεται να ενοποιήσει το ταξίδι από την ακρογιαλιά στο βυθό και την επιστροφή από τ’ αβυσσαλέα βάθη στην εξωτερική ομορφιά. Συμπερασματικά, η αφετηριακή μελαγχολική ευτυχία θα μεταλλαχτεί σε μια περιπετειώδη εσωστρέφεια που θα κρατήσει καθ’ όλη την διάρκεια του split, για να φτάσει με την επάνοδο σ’ έναν επανακαθορισμό του τοπίου της θάλασσας που θωρούσαμε ανέμελο καμβά και αποδείχθηκε σκοτεινός πλούτος.

Το 2010 οι Κινεζικές εταιρείες Pest & Midnight Productions βγάζουν στην αγορά μια διπλή συλλογή με τ’ όνομα Der Wanderer Über Dem Nebelmeer. Σ’ αυτήν συμμετέχουν μπάντες που ασχολήθηκαν με τον ατμοσφαιρικό Black Metal ήχο και την Ambient. Ανάμεσα τους θα βρούμε τους Agalloch και τον Mathias Grassow, τους October Falls, Velnias και αρκετούς ακόμα. Οι Spectral Lore είναι εδώ με το ακουστικό Pilgrimage, ένα κομμάτι γραμμένο σε μελωδικές γραμμές κλασικής κιθάρας που θ’ αγγίξει σταδιακά μια soundtrack υφή. Νοσταλγικό με θετική αύρα, στέλνει το νου μας σε μια γραμμή αναπόλησης με την απαραίτητη μελαγχολία ως οδηγό που μεριμνά για τις αναμνήσεις που θα εξεταστούν. Σαν σύνθεση χαρακτηρίζεται από λιμνάζουσα ηρεμία και απλωτή μελωδικότητα που δεν σταματά να προσεγγίζει συναισθήματα που νιώσαμε για μια τόση δα μικρή στιγμή κι έπειτα χάθηκαν. Αν κι εδώ έχουμε μια προσέγγιση πολύ μακριά από τον Black Metal ήχο, το κομμάτι λειτουργεί ως ορισμός ενός σκοτεινού πέπλου με γλυκό πυρήνα.

Το πρώτο βήμα των Spectral Lore στα 10′s έρχεται στο split με τους Locust Leaves, ένα project από την Αθήνα που δραστηριοποιήθηκε περίπου από τα mid zeros κάνοντας κομμάτια, αλλά χωρίς να μας έχει δώσει κάποια επίσημη κυκλοφορία μέχρι σήμερα. Αρχικά εδώ έχουμε μια ακόμα concept συνδημιουργία, με τις μπάντες να χρησιμοποιούν μια κοντινή θεματική ενότητα. Αυτή ξεκινά από το εξώφυλλο και καταλήγει σε όσα πραγματεύονται οι στίχοι, που είναι εξολοκλήρου γραμμένοι στα ελληνικά. Το εικαστικό μέρος και η αισθητική γενικότερα, βγάζουν το split από τα στεγανά του Είδους χωρίς όμως αυτό να χάνει σε νοηματική απόχρωση και Metal προορισμό. Από τις πληροφορίες που έχουμε το εξώφυλλο επιμελήθηκε μέλος των Locust Leaves, ενώ οι μουσικοί έχουν συνεισφέρει ο ένας στο κομμάτι του άλλου.

Η έναρξη θα γίνει με το δεκαπεντάλεπτο Duty των Spectral Lore που επιστρέφουν φέτος μετά από τέσσερα χρόνια απουσίας. Το κομμάτι έχει ως αφετηρία επιμεταλλωμένα riff που σταδιακά θα γίνουν θεμέλιο της σύνθεσης, κάνοντας μια μελωδική αλλά επιθετικά διακείμενη διάβαση. Σε αντιδιαστολή τα φωνητικά ξεκινούν με Weakling εφορμήσεις και μας διαπερνούν σαν ανεμοστρόβιλοι έξαψης με Death Metal επελάσεις και αλαφιασμένα ουρλιαχτά μέχρι την γέφυρα που θα μπουν στο μοτίβο της απαγγελίας, προσφέροντας μια άλλη οπτική σε ποιητικό τόνο. Το Καθήκον είναι το πρώτο κομμάτι που έγραψε ο Nihilus Ayloss και δίνει έμφαση στον τομέα των φωνητικών, χτίζοντας ουσιαστικά με αυτά τους χρωματισμούς της μουσικής του. Οι Spectral Lore επιστρέφουν λοιπόν με ιδιαίτερη ένταση, νέα στοιχεία και ποικιλία θέσεων σε σύγκριση με το μέχρι πρότινος υλικό τους, θα έλεγα μάλιστα πως εδώ έχουμε το πιο Metal κομμάτι που έγραψαν μέχρι σήμερα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως έχει γίνει αλλοίωση στην υφή και τη συναισθηματική πορεία που συνήθως λαμβάνουν. Αντίθετα μάλιστα εδώ υπάρχει μελωδική ζάλη διαρκείας, με το ρυθμικό μέρος να πιάνει ταχύτητες και την ερμηνεία να τρυπά τον ακροατή ως το μεδούλι. Το σύνολο θα μπορούσαμε να το φανταστούμε σαν τους Wolves In The Throne Room λιγότερο απλωτούς, με τα riff τους βαπτισμένα σε Metal κολυμπήθρα έτσι που να μοιάζουν ευθύγραμμα και καταιγιστικά. Στο Duty η διαφοροποίηση καίει ως δάδα ανεξαρτησίας, ενώ η ποικιλία στην πλοκή και το έντεχνο συνταίριασμα επιρροών διαγράφουν μια πορεία που σπάνια συναντάμε στον συγκεκριμένο ήχο. Τρανταχτό παράδειγμα το ρυθμικό μέρος μετά το ένατο λεπτό, με τις κιθάρες ν’ αγγίζουν κλίμακα ελληνικής παραδοσιακής μουσικής αλλά και το πομπώδες φινάλε που τοιχοκολλείται χωρίς ψεγάδι στην άνω επιφάνεια.

Το Promise των Locust Leaves ξεκινά από ένα Heavy Metal καταποντισμό με brutal φωνητικά κάπου ανάμεσα στο Death και το Black Metal και προχωρά σε μια ρυθμική επιθετική τακτική με progressive αναφορές. Το σημείο που χρωματίζει, αλλάζει και διανθίζει την πλοκή είναι τα riff, μέσα τους θα βρούμε έξυπνες ιδέες που συνδυάζουν διάφορες επιρροές προεκτείνοντας ουσιαστικά την σύνθεση. Έπειτα θα έλθει μια αλλαγή που σπάει την πορεία, είναι μια μελαγχολική διήγηση που εκτρέπει το κομμάτι πέρα από την Metal εθνική οδό με στόχο το εσωτερικό πεδίο του ακροατή και τις συναισθηματικές του απόρροιες. Η παύση αυτή είναι στο ίδιο ακριβώς ύφος με την αντίστοιχη στο Duty των Spectral Lore, ενοποιώντας πρακτικά το concept μεταξύ Καθήκοντος και Υπόσχεσης. Εδώ όμως η απαγγελία των ελληνικών δεν είναι απλά σημείο αλλά μια αισθαντική λίμνη, λαμβάνοντας έκταση που μετασχηματίζει το κομμάτι δίνοντάς του αλλοτινή ατμόσφαιρα. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως ξεσπάθωμα σε σπαρακτικό τόνο. Στο τελευταίο μέρος του κομματιού θα γίνει η συνάντηση των δυο δρόμων σ’ ένα mid tempo δέσιμο αρχικά και σε μια παραπάνω ταχύτητα έπειτα. Καταλήγοντας σ’ ένα αρμονικό συνταίριασμα που ολοκληρώνει την πρώτη δισκογραφική παρουσία των Locust Leaves με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Εκεί ψηλά στον ουράνιο θόλο φέγγει μια δεσμίδα φωτός που μοιάζει να εκπορεύεται από θολωτό πλανήτη και δείχνει κάπου βαθιά μέσα στην φύση. Είναι πολύ μακρύτερα από το μονοπάτι του οδοιπόρου και μοιάζει να πέφτει στην σκιώδη πλευρά του ορεινού ορίζοντα. Ολόγυρα το σεπτό κυανό σούρουπο μαγνητίζει σκλαβώνοντας την προσοχή του ακροατή σε θέση ανάλογη μ’ αυτή των παλαιών Limbonic Art, αλλά με μια εικαστική αναβάθμιση. Στο τρίτο full-album των Spectral Lore ο μαθητής που κάποτε επέλεξε ατραπό και αργότερα βάδισε στον δρόμο των μυστηρίων, κατανόησε την σιωπή κι έγινε φρουρός (Sentinel) της πύλης. Το περιεχόμενο για πρώτη φορά τραβά μια ακραιφνή Black Metal πορεία η οποία ξεκινά με πολλές στροφές άρα και μεγάλες ταχύτητες. Μοιάζει μάλιστα να έχει ως βασικό σκοπό την σταδιακή σύνθλιψη με την μαζική επίθεση που εξαπολύει. Το πλάνο του Nihilus Ayloss διακρίνεται από πλουραλιστικό σθένος και συγκροτημένη πλοκή, ενοποιώντας στοιχεία με καταληκτική πορεία. Έτσι στο Sentinel θα βρούμε μια συλλογή τρόπων έκφρασης που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα επιρροών σε μια ακολουθία που ριζώνει μέσα μας σταδιακά, σχηματίζοντας αρχικά αχνά κι έπειτα γεωμετρικά ένα χάρτη που οδηγεί σ’ αστέρια μακρινά.

Στον εξιλεωτικό αναθεματισμό του All Devouring Earth θα βρούμε μια συνάρτηση που μοιάζει να μαθηματικοποιεί την Black Metal αφετηρία, είναι σα ν’ ακούς διασκευή σε Pagan riff από μέλη των Portal και Liturgy. Οι κιθάρες είναι κοφτερές και σε φάση στριμμένες αλλά συνεχώς αισθάνεσαι την αιθέρια βάση τους. Στην πορεία θα σαρώσει με μια ανατολίτικη θέση, σηκώνοντας Deethspell-ικά εξαπτέρυγα στον ουράνιο θόλο, σ’ έναν φωτογενή βιβλικό μετεωρισμό… «Και ο Αρτζούνα είπε: Ω Αμετάβλητε, οδήγησε το άρμα μου ανάμεσα στις δυο στρατιές, ώστε να μπορέσω να δω εκείνους που είναι έτοιμοι να πολεμήσουν εναντίον μας και να μάθω, την παραμονή της μάχης, με ποιους πρέπει να πολεμήσω.» (Μπάγκαβαντ Γκίτα 1, 21-22) ..και ο πόλεμος στο The Dejection Of Arjuna μαστίζει εν μέσω μελωδιών, γύρω του πλέουν σ’ εναρμονισμένη πορεία Death φωνητικά και heavy ιλιγγιώδη riff σχηματίζοντας έναν χαοτικό χορό που αλλάζει διαρκώς πορεία στριφογυρνώντας, αναποδογυρίζοντας κι εξαπολύοντας ηλεκτρικά φορτία, καταφέρνοντας ν’ αποδώσει με ιδιαίτερη μαεστρία την εσωτερική πάλη του Αρτζούνα. Η Metal τεχνική θα εκτοξεύσει τις δυνάμεις της στο The Coming Of Age χτίζοντας ένα κυκλοθυμικό τείχος με γέφυρες που ζευγαρώνουν solo και riff σε πανέμορφες αλλαγές, κρύβοντας καλά πίσω τους όσα έπονται στα επόμενα χρόνια. Στο Quest For The Supramental θα μας αγγίξει μια ανατολίτικη ηρεμία που θ’ αποδοθεί με αργά και βασανιστικά θέματα, μικρά ανάποδα riff και φωνητικά που βρίσκονται ξανά στην Death Metal θέση, υπερκαλύπτοντας τις απαιτήσεις μας με μια Heavy/Doom δολοπλοκία ροής. Η ανάληψη προς τις ουράνιες σφαίρες δεν θ’ αργήσει και το My Ascension Into The Celestial Spheres έρχεται να προοικονομίσει το μουσικό αυτό γεγονός με οργανικές καταβάσεις που εσωκλείουν επιρροές ύφους από μπάντες όπως οι Nightbringer & Negative Plane, ιδιαίτερα στα μπουκωμένα αργόσυρτα φωνητικά, αποδεικνύοντας πως κάθε λάμπρη επική πορεία μπορεί να σπάσει σε ατμοσφαιρικά ανεμίσματα. Το Sentinel θα τελειώσει μ’ ένα μικρό δώρο μέσα στο album, το Atlus (A World Within A World) είναι κυριολεκτικά ένας κόσμος μέσα σ’ έναν άλλο κόσμο βαδίζοντας σε Ambient μονοπάτια. Εδώ είναι το άντρο της ησυχίας και παρουσιάζει στην μισή του ώρα ένα μινιμαλιστικό δέμα ήχων που καταφέρνει να μας ταξιδέψει μέσα σε θολωτές διαστάσεις και να μπολιάσει στο ηχητικό κενό τζούρες του απόκοσμου.

Ο Nihilus Ayloss χαρακτηρίζει την μουσική του Sentinel, Epic Transcendental Black Metal, θέλοντας να παντρέψει μέσα στον ορισμό του Hunter Hunt-Hendrix την δική του οπτική, την διάνοιξη του δικού του δρόμου. Το μονοπάτι όμως που έσκαψε μοιάζει περισσότερο με τούνελ, λες και μπήκε στ’ αρχέγονα όρη του Είδους για να ενώσει, την μεταφυσική ατμόσφαιρα με το επικό στοιχείο και το Black Metal με την Heavy Metal φύση του, αυτή που σταδιακά χάνεται προς χάριν άλλων τέρψεων. Ολοκληρώνοντας ένα έργο που κατά την προσωπική μου γνώμη προσπερνά παρασάγγας τους Liturgy, άσχετα αν αυτοί πράγματι κατάφεραν να σκιαγραφήσουν πορεία. Ωστόσο αυτό που μετρά εδώ είναι το πρακτέων, έτσι το Sentinel ζει στις κιθάρες και τον ζωογόνο ηλεκτρισμό τους, παράλληλα επιτυγχάνει έναν μαγικό συγκερασμό ταχύτητας και ατμόσφαιρας που μετασχηματίζει τον εαυτό του, δίχως να ξεχνά τ’ αγαπητά θεμελιώδη τερτίπια του Είδους. Εδώ το Black Metal μετατρέπεται σ’ ένα Ινδουιστικό βούκινο που σαλπίζει πολεμικά αλλά διοχετεύει ουσία κάνοντας ταξίδια στην στρατόσφαιρα, παίζοντας με Heavy Metal πυγμή για να σχηματίσει συνολικά μια από τις καλύτερες στιγμές για το Είδος μέσα στο 2012. Ας βάλουμε λοιπόν τα καλά μας, γιατί φέτος οι Spectral Lore υποσκελίζουν όσα έγραψαν μέχρι σήμερα προσπαθώντας ν’ αγγίξουν συμπληγάδες. Όποιος ήρωας φτάνει κοντά σε μυθικά πλάσματα, να ξέρετε ότι πολύ σύντομα θα καταφέρει και να τα προσπεράσει, είναι άλλωστε αυτός που… «Αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο την ικανοποίηση και τον πόνο, το κέρδος και την απώλεια, τη νίκη και την ήττα, είναι αυτός που ετοιμάζεται να πολεμήσει, κι έτσι δεν θα είναι ένοχος» (Μπάγκαβαντ Γκίτα 2, 38 σε διασκευή).

Σημείωση: Η μουσική ταμπέλα είναι ένα σημαντικό εργαλείο τόσο για την κατανόηση των κατευθύνσεων ενός Είδους όσο και για την φιλολογική συζήτηση ανάμεσα στα μέλη που αποτελούν την κοινότητά του. Σ’ αυτή την εμβόλιμη σημείωση καλούμαστε να αποδώσουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεό» ρίχνοντας λίγο παραπάνω φως στ’ όμορφο αυτό ζήτημα. Εδώ βέβαια δεν θα μας απασχολήσουν όλες οι μουσικές ταμπέλες, αλλά μονάχα το Transcedental Black Metal που τα τελευταία χρόνια τέθηκε ως νέο Sub-Genre. Ιστορικό σημείο είναι το μανιφέστο του Hunter Hunt-Hendrix και η χρήση του όρου Transcendental από τους Liturgy το 2011 για το album Aesthethica, γεγονός που στα μάτια των περισσοτέρων από εμάς έμοιαζε περισσότερο μ’ επιστέγασμα ύπαρξης παρά με Πραγματικότητα και μουσική ουσία. Το κακό όμως δεν έγινε από την ίδια τη μπάντα, που κατ’ εμέ το παλεύει και θα συνεχίσει να το παλεύει με θεμιτό τρόπο, αλλά από τον μουσικό τύπο και κυρίως από Αμερικάνικα internet magazines που πάντα λαχταρούν να σφιχταγκαλιάσουν νέες μπάντες, προωθώντας τις δουλειές τους ως next big thing, βοηθώντας κυρίως την τσέπη τους με τις διαφημίσεις που εισπράττουν δημιουργώντας επισκεψιμότητα από τον ντόρο παρά τους ακροατές. Κανείς λοιπόν απ’ όλους αυτούς τους «ρεπόρτερ» δεν μας είπε, ούτε αναφέρει σε κάποια σημείωση πως ο όρος Transcendental προϋπήρχε, έχοντας ήδη χρησιμοποιηθεί από τα μέλη της κοινότητας για να περιγράψουν την ουσία, την ψυχή και το σθένος παλαιότερων συγκροτημάτων, όπως για παράδειγμα τους Weakling, μια μπάντα που κατάφερε να εκφράσει μόνο μ’ ένα full-album (το Dead As Dreams του 2000) πυρηνικά συναισθήματα που οδηγούν στο υπερβατικό (Transcendental) την έκσταση ή πιο απλά την αγνή ενστικτώδη έκφραση. Εν κατακλείδι η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντα στην κατεστημένη ιστορία, αλλά παραέξω στις ιστορίες που λένε οι άνθρωποι μεταξύ τους. Μα πάνω απ’ όλα θα εντοπισθεί στο συναίσθημα, την ουσία που ζει στον καθένα από εμάς και νιώθει όσα εισπράττει. Θαρρώ λοιπόν πως όλοι συμφωνούμε ότι η χρήση ενός όρου θέτει ως προϋπόθεση την πράξη όσων αυτός εκφράζει. Έτσι οι Spectral Lore στον Sentinel παίζουν Transcendental Black Metal στο επίπεδο που το έκαναν σχετικά ή ολοκληρωτικά μπάντες όπως οι In The Woods->Weakling->Wolves In The Throne Room αλλά και αρκετές ακόμα που το κατάφεραν σε μικρότερο βαθμό μέσα σε μεμονωμένα κομμάτια. Το μόνο που μένει να κάνει όποιος επιθυμεί να ελέγξει τα παραπάνω, είναι ν’ αφήσει ελεύθερο τον συναισθηματικό του κόσμο και ν’ αφουγκραστεί διεξοδικά τη μουσική.

2012-Deathspell Omega-Drought

Posted in Ιούνιος 2012 on Ιουλίου 5, 2012 by Plunderer

Σε πανάρχαια μυστήρια, όταν οι αρχαίοι Tολτέκοι έτρωγαν peyote για να πιάσουν ψιλοκουβέντα με το Mescalito. Αυτοί Μυήθηκαν. Σε καιρούς που το ιδεώδες της ανθρώπινης φυλής ταυτίζεται με το πτωτικό του σημείο ιστορικά. Αυτοί Αφυπνίζονται. Σε παράξενες εποχές, όταν τη μέρα ο ήλιος είναι καυτός και τα βράδια το αεράκι παρασύρει σκουπίδια και φύλλα. Αυτοί Δραστηριοποιούνται. Στους συνειρμούς της μεγαλύτερης θλίψης όταν το αδιέξοδο είναι σε συναστρία με την χαμένη τελευταία ελπίδα. Αυτοί Εμφανίζονται. Σε αποδιοπομπαίους τράγους, κοινωνικά παράσιτα, υπερτροφικά Εγώ, πεινασμένα σκουλήκια. Αυτοί Παρουσιάζονται. Οι Deathspell Omega επέστρεψαν κι εμείς θα μουρμουρίσουμε το ξόρκι τους, κάνοντας μια ιδιότυπη τελετή μπας και τους πάρει όλους ο Γεροδιάολος, κι όταν λέμε όλους, εννοούμε όλους μηδενός εξαιρουμένου.

Κατάφεραν και πάντρεψαν μέσα μας την αγανάκτηση με την αναισθησία και η γέννα της δεύτερης έφερε στον ψυχικό μας κόσμο τα τρίδυμα της απώλειας, την αδικία, την αισχύνη και την αναίδεια. Ξωπίσω της η αγωνία τίκτει τα δικά της παραπαίδια, την αναλγησία, την ανομβρία και την απάτη. Η απόγνωση μας είναι βαθιά, η αποχαύνωση δεδομένη, η ασέβεια έγινε συνήθεια και η ασπλαχνία μεγιστοποίηση της ασχημοσύνης. Ζούμε στην καταβύθιση των ημερών την σύνθλιψη κάθε αξιοπρέπειας, είμαστε κοντά στις αποφράδες ημέρες της εσχατολογίας. Στο τέρμα όμως της διαδρομής, πέρα από την εσωτερική μας καταστροφή θα γίνουν και μερικά απ’ όσα έχουμε ευχηθεί. Όπως τ’ ολοκληρωτικό γκρέμισμα της ζωής που μας πρότρεπαν ν’ ακολουθήσουμε. Γι’ αυτό και μόνο έχουμε δικαίωμα στο χαμόγελο, ένα χαιρέκακο χαμόγελο που στάζει δηλητήριο. Στις προσευχές μας πλέον υπάρχει μονάχα ένας αυτοοικτιρμός, αν προσπεράσουμε τα προσωπικά μας προβλήματα και ζήσουμε θα πορευτούμε σ’ έναν κόσμο που θα φέρει τουλάχιστον λιγότερα χαρακτηριστικά απ’ όσα σιχαθήκαμε.

Ξεραΐλα και οργή, στριμμένη συναισθηματικότητα, πλάνο που δημιουργούν μόνο οι Βασιλείς του Είδους. Στο άμεμπτο στροβίλισμα της μουσικής τους, στα σκούρα νερά έξω από τα λημέρια τους ζει μονάχη η απογυμνωμένη πραγματικότητα, η Αλήθεια. Ο βαθύτερος φόβος όσων κοιμούνται με παρωπίδες, η αγχωτική μέριμνα όσων πασχίζουν ακόμα να μας τη φέρουν. Αλλά και η κατανόηση όσων αρέσκονται να βλέπουν κατάματα τη ζωή & ο οίκτος σε όσους υποφέρουν. Οι Deathspell Omega πιστοί στο τέλος των χρόνων είναι κοντά μας και πάλι, προσθέτοντας μια νέα εικόνα στο έργο τους. Το Drought είναι το λογικά αναμενόμενο Ep τους μετά από κάθε full-album, όπως δηλαδή συμβαίνει από το 2004 κι έπειτα. Εδώ θα βρούμε ένα κομμάτι χωρισμένο σ’ έξι μικρότερα που ακολουθεί σχετικά, όσα με προσοχή έκαναν στο Fas Ite, Maledicti, In Ignem Aeternum και τον Παράκλητο.

Το ρυθμικό μέρος φέρει νευρικό σύστημα εντόμου, ζώντας σε μια διαρκή στέρηση ηρεμίας, σ’ ένα συνεχές κέντρισμα της ροής του λες και τσιμπιέται συνεχώς από κάποια αλλοτινή δύναμη. Παράλληλα η τεχνικότητα στα riff του Hasjarl όντας απαράμιλλη σχηματοποιεί μια στεγνή πρόσοψη με σαφή στροφή στην μαθηματικοποιημένη Metal κουλτούρα των 10′s. Η ρυθμική οπτική των κομματιών που έγραφαν ήταν δεδομένη, όμως φέτος υπάρχει μια τάση για συνεχή, ολοένα και αυξανόμενη συμμετρική πλοκή, κάνοντας τα riff να μοιάζουν με μικρά solo δράσης. Ο Mikko Aspa εκρήγνυται, κοχλάζει, σχηματοποιεί και δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την φλεγόμενη ερμηνεία του. Δεν είναι βλέπετε μόνο η πυγμή και το πάθος που την χαρακτηρίζει, αλλά κυρίως αυτοί οι μικροί ειδικοί ρόλοι που χρησιμοποιεί για να εξωτερικεύσει το στιχουργικό περιεχόμενο. Έτσι λαμβάνει από καθαρές αρθρώσεις και ψιθύρους μέχρι τον σπαραγμό στο Sand με τα διπλά/τριπλά φωνητικά μοτίβα.

Η δυναμική τους τρέφεται από τον ασυγκράτητο ψυχισμό τους και κάθε κίνηση είναι μια πινελιά σ’ ένα διαταραγμένο ζωγραφικό καμβά. Ο στυγνός τρόπος δράσης που λαμβάνει χώρα στα Fiery Serpents, Scorpions & Drought και το μισό Abrasive Swirling Murk διασπάται από τ’ ονείρεμα του Salowe Vision, το ξέσπασμα του Sand και το νοητικό ρεμβασμό του επερχόμενου Τίποτε στο The Crackled Book Of Life. Έτσι οριστικοποιούν μια παρακέντηση στο ρυθμικό γίνεσθαι με μια αφαιρετική και πάντα τελολογική διάθεση. Οι Deathspell Omega είναι η μέγιστη Black Metal μπάντα από τα zeros κι έπειτα, κυρίως γιατί καταφέρνει να τοποθετεί σε μια ζυγαριά τεχνικά στοιχεία και ατμοσφαιρικότητα εκπέμποντας και στα δυο μ’ επισταμένο τρόπο. Δηλαδή παίζει έντονα και σθεναρά με οργανική μέριμνα χτίζοντας ένα οικοδόμημα, μέχρι να το σχίσει με άλλες θεάσεις και πλάνα που είναι ωστόσο τόσο δικά του. Αυτή η δράση προκαλεί ένα κενό συναίσθημα δυσφορίας στον ακροατή, που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτό που ενδεχομένως αισθανθεί όποιος οραματιστεί τον θάνατό του και σαφώς την από εκεί και ύστερα ανυπαρξία του. Μέσα στον κόσμο των Deathspell Omega, αλλά μέσα στον κόσμο έτσι όχι με πέντε ακροάσεις της πλάκας, ο κατά τ’ άλλα λογικός ακροατής θα λάβει το ύφος ενός λοβοτομημένου.

Είμαι ο τελευταίος απ’ όσους γράφουν κείμενα για Black Metal albums που θα θελήσει να βρει και ν’ αποκαλύψει μουσικές εκδοχές με υψηλό νόημα. Αυτό γιατί κάποτε κατάλαβα πως το ζήτημα είναι να έχεις εξάρτηση για μια γερή βουτιά σε αβυσσαλέα βάθη, για εσωτερικά ταξίδια και κρυφά ραντεβού για μάπες με τον τοτεμικό σου εαυτό. Κάθε μουσική λοιπόν που σε ταξιδεύει εκεί, λειτουργώντας ως άλλου τύπου υπογλώσσιο παραισθησιογόνο είναι Σύμμαχος. Αλλά επειδή το επιτάσσουν οι κανόνες δεοντολογίας πρέπει να σημειώσω πως το Drought είναι το πιο αδύναμο (ως τώρα ήταν το Mass Graves Aesthetics για να καταλάβετε πως το βλέπω) απ’ όσα έκαναν μέχρι και σήμερα (πάντα μ’ έναρξη το 2004, γιατί από εκεί και πίσω είναι άλλη μπάντα, μέτρια μπάντα). Αλλά πρέπει ακόμα να σημειώσω πως η δική μου δεοντολογία λέει, πως αμφιβάλω αν υπάρχουν εκεί έξω ή μπορεί να υπάρξουν στην φετινή χρονιά αντάξιες δουλειές με το Drought. Κατά συνέπεια κάθε μπάντα πρέπει να συγκρίνεται με τον εαυτό της μέχρι το σημείο που αυτό είναι δυνατό, γιατί πάντα μπορεί να συγκριθεί και με όλους όσους ζουν στις ίδιες θάλασσες. Νομίζω λοιπόν, πως μια τέτοια σύγκριση για όλους τους άλλους θα ήταν απλά ανάρμοστη πράξη. Όσο για το δικό τους έργο, προσωπικά πιστεύω πως οι αποκλίσεις μεταξύ των πονημάτων τους είναι τόσο μικρές που δεν μπορούν να θεωρηθούν αποκλίσεις. Εξάλλου πάντα στις αριθμητικές πράξεις το τρίτο δεκαδικό ψηφίο μετά την υποδιαστολή φεύγει για να μην μπερδεύει το αποτέλεσμα. Η διαφορά όσων έκαναν οι Deathspell Omega από το Si Monumentum Requires, Circumspice μέχρι και σήμερα, θαρρώ πως παρουσιάζει διαφορές μετά το τρίτο δεκαδικό της υποδιαστολής.

Και μιας και μιλάμε για μαθηματικές πράξεις, Drought=ξηρασία και Ξηρασία ονομάζεται η πιο ακραία μορφή νηστείας με αποχή από φαγητό και νερό για τρεις ημέρες και νύχτες.

Νηστεία εστί, βία φύσεως και περιτομή ηδύτητος λάρυγγος. Πυρώσεως εκτομή. Πονηρών εννοιών εκκοπή. Ενυπνιασμών ελευθερία. Προσευχής καθαρότης. Ψυχής φωστήρ. Νοός φυλακή. Πωρώσεως λύσις. Κατανύξεως θύρα. Στεναγμός ταπεινός. Συντριμμός ιλαρός. Πολυλογίας αργία. Ησυχίας αφορμή. Υπακοής φύλαξ. Ύπνου κουφισμός. Υγεία σώματος. Απαθείας πρόξενος. Αμαρτημάτων άφεσις. Παραδείσου θύρα και τρύφη. Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος (ΙΔ, λα).

Hasjarl, il est peut-être temps d’écrire sur l’Apocalypse de Jean?