Archive for the Μάρτιος 2011 Category

Black Cilice

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2014, Ιανουάριος 2015, Ιούλιος 2013, Μάρτιος 2010, Μάρτιος 2011, Μάρτιος 2013, Μάιος 2013, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Οκτώβριος 2012, Φεβρουάριος 2010, Φεβρουάριος 2011 on Μαΐου 24, 2015 by Plunderer

Στις μέρες μας θα βρει κάποιος επαρκές Black Metal ακόμα και σε χώρες που είχαν μικρή ενασχόληση με το Είδος τις προηγούμενες δεκαετίες. Ειδικότερα, στην ανύπαρκτη μέχρι πρότινος (για το underground) Πορτογαλία, μια αρμαθιά project μεστώνουν χαρακτήρα από τα early 10’s. Επέλεξα να εξετάσουμε αναλυτικά τη περίπτωση των Black Cilice, γιατί στο ύφος τους υπάρχει ένας πυρήνας ιδεών κι εφαρμογών που αντιστοιχούν στο ευρύτερο «τώρα» του Black Metal. Όταν λέω «τώρα» δεν προσδιορίζω πρόσφατα γεγονότα. Αντίθετα μάλιστα αναφέρομαι στο χθες και πιο συγκεκριμένα σε μια εποχή που εκτείνεται από τα early 10’s μέχρι σήμερα (2015=mid 10’s). Στη μουσική σπάνια μπορεί να υπάρξει ορθή ανάλυση του πολύ κοντινού «τώρα». Για το λόγο αυτό οι παρουσιάσεις των νέων κυκλοφοριών είναι περισσότερο μια ιχνηλάτιση παρά ένας ουσιαστικός προσδιορισμός βεληνεκούς. Στη μουσική και την τέχνη γενικότερα, η λέξη «τώρα», αντιστοιχεί στη τελευταία εξέλιξη που καταγράφηκε και μπορεί ν’ αναλυθεί σε βάθος.

Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια ν’ ανοίξουμε τη κουρτίνα του παρασκηνίου, για να πάρουμε τζούρες από το ντουμάνι που φουμάρουν διάφοροι περίεργοι, μισή άβυσσο μακρύτερα από τ’ underground Labels. Μέχρι να γίνουν μέρος τους και να πάρουν σταδιακά τον δρόμο της λήθης. Η εξέλιξη ενός Black Metal συγκροτήματος ή solo Project, μπορεί ν’ αποδοθεί από το σχήμα Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion. Όπου οι έξι αυτές λέξεις προσδιορίζουν την ύπαρξη και γνώση των ακροατών για ένα συγκρότημα ή solo project. Για να δείξω την χρηστικότητα του σχήματος, θα πρέπει να προσθέσω πως τα περισσότερα σχήματα δεν ακουμπούν απαραίτητα και τις έξι θέσεις. Αυτό σημαίνει πως τα δρομολόγια είναι (Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Underground-Hype-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Underground-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Oblivion) ή (Abyss-Oblivion). Η ουσία της κίνησης παραμένει γραμμική και οδηγεί πάντα στη λησμονιά. Μην θεωρείτε όμως την θέση (Oblivion) της «Λήθης» τελεσίδικη ή αρνητικά καταλυτική. Αντίθετα, θα έλεγα πως είναι ιδιαίτερα θετική, μιας και κουβαλά μαζί με την εμπειρία, πολλά χαρακτηριστικά της «Αβύσσου» κι επανακτά την αφάνεια (Obscure). Γιατί πολύ απλά κάθε Project που γίνεται γνωστό κι έπειτα χάνεται, λαμβάνει σταδιακά όλα τα χαρακτηριστικά που είχε λίγο πριν την εμφάνισή του.

Black CiliceΑφετηρία μας, τα μέτρα της αισθητικής τους. Η λέξη Cilice αντιστοιχεί σ’ ένα αρχαίο ρούχο ή εσώρουχο φτιαγμένο από χοντρό ύφασμα, τρίχες ζώων, καλώδια, κλαδιά ή ακόμα και μέταλλο (ζώνη αγνότητας) με σκοπό να προκαλεί ενόχληση στο ανθρώπινο σώμα. Χρησιμοποιήθηκε σε θρησκευτικές παραδόσεις για να επιφέρει δυσφορία και πόνο ως ένδειξη μετάνοιας κι εξιλέωσης. Σε μεγάλο ποσοστό ήταν ένα αντί-σεξουαλικό εργαλείο που απαγόρευε τη γενετήσια πράξη. Η βασική εικόνα του project είναι μια «γκραβούρα» που φέρει στο εσωτερικό της μια ανθρώπινη σιλουέτα. Προσέξτε την απλότητα που χαρακτηρίζει το σώμα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει κάτι πέρα από μια μαύρη σκίαση που το απεικονίζει νοερά. Μπροστά του ακριβώς είναι ακουμπισμένο ένα κηροπήγιο κι έπειτα το ακαθόριστο λευκό. Τα χρώματα που χρησιμοποιούν είναι θαμπά ενώ το σχέδιο είναι συγκεκριμένο και με συμμετρικότητα ενδεδυμένο.

Πριν συνεχίσουμε στα «μουσικά» ζητήματα, είναι απαραίτητη μια εξήγηση. Η ερμηνεία του Black Metal ως μουσική και κατ’ επέκταση ως τέχνη έχει δοθεί αρκετές φορές μέσα στα χρόνια. Δεν αναφέρομαι στις απόψεις ανθρώπων, σαν εμένα, που γράφουν για τη μουσική. Μιλώ για όσους τη δημιούργησαν, ορίζοντας τον πυρήνα ή κάποια από τις παραφυάδες του. Πιστεύω, πως η ερμηνεία δίδεται πάντα από τον φορέα, τον μουσικό. Όλοι εμείς που κάνουμε προσπάθειες να εξηγήσουμε, απλά πασχίζουμε ν’ αποτυπώσουμε με κάποιες αράδες, τ’ ανομολόγητα συναισθήματα που μας κατακλύζουν κατά την έκθεση. Καθένας από εμάς, όσο ορθά κι αν ερμηνεύει με λέξεις τα συναισθήματά του, δεν μπορεί ν’ αγγίξει περιγραφικά την καθολικότητά τους. Συνεπώς, μονάχα μέσα μας ορίζεται αρτιότερα, το «τι είναι» Black Metal.

FolderΣτο παρόν κείμενο θα κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, προσπαθώντας να ιχνηλατήσουμε τον μοναδικό άγνωστο της μουσικής μας. Το Αρνητικό του Black Metal. Εδώ η λέξη αρνητικό είναι δοσμένη ακριβώς όπως μοιάζει η εικόνα ενός αρνητικού film φωτογραφίας. Σημείο του χάρτη που άγγιξαν οι Γαλλικές Λεγεώνες αλλά και πολλοί από τους αρχικούς αυτουργούς της αισθητικής ουσίας του Black Metal. Όπως οι Lemegethon, από τη Θεσσαλονίκη, με αυτή τη φωτογράφηση από τα early 90’s.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξηγηθώ. Όποιος μπει στην διαδικασία ακρόασης των Πορτογάλων Black Cilice, θα πρέπει να γνωρίζει πως ανήκουν περισσότερο στον κλάδο Sound παρά στον κλάδο Music. Ειδικά, αν δεν έχει αποκτήσει μια σύνδεση με το Raw Black Metal των early 10’s, δηλαδή τον Rehearsal ήχο, την Live ηχογράφηση και τις noise εμβέλειες, καλό θα είναι να σταματήσει εδώ. Ας ακολουθήσουν όμως οι επαρκώς μυημένοι αλλά και οι μυστήριοι με όρεξη για περιπέτεια, που ανάλγητοι καθώς είναι, κάνουν χαρές στον επερχόμενο πόνο.

Όταν λέμε μουσική στο Black Metal μιλάμε για συγκεκριμένα πράγματα, για σταθερά θεμέλια και μανιέρες δράσης. Το συγκεκριμένο ταξίδι θα ξεκινήσει από την ηθελημένη απουσία τους, για να φτάσει τελικά στη χρήση τους. Βλέπετε οι Black Cilice θέλησαν να εκφραστούν θέτοντας το Black Metal σε κατάσταση Prima Materia. Σύζευξαν και πάκτωσαν την σκοτεινή του ύλη, για να μιλήσουν από την πρωτόλεια αρχή, την ρίζα του οργανικού ήχου.

Η επανατοποθέτηση κάποιων μουσικών στη ρίζα του Black Metal, υπήρχε πάντα. Γιγαντώθηκε όμως στα early 10’s κι από τότε καλλιεργείται σε διάφορα χωράφια ανά την υφήλιο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αυτό συνέβη γιατί η εξέλιξη του Black Metal δεν μπορούσε να μεταδώσει επαρκώς το αρχικό του μήνυμα. Με λίγα λόγια η πρόοδος είναι σπουδαία (ή έστω θεμιτή) αλλά η προοδευτικότητα δεν είναι πάντα φορέας της φλόγας. Γιατί πολύ απλά, τα μουσικά βήματα εξέλιξης δεν έχουν απαραίτητα καρδιά. Παράλληλα, σε όσους παρακολουθούμε αυτή την μουσική παικτικά, εικαστικά και την περιγράφουμε, το γεγονός προκάλεσε ενθουσιασμό. Ήταν όμως και κάτι ακόμα. Μια ένδειξη πως δεν είμαστε παγωμένοι στο επαρκές χθες, αλλά ζητάμε τη συνέχεια, θέλουμε την καύση και την θραύση του Είδους.

Οι αποτυπώσεις δόθηκαν, οι ερμηνείες προέκυψαν και το συμπέρασμα βγήκε. Από τους Rhinocervs και την Crepusculo Negro ως την Colloquial Sound Recordings. Από τον Black Plague Circle Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως τον νεοσύστατο The Black Hermetic Order της Ολλανδίας και τον Πορτογαλικό Black Circle υπάρχει ένας Κανόνας. Ένας Κανόνας που ψελλίζει στις εφαρμογές και φωτίζει στην αισθητική το πιο απλό μήνυμα. Το μήνυμα που υπάρχει από την πρώτη μέρα του Είδους. Κρατήστε τη φλόγα ζωντανή!

Η φλόγα του Είδους είναι μια έννοια που οφείλουμε να θεωρούμε θεμέλιο, να μην τη σταχυολογούμε κι επιμερίζουμε. Αυτό δεν είναι ένας θρησκευτικού τύπου φανατισμός απέναντι στην πρώτη έξαψη, ούτε κάποιου είδους σεβασμός στην αφετηρία. Είναι απλά ένας τρόπος να μείνει στο απυρόβλητο, στην πολυπόθητη αφάνεια η ουσία της μουσικής ακρότητας, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από την έκφραση ή τη μουσική μεταγλώττιση των ανθρώπινων ενστίκτων. Μπαίνοντας και πάλι στην πορεία του κειμένου, αυτή η φλόγα ξεκίνησε κάποτε από τον πρωτόγονο χαρακτήρα του Είδους, γέννησε βακτήρια ψυχής και δίδει πάντα το νόημα που αλλοτριώνει η ίδια του η εξέλιξη. Το Raw Black Metal έρχεται από τα early 10’s να την αποδώσει εκ νέου, να την ερμηνεύσει ξανά. Αφετηρία του μια «neo-grim» εικαστική διατύπωση, πλαφόν μουσικής αναζήτησης ένας «noise/raw» χαρακτήρας. Μόχθος του η αποδόμηση του μοντέλου, πορεία του η «μη-πράξη» παικτικά και απώτερος στόχος ο επαναπροσδιορισμός της τέχνης, που κάποιοι κάποτε ονόμασαν Black Metal. Κι επειδή ξέρω πως οι περισσότεροι λατρεύουμε να μισούμε τις tag λογικές: Καλώς ήλθατε, στο αρνητικό φιλμ του Black Metal.

Θεμέλιο: Εδώ έχουμε μια μπάντα που συμμετέχει ασυνείδητα στον επαναπροσδιορισμό του Είδους. Η συμμετοχή της είναι ασυνείδητη, γιατί δεν επιδιώκει την εξέλιξη αλλά την πρωτόλεια έκφραση. Κι αυτό γιατί όλοι οι μουσικοί που μπαίνουν σε raw πλοκές δεν υπηρετούν το Είδος, αλλά την ιδέα του Είδους. Την φλόγα αυτή καθ’ αυτή.

Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι αφιερωμένο σε όσους προσπέρασαν το όριο της ενασχόλησης με το Black Metal και είδαν τις απόρροιες που γέννησαν τη τέχνη αυτή. Αλλά και στους λίγους που ξεπέρασαν το «κάψιμο» με τη μουσική, γιατί δεν τους έφτανε… Με λίγα λόγια, αυτό το κείμενο αποδίδει ένα περιγραφικό «Χαίρε!» στους «μετα-καμένους» και σε κείνους τους λίγους, που εμβαθύνουν σ’ επιδερμικούς καιρούς. Φτάσαμε πλέον σε μια εποχή που είναι εφικτό ν’ ακούμε καθημερινά δουλειές επάρκειας, χωρίς μελέτη κι επιστροφή. Αν και λυπηρό, η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να μετέδωσε το μήνυμα της τέχνης αυτής σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά έκανε κακό στην ίδια την τέχνη. Η ποιότητα και η γνήσια έκφραση χάνονται μπροστά στις ορδές της επάρκειας.

2009-Demo 1    

FolderΣε περίπτωση που χρησιμοποιείτε ακουστικά, χαμηλώστε την ένταση τόσο, ώστε να είστε βέβαιοι πως δεν θ’ αποκομίσετε κάποια βλάβη. Οπλιστείτε γαϊδουρινή υπομονή και πατήστε το Play. Τα πρίμα είναι σε πανσέληνο δράσης, δομώντας equalizer σε ισορροπία. Πόνος μυαλού, τεταρταίος πυρετός, μυρωδιά από καμένα τάστα, σύγκρυο ακουστικού κέντρου. Ασυμμάζευτο, χωρίς καμιά μουσική τάση και προοπτική, αλλά γεμάτο παροξυσμικό σθένος που προσφέρει ανατριχίλα από την ενόχληση. Με προσανατολισμό να γειτνιάζει το χάος με την ατσουμπαλία, δομεί ένα οργανικό noise χωρίς περγαμηνές και σπουδαιότητα. Εικαστικά και στιχουργικά ο Πορτογάλος (δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν είναι ένας, αλλά τον αντιμετωπίζω ως solo project, χάριν γούστου) δίνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα, ορισμό για την ουσία των πεπραγμένων του. Είναι το πάντρεμα της παλαιάς γκραβούρας με τον γηραιό σε στάση ικεσίας προς το τραγοφόρο ζωντανό (με φάτσα αγελαδίτσας καρτούν) και οι δύο τίτλοι: «Invoking Ancient Evil» και «A New Order for a New Holocaust», που σηματοδοτούν την τάση επαναπροσδιορισμού που φέρνει αυτή η νέα γενιά, για το Είδος. Η ηχητική εμβέλεια των κομματιών θα φέρει στο μυαλό το βασικό πρόβλημα του αδαή μπροστά στην ακραία έκφραση. Είναι το σάστισμα που προσφέρει η «μη-δράση», ο ακατάσχετος οργανικός θόρυβος και η άναρχη έκφραση. Ο φόβος μπροστά στο πηγαίο και άωρο.

Το πλατύσκαλο της θηριωδίας: Όποιος πατήσει εδώ σταθερά, ένιωσε τη «μη-πράξη» σε μουσικό επίπεδο. Η έννοια αυτή μπορεί ν’ αποτυπωθεί ως σύμπραξη του ακροατή μ’ έναν κύκλο μουσικών γεγονότων χωρίς ιδιαίτερο νόημα, που αποσκοπούν στην ανέγερση συγκεκριμένων συναισθημάτων.

2009-Purification Through Sacrifice    

FolderΑλλαγή ρότας σε ηχητικό επίπεδο, κράτημα νοοτροπίας. Εδώ κυριαρχεί ένα οργανικό ambient (περιγραφικά, όχι ουσιαστικά) που έχει ως στόχο την ύπνωση και τα υποσυνείδητα μηνύματα. Στο πρώτο κομμάτι καλεί τον ακροατή να θυσιάσει τα πάντα, έχοντας ως σύμμαχο, μια βαριά μουντάδα στον ήχο. Η οποία λειτουργεί ως στούμπωμα της μουσικής και κουβαλά στο εσωτερικό της, ένα γουργουρητό riff, που παίζει σα λούπα. Κάπως έτσι παίρνει σάρκα και οστά ένας μηδενισμός με ταβάνι την μινιμαλιστική έκφραση. Δεν γεννήθηκε όμως για να προσφέρει επάρκεια και ποιότητα, αλλά ένα κάλεσμα. Προτρέπει την θυσία των μάταιων επιδιώξεων που επιτάσσει ο καταστημένος τρόπος ζωής, αφιερώνοντας τον μάταιο χρόνο των επιδιώξεων, στην τέχνη (Black Metal). Το δεύτερο υποκεφάλαιο είναι ένας μονόδρομος λογικής, με λίγο πιο περίπλοκη riffολογία να κουρνιάζει στο εσωτερικό του. Είναι η κατάληξη “Diseased And Left To Rot” των περισσότερων δρόμων της ζωής.

Δεύτερο σκαλοπάτι: Ο καθαρμός/εξαγνισμός μέσω της θυσίας των εκφράσεων που απασχολούν τον όχλο. Όσοι πέρασαν από εδώ, απαρνήθηκαν ψυχικά τις μουσικές που έκαναν κτήμα τους, επειδή έπρεπε…

2009-Under Satanic Philosophy           

FolderΗ φιλοσοφία του Black Metal είχε ως εφαλτήριο το σκοτάδι. Δυστυχώς, η εκπαίδευση του ακροατηρίου δεν ήταν επαρκής για να κατανοήσει σε βαθύτερο επίπεδο, την ουσία του σκοταδιού. Για τους περισσότερους η αίολη πνευματικότητα της φύσης και οι αχανείς ορίζοντες, ισοδυναμούσαν με ξάνοιγμα στο χάος. Έλειπε ο βασικός πρωταγωνιστής, ένα ανθρωπομορφικό μοντέλο που θα τρόμαζε. Έτσι το Είδος πάντρεψε τις απόρροιες του αγνώστου με το θρησκευτικό «κακό», προσωποποιώντας το στην βιβλική του μορφή. Αυτό το μονοπάτι ήταν μια ευκολία προσέγγισης που προσδιόριζε, τοποθετώντας άπειρες μπάντες στο μαντρί, μέσα από μια θεματολογική ταύτιση. Κατά γενική ομολογία όλο αυτό ήταν και είναι, επιδερμικό και τρόπον τινά επιτηδευμένο. Ωστόσο υπάρχει μέσα του ένα βαθύτερο επίπεδο, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως φιλοσοφία της άρνησης. Το σπουδαιότερο σημείο του, είναι όμως, η διαχρονική χρήση. Ο σατανικός καμβάς αγγίζει έναν πανάρχαιο φόβο που μεταδίδει κάθε γενιά στην επόμενη, έχει τη δυναμική να ενοχλεί και να τρομάζει, αποδεικνύοντας πως η μπογιά του πέρναγε και θα περνά. Την παιδική νοοτροπία οφείλεις να την πετάξεις όσο μεγαλώνεις, αλλά δε μπορείς να εξωραΐζεις την εθιμική της χρήση, διότι από ένα σημείο κι έπειτα, είναι συνυφασμένη με την τέχνη του Είδους.

Έτσι και οι Black Cilice ήταν δεσμευμένοι ιστορικά ν’ αγγίξουν αυτή τη θεματολογία. Μουσικά, ζωντανεύουν μέσα από τη μελανή πάχνη παλαιούς φόβους και υποχθόνιες απειλές. Κρατούν την Low-fi αντίληψη ως κόρη οφθαλμού και ατενίζουν βαθύτερα. Είναι ένα αχνό ύφος που χαλιναγωγεί την προσοχή, αφήνοντας πλάνα να διαγράφονται στο εσωτερικό του. Είναι ανεμικά χωρίς κάποια συνθετική δρομολόγηση, αλλά μελετημένα ώστε να δημιουργούν συναισθήματα. Οι κιθάρες στροβιλίζουν riff που κάνουν κύκλους, με σκοπό την ατμοσφαιρική έκφραση που προσδίδει ζάλη και μια έξαψη που διαβάλει το νου και τη σκέψη. Τα φωνητικά εκδηλώνονται περισσότερο, χωρίς ωστόσο να προσπερνούν τη θέση που έχουν.. εκεί στο μέγα βάθος.

Τρίτο σκαλοπάτι: Η φιλοσοφική θηριωδία είναι πλοηγός έκφρασης και νοοτροπίας.

2009-Human Poisoning            

FolderΗ ανθρώπινη δηλητηρίαση αφορά τον μελετητή που εντρυφεί στα μοτίβα του Black Metal και τον ξεδιψούν με χυμούς αποδόμησης. Εδώ το ύφος κουρνιάζει στο υποχθόνιο, αλλά με την οργανική υπόσταση σε σχετική ευκρίνεια. Είναι το πάντρεμα της πρώτης κασέτας, με το πριμαριστό ντελίριο στις κιθάρες και το ηχόχρωμα που κυριαρχεί στις επόμενες. Η φωνή δεν έχει ξεκάθαρο ρόλο, εξακολουθεί να ζει στο ακαθόριστο, με λιγοστά σημεία παρουσίας. Το ρυθμικό μέρος θέλει ωτοκιάλια για να μπορέσεις να το ψηλαφίσεις και συνήθως χάνεται στο έλεος της πορείας. Μουσικά, η οργανική noise οδηγεί τον ψυχισμό σ’ έναν συναισθηματικό πονοκέφαλο (που εύκολα μπορεί να γίνει και σωματικός), ενισχύοντας την γενικότερη σύγχυση. Τα riff είναι μελωδικά χωρίς να σταματούν την κυκλική κίνηση, που συνηθίζουν. Ένα Black Metal σύγκρυο που δρα ως κρυφή θηριωδία με όπλο την υποχθόνια επιβολή στην αντίληψη του ακροατή. Το «Highlight» του Demo θα βρεθεί στη γκασμάδικη κίνηση του riff, στο «Empire of Extermination» (αυτοκρατορία της εξόντωσης), ατενίζοντας την κίνηση του μεταλλάδικου (γκα-γκα-γκαν) αποτρόπαιου βδελύγματος.

Τέταρτο σκαλοπάτι: Όποιος νίκησε τη ψυχική δηλητηρίαση, φαντάζει αγέρωχος στο δρόμο της δυστυχίας.

2009-Portal of Revelation       

FolderΗ άκομψη φωτογραφία της μαύρης σιλουέτας στο εξώφυλλο, είναι οιωνός δεινών. Στην σήψη και τον υποχθόνιο στεναγμό βαπτίστηκε η δημιουργικότητά τους. Εκκωφαντικά πρίμα σε low-fi τέμπλο και μια μουρμούρα για φωνητικά. Η ρίζα του εμπεριέχει κοφτερά riff που καλύπτουν το εμβαδόν του περιεχομένου, με την αιχμηρότητά τους. Στη δεύτερη φλούδα, μικρές μελωδίες άλλων riff καλλωπίζουν την τρέλα του. Τα φωνητικά σκούζουν με πάθος από τα τρίσβαθα, μα μπερδεύονται τόσο με το ντελίριο του ήχου της κιθάρας, που δεν είσαι και σίγουρος πως υπάρχουν. Στον πάτο τα τύμπανα κουλαντρίζουν την πορεία κάνοντας βουτιές στο μέγα βάθος, για να επιστρέψουν με γυαλάδα στη πίσσα τους. Το πέμπτο Demo είναι παράξενα ζωντανό, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως διαθέτει στοιχεία ροής. Αυτό βέβαια δεν είναι σύνθεση αλλά εμπλουτισμός του μοντέλου δράσης με μια στρατόσφαιρα χάους και λίγες παραπάνω μελωδίες, που ισοσκελίζουν τη παθιασμένη οργή της επιληπτικής του μονοτονίας. Με σκοπό τον αυτιστικό αυνανισμό κατορθώνει να ενοχλεί τόσο, ώστε μια και μόνο ακρόαση ν’ αποτυπώνει εικόνες στο νου, απ όσες θ’ αποκάλυπτε στους οφθαλμούς η πύλη της αποκάλυψης.

Πέμπτο σκαλοπάτι:  Η αποκάλυψη συνδέθηκε θεολογικά με τ’ ολόλαμπρο φως. Στο Black Metal φέρνει πάντα το μελανότερο σκοτάδι. Σαν έννοια έρχεται για να εμπλουτίσει τη κατανόηση, αλλά γεννά πάντα νέες προκλήσεις στον οδοιπόρο των σκιών.

2010-Belzebuth / Black Cilice

FolderΗ απόδοση της άνω θεωρίας έρχεται κι επικάθεται στο εξώφυλλο του πρώτου Split. Ο Belzebuth στο δεκαπεντάλεπτο vvVvv επιδίδεται σ’ ένα οργανικό ambient προσπαθώντας να σταματήσει τον εσωτερικό μας διάλογο. Το ύφος του βασίζεται στην ομαλή κίνηση και θα πετύχει το σκοπό του. Τότε γυρνά το κομμάτι ανάποδα, περνώντας από το έβδομο λεπτό στα prima και την τεταμένη διάθεση. Το equalizer πιάνει ισορροπία με τις κιθάρες να κοχλάζουν, σα καυτό λάδι. Η διάθεση αγγίζει το σημείο «τρίξιμο κιμωλίας σε μαυροπίνακα», δίνοντας άλλη διάσταση στον σαρδόνια γέλωτα του Αυστραλού. Το μυστηριακό finale σε dark ambient ύφος, βγαλμένο από τις κασέτες των Black legions, έρχεται ως τρίτη διάσταση στην ιστορία. Οι Black Cilice ακολουθούν το δικό τους low-fi/noise ύφος, αλλά είναι ακόμα πιο ελεύθερο από τις κασέτες τους, όπως ακριβώς επιτάσσει μια split κυκλοφορία. Ωστόσο, δεν ενοχλεί τον ακροατή, γιατί το μυαλό του θα το αντιμετωπίσει ως ambient track. Η ζάλη που έρχεται από τον πυρήνα, αξίζει να σημειωθεί στα πρακτικά.

Πρώτο σταυροδρόμι: Κοινή αισθητική σε Noise/Raw Black Metal μοτίβα, όπως αυτά καλλιεργήθηκαν στα 00’s από μπάντες σαν τους Enbilulugugal, Bone Awl, Wold και αρκετών ακόμα. Η αλήθεια των οποίων θ’ αναζητηθεί, στη Α’ Μαυρομεταλλική Σύνοδο, αν ποτέ γίνει.

2010-Tomb of Endless Curses

FolderΟ Πορτογάλος παίζει εκπληκτικά με το βασικό νόημα του Είδους, στα εξώφυλλα. Το συγκεκριμένο σε πρώτο επίπεδο περνά απαρατήρητο, φαντάζει ακόμα και αδιάφορο. Η τεχνοτροπία του είναι αρχαϊκή, παίζοντας έντεχνα με τα όρια του απλού και του απλοϊκού. Συνολικά καλύπτεται από θαμπό χρωματισμό. Στο «ουράνιο» μαύρο μελάνωμα βρίσκουμε δυο πεντάλφες, μια στα δεξιά κι άλλη μια μισή στ’ αριστερά. Το κάτω μέρος είναι καλυμμένο με λευκό χρώμα, που σκάει σε τεταμένα κομμάτια. Αυτή η εικαστική λεπτομέρεια θα βρεθεί σε πολλά Noise-άδικα Black Metal. Ίσως γιατί το πιτσιλωτό χρώμα, σημαδεύει εικαστικά τον χαοτικά πριμαριστό ήχο (συνειδητά ή ασυνείδητα δε μπορώ να το πω, ωστόσο προκύπτει από στατιστική μελέτη). Η ποιότητά του θα βρεθεί στη νοοτροπία που χρησιμοποιεί. Μινιμαλιστικό και πρόχειρο βαδίζει στη σκαλωσιά του μεστού νοήματος, χωρίς ψεγάδι φτιασιδώματος. Το κομμάτι μέσα στα δεκατρία λεπτά πανηγυρίζει το ακαλλιέργητο μοτίβο. Ανερμάτιστο, φτιαγμένο από οργανικές ποικιλίες ήχων που χορεύουν αδιάκοπα τον ανερμάτιστο χορό της κατάρας. Σαν εφαρμογή είναι μια θορυβοποιός έκφραση, ένα Ambient/Noise Black Metal χωρίς στόχο, αλλά με δυνατότητα να επικάθεται στο νου και να κερδίζει ακροάσεις. Μουσικά από το δεύτερο λεπτό θα γεννηθεί μια μελωδία που γουργουρίζει μέχρι το τέλος, σα νευρόσπαστο τεκμήριο αηδίας. Ενοχλητικό, παντέρμο, μ’ έναν φωνητικό αλαλαγμό να ουρλιάζει αδιάκοπα.

Έκτο σκαλοπάτι: Όποιος πέρασε, ένιωσε σύγκορμα τους παικτικούς κανόνες της «μη-δράσης». Βάπτισε εαυτό σε τάφο από θανάσιμες κατάρες και η μελλοντική του ανυπαρξία φαντάζει χειμωνιάτικο χουζούρεμα.

2010-Morbid Esoterism           

FolderΜε τρία κεριά παρακαταθήκη στην εικαστική θέση θα πάρει το μονοπάτι του μοχθηρού εσωτερισμού. Εμβαδόν παικτικής ροής με σχετικό ειρμό, κατά την έλευση στη κοιλάδα της αναζήτησης. Ο ίλιγγος της πριμοβοής και η τεταμένη διάθεση είναι οι δυνάμεις που γεννούν μια γλυκιά πραότητα επίθεσης. Έτσι προκύπτει αντιδιαστολή δράσης κατά την οποία η οξύτητα των riff θα συγκρουστεί με μια ικμάδα ατμόσφαιρας. Θα προσκρούσει στο ακουστικό μας κέντρο, αλλά γλυκαίνει όσο χρειάζεται το νου, για να της επιτρέψει το κρεσέντο. Το ρυθμικό μέρος δείχνει σημεία ζωής, δίνοντας μορφή στο περιεχόμενο με την συγκεκριμένη του κίνηση. Παράλληλα τα φωνητικά οδύρονται με περισσότερη ευκρίνεια, βγάζοντας καθαρές μελωδικές λέξεις μέσα στο χαμό. Τα δυο κομμάτια είναι ευθύγραμμα και μοιάζουν με χαρακιά σε μεταλλική επιφάνεια.

Πρώτο Μονοπάτι: Πατήσεις το Όλον του Black Metal. Δηλαδή τον πυρήνα των ιδεών και το «άλλο του». Η δύναμη βρίσκεται στην εσωτερική μελέτη του μουσικού και την αναζήτηση του ακροατή. Η κοπιαστική εσωτερική εργασία, γεμίζει αγκαθωτούς καρπούς το χωράφι της δυστυχίας.

2011-Diabolic Sorcery and Unholy Blood         

FolderΤο εξώφυλλο απεικονίζει την ουσία του ήχου που αντιπροσωπεύει. Είναι το ύψωμα του αρνητικού film του Black Metal στο φωτογραφικό φως και η θέαση της meta-grim (μετα-ζοφερής) μορφής του. Είναι μετα-ζοφερή διότι αγγίζει τη βασική ιδέα, εξάγοντας θέρμη και ζέση αρκετά κοντά στην αφετηρία του Είδους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τον όρο Post-Grim Black Metal, δείχνοντας πως αυτό που κάνουν οι Black Cilice είναι μια επαναδιατύπωση της ζοφερότητας του Είδους, αφού εκείνη εκφυλίστηκε με την πάροδο του χρόνου.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει μια μικρή παρένθεση. Αφορά την ποιοτική διαφορά ζοφερότητας ανάμεσα στο Raw (προφορά «Ρό» και όχι «Ρόου») Black Metal και τον υπόλοιπο κόλπο των υποειδών του Είδους. Η διαφορά, έχει σε πρώτο επίπεδο μουσική υφή. Είναι μια κόντρα ανάμεσα στη live παραγωγή και τον μελετημένο ήχο. Αν όμως δούμε λίγο πιο βαθιά το ζήτημα, η πραγματική κόντρα βρίσκεται σε «οικονομικό» πλαίσιο. Αφορά τη γνωστοποίηση του πακέτου της αισθητικής μιας κυκλοφορίας από τη μια πλευρά και την αποσιώπηση της κυκλοφορίας από την άλλη. Στους ακροατές που ακούνε μουσική χωρίς τέτοιου είδους εμβαθύνσεις, αυτή η διάκριση είναι αδιόρατη ή ακόμα και αδιάφορη. Πολλές φορές μάλιστα η υποτιθέμενη επαγγελματικότητα τους κερδίζει, γιατί πολύ απλά εξιδανικεύουν την κατάκτηση ενός μουσικού συμβολαίου, θεωρώντας επιτυχημένη τη μπάντα που θα τo καταφέρει. Η Major μπάντα με το καλό συμβόλαιο, ήταν, είναι και θα είναι αντιφατική με τη Black Metal αντίληψη. Κι αυτό γιατί κουβαλά μέσα της την αρχή του επαγγελματισμού και τις μεθοδεύσεις της οικονομικής νοοτροπίας. Στους ακροατές που εμβαθύνουν λοιπόν, αυτή η διαφοροποιημένη λογική καθορίζει την βαθμίδα ζοφερότητας. Με λίγα λόγια, όλες οι βαρβάτες label κυκλοφορίες έχουν μέσα τους μια λαμπερή κηλίδα, είναι δηλαδή συμβιβασμένες με τις εμπορικές επιταγές και τη μεθόδευση. Από την άλλη πλευρά οι D.I.Y κυκλοφορίες αλλά και όσες κυκλοφορούν από μικρότερα label, που δεν ενδίδουν στις αρχές του επαγγελματισμού, αποκτούν ένα ιδιαίτερο, κεκρυμμένο προσωπείο. Αν αναλογιστούμε το γεγονός, φτάνουμε σε μια αποκάλυψη. Φωτίζοντας το ζοφερό, επιτυγχάνεις μια αισθητική παρωδία προσπαθώντας να εκθέσεις το σκοτάδι στο φως. Η ζοφερότητα δεν πωλείται ακριβώς και συνάμα ότι πωλείται ως ζοφερό, δεν είναι παρά φλούδα ζοφερού που καλλωπίστηκε ως προϊόν για τους αδαείς. Κατά συνέπεια η στάση των γνωστοποιημένων Black Metal κυκλοφοριών της εποχής, όπως αυτές διαμορφώνονται από την κοινή γνώμη, φτάνουν σ’ ένα κρίσιμο σημείο μη-ζοφερότητας. Είναι μεθοδευμένες σε μια πολύ συγκεκριμένη παραγωγή εμπορικών κριτηρίων, για να μπορούν να συγκριθούν με τον ωκεανό της μουσικής βιομηχανίας. Παράλληλα η ψυχική τους στάση, μοιάζει επίπεδη, μετατρέποντας τη συναισθηματική τους εμβέλεια σ’ ένα Flat Black Metal Feeling.

Η ένατη κυκλοφορία Black Cilice μπορεί να χαρακτηριστεί παράδειγμα μινιμαλιστικής ζοφερότητας. Ο Πορτογάλος είχε από την πρώτη του κασέτα όραμα και σκοπό, τη ζοφερή αναπαράσταση της ψυχής του. Ήρθε λοιπόν η ώρα να κάνει μια μικρή μουσική καινοτομία, ζωοποιώντας αχρησιμοποίητα ένστικτα. Αρχικά το σενάριο (γιατί σύνθεση δε το λες) έχει αποκτήσει μια extra φλόγα, μια νέα λάμψη. Αυτή οφείλεται στην αναγέννηση των φωνητικών και την μελωδική έκλαμψη της κιθάρας. Τ’ απόκοσμα ουρλιαχτά έχουν πλέον ηχητική διαβάθμιση και γίνονται κατανοητά από την πρώτη ακρόαση. Τα riff ξεκινούν ένα μελωδικό ντελίριο με ισχυρή κράση που δυναμιτίζει μέσα από στο χάος. Με πλοκή κοντά στο ακατανόητο, στάση εκκωφαντική, δράση αχαλίνωτη κεντρίζει και πορεύεται.

Έβδομο σκαλοπάτι:Κοπιάστε, αυτή είναι η επαναπραγμάτωση που πέτυχε το Neo-Raw ή Post-Grim Black Metal. «και στον Οδοιπόρο των σκιών μίλησε μια παράξενη φωνή.. Λάβετε, φάγετε τούτος εστί ο πυρήνας του Είδους, στη νέα εποχή».

2011-Black Cilice / Mons Veneris      
FolderΟ Mons Veneris είναι ένας από τους έτερους Καππαδόκες του Πορτογαλικού κύκλου. Με την διαφορά πως είναι μια πενταετία παραπάνω στο κουρμπέτι. Αυτή η χρονική διαφορά μπορεί να φαντάζει μικρή, αλλά καθορίζει σχετικά το εφαλτήριο δράσης και τις διαφορές οράματος μεταξύ των Projects. Βλέπετε όποιος ξεκινούσε να παίξει Raw Black Metal στα mid zeros κουβαλούσε στη ψυχή του, σα μέγιστο όραμα, την έκφραση στις μοίρες της ασπρόμαυρης τριλογίας των Darkthrone. Στις πλείστες των περιπτώσεων αντί να πετύχει κάτι τέτοιο, κατέληγε ν’ αντιγράφει Vlad Tepes ή άλλες πριμαριστές λεγεώνες. Από κάποιο σημείο κι έπειτα o Mons Veneris μετουσίωσε όσα έκανε σ’ ένα μοντέλο που εξιδανίκευε το πηγαίο και αμελούσε τα υπόλοιπα. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι νεότεροι εκφραστές του Portuguese Black Circle του ταίριαζαν.

Στην κυκλοφορία αυτού του επτάιντσου δεν υπάρχει κανένα κρυφό μυστικό, αλλά θα φανεί η ουσία της διαφοροποίησης και η παραλληλία. Ο Mons Veneris παίζει απελευθερωμένη Raw (Ρο) χωρίς κουραφέξαλα. Αναπτύσσει εαυτό σε μια ευθεία γραμμή, με κάποιες γέφυρες ροής, πετώντας riff με παρελθοντική μυρωδιά και ωραία λάθη. Το μέγιστο πλεονέκτημά του είναι πως έχει κάνει πραγματεία στη πρίμα ηχητική, οπότε κρατά υψηλή τάση χωρίς να ενοχλεί. Ας μην ξεχνάμε πως είναι παλαιότερος, οπότε δεν έχει noise αλλά metal επιρροές. Κάτι που θα γίνει άμεσα αντιληπτό από την χρήση των δεύτερων και τρίτων riff που ξεπροβάλουν στο εσωτερικό του κομματιού. Διαλογιστείτε με το φινάλε. Η μορφή έχει επέλθει στο μοντέλο των Black Cilice. Η ανατριχιαστική πριμοσιδηροδρομική πορεία εξακολουθεί να βόσκει κάπου στο ακαθόριστο, ενώ παράλληλα έχει μονταριστεί στην ένταση. Το ρυθμικό μέρος περπάτα σ’ ευθεία γραμμή, οι κιθάρες κουμαντάρουν τη πορεία και τα φωνητικά γεννούν συναισθήματα από το μέγα βάθος. Ο οίστρος του Πορτογάλου μεγαλώνει καθώς ρουφιέται από τα εσώτερα του κομματιού, δείχνοντας πως αυγατίζει σ’ επιθετική ατμόσφαιρα όσο περνά ο καιρός.

Δεύτερο σταυροδρόμι:Ένωση σε Πορτογαλικό φόντο με κοινή συνισταμένη και τάση για ταξίδεμα σε αχαρτογράφητα λαγούμια. Επαρκές στα όρια των Split κυκλοφοριών που έχουν μεράκι, σ’ ωθούν να τις ακούς αλλά και τη μαύρη μοίρα της αδιαφορίας του ακροατηρίου.

2011-Black Cilice & Satanize-Pactum Diabolicum      

FolderΣτα Λατινικά Pactum είναι μια άτυπη συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, που εμπεριέχουν μία ή περισσότερες υποσχέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόσχεση είναι προφανής και στη θεματολόγια μαυρομεταλλική. Δυο μικρά κομμάτια για τους Black Cilice, που καλύπτουν την μια πλευρά ενός επτάιντσου. Επιστροφή στην ηχητική λαγνεία της όξινης και ωτοαποτρεπτικής παραγωγής, αλλά με τον ειρμό που αποκτήθηκε από τη ζύμωση. Αλύγιστα riff κατηφορίζουν μανιασμένα κάνοντας συριγμό με την συνοδεία απομακρυσμένων ουρλιαχτών. Ο τίτλος των δυο κομματιών είναι μια δήλωση πορείας και νοοτροπίας, ζητωκραυγάζοντας «I am the Eternal Fire». Μη πάει όμως το μυαλό σας σε μουσικές μεγαλείου. Ο Πορτογάλος δεν κρατά ψηλά την δάδα του Είδους, αντίθετα αποκαλύπτει την χαμένη δάδα του Είδους. Κοντολογίς, εδώ έχουμε την απεικόνιση ενός αλύτρωτου ψυχισμού, που βαδίζει στο κακό το δρόμο. Οι έτεροι Πορτογάλοι Satanize, είναι στο κουρμπέτι από τα mid zeros. Αν κάποιος ψάξει το παρελθόν και τη πρόθεση τους, θα λάβει υποτιθέμενα συναισθήματα και πενιχρές μουσικές τοποθετήσεις σε γκασμάδικο ήχο. Με το πέρασμα του χρόνου έστρωσαν ηχητικό χαρακτήρα, κατορθώνοντας το δικό τους ψαχούλεμα. Στο κομμάτι τους και κατ’ επέκταση στο ύφος των πρόσφατων κυκλοφοριών τους, χρησιμοποιούν βαθύ και μουντό ήχο, ρυθμό και κατανοητά φωνητικά. Το καλύτερο θα βρεθεί στο κεντρικό riff, που κεντάει με ατόφιο μεταλλικό χαρακτήρα.

Τρίτο σταυροδρόμι:Συμφωνίας επίπεδο με κοινό σκοπό αλλά σε διαφορετικά μοτίβα. Όποιος πιστεύει πως ακούει Black Metal επικεντρώνοντας τη προσοχή του στην χρωματιστή φλούδα, δε θα μουδιάσει ποτέ τη γλώσσα του από τη στιφάδα του λευκόμαυρου καρπού.

2011-A Corpse, A Temple     

FolderΗ σιλουέτα στο εξώφυλλο κρατά στο ένα χέρι βιβλίο και κλειδί. Υψώνει το άλλο, προσπαθώντας να φτάσει ψηλότερες απόρροιες κι εντάσεις, που δεν είναι καθημερινά αντιληπτές. Η κινησιολογία θυμίζει παρόμοιες κινήσεις από Blackmetallers που μοιάζουν ν’ αντλούν ή να ζητούν δύναμη από το άγνωστο. Ο τίτλος είναι απλός και κατανοητός, αλλά την ίδια στιγμή πεταμένος, δίχως βαθύτερο νόημα. Η ύπαρξη σεναριακής πλοκής είναι γεγονός, αλλά το προϋπάρχον μοτίβο δηλώνει παρόν σε όλη την ροή. Η λογική ανάπτυξης των ιδεών σχηματίζει ένα σενάριο με το ρυθμικό μέρος να βαδίζει μονοκόμματους δρόμους και τις κιθάρες να παίζουν δίπλα του, δρομολογώντας νέες εκτάσεις. Μακρά πορεία που κεντρίζουν τα riff, ποτίζοντας μ’ ευαισθησία το σύξυλο μοτίβο. Τα έξι κομμάτια δεν ψάχνουν νόημα στις αλλαγές πλοκής ή την metal δομή (που έχει πάντα αρχή, μέση και τέλος), αλλά συγκεκριμενοποιούν τη δράση τους στις παραφυάδες της χιλιομετρικής πορείας. Είναι σα να ‘χουμε δυο κινητήρες που δουλεύουν ταυτόχρονα, αδιάκοπα και συγκεκριμένα, δημιουργώντας έξαψη με σκοπό να ξυπνήσουν αλλόφρονα συναισθήματα. Δείτε το τελείωμα του “The Gate of Sulphur” όπου θα έρθει μια στακάτη αλλαγή, το άψογο ρυθμικό ξεσπάθωμα και το μελωδικό φινάλε του “Night’s Veil”, το εσωστρεφές “Blood to Murder”, την αλαφιασμένη μελωδικότητα του “The Key”, την καταστροφή του “Resurrection of Dead Curses” και το εξυψωτικό “Among Dead Rats”. Μακριά από το μόχθο για ποιότητα και true black metal σύλληψη. Στρώνει κρύα, ακιδωτή επιφάνεια που εμπεριέχει την Ασπρόμαυρη τριλογία των Darkthrone ως υποσυνείδητο ένστικτο, γραμμένη στη μαύρη ψηφίδα της ψυχή του. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να την ποθεί και να την λατρεύει, αλλά στην ουσία την ακυρώνει και την καταπατά.

Πρώτος Δρόμος:Μονόδρομος προς τη μήτρα της Ιδέας και τεράστια θέληση αποδόμησης του ασπρόμαυρου καμβά, όπου έστεκε, στέκει και θα στέκει απαράμιλλος κανόνας του Είδους.

2011-Vetala / Black Cilice     

FolderΕδώ έχουμε ένα 7ιντσο, με λιτό μαύρο εξώφυλλο. Στην πρώτη πλευρά οι Vetala , που είναι παλαιότεροι στη φάση και μέλη του Πορτογαλικού Black Circle, μαζί με τους Mons Veneris, Decrepitude, Irae and Rainha Cólera. Είναι πολύ συγκεκριμένοι στο Raw Black Metal που μοντάρουν στο “Victims! Never to Be Found!”, οπότε δεν κόπτονται για το αποτέλεσμα. Παλινδρομούν τον οργανικό τους ήχο και σχηματίζουν μια ευθύγραμμη πορεία, δίχως επαναλήψεις, που ζητωκραυγάζει το ανερμάτιστο. Αυτό που κάνουν με την κράση τους, είναι περισσότερο ένα γλέντι του Είδους παρά δημιουργία ύφους. Στην δεύτερη πλευρά οι Black Cilice με το «Moon of Murder», βγάζουν κομψή δόση του υλικού τους με κάποια αλλοπρόσαλλα σημεία που έχουν υπερθεματίσει. Μουντή περιπλάνηση με θαμμένα όργανα και φωνές από το υπερπέραν. Αντίδραση απέναντι στην τάξη και την τακτοποίηση με οριζόντια διαφωνία. Ένας μικρός κυκλώνας περιήγησης. Το “Moon of Murder” είναι το τελευταίο ανερμάτιστο σκουπίδι του Πορτογάλου, θυμίζοντας σε όλους μας για μια ακόμα φορά τα πρωτογενή συστατικά του μαυρομεταλικού πυρήνα.

Τέταρτο σταυροδρόμι:Δεύτερη ένωση σε Πορτογαλικό φόντο με τάση γι’ αποσύνδεση και όραμα την θρέψη του ακροατηρίου, με παράσιτα από τον πλακούντα του Είδους. Ο πυρήνας της οργανικής Noise λογικής, θα είναι πάντα ζωντανός, μιας και πηγάζει από το ασυνείδητο.

2012-Forbidden Citadel of Spirits / Black Cilice

FolderΟι Τασμάνιοι (τιμημένη καταγωγή Striborg=Black Metal για πολύ μικρές ώρες, κυρίως ξημερώματα) Forbidden Citadel of Spirits παίζουν ένα καμένο Low-fi/ Low tempo Black Metal χωρίς επάρκεια, που δυναμιτίζει με την καμενιά του. Είναι κούφιο, μ’ ένα υπόκωφο riff να γουργουρίζει στο πίσω μέρος και φωνητικά που δρουν σε παραπλήσια μοτίβα. Μια ένταση θα έρθει απλά ως διάλειμμα μέχρι την επιστροφή στο αρχικό μοτίβο. Κάπως έτσι το «The Ritualistic Spiral» επιτυγχάνει σπειροειδή τελετουργία, με highlight το μονότονο «αμόνι» που βαρά προς το τέλος. Το «Telepathic Ceremony», είναι το πρώτο κομμάτι των Black Cilice που έχει Metal καταγωγή δομικά. Ένα riff έπαρσης κυματίζει στα τρίσβαθα και μια υπόκωφη, σχεδόν ανεπαίσθητη χρήση φωνητικών, σιγοντάρει. Η αποδόμηση ολοκληρώθηκε, το βασικό μοτίβο τους Είδους εμφανίστηκε. Είναι μια εξαιρετική αποτύπωση της ουσίας του Black Metal ήχου, κατά την διαδικασία της επανατοποθέτησής του. Ακραιφνές και μουντό στέκει ως λάβαρο στη έξοδο της κλεισούρας, παρφουμάροντας μ’ έναν χρωματισμό το σκοτάδι. Η τηλεπαθητική λειτουργία έρχεται μελωδικά, θέλοντας να παρουσιάσει μ’ αιθέριο τρόπο, άλλες αισθήσεις.

Πέμπτο σταυροδρόμι:Το εσωτερικό του ναού στο εξώφυλλο, ερμηνεύει με τον καλύτερο τρόπο, την ένωση του split. Η τελετή και το τελετουργικό του Black Metal, τύλιγαν πάντα το Είδος μ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Είναι η συνειδητή προσήλωση του ανθρώπου στο ναό σε συνδυασμό με την φαντασιακή του σκέψη. Δυο διαφορετικές δυνάμεις, σχετικά αντίρροπες αλλά ομόθυμες.

2013-Black Cilice / Dead Procession

FolderΟι Black Cilice επιστρέφουν με το «Gathering Human Bones», που φανερώνει μια παράξενη, εκκεντρική συνήθεια ή υποχθόνια σκέψη της μαυρομεταλλικής κουλτούρας. Είναι ένα σιχτίρισμα στη νοοτροπία του ανίερου και απαγορευτικού. Παράλληλα, μια πράξη που έγινε από πολλούς συνδαιτυμόνες της σκηνής. Η επαφή και η θέα των ανθρώπινων οστών, μετά τη σήψη του νεκρού σώματος, δίνει απλόχερα μια εικόνα του μέλλοντος. Μοιράζει θάνατο και ανυπαρξία φέρνοντας τον μελετητή αντιμέτωπο με το τέλος της ζωής. Προσωπικά δε έκανα και δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. Ίσως το φαντασιακό μου είναι απόλυτα επαρκές για να έρθω κατάφατσα με το αποτρόπαιο, δίχως «εργαλεία». Μουσικά το κομμάτι είναι γρήγορο με την κιθάρα να ουρλιάζει, βγάζοντας την ένταση και την παραφροσύνη του ζητήματος. Η αλλαγή πλεύσης, παρουσιάζει εμφατικά την αλλαγή των συναισθημάτων, μετά την επιτυχή διάρρηξη του οστεοφυλακίου. Οι Dead Procession παίζουν τελετουργικό ambient, χωρίς δράση, με καθαρά φωνητικά από τη θέση του υποβολέα. Ιδανικοί για κλείσιμο, μετά το ξέσπασμα των Πορτογάλων.

Έκτο σταυροδρόμι:Σύζευξη σε παλαιολιθικά μοτίβα. Νυχτερινή σύμπραξη με τελετουργική θέληση για ανίερες κι εσωτερικής προέκτασης δράσεις.

2013-ddréa Mylenstede / Black Cilice

FolderΟι Βρετανοί Wóddréa Mylenstede στο «Freorig Holt» γεννούν ένα μπάσταρδο αποπαίδι τσαπατσουλιάς με καπατσοσύνη στη άγαρμπη πορεία. Ερασιτεχνικός ήχος και στρεβλές συχνότητες. Στο εσωτερικό του όμως υπάρχει ρυθμός, μ’ ευθύγραμμο riff που βγαίνει ταχύτατο και διαβολικό, οπότε σου κολλά στο μυαλό. Είναι μια κίνηση που δίνει κράση στη χαοτική ηχητική προσέγγιση, θα χρησιμοποιηθεί ακόμα και όταν ο ρυθμός πέσει. Ο σεληνιακός μανδύας των Black Cilice, θα μας φέρει και πάλι κοντά με τον βασικό τους δρόμο, την πορεία με τα riff και τα φωνητικά που γεννούν μια υπόκωφη φλόγα. Είναι μελωδικοί, οπότε κρατούν πιο εύκολα το ενδιαφέρον. Ωστόσο αυτό που μοιάζει να τους απασχολεί, είναι να μένουν στο φύσημα του ήχου, κάνοντας μια τηγανιτή κρούστα που κοχλάζει και δίνει μια ηχητική τσιγαρόχαρτου.

Έβδομο σταυροδρόμι:Η Rehearsal «μη-παραγωγή» είναι λογική νοοτροπίας. Αυτό είναι το επιστέγασμα των early 10’s. Το Black Metal μπήκε, αλλά δεν έμεινε, σε νέες διακυμάνσεις. Συνεπώς για να προχωρήσει γίνεται εσωστρεφές, λατρεύει τα στεγανά και τελικά χρησιμοποιεί τον πρώτο τρόπο εκπομπής του, ως μανιέρα δράσης. Η Rehearsal «μη-παραγωγή» ήταν στα late 80’s-early 90’s ο τρόπος που εμφανίστηκε. Από τότε πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια και το Είδος επέστρεψε και πάλι στη μήτρα εκφοράς, για να ξεκινήσει μια νέα πορεία από το μηδέν. Από το σημείο αυτό κι έπειτα δεν μπορεί να υπάρξει διήγηση με ιστορική λογική.

2013-Summoning the Night

FolderΜε δυναμικά μελωδικό σύγκρυο κι επισταμένη προσοχή εμβαθύνει το δεύτερο full-album. Η συνθετική επαγρύπνηση δίνει στα κομμάτια χειμαρρώδη εμβέλεια. Λειτουργούν κάτω από ένα πλαίσιο που κρατά τον ρυθμό, χρωματίζει με riff κι αποζητά το κρεσέντο ροής. Τα φωνητικά έχουν τρίτο ρόλο, βοηθώντας τις κιθάρες στην ανάπτυξη των συναισθημάτων. Όπως βλέπουμε στο εξώφυλλο, ο πρωταγωνιστής μας, δεν κόπτεται πλέον για δανικές δυνάμεις. Κρατά με πολύτιμο τρόπο το μαύρο βιβλίο (του Είδους) και μας δείχνει τον λαιμό του. Η ενστικτώδης αυτή κίνηση αποκαλύπτει την μεγαλειώδη νίκη απέναντι στο φόβο. Η υποσυνείδητη αυτή πράξη βγάζει δύναμη, κατανόηση των μυστικών κι αποκαλύπτει και μια δομική άνοδο στο υλικό των Black Cilice. Η μαγεία θα βρεθεί στον τρόπο επίτευξης της ατμόσφαιρας, αλλά και στο ποιόν της. Η κλήτευση της νύχτας στρέφει την live/rehearsal λογική ανάπτυξη σε μια εκτεταμένη έκφραση, μια ορμή που κρατά τις δυνάμεις του χάους με κλωστές μαριονέτας. Με τον τρόπο αυτό παίζει σε κάθε κομμάτι μ’ έκδηλο πάθος, λες κι είναι το τελευταίο του. Η αχόρταγη και συνάμα εκκωφαντική τάση δημιουργεί χαοτική ατμόσφαιρα που αυξάνει γεωμετρικά την πίεση στον ψυχισμό του ακροατή. Η αρμαθιά των απορροιών της παράνοιας κάνει το ταξίδι αλλοπρόσαλλο, γεννώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερη ταραχή. Έτσι κλυδωνίζει τον συναισθηματικό κόσμο του ακροατή με τριγμούς επικού χάους, κάνοντας κραυγαλέα αναπαράσταση στην υπεροχή της μαυρομεταλλικότητας.

Δεύτερος Δρόμος: Όποιος πότισε τη ψυχή του στην ατμόσφαιρα του Raw Black Metal, προσπέρασε την μουσική ως διάσταση, ανάγοντας το συναισθηματικό της τρύγο ως εμπειρία και μάθημα ζωής.

2014-Old Curses

Old CursesΤο compilation του 2014 έρχεται με αρκετό υλικό, από την demo περίοδο του Project. Προσωπικά πάντοτε έβλεπα τις συλλογές μ’ ένα και μόνο τρόπο. Άριστες αν έχουν μέσα τους τ’ άπαντα της μπάντας και «λίγες» όταν έχουν «best off» επιλογές, ακόμα κι αν είναι επιλεγμένες από τον ίδιο το μουσικό. Η συγκεκριμένη λοιπόν κυκλοφορία ανήκει στον δεύτερο δρόμο, μην μπορώντας ν’ αποδώσει πλήρως το μήνυμα.

2015-Mysteries

FolderΤο αφιέρωμα στους Black Cilice ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2014, δηλαδή πριν από έναν χρόνο και κάτι. Ποιος να μου λεγε λοιπόν, πως τελειώνοντας θα είχα στα χέρια μου όσα ακριβώς χρειαζόμουν. Δηλαδή, ένα νέο album και μια ιδανική αναφορά. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στον πρόλογο, έκανα μια εκτεταμένη αναφορά στη «ζωή» και την άνοδο ενός project ή ενός συγκροτήματος. Αναφέρομαι, στο μοντέλο Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion. Οι Black Cilice πέρασαν με τα demo (αγροτικό) τους από την Άβυσσο στο Underground και πλέον να φλερτάρουν με το Hype, την οικοδέσποινα που καλωσορίζει κάθε μουσικό στον λαμπερό κόσμο του Overground. Πριν εξηγηθώ, θα πρέπει να κάνω μια απαραίτητη κι εκτεταμένη παρένθεση. Θεωρώ, πως οι περισσότεροι bloggers ή συντάκτες σε blogomagazines είμαστε σε πρώτο επίπεδο ανεύθυνοι ή σχετικά υπεύθυνοι, σε δεύτερο επιδειξίες αισθητικής και σε τρίτο ηθικοί αυτουργοί στην εξέλιξη ενός project.

Σε πρώτο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές επιζητούν την πρωτοκαθεδρία αναφοράς. Το οποίο σημαίνει πως μπαίνουν στην διαδικασία να γράψουν ένα υποτυπώδες κείμενο, πολύ κοντά στην κυκλοφορία του promo ή ακόμα χειρότερα στην εκροή του Mp3. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι πρόχειρο και τυπικό, αδυνατώντας ν’ αποτυπώσει τα πεπραγμένα. Παράλληλα λειτουργεί ως επίβουλος, σε όσους ψάχνουν νέες κυκλοφορίες. Ας μην ξεχνάμε πως το Black Metal είναι συνυφασμένο με την αφάνεια. Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι σκληροπυρηνικοί συνδαιτυμόνες του Είδους, αποφεύγουν σε μεγάλο βαθμό τις κυκλοφορίες με τα πολλά reviews ή το κουβεντολόι..

Σε δεύτερο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές επιζητούν την αισθητική κλιμάκωση του blog ή του blogomagazine που έχουν ή συμμετέχουν. Αυτό σημαίνει πως καραδοκούν για να εξυψώσουν τον οποιονδήποτε θα εμπλουτίσει, με την αισθητική του επιμέλεια, τον δικό τους απάγκιο. Είναι μάλλον η χειρότερη υπό-ομάδα γιατί δε νιώθουν πως αυτό που κάνουν είναι η προβολή του έργου τρίτων προσώπων. Αντίθετα πιστεύουν πως στην ουσία προβάλλουν το δικό τους πρόσωπο/έργο, με μια ενοποίηση της αισθητικής άλλων. Κοντολογίς, καταλήγουν να περιγράφουν τον εαυτό τους μέσα από την πλειάδα των επιλογών τους και όχι τους μουσικούς.

Σε τρίτο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές είναι ηθικοί αυτουργοί στην άνοδο και τη πορεία μιας μπάντας. Είναι προφανές πως η δημοσιογραφική/συντακτική προσπάθεια είναι σπουδαίο εργαλείο για τους μουσικούς. Ωστόσο είναι πολλές φορές τροχοπέδη για την ενημέρωση των ακροατών. Μπορεί τα κολλήματα όλων όσων γράφουμε να είναι ωραίο χαρακτηριστικό. Ωστόσο, σκεφτείτε πόσο σπουδαία είναι μια αναφορά ενός Project ανάμεσα σε χιλιάδες. Γιατί στις μέρες μας υπάρχει μεγάλος αριθμός μουσικών, οπότε μια και μόνο αναφορά, καρφώνει στο πέτο το παράσημο του ξεχωριστού.

Είναι προφανές πως το παραπάνω ζήτημα έχει δεκάδες σημεία που θα μπορούσα ν’ αναφερθώ και ν’ αναλύσω ενδελεχώς. Ωστόσο, πάντα σκέπτομαι να πλατειάζω μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως όλα τα παραπάνω δεν αφορούν τον γραπτό τύπο της μουσικής, δηλαδή τα περιοδικά. Κυρίως γιατί την τελευταία δεκαετία (χοντρικά) έχει μπει σ’ έναν διαφορετικό ρόλο. Αφού πέρασε μια μεγάλη περίοδος που ο γραπτός τύπος ενημέρωνε, πλέον καταγράφει αποστασιοποιημένα τη ροή των γεγονότων. Δεν είναι απαραίτητα καλύτερη ή ποιοτικότερη αυτή η ανάλυση, ωστόσο έχει το καλύτερο χαρακτηριστικό: «τα γραπτά μένουν». Οπότε η ανάλυση του γραπτού τύπου είναι διαχρονική κι επηρεάζει με διαφορετική δυναμική το ακροατήριο. Σκεφτείτε πως το internet σε βάζει γρηγορότερα στην διαδικασία ν’ αφουγκραστείς. Αργά ή γρήγορα όμως η πηγή της ενημέρωσης (η πρόταση), μπορεί να εξαφανιστεί. Αν δηλαδή μια ωραία πρωία πατήσω delete στην παρούσα ιστοσελίδα, δεκάδες σκέψεις θα γίνουν παρελθόν. Ποτέ όμως δε θα μπορέσω να κάνω κάτι παρόμοιο στις σελίδες του Metal Hammer που έγραψα και βρίσκονται σε διάφορα σπίτια. Το ρητό «τα γραπτά μένουν» κουβαλά την ουσία της διαχρονικότητας και κατ’ επέκταση την διαιώνιση μιας σκέψης. Σε αντίθεση με τον άυλο διαδικτυακό χώρο, που μπορεί να την εξαφανίσει σε στιγμή ή να την μεταλλάξει.

Ο Πορτογάλος λοιπόν άφησε φέτος τον κόσμο της Αβύσσου κι ενέδωσε στην πρόσκληση της Iron Bonehead. Ενός Label που έχω αποθεώσει στο Metal Hammer, εδώ κι ένα χρόνο, για τις αξιολογότατες επιλογές του. Οι Γερμανοί της Iron Bonehead, ξεκίνησαν στα late 90’s χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης. Πέρασαν πολλά χρόνια και τελικά έφτασαν κάπου στα early 10’s να συνθηκολογήσουν με την βασική ιδέα της ακραίας μουσικής έκφρασης, που δεν είναι άλλη από την στήριξη του Underground. Το έκαναν μάλιστα με ιδιαίτερη προσοχή, που σημαίνει έμφαση σε Split και Ep κυκλοφορίες απ’ ότι σε full-albums. Παράλληλα, μας έκαναν την χάρη, να κυκλοφορούν δουλειές χωρίς μετάλλαξη του αισθητικού χαρακτήρα των projects, που λάμβαναν υπό την σκέπην τους. Κοντολογίς, βάζουν την ετικέτα τους, δίνοντας όμως τον χώρο στα projects να κινηθούν εικαστικά και ηχητικά με βάση την δική τους, προσωπική βαθμίδα.

Το σκηνικό στήθηκε με κανόνες γεωμετρίας. Ένα Project από την Πορτογαλία σκάβει λάκκο στην Άβυσσο της ακραίας μουσικής σκηνής, αποκτά έναν κύκλο συνοδοιπόρων φτάνοντας στις όχθες της Αφάνειας. Επιλέγει με ορθότητα να μπει σ’ ένα Underground label κι εκεί έρχεται μια δελεαστική αναφορά. Μια αναφορά που όχι μόνο συνηγορούσε με όσα σκεπτόμουν, αλλά ενέδιδε σε όσα φανταζόμουν, επιβεβαιώνοντας κι υπερθεματίζοντας τις πεποιθήσεις μου. Το Noisey έκανε ένα άρθρο για το «Mysteries» με τίτλο: «IS BLACK CILICE PRIMED TO RELEASE THE BEST ALBUM OF 2015? LISTEN TO «PRAYER FROM BEYOND» AND DECIDE». Το παραπάνω κείμενο έχει γραφτεί δεκαπέντε μέρες μετά την αποστολή του Promo mp3 (γιατί όλοι όσοι γράφουμε σε περιοδικά, λαμβάνουμε το ίδιο ακριβώς mail με τα promos) και όπως θα καταλάβετε έπραξε κατά γράμμα όλο το αρνητικό τρίπτυχο που ανέφερα. Γράφει και πρωτοπαρουσιάζει με τρόπο τυπικό και πρόχειρο, ενσωματώνει την αισθητική για να καρπωθεί την underground φύση της και τελικά φτύνει μια πράσινα χλέπα που ονομάζουμε hype για να τυλίξει ένα project στα δίχτυα του Overground-έστω κι αν αυτό το τελευταίο, δεν γίνει ποτέ πράξη. Ωστόσο, μια τέτοια αναφορά δημιουργεί σούσουρο, γύρω από το όνομα των Black Cilice. Ένα σούσουρο εντελώς ψεύτικο και δημιουργημένο. Πολύ απλά οι συντάκτες τέτοιων internetικών περιοδικών, παρακολουθούν τ’ underground labels και ξεφουρνίζουν λόγια επάρκειας για το προϊόντα τους. Δίχως κόπο ή περισσότερες σκέψεις.

Είναι φανερό πως ο κόσμος των media ψάχνει πάντοτε νέους καρπούς για να θρέψει την πείνα του, που δεν είναι η εξύψωση της τέχνης, αλλά η διαιώνιση της ύπαρξής του. Όσοι ψάχνουν για μουσικούς ήρωες, δεν στηρίζουν την ουσία της τέχνης, απλά ταΐζουν το ποίμνιο για να το έχουν δίπλα τους, ως τίμιο πελάτη. Ο σεβασμός απέναντι στον ακροατή ήταν, είναι και θα είναι ένας. Να του πεις την αλήθεια. Να μην τον εξαναγκάσεις με στολίδια να προβεί σε αγορές, που θα κοσμούν «και καλά» την δισκοθήκη του. Γιατί στην ουσία θα είναι άχρηστο υλικό, που νόμιζε πως πρέπει να έχει στην κατοχή του. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως δεν υπάρχουν «Μεγάλοι» Black Cilice που τιμούν με την παρουσία τους, το απόκοσμο ιδεώδες του underground. Αυτό που υπάρχει είναι μονάχα μια πύρινη δάδα με δεκάδες δρομείς, που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, σαν αυτούς με την ολυμπιακή φλόγα. Όπως εκεί έτσι κι εδώ, δεν έχει τόση σημασία ο δρομέας, αλλά η φύση και το νόημα της δάδας και της φλόγας που κρατά.

Το τρίτο full-album του Πορτογάλου μπαίνει με τρόπο που θα φέρει στο νου, τους Judas Iscariot αλλά εμβαθύνει αμέσως στην τροπολογία των Black Cilice. Τα φωνητικά στέλνουν μια γοερή μελωδία από το βάθος, τα riff βαδίζουν αγέρωχα και η πορεία συνεχίζεται. Το ανδρείο rehearsal έφτασε την κρίσιμη μάζα και ήρθε η ώρα μεταγλωττίσει ένα ακόμα μέρος του. Ο τρόπος είναι τελικά ευκολότερος απ’ όσο πίστευα και το αποτέλεσμα, εύγλωττο. Τα κομμάτια έχουν δυο παράλληλους δρόμους, είναι το βασικό μοντέλο δράσης που γουργουρίζει ατέρμονα και μια σταθερή γραμμή που συνοψίζεται σε κάποια riffs, συν το ρυθμικό μέρος, που προχωρούν ανεμπόδιστα στην ευθεία. Προφανώς αυτά τα δυο μέρη δεν είναι ξεχωριστά αλλά αναπόσπαστα και συνδεδεμένα κάτω από τις ίδιες συχνότητες. Η αποκάλυψη του παντρέματος θα φανεί ολοκληρωτικά στο “the Truth”, που έχει και μια παραπάνω ικμάδα έντασης. Από εκεί και πέρα ο εσωστρεφής κυκεώνας των Black Cilice βγάζει ακόμα πιο έντονες στιγμές σ’ ένα σχεδόν instrumental ταξίδι, γεμάτο ξυραφιές και ωραία προσαρτημένες μελωδίες που θα συγκινήσουν. Είναι ένας κουρνιαχτός έντασης και αλύτρωτης ηδονής που αμβλύνει τις γωνίες κάνοντας αιχμηρότερες τις άκρες, μια οδοστρωτήρια (οδοστρωτήρας + σωτήρια) παρακέντηση του Raw Black Metal. Τα τρία τελευταία κομμάτια είναι η σπουδή του Πορτογάλλου στο ύφος και το Είδος, κάτι που θα φανεί και στο εικαστικό μέρος. Η φιγούρα στο εξώφυλλο απλά γέρνει, βάζει το χέρι στην καρδιά και διαγράφει έναν σαρδόνιο γέλωτα, που μάλλον πηγαίνει προς όλες τις κατευθύνσεις..

Τρίτος Δρόμος: Η είσοδος στο Underground είναι, για τους θιασώτες της Obsure αναζήτησης, μια παραπάνω γνωστοποίηση. Στην ουσία ο δρόμος προς την αναγνώριση είναι ένας φαύλος κύκλος που δεν αφορά τον μουσικό, αλλά τους αναλυτές. Γιατί είμαστε οι βασικοί υπαίτιοι αυτής της εξερεύνησης και ανάδειξης που πάντα συνοψίζεται στην αδικία. Μια αδικία που έρχεται από το πενιχρό ψάξιμο και τον μικρό κόπο αναζήτησης, αφήνοντας, δεκάδες ικανούς στην αφάνεια και την λήθη.

Advertisements

Black Twilight Circle

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2011, Δεκέμβριος 2011, Ιανουάριος 2010, Ιανουάριος 2011, Ιανουάριος 2012, Ιούνιος 2011, Μάρτιος 2011, Μάιος 2010, Μάιος 2011, Μάιος 2012, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Σεπτέμβριος 2010, Σεπτέμβριος 2011, Φεβρουάριος 2012 on Ιανουαρίου 30, 2013 by Plunderer

Crepúsculo Negro-LogoΑπό τα late zeros μέχρι τα early 10 ‘s η Crepúsculo Negro δημιούργησε σούσουρο γύρω από τη δράση της. Το κοινό του underground Black Metal γοητεύτηκε από το επίπεδο της αισθητικής που εξέπεμπε. Οι κινήσεις της ήταν μελετημένες, διότι όσα έκανε σχετίζονταν μεταξύ τους σε concept αλληλουχίες. Αρχικά είχαμε μια παρέα μουσικών από την οποία γεννήθηκε το label και κατ’ επέκταση παραπάνω από μια ντουζίνα μπάντες, με σχετική θεματολογία και κοντινές Black Metal θέσεις. Έπειτα ένα πισωγύρισμα στο παρελθόν της αναλογικής ηχητικής λατρείας, με τα tape format που κυκλοφορούσε και τέλος την δημιουργία ενός «οίκου» για να στεγαστεί. Δηλαδή μια «οργάνωση» που ονομάστηκε Black Twilight Circle και βάδιζε στα χνάρια των Γαλλικών Λεγεώνων (Les Légions Noires) οι οποίες είχαν γεννηθεί παράλληλα με τον χαμό της Νορβηγίας, τον Inner Circle του Euronymous και τα όσα τέλος πάντων έγιναν μέχρι τη δολοφονία του.

Οι Λατινοαμερικάνοι που βρίσκονται πίσω από τον Black Twilight Circle εισέπραξαν τα 80’s και 90’s ως οπαδοί κι έφτασαν να δημιουργήσουν στα late zeros μια, σχετικά πάντα, παρόμοια κατάσταση. Βασίστηκαν στον cult απόηχο, ο οποίος πήγαινε από forum σε forum και τον ακολουθούσε η λαγνεία των ακροατών για την αγορά κάθε νέου tape που σχετιζόταν μαζί του. Η μουσική, που είναι και το βασικό στοιχείο της ιστορίας, πήγαινε πολλές φορές πίσω από τις αναθυμιάσεις που την τύλιγαν, δημιουργώντας με την διάστασή της ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα. Η ολοκλήρωση του μυστήριου έγινε μέσα από δεκάδες Live (αξίζει να ψάξει κανείς και να δει αρκετά από αυτά) που έδωσαν στην Αμερική, με bilds που δημιουργούν από τα σπλάχνα τους. Έκαναν για παράδειγμα συναυλίες με πέντε μπάντες που τις αποτελούσαν 7-8 άτομα (και μπορεί να λέω πολλά).

Τους τελευταίους μήνες του 2012 η Crepúsculo Negro έβγαλε ανακοίνωση πως έκλεισε. Στις 21/12/12 τα πράγματα άλλαξαν, με μια λιγόλογη αναφορά μας πληροφορεί πως το label ανοίγει ξανά και σύντομα θα εκδώσει την πιο φιλόδοξη δουλειά του. Παρακάτω λοιπόν θα βρείτε ένα αφιέρωμα που περιλαμβάνει: Αρχικά της κυκλοφορίες του label της Crepúsculo Negro που σχετίζονται με τον Black Twilight Circle και το Black Metal, με χρονολογική σειρά. Το οποίο σημαίνει πως δεν θα βρείτε εδώ, το Demo των Mata-Mata που παίζουν Punk, τα Live και όσα Ep κυκλοφόρησαν ως συλλογές μιας μπάντας με όλα τα κομμάτια της. Αφετέρου θα βρείτε τις κυκλοφορίες του Black Twilight Circle από την «εξαδέλφη» Rhinocervs και άλλα μικρότερα label. Μέσα από αυτή την προσπάθεια, θέλω να καλύψω μια ιστορία που έλαβε σφραγίδα με cult βουλοκέρι, μπαίνοντας στον πάπυρο των γεγονότων που αναμόχλευσαν το Black Metal.

Στο κείμενο αυτό δεν θ’ ασχοληθώ καθόλου με τα κοτσομπολιά που κυκλοφόρησαν μετά το λουκέτο της Crepúsculo, τις ιδεολογικές αντιφάσεις και την αντιεμπορικά κινούμενη εμπορική της μέριμνα. Είναι παράξενο αλλά όσο κι αν θέλω να κουβεντιάσω γι’ αυτά κατ’ ιδίαν, σιχαίνομαι να τ’ αναπαράγω στον γραπτό λόγο. Σοφά εξάλλου λέμε ότι τα λόγια φεύγουν και τα γραπτά μένουν και είναι άδικο να γεμίσει το κείμενο με φήμες και σχόλια που μένουν σταθερά και αμετάβλητα στο χρόνο, χαρακτηρίζοντας τη μουσική. Η αναπαραγωγή μιας ιντριγκαδόρικης ιστορίας μπορεί να βοηθά τη «φάση», όπως ακριβώς βοήθησε το Black Metal στα 90’s η ιστορία με τους φόνους και το κάψιμο εκκλησιών στη Νορβηγία. Σε τέτοιες όμως προεκτάσεις η μουσική θα χαθεί κάπου πίσω από αυτά και δεν θ’ αντιμετωπιστεί με τον σεβασμό που της αρμόζει, όπως και έγινε δηλαδή με το Νορβηγικό Black Metal. Έτσι επιλέγω συνειδητά να μην ασχοληθώ, προσπαθώντας να περιγράψω όσο πληρέστερα μπορώ την ιστορία αυτή, με γνώμονα την μουσική.

Ολοκληρώνοντας τον πρόλογο πρέπει να σημειώσω πως τα Label της Crepúsculo Negro και Rhinocervs όσο και ο Black Twilight Circle δεν θα μείνουν στην ιστορία του Είδους μόνο για την συνδρομή τους στην εξέλιξη του λεγόμενου Us. Δηλαδή τον Demo παροξυσμό των ημερών, που αρχίζει να χαρακτηρίζει την καθημερινότητα των ακροατών. Αλλά κυρίως στην προσπάθεια που έκαναν για επιστροφή στο παρελθόν, τις ρίζες του Heavy Metal με τις κασέτες για format, τα flyers ως προώθηση ενός Live και την ερασιτεχνική, με την ρομαντική έννοια του όρου, στάση και συμπεριφορά.

2008-Volahn-Dimensiónes Del Trance Kósmico (1)

Folder

Στην υπέρβαση του χωροχρόνου θα χρειαστούμε ενέργεια και αυτή ήταν διάχυτη στο ντεμπούτο της μπάντας αλλά και της εταιρείας του θηριώδη Λατίνου από την Γουατεμάλα, Eduardo Ramírez. Οι Volahn, δηλαδή ο Volahn, εντυπωσιάζει στο ντεμπούτο του με το να κάνει δρασκελιές στο άπειρο και μαγεύει με τις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του μέσα στο χάος. Πολλές μπάντες στην διάρκεια των χρόνων προσπάθησαν να παίξουν χαοτικό Black Metal, μα λίγες κατάφεραν να κρατούν παράλληλα το ενδιαφέρον του εγκεφάλου και του αυχένα. Ολόκληρο το Dimensiónes Del Trance Kósmico περικλείει μια επική μυσταγωγία, μέθη για το υπερβατικό και αναζήτηση της πνευματικής ανέλιξης. Μα μέσα σ’ αυτή την παραζάλη δεν ξεχνά την φύση του ανθρώπου, μεταδίδοντας όλα τα παραπάνω μέσα από την αναζήτησή τους στο χωροχρονικό παρόν, στην δεδομένη πραγματικότητα, τη χθόνια φύση τους.

Το ντεμπούτο των Volahn είναι συνάμα υπέρλογο και θνητό, φρέσκο και μουντό, πέρα από τις αντιθέσεις του είναι απλό, κατανοητό, σκούρο, ζόρικο. Λαμπιρίζει μέσα του ένας πυρήνας ιδεών αλλά και μαυρομεταλλικών θέσεων που ακουμπούν το παρελθόν και γνέφουν στο μέλλον. Riff πολλά riff και μερικά σπουδαία riff, γοητευτικά τύμπανα σε όμορφο ηχητικό πακετάρισμα και πνιγερά φωνητικά με διακυμάνσεις οργής ως τον Depressive αλαλαγμό. Συγκεκριμένη πορεία με βάσεις και μια έκδηλη διάθεση να γεννά μελωδίες στους κόλπους της επίθεσης. Τα κομμάτια ζουν σε μια δυναμική ισορροπία και δύσκολα ξεχωρίζεις κάποιο, μα θα θυμάμαι το επίμονο ηχητικό σούρσιμο του Soledad En Despertar ως το βάλσαμο της ακουστικής του κιθάρας. Την εμβατηριακή εισαγωγή του Uno Con Kaos με το riff που παραμένει μέχρι τέλους και ευφραίνουν καρδία. Το υπερωκεάνιο μελωδίας σε σκληρό πλαγκτόν του Cuerpo De Fuego και τέλος την θεουργική γητεία του Trance Ceremonial, κομμάτι για μισό χαρτί πρέζα (που λέγε και μια ψυχή).

Όποιος απολαύσει το μουσικό του εγχείρημα και κολυμπήσει μαζί με την μπάντα σε άλλους ουρανούς και θέρετρα ψυχών, καλό θα είναι να κάνει μια μελέτη στους στίχους. Μπορεί να είναι γραμμένοι στα Ισπανικά και να μεταφράζονται σχετικά απ’ όποιον δε ξέρει, μα ολοκληρώνουν την διαδικασία εμπλουτίζοντας το υπέρλογο της μουσικής. Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του Black Twilight Circle.

2009-Various Artists-Worship Black Twilight (2)

Folder

Αυτή η συλλογή όταν κυκλοφόρησε είχε έντονο μουσικό ενδιαφέρον, μιας και παρουσίαζε έξι από τις μπάντες του label. Τέσσερα χρόνια μετά αυτό θα το παραμερίσουμε για δυο λόγους. Αρχικά όλα τα κομμάτια θα εξεταστούν με την σειρά τους στις κυκλοφορίες που ακολούθησαν και αφετέρου γιατί εδώ έχουμε τα γεννητούρια του Black Twilight Circle. Είναι μια «σέχτα» που μιμείται σ’ ένα επίπεδο τις Γαλλικές Λεγεώνες (Les Légions Noires), μια από τις Μεγαλύτερες στιγμές του Black Metal σε όλα τα επίπεδα. Τα νήματα του Black Twilight Circle κινεί το Heavy Metal ως κουλτούρα από image ως attitude, καλλιεργώντας μια νοοτροπία στους πρόποδες της οπτικής του, τη ρίζα του. Είναι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μια συνεκτική αισθητική και όχι τόσο κάποια ιδέα/φιλοσοφία, όπως έγινε στην Νορβηγία και τον Inner Circle του Euronymous. Θεωρώ την συγκεκριμένη κασέτα βασικό εγχειρίδιο κατανόησης για τον ακροατή, μιας και από εδώ μπορεί να έρθει σ’ επαφή με αρκετές μπάντες του «κύκλου» και τον ιδιαίτερο ηχητικό τους προσανατολισμό.

2009-Arizmenda-Within The Vacuum Of Infinity… (3)

cover

Η δεύτερη full-length κυκλοφορία είναι το ντεμπούτο των Arizmenda, το solo project του Murdunbad. Στην δράση τους μοιάζει ν’ ανακατεύτηκαν τόσο ο Eduardo Ramírez όσο και ο Juan Cabello. Δυστυχώς όμως το Metal Archives αποδεικνύεται αρκετά αναξιόπιστο γιατί τους αφαίρεσαν από τα members, σε σημείο να νιώθεις ότι η πληροφόρηση τους προέρχεται από τα κουτσομπολιά των Black Metal forums. Για εμένα προσωπικά έχουν σημασία τα μέλη μιας μπάντας, αλλά πάντα επιλέγω να κρίνω το σύνολο. Έτσι αφήνω τον ρόλο του stalker σε άλλους, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της ανωνυμίας τους. Ο ρόλος άλλωστε της αινιγματικότητας είναι γοητευτικός, καταφέρνοντας μέσα στο παιχνίδισμά του να σε παρασύρει σ’ επαναληπτικές ακροάσεις.

Εδώ θα βρούμε την μεγαλύτερη κυκλοφορία του label σε διάρκεια. Στοιχείο που αρχικά φαντάζει με καταναγκασμό ακρόασης, όντας επώδυνη στα πρώτα σκαλοπάτια συσχέτισης. Οι Arizmenda στο ντεμπούτο τους παίζουν ατμοσφαιρικό Black Metal προσανατολισμένο στην ταχύτητα μα τυλιγμένο σε μια ηχητική εσωστρέφεια, σημείο που καθορίζει η θαμπάδα της παραγωγής. Είναι μια ασφυξία που προκαλεί η συνάρτηση: μουντάδα ήχου & πνιγερός τόνος ρυθμικού μέρους & απόκοσμα φωνητικά, τα οποία θα φτάσουν πολλές φορές στο άπατο βάθος των σπαρακτικών ουρλιαχτών. Κι όμως η κατάσταση μόνο επίπεδη δεν είναι, διότι τα riff που ξεπετάγονται από μέσα του έχουν την δύναμη να συγχύσουν, να μπερδέψουν και εν τέλει ν’ αναζωογονήσουν τον ακροατή. Αυτό θα το επιτύχουν μέσα από ατέρμονες μελωδικές γραμμές που γεννιούνται ως όνειρο στις δαιδαλώδεις συνθέσεις. Είναι μια αίσθησης λαμπρότητας και αρμονίας που κάνει το σύνολο αιθέριο μέσα στην συμπιεσμένη του ζάλη, μια πανέξυπνη αντίφαση δράσης. Το Within The Vacuum Of Infinity… είναι ένα δύσκολο album γιατί στον τρόπο ανάπτυξης κουβαλά τη παγίδα των Paysage d’ Hiver/Darkspace, κάτι που μοιάζει με μονόχνοτη αιωνιότητα. Μα διαθέτει μια περεταίρω ικανότητα συνδυασμού, αφού μπορεί σε παράλληλη συμπόρευση να δημιουργεί χάος και συναισθηματισμό (ακούστε το The Agents Of Transformation). Ακόμα, όσο εξελίσσεται βγάζει περισσότερες ομορφιές, όπως την Deathspellίζουσα riffάρα του Drowning In The Pain Of Consciousness και το ιδανικό, μεστό και ζεστό κλείσιμο του Deny The Disease Of Life. Τέλος, θα πρέπει να σταθούμε στον τίτλο του album και των κομματιών μιας και δεν υπάρχουν στίχοι. Εκεί η μπάντα παρουσιάζει την αίσθηση της ανυπαρξίας παρέα με ολόκληρη την οικογένειά της, δηλαδή το άπειρο, την κενότητα, το τίποτε φτάνοντας μέσα από συνειρμούς σε μια αναβάθμιση της Depressive/Suicide θεματολογίας.

Αν λάβουμε την ανυπαρξία σε μια συναισθηματική απεικόνιση μέσα μας, θα φυτρώσει ένα αίσθημα που κάμπτει το σώμα και συγχύζει το μυαλό. Είναι μια συνταρακτική έξαψη που παράγει φόβο, απέναντι στην προοπτική ανικανότητας δράσης της συνείδησης ή πιο απλά την διαγραφή της παρατήρησης, κατανόησης και σκέψης. Είναι ένας λογισμός που προσπαθεί να εξοντώσει το φιλοσοφικό «Εγώ», «Είμαι», «Υπάρχω» με την ίδια του τη δράση, με λίγα λόγια ένας παραλογισμός. Τελειώνοντας τις σκέψεις μου επάνω στην δική τους, πρέπει να σημειώσω πως το τετριμμένο ερώτημα για το φόβο του θανάτου πρέπει κάποια στιγμή ν’ αντικατασταθεί από τον φόβο της ανυπαρξίας.

2010-Axeman-Arrive (4)

Cover

Οι Axeman είναι το tribute solo project του Eduardo Ramírez (Volahn) στην ακραία εκδοχή του Heavy Metal. Εδώ θα βρούμε ένα συγκερασμό στο ύφος των Amebix, Slayer, Sepultura, G.I.S.M, Sarcofago. Δηλαδή, την ηχητική ενοποίηση των 80’s από το Los Angeles μέχρι την Βραζιλία, μια αυστηρά Αμερικανική υπόθεση. Τα τρία κομμάτια του φτάνουν τα είκοσι περίπου λεπτά και σκουριάζουν τον ηχητικό καμβά, με λαχταριστές ατέλειες και πριμαριστά riff που θα οδηγηθούν σε σολαριστή έξοδο. Τα φωνητικά είναι αχνιστά με μια πρωτόλεια αγριότητα ως ότου η μοχθηρότητα περάσει σε Heavy Metal τσιρίδα, αρωματίζοντας τον αέρα μας με την αγνότητα των τιμημένων 80’s. Ηλεκτρικά πορωτικό, γεμάτο ανάρμοστες Death και Thrash απολήξεις, χωρίς καμία χλέπα νεοτερισμού να μαγαρίζει τις καθαρές του ρίζες, τον Cult ψυχισμό του. Οι Axeman δεν έχουν κάνει δεύτερο βήμα από τότε, δείχνοντας την tribute διάθεση που είχαν αφετηριακά. Αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και στην φωτογράφιση του Ramírez. Ο οποίος βγάζει το μπλουζάκι των Moëvöt (μεγαλείο αυτισμού) που φορά με τους Volahn και βάζει αυτό των Reencarnación (αδίστακτοι Κολομβιανοί, της εποχής του παλαιστή Απόστολου Σουγκλάκου).

2010-Kuxan Suum-Kinich Ahau (5)

folder

Στη μυθολογία των Μάγιας τ’ όνομα της μπάντας Kuxan Suum αποκρυπτογραφεί «το μονοπάτι στον ουρανό, που οδηγεί στο κέντρο του σύμπαντος». Στο Metal Archives έχουν σημειώσει και κάτι επιπρόσθετο, που δεν βρήκα στα κιτάπια μου αλλά μ’ άρεσε. Είναι λέει, ρεύματα ή πύλες που επιτρέπουν στο μαθητή να ταξιδεύει μεταξύ «πραγματικοτήτων», κατασκευασμένα από μια συνειδητότητα/ζωογόνο δύναμη και προέρχονται από το κέντρο του κόσμου, Hunab Ku. Αυτό είναι το πρώτο Demo/κομμάτι της μπάντας με τον τίτλο Kinich Ahau (προσωνύμιο των Μάγιας για το θεό Ήλιο). Τα μέλη τους δεν μας είναι γνωστά (αλλά κιθάρα παίζει ο Volahn) κι επιδίδονται σ’ ένα ψυχεδελικού τύπου Post Black Metal με σκοπό την περιπλάνηση του νου μας σε άλλες διαστάσεις.

Η μουσική ξεκινά σε soundtrack πλάνο και μας ταξιδεύει αρκετά διερευνητικά, προτείνοντας άγνωστους τόπους. Σταδιακά προσαρτά χαρακτηριστικά riff σαν στρώμα υπέρβασης της αφετηρίας και λίγο αργότερα τον απαιτούμενο κορμό, τη ρυθμική ραχοκοκαλιά με τρόπο επιμελημένο και συνεκτικό. Η ταχύτητα θα μπει μαζί με τα φωνητικά που εντείνουν τη δυναμική του. Ύστερα το ρυθμικό μέρος πιάνει το μπούσουλα της σχάσης και τα riff θα κατευθυνθούν σε μια μελωδική περιήγηση, ενώ τα φωνητικά σ’ ένα κρεσέντο γεμάτο πόνο και σπαραγμό. Το βύθισμα μετά τη μέση οδηγεί την εξιστόρηση σε κύκλο, μέχρι να γεννηθεί και πάλι το παραπάνω εγχειρίδιο ανάπτυξης. Η πλοκή ενοποιεί υπέροχα τις δυο αυτές οπτικές και το κομμάτι θα πορευθεί στην λογική της αλληλοσυσχέτισής τους. Ιδιαίτερα ικανοποιητική προσπάθεια με trip feeling, που ρέπει προς το άγνωστο για την τέρψη του ακροατή.

2007-Ashdautas-Where The Sun Is Silent (6)

FolderΟι Ashdautas είναι η μπάντα αφετηρία για την όλη φάση. Σχηματίστηκαν πίσω στο 2002 και τα μέλη τους ήταν: Naeth στα φωνητικά, Eduardo Ramírez σε κιθάρες και φωνητικά, Fah στο μπάσο (μετά ήρθε ο Kallathon), Murdunbad στα τύμπανα και Arrken στη κιθάρα. Αρχικά έκαναν δυο Demo, Betrothed To Our Void (2003) και As Τhe Vile Must Digress (2004) τα οποία μετουσιώθηκαν στο ντεμπούτο Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain (2006). Εκεί, αν μπορέσετε ν’ ανεχθείτε την απαράδεκτη λύσσα των φωνητικών εξάρσεων του Naeth θα έρθετε σ’ επαφή με αρκετά μαυρομεταλλικά καλούδια. Όπως το ρυθμικό μέρος που κρατά τον έλεγχο κάθε σπιθαμής, τα συνεχή riff που κελαρύζουν την πορεία, τον θελκτικό όγκο κι ένα μπάσο με σαφή χαρακτήρα και ρόλο στην πλοκή. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις ενδιαφέρουσες αλλαγές και συσχετίσεις τότε οι Αμερικάνοι δημιούργησαν ένα αξιόλογο ντεμπούτο μεν, που έπασχε από ορμονικές διαταραχές δε.

Την επόμενη χρονιά έγραψαν το Where The Sun Is Silent, το οποίο επανακυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro το 2010. Εδώ θα βρούμε ένα μπουκωμένο ηχητικό κατασκεύασμα που στέκει αρκετά απρόσιτο σε πρώτο επίπεδο. Γκρίζα θαμπάδα, ατέλειες, σφυρίγματα ήχου, στόμωμα, αυξομειώσεις, λαθάκια και γενικά ότι καλύτερο υπάρχει για το Black Metal ακροατήριο (ή μήπως όχι;). Ο σχεδιασμός του αποτελείται από μια μονοκόμματη ρυθμική κίνηση που αγγίζει το χάος (λογικά Live ηχογράφηση), στην οποία τα riff έχουν το βασικό ρόλο οδηγώντας γοργά το σύνολο προς τον ακαθόριστο μακρινό ορίζοντα. Οι Ashdautas παίζουν δυναμικό Usbm που ξενίζει γαρνιρισμένο με μικρούς ηδονισμούς. Μέσα στην κίνηση των δυο αυτών διαθέσεων θα βρούμε τα πλεονεκτήματα της προσπάθειας. Σημεία βέβαια που οι Αμερικανοί δεν επεδίωκαν ν’ αναδείξουν, γιατί η ακατέργαστη λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη από την εξύψωση της παικτικής αλληλουχίας. Ωστόσο μπορούμε ν’ αναφερθούμε στις κρυμμένες «χάρες» της οπτικής, όπως οι κιθάρες που σπέρνουν riff σε μεγάλες ποσότητες, αγγίζοντας και τις πνευματικές αναζητήσεις (Synaesthesia). Έπειτα τα ζεστά τύμπανα που σιγοντάρουν από το βάθος, ακόμα και ως ακαθόριστος θόρυβος και τέλος τα φωνητικά που στέκουν σε πολύ καλύτερες συχνότητες σε σύγκριση με το ντεμπούτο και σκούζουν δυναμικά. Τελειώνοντας θ’ αφήσει στον ακροατή τον δικό του ορισμό για το Usbm: Το ηχητικό πάκτωμα του Ευρωπαϊκού Raw Black Metal με μαγαρισμένη αισθητική γεμάτη σχήματα υπερβολής. Ένα Ep πρεσαρισμένο μέχρι το μεδούλι στην καταχθόνια ροή, σαν τρενάκι του τρόμου που δεν θα κόψει ποτέ ταχύτητα. Βίαιο και σθεναρά ιλιγγιώδες δεν θ’ αφήσει κανένα σημείο του ανεκδήλωτο σε σιωπή.

Naeth

Σημείωση: Στ’ αριστερά σας είναι ο Naerth, για τις ικανότητες του οποίου είχα ερωτηματικά. Το Black Metal όμως είναι μια μουσική που ο τρόπος ερμηνείας ή εκτέλεσης δεν αποκαλύπτει απαραίτητα και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Πολλές φορές απλά συμμετέχει ως γρανάζι μιας αισθητικής που η εκάστοτε μπάντα θέλει νε προβάλει. Από την στιγμή που είδα αυτή την φωτογραφία του Naerth, μου ήρθε στο μυαλό ο Tomas Stench (Morbosidad) στην τίγκα πρόκα/μάσκα αερίων εμφάνιση του. Στο μυαλό του ακροατηρίου μια τόσο χοντροκομμένη image καρικατούρα (και συνάμα εκπληκτικά γαμάτη) ταιριάζει απόλυτα με μια ηχητική θέση κάπου στη χαβούζα Black/Death εκδοχή των Morbosidad. Ο Naerth τώρα, μπορεί να τολμούσε φωνητικά στο μοτίβο «σκούζω σα δεκατριάχρονο μαλακισμένο που του έκλεψαν τις ηλεκτρονικές συσκευές» αλλά πήγε και το έντυσε μ’ ένα image «φιάσκο», ακολουθώντας το μονοπάτι τίγκα πρόκα/κουκούλα για να το αναδείξει. Η σύλληψη του βγάζει γούστο, ακόμα κι αν το έκανε από ντροπή επειδή δε μπορούσε να κάνει grim φωνητικά. Σ’ επίπεδο αισθητικής όμως είναι τόσο έξυπνα οξύμωρη που γίνεται δελεαστική και ειλικρινά θα με οδηγούσε σε Live εμφάνιση των Ashdautas, ακόμα κι τα φωνητικά στρίγγλιζαν με την υστερία του Shadow Plays Οf Grief Αnd Pain. Γιατί στην ουσία, το Black Metal είναι κάτι παραπάνω από μουσική…

2010-Kallathon-Before Drifting Into The Abyss (7)

folder

Εδώ έχουμε το solo project του μπασίστα των Ashdautas, ένα Ep που εμπεριέχει δυο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ηχογραφημένα στο πλαφόν μιας live εκτέλεσης. Στ’ ομότιτλο τα υποχθόνια riff κινούν την διαδικασία, τα τύμπανα ανοίγουν λίγο το εύρος και το μπάσο είναι τόσο μπροστά που μπουκώνει την εξιστόρηση. Τα φωνητικά έχουν δευτερεύοντα ρόλο με τον Αμερικανό να μοιάζει λες και τραγουδά με τις παλάμες σε σχηματισμό επάνω στο στόμα του, αυτό μέχρι την ολοκλήρωση του As The Sky Fell, I Left You Behind που θα βγουν φωναχτά σε κραυγές αγωνίας. Εκεί θα αναζητηθεί η πορεία μ’ αιχμηρές προεξοχές αλλά και η στρεσογόνα διαδικασία που μεταφέρει την εσωτερική διεργασία προτού παρασυρθούμε στην Άβυσσο. Μονότονη κι ευθύγραμμη πορεία που κάνει έντεχνα ηχητικό απάγκιο να διαβεί το μπάσο, λογικό βέβαια μιας και ο τύπος είναι μπασίστας κι έβγαλε το άχτι του. Το Black Metal του στηρίζεται πολύ στην κλοτσοπατινάδα του ήχου βγάζοντας αντί για χύμα πλοκή κάτι σχετικά ατακτοποίητο. Σε πιο ανέμελες ακροάσεις βέβαια άρχισε να με φτιάχνει η οπτική με το μπάσο στη θέση του πρωταγωνιστή και τ’ άλλα όργανα σε κομπαρσιλίκι. Συμπερασματικά το πρώτο Ep των Kallathon δεν ήταν και για το κάλαθο των αχρήστων αλλά δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας. Πιστεύω όμως πως ο ακροατής που θα μπει στην γενικότερη φάση του κύκλου, θα δικαιολογήσει το στημένο μοτίβο και τη προχειρότητα, γιατί από το εσωτερικό του θα εισπράξει το ρημαδιασμένο που νιώθει ολόγυρα.

2010-Absum-Purgatoire (8)

Folder

Ο Devon Boutelle ή Yagian ή σκέτο Y. βρίσκεται πίσω από τους Absum. Είναι ακόμα το μοναδικό πρόσωπο πίσω από Glossolalia, Odz Manouk κι ένας από τους ιδρυτές των Rhinocervs (δηλαδή παίζει κι εκεί). Σε γενικές γραμμές ένας από τους πιο δημιουργικούς μουσικούς της παρέας και σίγουρα ο ικανότερος να σκεπάζει εαυτό στ’ αόρατα σάβανα της ασημότητας. Το project των Absum προϋπήρχε έχοντας ένα Demo κι ένα Ep από το 2008, τα οποία δεν έχω ανακαλύψει ψηφιακά για να γνωρίζω τα καθέκαστα. Στο Compilation Purgatoire 2007-2009 που κυκλοφόρησε η Crepúsculo Negro θεωρούσα πως έχει μαζέψει υλικό από αυτές τις κυκλοφορίες. Αλλά είδα πως οι διάρκειές δεν μοιάζουν με όσα έκανε σε Demo και Ep, οπότε κατέληξα πως αυτά τα κομμάτια που θα βρούμε εδώ είναι μάλλον κάποια ακυκλοφόρητα που έγραψε σ’ εκείνη την περίοδο. Όπως κι αν έχει η ιστορία, εδώ ζει ένα αργό και φθονερό Black Metal που κολυμπά αμέριμνο στην παχύρευστη λίμνη του Funeral Doom. Τα φωνητικά είναι ισοδύναμα της μουσικής κοχλάζοντας με μια περιοδικότητα, μοιάζει σα να ‘χεις βάλει μικρόφωνο σε τσουκάλι που βράζει. Τα riff έχουν τον ρόλο του εξερευνητή εξάγοντας χρωματικές αποχρώσεις ή καλύτερα φωτεινές δυναμικές μέσα στη μούργα, ενώ τα τύμπανα τον κλασσικό μονότονο ρόλο της αργής κίνησης. Το ύφος των Absum δημιουργεί κλίμα που αγγίζει το soundtrack με σκηνοθετική νοοτροπία, χωρίς να χάνει το επίπονο και απρόσιτο σύγκρυο του Funeral Black Metal. Έτσι η ακρόαση είναι αποπνικτική σαν ατμοσφαιρικό ταξίδεμα στην φωτιά και το πύρωμα, κάνοντας το Purgatoire ειδεχθές πλατσούρισμα σε παραλία της κόλασης γι’ ακάθαρτες ψυχές.

2010-Blue Hummingbird On The LeftBloodflower (9)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Ep των Blue Hummingbird On The Left, από την πληροφόρηση που έχουμε τ’ όνομά τους είναι μια ελεύθερη μετάφραση του Αζτέκου θεού Huitzilopochtli. Την μπάντα αποτελούν τέσσερα πρόσωπα (άγνωστο ποια είναι ακριβώς) ταγμένα στον Μεξικανικό «ρομαντισμό». Το Bloodflower εμπεριέχει Raw Black Metal εφαρμογές σε σαθρό ηχητικό πακετάρισμα και riff που διάγουν ένα μονότονο χαοτικό πέρασμα. Αν και μικρό σε διάρκεια κουβαλά πυγμή και προσήλωση στην έκφραση, έτσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τα φωνητικά. Αυτό είναι ένα θετικό χαρακτηριστικό μέχρι η μπάντα να το στείλει σε μονοπάτια που θα προκαλέσουν ερωτηματικά. Αυτό θα συμβεί στο Southern Rules Supreme με το φλάουτο και τους αλαλαγμούς σε ινδιάνικο τόνο να καταστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό το Peha της σοβαρότητας. Από εκεί και πέρα το μπαλάκι πάει στους ακροατές οι οποίοι αποφασίζουν αν θα την κάνουν μ’ ελαφρά ή θα παραμείνουν εδώ λαμβάνοντας την υπερβολή ως γλαφυρότητα και Cultιλίκι, αφήνοντας την κριτική τους δεινότητα για κάτι που προορίζονταν από την αρχή για σοβαρό.

2010-Odz Manouk (10)

folder

Αυτό είναι το δεύτερο project του Yagian που έκανε γνωστό η Crepúsculo Negro. Στην Αρμένικη μυθολογία ο Odz Manouk ήταν γιός ενός ανώνυμου βασιλιά που γεννήθηκε ως ερπετό. Απέρριπτε κάθε φαγητό και τρεφόταν αποκλειστικά με παρθένα κορίτσια, το δώμα του ήταν ένας απομονωμένος θάλαμος κάτω από το κάστρο του βασιλιά. Μια μέρα του πήγαν για γεύμα μια νεαρή κοπέλα με τ’ όνομα Arevhat. Λίγο αργότερα ο βασιλιάς εισήλθε στον θάλαμο του τερατώδη γιού και βρήκε την κοπέλα ζωντανή και τον Odz Manouk μεταμορφωμένο σ’ έναν όμορφο νεαρό άνδρα. Χρόνια αργότερα ο Odz Manouk έγινε βασιλιάς και η Arevhat βασίλισσα, κάνοντας επιτυχημένο έργο ως ηγεμόνες της Αρμενίας.

Καταχθόνιες Black Metal αναζητήσεις τυλιγμένες σε ασπρόμαυρο ηχητικό μανδύα με αποτραβηγμένα πνιχτά φωνητικά που σκούζουν την μακάβρια αλήθεια. Η ανάδειξή του ντεμπούτου των Odz Manouk θα γίνει από τα riff «αλάτι στην πληγή» που υπάρχουν σε σημεία των A Mymex Omen, The Indisciplinarian, I Will Crush To Marrow This Crow Of Ill, The Roaming και διάγουν έκλυτο βίο, ανοίγοντας πύλες μεγαλείου στη μανία. Δηλαδή, το ρυθμικό μέρος που τηρεί το απαράμιλλο μανιφέστο και μια χαοτική πάχνη αναδύεται γύρω μας. Οι Odz Manouk επιλέγουν Raw Black Metal εφαρμογές αλλά μανουβράρουν τα γκέμια της οργής μέσα στο μίσος, παράγοντας μια καθ’ όλα πνιγερή συναισθηματικότητα. Ο ήχος τους είναι δελεαστικός γιατί εθίζει, περιορίζοντας τα όργανα μέσα στο φύσημα, τις μικρές εκείνες γραμμές ή τρυπίτσες λάθους, που σε κάνουν να νιώθεις κάτι από την late 80’s-mid 90’s ζωτικότητα. Επιζητούν διάκριση μέσα από το πάθος και την δυναμική του μουσικού κι όχι από τον καλλωπισμό της τεχνολογίας. Είναι η τροφή του ακροατή που δεν ικανοποιείται από υποχόνδριους μελετητές του ορθού ήχου κι επιλέγει να βυζαίνει το γάλα της βρωμιάς. Είναι η λαχτάρα για Black Metal που δείχνει αποστροφή στην εξέλιξη, στρέφοντας το ενδιαφέρον στα ηχητικά τερτίπια, στην ίδια του την βάση, την χαλασμένη κατάνυξη.

2010-GlossolaliaGold In The Throat (11)

FolderΓλωσσολαλιά είναι η πράξη ομιλίας ή γραφής σε άγνωστο γλωσσικό σύστημα (Harper’s Encyclopedia of Mystical & Paranormal Experience). O όρος γλωσσολαλιά, προέρχεται από τις λέξεις γλώσσα και λαλώ (μιλώ) και αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, συνήθως στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης (Britannica Encyclopedia of World Religions). H Glossolalia είναι το πρωτότοκο τέκνο του Devon Boutelle και το Gold In The Throat ένα καλά οργανωμένο Compilation, που εμπεριέχει όλα όσα έκανε η μπάντα από το 2007 με τις Self-released κασέτες ως το ντεμπουτάκι Ep του 2008 Bondage.

Πίεση και μανία υψωμένα στους κόλπους της ημικρανίας, ίλιγγος και μυδρίαση στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εδώ έχουμε Black metal που κουβαλά από τον πυθμένα μέχρι την ακροτελεύτια μπασογραμμή του την καταφασία. Μια εγκεφαλική νόσο επαναληπτικής ροής με γνώμονα την κάβλα. Είναι η σουρτούκα πόρνη κίνηση χωρίς χάρη, ζουπιγμένη στα δώματα της ηχητικής σήψης και πριμαριστής λατρείας. Μπουκωμένη συμφορά ηλεκτρικών απολήξεων και κάτι υποχθόνια φωνητικά μπασταρδεμένα με τη πλοκή σε μια παράξενη συνεύρεση. Τα riff ξεχειλίζουν ένταση και ο ψημένος για φαιδρά μοτίβα ακροατής πασχίζει να βρει σωστό volume που θα του εξασφαλίσει την υγεία των ώτων, κι ύστερα απολαμβάνει. Αυτό είναι το πρότυπο του χαοτικού Usbm σε προσιτό όρος υπερβολής που δεν ξεθυμαίνει, δεν ξαποσταίνει και γενικά δεν ενδιαφέρεται για τίποτε ακολουθώντας τον δικό του κανόνα διαστολής. Τέλος, λίγο πριν ολοκληρωθεί το Three Knots Of A Rope ο Yagian θα περάσει από το ατέρμονο μοτίβο σε riff που σκίζει τη ροή για μια πρέζα trip αγαλλίασης. Επιθυμητό αρχικά κι έπειτα ποθητό, από κάθε πρεζάκι που μπήκε στους κόλπους της καταχνιάς και πήρε στάμπα μελανή που φέρνει στη σκιά του.

2010-Dolorvotre (12)

Folder 2

Ο Eduardo Ramírez (Bass, Drums, Guitars, Keyboards, Vocals) παρέα με τον Juan Cabello (Drums, Guitars, Keyboards, backing Vocals) σχημάτισαν πίσω στο 2009 τους Dolorvotre. Εδώ έχουμε τ’ ομότιτλο Full-album του 2010 που ξεκινά με intro βγαλμένο από τις κασέτες των Moëvöt και προχωρά σε μια κακοφορμισμένη πλοκή στο πλάνο των Les Légions Noires. Η tribute οπτική αυτού του project είναι φανερή ακόμα και στ’ όνομα Dolorvotre, που μοιάζει με ακουστική μίμηση της γλώσσας Gloatre: Είναι η μυστική διάλεκτος που δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν, για τα ονόματα των project και τους τίτλους των κομματιών τους, οι Γάλλοι των Λεγεώνων πίσω στα 90’s.

Το ύφος της μπάντας είναι πνιγμένο μέσα στη θαμπάδα, γεμάτο φύσημα και διακυμάνσεις εμβέλειας, έτοιμο να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ένα βουητό που εξυμνεί την κραιπάλη, τις καταχρήσεις και κάνει μαθήματα διαφθοράς. Ανυπόφορο σε σημείο να συναρπάζει, θα έρθει πακεταρισμένο σε βιολετί χρώμα για τη μνημοσύνη των παλαιών Demo κυκλοφοριών. Στην πλοκή θα βρούμε τα φωνητικά σε ρόλο μπροστάρη, που βγάζουν μια παθιασμένη μουρμούρα να ψελλίζει ολόγυρα. Οι κιθάρες κρύβονται πίσω από τύμπανα ή φτιάχνουν τη μαγιά προσπερνώντας καθετί άλλο (Worship Black Twilight & Treasure Of Sin). Ο ρόλος τους είναι καταλυτικός γιατί δίνουν την αίσθηση κίνησης σε μια μπαφιασμένη προσπάθεια. Η παραγωγή αποτελεί τη βάση του εγχειρήματος, γιατί είναι σχεδιασμένη με τρόπο να μετατρέπει το Raw Black Metal σε νόσο ψυχικής διαταραχής. Ραντίζει συνέχεια χαλασμένες ατμόσφαιρες κάνοντας ακόμα και τα γρήγορα σημεία να μοιάζουν ενταφιασμένα στο ιλαρό μνήμα της μουρμούρας. Οι Dolorvotre μπορεί ν’ αγγίζουν τη Γαλλική πρωτόλεια αντίληψη των λεγεώνων περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο project του κύκλου, αλλά δεν ξεχνούν την Usbm τακτική που θα προσαρτηθεί σε σημεία. Αν και μπουχτισμένο μέχρι τα μπούνια αυτό το ντεμπούτο κατάφερε να τους δώσει συμβόλαιο με την Ajna Offensive, την Αμερικάνα μάνα του νέου Black Metal κύματος. Εν αναμονή λοιπόν του διαδόχου, με την ελπίδα να μας το σερβίρουν σ’ ένα ακόμα χειρότερο ηχητικό μοντέλο.

2011-Arizmenda-Without Circumference Nor Center (13)

Folder

Μερικές φορές ένα εξώφυλλο κουβαλά μια επιβλητική παρουσία κι ένα δυναμικό χρώμα οδηγώντας το ακροατήριο σε παραλήρημα, ακόμα κι αν στο επόμενο κοίταγμα δει τις Kitsch και Humor αναφορές. Το δεύτερο full-album των Arizmenda είναι πρώτα απ’ όλα μια δόλια παγίδα κι έπειτα η συνέχεια της ιστορίας τους. Το αναφέρω αυτό διότι είχα πολύ αρνητική άποψη για το περιεχόμενό του στις απλές ακροάσεις. Αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην ενδελεχή παρατήρηση και συσχέτιση μαζί του κατάφερε να με μαγέψει. Ο δόλος θα εντοπιστεί στον ήχο που πέτυχαν, γιατί είναι μακράν ο χειρότερος που έχει υπάρξει σε κυκλοφορία του Black Twilight Circle. Είναι τόσο σκυθρωπός που με το ζόρι ξεχωρίζεις τα όργανα, ενώ αυτά παίζουν κομμάτια που θα μπορούσαν ν’ αναδειχθούν στην λογική μιας νορμάλ Black Metal παραγωγής. Οι Αμερικανοί όμως δεν επέστρεψαν για να κάνουν αίσθηση με μια κανονικότητα. Αντίθετα προσβάλλουν την αισθητική τους μ’ ένα ηχητικό τριβέλισμα θέλοντας να παίξουν με το αντιληπτικό μας επίπεδο, πετώντας το γάντι στο μυαλό μας. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε ιχνηλάτες του ασύμμετρου σχεδιασμού τους, αποκτώντας ολική αίσθηση του εγχειρήματός. Δεν εννοώ βέβαια να καταγράψουμε σε πεντάγραμμα τις αλληλουχίες των οργάνων, αλλά να βγάλουμε πόρισμα αποκαλύπτοντας το πέπλο της Ίσιδας. Πολύ πιο απλά να συντριβούμε με την αέναη πλοκή παραμένοντας αναλλοίωτοι μετά τη μυητική διαδικασία.

Στο περιεχόμενο του Without Circumference Nor Center τα τύμπανα και το μπάσο, το λεγόμενο ρυθμικό μέρος, είναι σε πολλά σημεία ενσωματωμένα. Ωστόσο, στο μπάσο θα δοθεί χώρος να γοητεύσει κινώντας τα νήματα σε ολόκληρα κομμάτια (Riders Of The Pale Horse…Crucifixion Of The Worm, Swalling Seas of Desire…Smashing Vessels Spilling Thought). Έπειτα οι κιθάρες εντείνουν με αγριότητα το εγκεφαλικό άλγος στη μεγαλύτερη διάρκεια, σιγοντάροντας στο γκρέμισμα των ορίων. Θα έρθουν όμως κάπου κάπου με διάθεση να εξαϋλώσουν τη πλοκή από την μούργα που κουβαλά με τόση μουντάδα, θα τις δούμε να σηκώνουν το σύνολο ακόμα και σε καθαρούς ουρανούς για μια και μόνο ανάσα. Τα κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια και ζουν σ’ ένα συναίσθημα που μοιάζει με τύφο μονοτονίας. Εκεί θα επέλθει η λάμψη οφθαλμών των riff ως νέκταρ, θρεπτική κι αντίδοτο πλοκής. Τα φωνητικά έχουν και πάλι τριτεύοντα ρόλο, σε σημεία μάλιστα είναι τόσο πίσω που τα καταπίνει εξ’ ολοκλήρου η ροή. Αν όμως παρακολουθήσει κάποιος τον τρόπο τους, θα βρει πολλές αποχρώσεις που εντείνουν την ερμηνεία βγάζοντας αχαλίνωτο πάθος (Embrace Beauty In Your Arms…And Slit Her Throat). Ολοκληρώνοντας την εξιστόρηση χαίρομαι να βλέπω τους καταπληκτικούς τίτλους και το Black Metal των Αμερικανών να βγαίνει ολοένα και πιο εσωστρεφές. Γιατί πλέον είναι ένα χαοτικό πρόβλημα, χωρίς περιφέρεια και κέντρο, όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος του.

Οι ενδιαφερόμενοι που θα μπουν εδώ με ύφος θα βγουν όπως μπήκαν. Δεν πιστεύω πως θ’ αντέξουν ούτε δυο ολόκληρα κομμάτια, συνεπώς μοιάζει επιβεβλημένη μια διαφοροποίηση νοοτροπίας κατά την προσέγγιση. Θα πρότεινα λοιπόν σε όποιον εισέλθει, να το ακροαστεί με ακουστικά και καλό θα είναι να μην έχει παίξει πρωτύτερα μια ντουζίνα κυκλοφορίες. Η κάκιστη παραγωγή δεν θα γίνει ανεκτή διαφορετικά και σίγουρα θα στενέψουν τα περιθώρια κατανόησης και συσχέτισης. Θεωρώ αυτό το album την πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη πτυχή του Black Twilight Circle, γιατί δεν δίδει απλόχερα τα δώρα του. Αντίθετα ζητά ένα αντίδωρο όρεξης κι επιμονής για να γεμίσει έξαψη τον ακροατή. Το αποτέλεσμα της ανάμιξης μαζί τους, μπορεί να θεαθεί σαν μια συρρίκνωση μέσα στο άπλωμα της πορείας τους.

2011-Volahn & Tukaaria (14)

Folder

Εδώ έχουμε το πρώτο split της παρέας που μας παρουσιάζει τους Tukaaria, μιας και είναι η πρώτη τους εμφάνιση ιστορικά. Πριν πάμε όμως στα κομμάτια τους, θα συναντήσουμε τους Volahn με το μεγάλο Tormenta Nativo και το intro του Nacom. Ο Ramírez μουτζουρώνει σχετικά τον ήχο, θέλοντας να βγάλει τον πρωτόλειο εαυτό της μπάντας του. Είναι ένα γρήγορο Black Metal με τύμπανα σε ακουστική ταπεράκια/μπολάκια, πάνω στα οποία είναι ακουμπισμένα φωνητικά αγριότητας και ξωπίσω κάτι κουμπωτές κιθάρες που σφυρίζουν μέσα στον καθ’ όλα χαλασμένο ηχητικό περίγυρο. Ένας διαφορετικός χαρακτήρας των Volahn, μαγαρισμένος σε μουρτζούφλικη παραγωγή που προσαρτά όλο και περισσότερα ραδιοφωνικά παράσιτα μέχρι να ολοκληρωθεί. Μπορεί να μην αγγίζει την μαγεία του ντεμπούτου, αλλά ικανοποιεί τη σάπια rehearsal καμενιά που ζει μέσα μας, όντας δελεαστικό να λάβει ακροάσεις. Θεωρώ πως τέτοιες διαφοροποιήσεις μπορεί να ξενίσουν τους ακροατές που γοητεύτηκαν από το πρότερο ύφος της μπάντας. Αλλά στην επανεξέταση θαρρώ πως όλοι συμφωνούμε ότι είναι από θεμιτό ως δελεαστικό να βγαίνουν οι μουσικοί πιο ελεύθεροι στα Split, δίνοντας άλλες προοπτικές. Γιατί δεν είναι μόνο το cult της ιστορίας που πρέπει να ικανοποιηθεί αλλά και η εξέλιξη του ήχου που μπορεί να καμωθεί από την αλλαγή της εφαρμογής, πάντα στα όρια του μοντέλου.

Η λέξη Tukaaria ανήκει στους Ινδιάνους Yaqui και σημαίνει νύχτα. Εδώ έχουμε ένα ακόμα solo project, με τον μουσικό να φέρει ως ψευδώνυμο τ’ όνομα της μπάντας του. Τα τρία πρώτα κομμάτια τους στέκουν σταθερά σε μονότονο, χαοτικό Raw Black Metal με αφοσίωση στην ομαλοποίηση της ταχύτητας. Το ρυθμικό μέρος είναι θεμέλιο κίνησης και στήνει το μαύρο σκηνικό, τα φωνητικά είναι αξιοσημείωτα και ρητορεύουν grim ιστορίες με πυγμή, μέχρι να πιάσουν καθαρές μελωδικές αναζητήσεις (Giver Of Oblivion) σε μουντό φόντο. Ολόγυρα οι κιθάρες με συγκεκριμένα riff εξελίσσουν το μοντέλο, είναι επιφορτισμένες τον έλεγχο της ταχύτητας, την αύξηση και τη μείωση της. Μέχρι να μπει το Otma που θα κάνουν μια ζόρικη αλλαγή για το άνοιγμα της μηχανής τους. Ο τρόπος των Tukaaria είναι επίπεδος στη βασική νόρμα του Usbm αλλά εκπέμπει σθεναρά στην κλίμακα επίθεσης και βίας. Η διάνοιξη στον ήχου των κομματιών που έγινε στην επανέκδοση του Raw To The Rapine από την Profound Lore Records, τους έδωσε μια νέα διάσταση κρατώντας συνάμα και τα θετικά τους χαρακτηριστικά.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως τα split του Black Twilight Circle είναι άλλη μια έντεχνη παγίδα που αιχμαλωτίζει τον ακροατή μέσα στην ιστορία. Αυτό γιατί προεκτείνουν τα όρια της «φάσης» και οι οπαδοί ως άλλου τύπου πρεζάκια θέλουν την δόση τους, εκδηλώνοντας τ’ οπαδικό τους φρόνιμα με την εξάντληση κάθε κασέτας από την προπώληση.

2010-ShataanWar Cry Lament (15)

Folder

Οι Shataan είναι ένα project που κουβαλά αρκετά διαφορετική φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Έχουν τρία μέλη, τον Shataan σε φλάουτο, κιθάρα και φωνητικά, τον Eduardo Ramírez στο μπάσο και τον Murdunbad στα τύμπανα. Το μοναδικό Demo που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα έχει τίτλο War Cry Lament και το πιο αινιγματικό εξώφυλλο του κύκλου, γιατί μπορεί να περάσει ακόμα και απαρατήρητο. Το περιεχόμενο τραμπαλίζει ανάμεσα στη λύπη και τον πόνο με μια ιδιότυπη έκφραση, που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως θρηνητική κακομοιριά. Αρχικά το φλάουτο κάνει λίγο folklore την εισαγωγή αλλά στην συνέχεια δεν στολίζει παράταιρα την οπτική, το μπάσο μπουμπουνίζει μελωδικά όντας πανταχού παρόν. Δίπλα τους σουλατσάρουν τύμπανα σε αχνό φόντο και riff που παίζουν σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Έχουν ως στόχο να κρατούν την ταχύτητα σε mid tempo πλαίσια και το καταφέρνουν με πολύ θετικό πρόσημο για τη συναισθηματική πορεία του συνόλου. Οι Shataan δεν παίζουν Black Metal, απλά το κουβαλούν ως χαρακτηριστικό ψυχής στον πυρήνα της έκφρασης τους. Η αλήθεια είναι πως δε μπορείς να πεις και τι ακριβώς παίζουν ή πως φαντάζουν, κι αυτό θα προστεθεί στα θετικά. Το πιο παράξενο στοιχείο στο War Cry Lament είναι τα φωνητικά, που ζουν στις παρυφές μιας καθαρής άρθρωσης με φωναχτές τάσεις σε ρόλο μοιρολογίστρας, χαροπαλεύοντας αρχικά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ζήτημα είναι πως όσο περνά η ώρα βγάζουν ένα ύφος που θυμίζει, έστω και σχετικά τον Quorthon (Cycle Of Destruction And Rebirth). Σαφώς δεν μιλάμε για κάποια εκπληκτική ερμηνεία, ούτε όμως και για παρωδία και αυτό το τελευταίο σπάνια συμβαίνει όταν υπάρχει μιμητισμός. Ξεχωριστό κι ενδιαφέρον project που θεριεύει στους κόλπους της εξωστρέφειας, θέλοντας να μοιραστεί μαζί μας τους καημούς του, ν’ αγγίξει τον ψυχισμό μας με την συναισθηματική του φόρτιση.

2011-The Haunting Presence (16)

FolderΕδώ έχουμε την πρώτη Black/Death έλευση του κύκλου. Οι The Haunting Presence είναι project του Ghastly Apparition, δηλαδή του Blasphemer Nuclearwhore Of Black Blood που είχε παλαιότερα μπάντες στο ίδιο ύφος, όπως οι Nocturnal Blood, Nuclear Desecration και Hate Kommand. Όπως ανέφερε και η Crepúsculo Negro ως υπότιτλο στην ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Demo: Είναι ένα βίαιο Σαμανιστικό χάος που κάνει επίκληση στην φρίκη, το άγχος και τον υπερφυσικό τρόμο. Εδώ θα βρούμε τέσσερα μικρά σε διάρκεια κομμάτια, που εξερευνούν με περισσό πάθος την θαμπή και σχετικά παχύρευστη μαγεία του πρωτόλειου οργανικού ήχου. Μια ανήσυχη και αδιαπέραστη νοημοσύνη σπέρνει στο διάβα της καθώς βίαιες πράξεις ασέλγειας ποινικοποιούν όσο χρειάζεται το περιεχόμενο. Μέχρι να φτάσουμε στο βορβορώδες κρησφύγετο της μούργας, τα Obscure βασίλεια και το τελετουργικό τους μανιφέστο για συνειδητή καταστροφή. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τον αντί-παιάνα για την θεϊκή υπόσταση του άγχους. Τα τύμπανα είναι μπροστά και τα φωνητικά (μαύρος σκύλος) το ισοδύναμο τους, κιθάρες και μπάσο (Violent Acts Of Carnality) ρολάρουν την πλοκή σχηματοποιώντας μια λαχταριστή κλεισούρα που προκαλεί νευρικότητα. Εδώ έχουμε μια αποτρόπαια έλευση στα χνάρια των μετρητών της οργής Archgoat, Blasphemy και Demoncy. Η χαβούζα σε όλο της το μεγαλείο με μια κρυφομπολτοζέ παραγωγή που στομώνει τα περιθώρια, αφήνοντας να περάσουν μόνο οι αναθυμιάσεις μεθανίου για την εξύψωση της βρώμας. Η πλήρης γεύση που αφήνει αυτό το ενδεκάλεπτο Demo μας δίνει το δικαίωμα να κοιτάμε το μέλλον του Black/Death από την σκοπιά της μικρής κακοφορμισμένης λαίλαπας, όπως ακριβώς μας τα είπαν και οι Black Witchery στο Inferno Of Sacred Destruction.

2011-Ashdautas & Bone Awl (17)

folder

Το flayer της Crepúsculo Negro έβγαζε μεγάλη προσμονή για ετούτο το split. Υπήρχε περισσό πάθος και μια λαχτάρα που επεδίωκε να γεμίσει με κάψα τον ακροατή. Στα μάτια τους όλο αυτό είναι δικαιολογημένο μιας κι εδώ θα βρούμε νέο υλικό από τους παλαιούς της συνομοταξίας. Αρχικά οι Ashdautas επιστρέφουν με το τελικό τους Line-up, γράφουν ένα νέο κομμάτι κι έπειτα διαλύονται. Το Vermillion Stars In Depths Familiar είναι ένα Μεγάλο Έπος τόσο σε διάρκεια όσο και σ’ εφαρμογές, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ κι ένα κύκνειο άσμα που τιμά το Black Metal. Είναι μια σύνθεση που ομογενοποιεί εκπληκτικά το Black Metal παρόν με το Heavy Metal παρελθόν, δομημένη με τρόπο που αυτό δεν θα παρατηρηθεί άμεσα. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι πως δεν κουράζει διόλου σ’ επίπεδο πλοκής, ενώ ξεπερνά τα είκοσι λεπτά, γιατί κουμαντάρει το δρόμο του αιχμαλωτίζοντας με τις εφαρμογές του όλο και περισσότερο την προσοχή μας. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εδώ είναι οι κιθάρες, μιλάμε για riff, πάρα πολλά riff με ποικίλα δεσίματα, που κάνουν όλες τις απαιτούμενες κινήσεις προέκτασης αγγίζοντας ακόμα και solo σημεία με υποχθόνια ψυχεδελική μέριμνα. Οι αλλαγές που επιτυγχάνουν στο tempo μοιάζει με αναπνοή καθαρού οξυγόνου για την διαύγεια του εγκεφάλου στο επόμενο αγνάντεμα. Τα τύμπανα έχουν έναν υπέροχο γεμάτο ήχο μα και διακριτικό συνάμα, ενώ το μπάσο κουμπώνει επάνω τους σαν μωρό σε αγκαλιά. Μοναδικό μεμπτό σημείο είναι τα πνιχτοστριγγλιχτά φωνητικά, τα οποία εδώ κάνει ο Volahn κρατώντας το ύφος που είχε η μπάντα ιστορικά. Το θετικό είναι πως μοιάζουν περισσότερο με αυτά που έκαναν στο Where The Sun Is Silent και σταδιακά συνηθίζονται. Το δεύτερο κομμάτι Choirs Of Vice είχε γεννηθεί από το 2009 και θα το βρείτε σ’ εκείνη την πρώτη collection κασέτα του Black Twilight Circle που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Είναι ογκώδες και δυναμικό, γεμάτο συναισθήματα αγριότητας. Θα κινηθεί με riff σε διάφορες όψεις, μια εκ των οποίον μοιάζει με υποχθόνια μελωδική στρεβλότητα ενώ η φωνητική συστοιχία σκούζει μαστιγώνοντας το ακουστικό μας κέντρο.

logoΟι Bone Awl είναι ένα ζόρικο ντουέτο από το Novato της Καλιφόρνια με σωρεία Demo, Split και Ep κυκλοφοριών από το 2002 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας που πέρασε. Το μονοπάτι τους δεν ήταν ακραιφνώς Black Metal αιχμαλωτίζοντας μέσα στο Raw & Minimal σκηνικό Punk και Noise επιρροές, στρώσεις ή σκέψεις. Η μονομανία τους, όσο και η πολύ συγκεκριμένη συνθετική διάσταση που υπηρετούν τους δίδει καλή θέση στην ιστορία του Usbm. Η αισθητική τους είναι εθιστική όταν γίνει αποδεκτή, αλλά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θέλει κουράγιο και μια πεντάδα κυκλοφορίες τουλάχιστον. Από την έναρξη της πορείας τους διακρίνονται μέσω μιας εξαίρετης εικαστικής προσέγγισης, την ακολουθούν ηχητικοί τραμπαλισμοί, προσφέροντας σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία δελεαστικό ήχο με διαφοροποιήσεις. Δυστυχώς δεν μας παίρνει ο χωροχρόνος για λογάκια πάνω στις κυκλοφορίες τους (είναι βλέπετε καμιά εικοσαριά..), ωστόσο θεωρώ πως αξίζει μια καλή βουτιά στο λαγούμι με τις καρφίτσες τους. Οι γυρολόγοι του ήχου όσο και οι σοβαροί μελετητές που θ’ ασχοληθούν, ξέρουν ότι θα φτάσουν σε συμπεράσματα αν πάρουν την ιστορία από την αρχή. Επειδή όμως αυτό το Blog δεν έχει νόημα ύπαρξης χωρίς απτές προτάσεις, οφείλω να σημειώσω πως όσα έκαναν ακουμπούν μια συγκεκριμένη ποιότητα που δεν έχει τόσο νόημα να τη δούμε σ’ επίπεδο σύλληψης ή παικτικά αλλά σε ηχητικό σερβίρισμα. Σε αυτόν λοιπόν τον τομέα μου έκαναν εντύπωση οι κασέτες Night’s Middle, By Ropes Through Dirt, Night Is Indifferent, So I Must Take from The Earth, Meaningless Leaning Mess και το Split με The Rita.

Στο παρόν Split επανέρχονται στο δικό τους μοτίβο, με μικρά σε διάρκεια κομμάτια και γουργουρητό ήχο που γεννοβολά κυκλικά riff. Η φυσιογνωμία τους κοντεύει το Punk αλλά δεν το αγγίζει στον ειρμό, μιας και ζει σε μέτριες ταχύτητες. Οι ιδέες τους έχουν αυτή την μονοδιάστατη προσέγγιση κάνοντας το σύνολο να μοιάζει με Live τζαμάρισμα. Σημείο που γενικότερα έχουν στον χαρακτήρα τους ακόμα κι όταν μεγαλώνουν τον χρόνο των κομματιών. Τα φωνητικά βρίσκονται σ’ εσωτερική προεξοχή και ζουν αρκετά μεταλλαγμένα κοντεύοντας σε σημεία τον ήχο του Wrest (της Demo περιόδου). Ενώ το ρυθμικό μέρος βοηθά να βγει μια rock n’ roll υφή, τυλιγμένη βέβαια πολλά σκοτεινά βυθίσματα για να περιγραφεί ορθά απ’ αυτό τον όρο, ωστόσο η κινητική διάσταση που έχει με αναγκάζει να τον χρησιμοποιήσω. Οι Bone Awl τηρούν κατά γράμμα το μονοπάτι τους, που είναι ένα κακόφημο και αδιέξοδο σοκάκι. Σημείο που σπάνια θα βρεθούν μεγάλες παρέες για να χαρτογραφηθεί ως τόπος του μαυρομεταλικού χάρτη, αλλά ιδανικό για ν’ αράξουν τίποτε πρεζάκια σαν εμάς.

2012-Kallathon & Volahn-Disequilibrium Of The Ecliptic Plane (18)

FolderΗ ιστορία των Split κυκλοφοριών που προάγουν την κοινή συνισταμένη και πορεία του label θα συνεχιστεί με την ένωση Kallathon και Volahn. Οι πρώτοι μπαίνουν εδώ δυναμικά παίζοντας Black Metal με Raw θεμέλια που ζει σε ταχύτητες και παράξενα φωνητικά με ογκώδη σχηματισμό, σε φάσεις καγχάζουν μιλώντας δυνατά. Ο Kallathon στην δεύτερη προσπάθεια έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στα riff, τοποθετώντας τα στο πηδάλιο της μαούνας του. Από εκεί μανουβράρουν με τέχνη, σα καπετάνιος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να ξεφύγει από το φουρτουνιασμένο πέλαγος. Έτσι μετατρέπουν την επίθεση σε αρμονική πορεία με το καράβι τους να σκίζει πλέον και καθαρούς ωκεανούς. Μοιάζει στην εξέλιξη με τα καιρικά φαινόμενα που τροποποιούν τα κύματα, διαγράφοντας σταδιακά τα θαμπά χρώματα ώστε να γεμίσει φως ο καμβάς που επιμελούνται. Είναι μια θαλασσοταραχή που θ’ αντικατασταθεί από την εμφάνιση του ήλιου, μια μελωδική διαύγεια που εγκαθιδρύει νέες εικόνες του ίδιου τόπου. Αργότερα (Of Earth, Wind, Seas Of Blood And The Rhythm Of Chaos) θα έρθει το μπάσο να γεννήσει μια νηνεμία, τ’ απάνεμα σημεία αφυπνίζουν συναισθήματα που θα παραμείνουν στην κλίμακα της εσωστρέφειας, ολοκληρώνοντας έτσι μια πανέμορφη εξιστόρηση. Τα κομμάτια είναι ακόμα μεγάλα σε διάρκεια όπως και στο ντεμπούτο, μα ο τρόπος που συνθέτει πλέον ο Αμερικανικός τα κάνει ξεκούραστα με σαφή και συγκεκριμένο στόχο.

FolderΟ Volahn σε ότι κι αν κάνει μετά το ντεμπούτο, προκαλεί μετάλλαξη στο ύφος του. Είναι λες και προσπαθεί να τοποθετήσει το project σε όλες τις πιθανές εκτάσεις της Raw Black Metal πλοκής, βγαίνοντας μάλιστα και σε αχαρτογράφητα σημεία. Στο παρόν split μπορούμε να πούμε πως υπάρχει κάτι από τους παλαιούς Volahn αλλά έχει υποστεί μετάλλαξη στον ήχο της κιθάρας. Εδώ λοιπόν θα βρούμε τέσσερα κομμάτια νορμάλ διάρκειας, σε σχετικές ταχύτητες γεμάτα μελωδικά riff στο επίπεδο που επιτάσσει η concept/split διαδικασία. Ο Eduardo Ramírez δεν παίζει όμως πρόχειρα με χύμα διάθεση, αντίθετα μελετά ιδιαίτερα την σύνθεση, τον ήχο και την πορεία των κομματιών. Προσπαθεί να εξάγει φρέσκο feeling με ακαθόριστο συναισθηματισμό, σημείο βέβαια που μπορεί να είναι συνέπεια και όχι αυτοσκοπός. Τα riff του αγκαλιάζουν θερμά το θυμικό μας και μπορούν να χαρακτηριστούν χρωματικά ή καθάρια. Τα τύμπανα έχουν υπόκωφο χαρακτήρα προκαλώντας κίνηση, ενώ τα δυναμικά φωνητικά θα μας κάνουν αφήγηση σε ομοούσια κάθετη γραμμή με το ρυθμικό μέρος. Μαζί σχηματίζουν το ζόρικο τμήμα του συνόλου που θα έρθει σε σύγκρουση με τις μελωδικές κιθάρες. Ο ήχος των οποίων είναι το μυστικό όπλο του εγχειρήματος. Γιατί είναι τόσο στιλπνός λες και χρησιμοποιεί παλαιό λαμπάτο ενισχυτή, αγγίζοντας σε σημεία την γλυκάδα του surf ή ψυχεδελικού rock. Συμπερασματικά δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον αντιφατικό κράμα με μοναδική παραξενιά την ακαθόριστη αισθαντικότητα. Μουσικά μπορούμε να το χαρακτηριστούμε Usbm μόνο τυπικά, γιατί κουβαλά τόσο ξεχωριστή γεύση που μένει κάπου αυτόφωτο μεγαλώνοντας τον χαρακτήρα των Volahn. Τα κομμάτια Q’ukumatz και Tecpán είναι καταπληκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

2012-Muknal (19)

Folder

Οι Muknal έκαναν το πρώτο τους Demo με μια θαυμάσια εικαστική προσέγγιση. Βρίσκονται στα σπλάχνα της μητέρας γης και φωτίζουν με ρόδινο χρωματισμό, αποκαλύπτοντας την κρυφή γοητεία της πρώτης μήτρας. Δαιδαλώδη τούνελ και σχισμές σε βράχους ρήγματα και ρωγμές, στόμια και μελανές κοιλότητες ως θέλγητρα μυστηρίου. Η αργόστροφη Black Death στοιβάδα που θα γίνει στρόβιλος κατέφθασε. Ένα τακτοποιημένο οικοδόμημα που ενοποιεί την Death Metal κατολίσθηση με το αινιγματικό καντήλι του Black Metal. Ένα έργο που κοντεύει τη χασμωδία μα υπακούει σε μετρονόμο, έχοντας για σύμμαχους riff σα Doom ογκόλιθους και χοντρά φωνητικά που μας γνέφουν να μπούμε στην αλλοφροσύνη του, σα κακοφορμισμένος σκύλος. Η ψυχική του διάσταση σκοτεινιάζει με θαμπάδες την προσοχή μας, μεταφέροντας το ενδιαφέρον στην εσωτερική γούρνα, όπου τα riff ανοίγουν χαραμάδες μετατρέποντας τη μελανή οπή σε καταχθόνια κρύπτη γεμάτη λαμπερούς κρυστάλλους. Σα τεχνική συνάρτηση δουλεύει το ρυθμικό μέρος, κατεβαίνοντας σταλαγμίτες και πηδώντας σταλακτίτες, όπως η νυχτερίδα που στο μάτι μοιάζει με νευρικό πουλί και στο διαβήτη πάει με ραντάρ, σε τέλεια κίνηση. Ήχος βαρύς και συνεχόμενος κοντά σε νεότερους αναζητητές του πρώιμου ακραίου ήχου όπως οι Vasaeleth και Mitochondrion, αλλά γεμάτο διάθεση και πάθος για μια άρτια και πρωτόγονη αίσθηση. Gourmet Black/Death, για οπαδούς που επέλεξαν ν’ ακολουθήσουν τ’ αρούργια μέσα στο φλοιό της γης και δεν ξαναγύρισαν κοντά μας.

2012-Muknal & The Haunting Presence (20)

Folder

Αυτή ήταν η τελευταία κυκλοφορία της Crepúsculo Negro πριν μπει σε ύπνωση. Μια χημική ένωση πυριτίου και άνθρακα που σχηματίζει το καρβίδιο του Black/Death. Ένα concept split που ομογενοποιεί τις μουσικές των δυο project, λες και συνουσιάστηκαν τελετουργικά σε καταβόθρα. Ένα Us Black/Death για λεχρίτες που πάσχουν από ανθρακωρυχωλαγνεία και θα θελαν να ζήσουν σα τυφλοπόντικες μέσα στα μπετά. Να νιώθουν τους σεισμούς πιότερα και απ’ το επίκεντρο, να ηδονίζονται στους μετασεισμούς και να επιζητούν καταποντισμούς ως εξιλέωση. Οι ψαλμωδίες που υπάρχουν σε σημεία άλλωστε, μαρτυρούν τις προσευχές τους για το φρικτό μας τέλος. Από εκεί και πέρα μόνο Μπίχλα και κατραπακιές, μνησικακία και μαύρη αηδία. Με απλότητα και σοφία οι δυο μπάντες αποδεικνύουν τον ουσιαστικό στόχο των Split κυκλοφοριών: Να σφύζουν από ελευθερία εφαρμογών και να μην δείχνουν κανέναν οίκτο στους ακροατές. Γι’ αυτό σκορπίστε στο δωμάτιο το πουρί της σόμπας, καθίστε αναπαυτικά και πατήστε το play, θα ‘χει λάσπες και σκατά η φάση.

Εδώ τα πάντα μπουκώνουν για τους Muknal, τα δυο τους κομμάτια μοιάζουν να ‘ρχονται από τα βάθη του βασαλτικού στρώματος, έχοντας οργώσει γερά κάθε σπιθαμή του. Είναι μια χολοσκασμένη οργή χωρίς φτιασίδια, από σχισμές που δε θώρησαν ποτέ δράμι φωτός. Μουντάδα, φύσημα κι ένα ευαγγέλιο πηχτών τυμπανισμών με τακτική μανία. Σιαμαία επάνω τους φωνητικά που υποσκελίζουν την χοντροκοψιά της μουσικής με την δικιά τους, ουρλιάζοντας μαύρες πίκρες απ’ το βούρκο. Μερικά riff μαρτυρούν αιρετικές κινήσεις σε στρεβλό πλάνο, μα δεν είναι τίποτε άλλο από τους τριγμούς που βγάζουν οι τεκτονικές πλάκες σαν τις προσπερνούν οι μπουλντόζες της ψυχής τους. Μούργα, φούμο και γκρίζα πάχνη για τους The Haunting Presence, που ακολουθούν εκκρίνοντας θερμική ενέργεια μέχρι την υφαλοκρηπίδα. Στην ίδια ηχητική μέριμνα αλλά πιο ατακτοποίητοι μουγκρίζουν στο παχνί τους. Μέχρι να μπει το Hideous Faces Of Unknown με φωνητικά που τσουρούφλισαν απολήξεις του πυρήνα, βγαίνοντας δυνατότερα απ’ οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Εκεί βασιλεύει το μπάσο και η οργή, τύμπανα από τον πυθμένα κι ένα μάτσο σφυριά που ξεσκατίζουν το μανδύα της γης από τα πετρώματα του σκότους. Orthodox Black/Death ή στεγνά το πιο σάπιο και γοητευτικό Demo που έχετε ακούσει εδώ και πολύ καιρό…

2011-Tukaaria-Raw To The Rapine (21)

Folder

Το ντεμπούτο των Tukaaria, Raw To The Rapine, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το Split με Volahn όπου και τους γνωρίσαμε. Το Black Metal τους είναι Raw ακόμα και στον τίτλο, σχηματίζοντας πνιγερό feeling με καλό ήχο που τιμά αρκετά το δέρμα των τυμπάνων. Η λεηλασία του ακατέργαστου συνοδεύεται από φωνητικά που κραυγάζουν σε γεμάτες εκφράσεις και τείνουν ν’ αγγίξουν πολλές εκδοχές ερμηνείας. Θα φτάσουν μέχρι και μελωδικά περάσματα όπως στα Prehistoric Silence & Glorifying Atrophy (από τα καλύτερα κομμάτια του Demo μαζί με τ’ ομότιτλο και το έξοχο Transfixion). Τα riff έχουν ως βασικό στόχο την ευθυγράμμιση της ροής αλλά δεν μένουν μόνο εκεί, προκαλώντας κι άλλες ρότες που φτάνουν τη μουσική σε μερική διαφοροποίησή. Στις προεξοχές αυτές είναι εξαίσια, βγάζοντας προς τα έξω ένα project που εσωκλείει αρκετές πτυχές στην κατά τ’ άλλα αγνή και τυπική του πορεία. Η κίνησή τους μάλιστα μπορεί να μεταστρέψει ακόμα και το βασικό μοντέλο του συναισθηματικού μοτίβου, γεννώντας μελωδίες που δεν χαλούν το ύφος της Raw Black Metal μοβόρας ροής. Ο ήχος στα τύμπανα όσο και οι διάφορες χρήσεις τους, είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι του Αμερικανού. Αυτό γιατί πειραματίζεται παίζοντας με αρκετές αλλαγές χωρίς να μεταλλάσσει τη επιθετική ορδή που χαρακτηρίζει το σύνολο. Αγγίζει τόσο τις γεμάτες, ογκώδεις καλοστεκούμενες θέσεις όσο και τις γρήγορες προσπεράσεις, ενοποιώντας δέρμα και μέταλλο ισόρροπα. Μαγειρεύοντας εν τέλει ένα άκρος ενδιαφέρον ρυθμικό μέρος από την αρχή μέχρι και το τέλος, που κρατά δέσμιο τον ακροατή στη δράση του.

Προς το τέλος του 2012 η Profound Lore Records επανακυκλοφόρησε το Raw To The Rapine μαζί με όλα τα κομμάτια των Tukaaria από τα Split που έκαναν. Η νέα παραγωγή άλλαξε λίγο τη φυσιογνωμία του συνόλου, κάνοντας τη μπάντα ακόμα πιο προσιτή σε ακροατήρια που δυσκολεύει ο ήχος σιχτίρισμα. Πέραν αυτού κατάφερε και ανέδειξε ακόμη περισσότερο τ’ αξιόλογα χαρακτηριστικά του, όπως κάτι riff σε σημεία που ήταν θαμμένα και τον όγκο που του πηγαίνει πολύ.

2011-Odz Manouk & Tukaaria (22)

Folder

Η Ιεροτελεστία της πυγμής θα συνεχιστεί και σε αυτό το Split, που εμπεριέχει άλλη μια ενδιαφέρουσα ενοποίηση. Οι Tukaaria σκάνε μύτη με τρία κομμάτια από το θαμπό τους κρησφύγετο, με ήχο που τα κάνει να μοιάζουν μακρόσυρτα χωρίς να’ ναι μεγάλης διάρκειας. Για μια ακόμα φορά τα τύμπανα κλέβουν πόντους από την λοιπή διαφθορά, μαγαρίζοντας όσο πρέπει το τύμπανό μας για να τα ποθεί ασταμάτητα. Τα φωνητικά είναι μπουκωμένα στάζοντας δηλητήριο με λόγια οργής μέχρι να ξεφύγουν σε καθαρές αρθρώσεις από κούφιες γωνίες γοητεύοντας. Τα riff λυσσομανούν, μανουβράρουν και εν τέλει ανοίγουν πύλες σκορπώντας μικρές ηδονές μελωδίας. Στην επανακυκλοφορία της Profound Lore που είδαμε παραπάνω έχουν αλλάξει λιγάκι τις διάρκειες των τριών κομματιών, βγάζοντας όγκο με τα εκρηκτικά συναισθήματα να πληθαίνουν μέσα μας.

Στην πλευρά των Odz Manouk θα έρθουμε σ’ επαφή με το βαρύ τους προσωπείο, ένα Raw Black Metal που έχει αποκτήσει όγκο και μασουλά τη ταχύτητα που πλέον μοιάζει με πάχνη. Εδώ θα βρούμε δυο κομμάτια που αναμοχλεύουν ατμόσφαιρες μέσα στην πλοκή, μεταλλάσσοντας θετικά τον χαρακτήρα της μπάντας. Το νέο πρόσωπο θα βρεθεί και στις επιμέρους πρακτικές. Όπως τα φωνητικά που στη βασική τους διήγηση περιφέρονται σε λαχταριστή grim εκφορά, μέχρι να φτάσουν τις λεπτές μελωδικές φόρμες που θυμίζουν Urfaust. Αλλά και τα riff που έχουν πλέον διττό ρόλο. Από τη μια σιγοντάρουν το ρυθμικό μέρος ξύνοντας τη λεωφόρο, προσφέροντας ολίσθηση και κατ’ επέκταση ταχύτητα και από την άλλη κάνουν παράτολμα και ακαθόριστα μελωδικά σουλάτσα σε αργό φόντο. Ο Yagian φτιάχνει έντεχνα και τον ήχο στα τύμπανα, είναι λες και τα εσωκλείει σ’ ένα σύννεφο να δίνουν όγκο, επιτρέποντας την λεπτομερή ακρόαση των άλλων οργάνων. Μέσα απ’ όλα αυτά κατορθώνει ολοένα και περισσότερες διαφοροποιήσεις στα project του, καταλήγοντας να κάνει πολύ καλά κομμάτια. Σημείο που δύσκολα συναντάμε όταν το κύριο μέλημα είναι ο δρόμος της αλλαγής, αν και κάτι μου λέει πως αυτό μπορεί να έγινε ανάποδα.

2011-Nihilobstat (23)

Folder

Αυτό είναι το πρώτο Demo των Nihilobstat και ζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε instrumental εκτάσεις. Το project πέρα απ’ το ξεκίνημά του δεν υφίσταται κάνοντας live, μένοντας καλά κρυμμένο ως άσημο τέκνο πίσω από την αυλαία. Τα τρία μέλη τους έχουν ως όνομα ένα γράμμα, το μοναδικό που μας πάει κάπου είναι το γράμμα Y. (παίζει μπάσο) και παραπέμπει στον πανταχού παρόν Yagian. Εδώ θα βρούμε Raw Black Metal που όσο προχωρά φλερτάρει με Doom ξόανα και όσο κωλυσιεργεί βγάζει μυρωδιές ατμοσφαιρικών εφαρμογών. Τα riff είναι μια ήρεμη δημιουργική δύναμη που προχωρούν την διαδικασία, τα κινεί μια τάση για μελωδία αλλά και πρίμα προθέσεις. Το ύφος της μπάντας είναι ετοιμόρροπο, στο μεταίχμιο μιας παραγωγής με αρκετό φύσημα και μοιάζει σχετικά αργόστροφο. Σε σημεία το ρημαδιασμένο σύστημα θα παρεκτραπεί σε ξεσπάσματα χωρίς να μπορεί να σταθεροποιηθεί μέσα τους. Αποκορύφωμα ταχύτητας είναι το τρίτο μέρος που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με κανέναν τρόπο, εκεί μάλιστα τα riff θα βγάλουν άρωμα Rhinocervs περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι. Τα φωνητικά υπάρχουν μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο και στέκουν πολύ πίσω σε ατακτοποίητους σχηματισμούς. Η χύμα πλοκή σε συνδυασμό με τις παραπάνω λεπτομέρειες φεγγοβολά ένα παράξενο φως που μοιάζει οικείο και δελεαστικό. Σχηματίζοντας εν τέλει ένα εθιστικό Demo που μπορείς να χαθείς μέσα του σε ανερμάτιστους στροβιλισμούς. Το Nihilobstat κουβαλά κι ένα γουστόζικο εξώφυλλο που μεταδίδει δέος και τρόμο μ’ ένα σκίτσο. Η επιλογή τους είναι εξαίσια γιατί μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατορθώνοντας μάλιστα να είναι τόσο εύστοχη ώστε να μην μπορεί να θεαθεί με καμιά εκ των δυο αυτών αισθήσεων. Δίδει λιτά και κομψά στον ακροατή μια καρικατούρα ρεαλισμού για να του θυμίζει το βαθύτερο Είναι του Black Metal. Στις σημειώσεις του Metal Archives διαβάζουμε, Live rehearsal recorded in 2000 και το δεχόμαστε άμα θέλουμε, κάνοντας συνειρμούς για το πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε τότε ή αν όσα μουσικά περιγράφει τα είπε κάνεις άλλος από τότε. Απαντήσεις πολλές και διάφορες, ουσία καμία..

2011-The Haunting Presence (24)

coverΕδώ έχουμε ένα Ep έξι λεπτών που κυκλοφόρησε η πρωτοεμφανιζόμενη Shaman Of Horrors Offering, για το Live Ritual “Dolorvotre and The Haunting Presence”, στις 19 Νοεμβρίου του 2011 στο Los Angeles. Χρονικά είχε έρθει λίγο πριν από το Split με τους Muknal, το οποίο είχε κοπεί και πάλι για μια ανάλογη φάση, το West Coast Tour των δυο συγκροτημάτων. Στα μουσικά δρώμενα θα βρούμε την καθαρή ηχητική οπτική της μπάντας, χωρίς πολύ όγκο, στα στενά όρια του απέριττου Black/Death των παλαιών ημερών. Οι τίτλοι των κομματιών Post-Human Intruders, The Implementations Of Mental Torture & The Omnipresence Of Uncontrolled Darkness Devastates This Mortal Sphere είναι όλα τα λεφτά. Γενούν ακόμα και σε μια τόση δα μικρή έκφραση, το γούστο και την δεισιδαιμονία που μας προτρέπουν ν’ απολαύσουμε δεκάδες φορές τη μουσική. Στα ηχητικά χαρακτηριστικά της προσπάθειας, εδώ τα πάντα θ’ ακουστούν με λεπτομέρειες, ειδικά στα τύμπανα που είναι αρκετά μπροστά και κινούνται φασαριόζικά. Τα φωνητικά βροντούν μ’ εκκωφαντικές χασμωδίες χωρίς σταματημό, ενώ τα riff είναι σημείο του ρυθμικού μέρους οδηγώντας την ροή σε πορεία. Τέλος για μια ακόμα φορά βλέπετε ένα εξώφυλλο που κουβαλά την πρωτόλεια αισθητική, αυτή που όσο αποδομήσει κανείς το Black Metal μένει σα στάχτη κρατώντας αναμμένη τη δάδα του Underground.

2011-Various Artists-Odour Of Dust And Rot (25)

Folder

Το Odour Of Dust And Rot δεν είναι ένα απλό ένα collection, όπως τα περισσότερα Various Artists που κυκλοφορούν εκεί έξω. Αλλά μια συλλογή με νόημα και πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αν δείτε μάλιστα το Α5 booklet που συνοδεύει τις κασέτες, ίσως συμφωνήσετε ότι πρόκειται για διάδοχο του Crushing The Holy Trinity σ’ επίπεδο αισθητικής. Εδώ λοιπόν θα βρούμε σε άτακτη σειρά κομμάτια από μπάντες όπως οι Glossolalia, Absum, Tukaaria, Kuxan Suum, Nihilobstat, Odz Manouk και πέντε ακόμα άγνωστου καλλιτέχνη αλλά με τίτλο, σκιαγραφώντας πίσω τους το label Rhinocervs που λειτουργεί και ως μπάντα.

Στο περιεχόμενο οι Raw Black Metal εφαρμογές αναμιγνύουν την υπερβολή του Usbm με αλλόκοτες οργανικές θέσεις που βγάζουν άλλες μυρουδιές. Επίθεση και χάος με σκοπό το συσκοτισμό και τη λαχτάρα για ζάλη. Μεθύσι των αισθήσεων με οσμές σκόνης και σαπίλας γύρω από τις μελωδίες του γοητευτικά απόκρυφου. Αυτή είναι η μυστική κυκλοφορία της παρέας κι έχει ως όραμα τη μαγγανεία της ψυχής μας. Εδώ έχουμε μια σύλληψη στο ύφος του Worship Black Twilight αλλά με ιδιαίτερη συνοχή και τακτοποίηση. Με την ειδοποιώ διαφορά πως δεν παρουσιάζει την ιστορία του κύκλου, αλλά τη συνεχίζει στο επόμενο επίπεδο, την concept ενσωμάτωση των μουσικών του εφαρμογών.

Το Odour Of Dust And Rot είναι μια συνεκτική δουλειά που παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις εφαρμογές αλλά τις δένει με κοντινά ηχητικά σάβανα, ώστε να μοιάζουν ως μια ενιαία κι απαράλλακτη πορεία. Η σειρά των κομματιών δεν είναι τυχαία, χαρακτηρίζοντας με τις εφαρμογές κάθε μπάντας ένα συγκεκριμένο προορισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ακολουθούν την Split λογική, δηλαδή τα κομμάτια κάθε μπάντας με τη σειρά. Παράλληλα τα project αλλάζουν εδώ και το ύφος τους, δείχνοντας πως μεριμνούν για την εξισορρόπηση του περιεχομένου. Ακόμα σε όλα αυτά τα project υπάρχει ένα κοινό πρόσωπο (Yagian) που αν δεν έχει γράψει τα πάντα έχει τουλάχιστον συνεισφέρει στα περισσότερα. Απ’ όλα τα παραπάνω ορμώμενος σας παρουσιάζω τα κομμάτια σα να έγιναν από μια μπάντα, θεωρώντας πως αυτός είναι και ο στόχος τους.

Την αυλαία της πρώτης κασέτας ανοίγει το Enslave Every Star, ένα ονειρικό Low-tempo μ’ επιβλητική ατμόσφαιρα και πλοηγό τα γενεσιουργά riff που θα ξεκινήσουν μ’ ένταση και θα φτάσουν σε κλιμακώσεις. Όλα αυτά μέσα στη μουντάδα που μας προσφέρουν αξιοσημείωτα τύμπανα και ογκώδη μουρμουρητά φωνητικά, που σαν φουντώσουν αγγίζουν τους Von Goat. Στο Filth In The Light ακολουθεί μια μελωδική, μα τραχιά και πριμαριστή έκφραση που αποκαλύπτει πόσο μπορεί να δελεάζει η βρωμιά μέσα στο φως. Εδώ έχουμε ταχύτητα και δυναμισμό στα riff, ενώ τα φωνητικά ζουν σε ογκώδη σχηματισμό από το βάθος. Στο Living Graves το tempo θα πέσει για την αγνή και αχνιστή Funeral αργοπορία, που θα λάβει χώρα σε καθαρό ηχητικό περίγυρο. Τα φωνητικά κρατούν την παχιά και αργή άρθρωση μέχρι να μπουν σε φωνήεντα ψάλτη. Σαν παύση πορείας με πλοκή στέκει το Strain I ακολουθώντας την ίδια φωνητική αρρυθμία μέσα σε μελωδικές κιθαριστικές απολήξεις. Για να ξεφύγουμε από την δευτερεύουσα φωνή με τις χρωματιστές χροιές του Empty As The Prophecy, μα μη γελιέστε, αμέσως μετά θα βγουν σε ακραία έκφραση και ρυθμούς απόγνωσης. Συνοδεύονται από μια μουσική σε μελιστάλαχτη ταχύτητα που αρχίζει ν’ ανεβάζει ρυθμό μέχρι την θεσπέσια εμφάνιση των υμνικά κινούμενων ρομποτικών φωνητικών, σχηματίζοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής. Πέφτουν ιδανικά οι παλμοί στο Rhythms Of The Feast που σκεπάζει σαν intro κι έπειτα περιδιαβαίνει σε μια πολύ αντιφατική κίνηση μ’ εξαίσιο αποτέλεσμα. Είναι η μαγεία του Low-tempo που βγάζει μια ρυθμική πορεία ενώ στο εσωτερικό του τα riff χρωματίζουν με υπέροχες μελωδίες και τα φωνητικά σκούζουν την δική τους αλήθεια με αλύτρωτο μίσος. Το νευρικό τέντωμα του Profaned ζει μονότονα στη πριμαριστή ηχητική βελόνα των riff. Καταφέρνει ταυτόχρονα να γοητεύει και να ενοχλεί, είναι μια υποχθόνια μαγεία του μυαλού με σκοπό την ύπνωση των αισθήσεων. Η πρώτη κασέτα θα ολοκληρωθεί με τη θύελλα (Tempest) η οποία θα έρθει να παρασύρει το συναισθηματικό μας κέντρο με διαβολικά καθαρά και μελωδικά φωνητικά στο ύφος των Urfaust. Παράλληλα εδώ θα βρούμε κι ένα καταπληκτικό riff που ολοκληρώνει κάθε φορά τον κύκλο του κομματιού, λίγο πριν αυτά ξεκινήσουν.

Την δεύτερη κασέτα ανοίγει το χωρίο Strain II, εκεί μας ηρεμούν απλές φωνητικές αποχρώσεις και καπάκι θα μπει το καταπληκτικό Principle Of Harmonic Resonance. Θ’ ανοίξει τα φτερά του σταθερά μέχρι την φοβερή αλλαγή λίγο πριν το δεύτερο λεπτό, κι ύστερα θα επιτεθεί αιματηρά με μια πολύ ωραία riff προσπέραση εις διπλούν. Από εκεί και πέρα η πλοήγηση θα γίνει σε Black Metal φόντο και θα επαναλάβει τα δυο του μοτίβα μέχρι την ολοκλήρωση. Το εντυπωσιακό στοιχείο του θ’ αναβρεθεί στα φωνητικά του τύπου, που γογγύζουν κοντά στα γκαρίσματα γαϊδάρας που κάνει ο Yusaf Parvez στο The Plunderer των Ved Buens Ende (από το Demo τους Those Who Caress The Pale) κάνοντας τον γράφοντα να βγάζει αλαλαγμούς λατρείας. Φωτεινή πορεία μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, σκεπασμένη μαλακές κουβέρτες ενός μελωδικού mid tempo στο Traced In Absurdity, οι καθαρές και αργές riff πινελιές κάνουν την πλοκή του ένα instrumental βάλσαμο. Η επόμενη στάση αναφέρει στη ταμπέλα Strain III, εκεί θα βρούμε μονάχα riff σε δελεαστικό ήχο με μικρούς τυμπανισμούς και κάποιες φωνητικές θέσεις να γεννιούνται σταδιακά. Η επικά επιβλητική έναρξη του A Virulent Wind θα το μετατρέψει σε κράσπεδό του συνόλου, είναι ένα ξέφωτο που φυσά Raw Black Metal ούριος άνεμος, μέχρι να πιάσει μποφόρ ταχύτητας και να μας ταρακουνήσει. Εδώ τα riff παίζουν συνεχώς και το μπάσο ακολουθεί κατά πόδας, όλα βαίνουν βάση σχεδίου μέχρι το riff (4:18) που θα μας σκλαβώσει οριστικά. Η ολοκλήρωση θα γίνει με το Restless Specter απλά και σταθερά, μ’ ένα riff που κινείται σε Mid tempo ρυθμό και πολύ καθαρό ήχο. Τα φωνητικά σκούζουν σε αργές, λαχταριστές κραυγές και το ταξίδι θα ολοκληρωθεί με περίφημο τρόπο.

2012-Absum & Odz Manouk (26)

cover

Φτάσαμε λοιπόν και στην προτελευταία κυκλοφορία του κύκλου. Τελευταία χρονικά είναι το RH-14 των Rhinocervs, το οποίο θα εξετάσουμε μέσα στο 2013 μαζί με το RH-15. Σε αυτό το μικρό Split που κυκλοφόρησε η Final Agony Records θα βρούμε δυο κομμάτια. Αν δεν το έχετε καταλάβει από τον τίτλο, εδώ έχουμε έναν μουσικό που χρησιμοποιεί δυο δικά του project για να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο. Αρχικά στο The Rotting Sea των Absum κολυμπά μ’ έξαψη στην γνωστή φαιοπράσινη λίμνη. Είναι ένα μεθύσι συνείδησης γεμάτο μελωδική μούργα, ώστε να προκαλεί λαχτάρα και όρεξη στον ακροατή για συμπόρευση. Αργό σε εξέλιξη με συνεχόμενα Riff που σφυρίζουν ατέρμονα και βοηθητικούς τυμπανισμούς. Τα φωνητικά είναι τοποθετημένα πολύ προσεκτικά όπου είναι αναγκαίο για να εξυμνήσουν την σαπιοθαλασσιά. Με τους Odz Manouk εντυπωσιάζει και πάλι σε Split κυκλοφορία, αυτή την φορά με το κομμάτι The Esophagus να κινείται με χάρη σε Mid Tempo κατάποση. Φανταστείτε έναν ογκωδέστατο και αργό σκελετό που τσιγκλάει με riff σε μελωδικό τόνο. Τα οποία ξεκινούν ως χέρι που βοηθά το ρυθμικό μέρος και θα ξεφύγουν σ’ έξοχες μελωδικές γραμμές, φτάνοντας ακόμα και σ’ ένα φάλτσο solo λίγο πριν το κλείσιμο. Η ιδιαιτερότητα του κομματιού θα βρεθεί στα φωνητικά, γιατί θα πορευθούν από τη κατάφαση μιας grim φρασεολογίας μέχρι την ακαθόριστη χορωδιακή εκφορά, από τη θέση «βάθος κήπος» και όλα αυτά υπό την συνοδεία μια μουντής μεταλλικής τριβής που θυμίζει Master’s Hammer.

Tula

Επίλογος με συνολικά συμπεράσματα σε ένα τόσο μεγάλο Αφιέρωμα/Γολγοθά δεν έχει νόημα να υπάρξει. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω τα παρακάτω: Πιστεύω πως η μουσική που αναλύεται στο παρόν κείμενο θα έχει σε λίγα χρόνια την δική της ταμπέλα, μπορεί να ονομαστεί Post-Corpspaint Black Metal, Neo-Grim Black Metal, Progressive Usbm ή οτιδήποτε σκεφτεί κάποιος, μπορέσει να το πλασάρει σε πολλούς και θεσμοθετηθεί. Είναι όμως κρίμα να περιμένουν οι ακροατές τη δημιουργία μιας ταμπέλας για ν’ ακούσουν νέες εφαρμογές. Για να γεννηθεί ένα νέο υπό-είδος πρέπει να γίνουν ζυμώσεις και να υπάρξουν συνεχιστές. Από τους οποίους μόνο οι χειρότεροι μιμητές μπορούν να βάλουν tag σε μια εφαρμογή, δημιουργώντας νέο ρεύμα από την αντιγραφή που κάνουν στο βασικό πλάνο. Η ουσία λοιπόν είναι πως ο Black Twilight Circle αυτή τη στιγμή έχει πέσει στην άβυσσο κι είναι έτοιμος να ξαμοληθεί σε νέες προοπτικές ή να σβήσει οριστικά. Άρα και το καταλληλότερο χωροχρονικό σημείο για ν’ ασχοληθείτε με την συνεκτική του αισθητική, όσοι δεν το έχετε πράξει μέχρι σήμερα. Πιστεύω πως το Usbm θα βασιλέψει αυτή τη δεκαετία λαμβάνοντας την σκυτάλη από την Γαλλία των zeros, που την είχε λάβει από τη Νορβηγία των 90’s. Όποιοι κι αν είναι βέβαια οι πρωτοπόροι κάθε εποχής, το Black Metal βασιλεύει και θα βασιλεύει στο διηνεκές. Δεν ακολουθεί παράγραφος που αποδεικνύει με επιχειρήματα την υπεροχή του Black Metal απέναντι σε κάθε άλλη μουσική που γεννήθηκε ποτέ, και σκούξτε όσα μαγκούφικα λολς θέλετε.

2011-Joyless-Without Support

Posted in Μάρτιος 2011 on Νοέμβριος 28, 2011 by Plunderer

Ακόμα θυμάμαι την κριτική του Νίκου Αναστόπουλου για το ντεμπούτο των Joyless, στο τεύχος 169 του Metal Hammer, είχε πιάσει Γενάρης του 1999. Το μικρό κείμενο ήταν μια καθολική κατατρόπωση και τελείωνε με τη φράση “Please Die” και τον βαθμό 2. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από μια άλλη αρχή, οι Joyless είναι το άλλο πρόσωπο των (αγαπημένων) Forgotten Woods και ξεκίνησαν την ιστορία τους το 1996 με το album Unlimited Hate. Εκεί οι Olav και Nylon μάζεψαν το πιο περίεργο υλικό που είχαν γράψει για τους Forgotten Woods κάνοντας μάλιστα και διασκευές σε δυο κομμάτια τους, ήταν το Overmotets Pris από το The Curse Of Mankind και το Dimension Of The Blackest Dark από το As The Wolves Gather. Διασκεύασαν ακόμα το κλασσικό (Don’t Need) Religion των Motorhead και το Full Circle του Colin Towns κρυμμένο κάτω από τον τίτλο Absolute Solitude (στο collection Wild Signs Of The Endtimes έγινε απλά untitled). Η δική μου άποψη δεκαπέντε χρόνια μετά λέει πως αυτό το ντεμπούτο ήταν ότι πιο κοντινό έγινε προς τη Rock μουσική από μια Black Metal μπάντα στα πρώτα χρόνια του Είδους. Κομμάτια όπως τα Your Crystal Fragments, Bla Melankoli, Jomfrulysets Fall (κλείσιμο με κοράκια σκοτώνει) φτιάχνουν ένα μείγμα με ισόποσες δόσεις σε φως και σκοτάδι που προσωπικά απολαμβάνω κάθε φορά που έρχομαι σ’ επαφή μαζί του. Από την άλλη πλευρά του ορίζοντα, ως οπαδός του Black Metal μπορώ να καταλάβω πόσο αρνητικά μπορούσε να το δει κάποιος άλλος, στην βάση της αισθητικής, της ιδεολογίας αλλά και άλλων οπτικών θέασης που ενδεχομένως να έχει. Κάθε άποψη είναι σεβαστή και εξάγει συμπεράσματα, αλλά είναι πάντα θετικό να έχουμε την δική μας.

Από εκεί και πέρα ξεκινά η δεύτερη εποχή της μπάντας με τους Νορβηγούς να έχουν πλέον κατασταλάξει ότι οι Joyless μπορούν να βγουν εντελώς από τα τείχη του ακραίου ήχου κάνοντας αυτό που ήθελαν πραγματικά. Δηλαδή, να σκάψουν ένα χωράφι και να καλλιεργήσουν μέσα σε αυτό μια μουσική μελαγχολία με την Rock αύρα σαν γεωπονικό εγχειρίδιο. Το νέο δρομολόγιο των Joyless ξεκίνησε με το Blue In The Face Ep το 1998 και ολοκληρώθηκε ένα χρόνο αργότερα με το δεύτερο full-album Wisdom & Arrogance. Ίσως την πιο ολοκληρωμένη αλλά σίγουρα την πιο δυναμική τους προσέγγιση, σε μουσικά μονοπάτια εκτός Black αλλά εντός Metal. Κι όμως οι Νορβηγοί πέτυχαν τότε αυτό ακριβώς που είχαν κατά νου και μάλιστα με τρόπο που μαγνητίζει τον ακροατή εκθέτοντας άλλους προβληματισμούς και διαφορετικό συναισθηματικό περιεχόμενο, μια τουλάχιστον περιήγηση στον τόπο που ζουν σε αρμονική διαμάχη η Σοφία με την Αλαζονεία θα ήταν καταδεκτική. Η μπάντα στα zeros έκανε παύση και μετά το rehearsal (ηχητικά) split με τους τρελούς του χωριού Woods Of Infinity σιώπησε. Ουσιαστικά έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τα late zeros να φτιάξουν τις ζωές τους για να οργανωθούν και να μας δυστυχήσουν εκ νέου με νέες προοπτικές στο ύφος τους. Αυτό τελικά έγινε το 2009 που μας έστειλαν από το πουθενά τρία Splits και ένα Compilation, για να μην ξεχνιόμαστε. Τίποτε δεν είχε αλλάξει, αντίθετα σε πολλά σημεία έβγαζαν ολόκληρο το μελαγχολικό τοπίο μέσα σε λίγα λεπτά ενός κομματιού. Οι Νορβηγοί γνώριζαν πάντα πώς να συγκινούν τον ιδιότυπο ακροατή τους, για του λόγου το αληθές ακούστε το Split με Urfaust και την κομματάρα The Adorn Japetus ή περιμένετε να το βρείτε στο φετινό πόνημα με καλύτερο ήχο.

Έτσι κάπως φτάνουμε στο σήμερα και το τρίτο Full-album που φέρει τον πολύ αληθινό σε αστικό επίπεδο τίτλο Without Support. Η εταιρεία που το κυκλοφόρησε είναι η Ván Records, που μοιάζει να γίνετε νέα δύναμη υπογράφοντας πολύ προσεκτικά μπάντες από τον ακραίο χώρο και όχι μόνο. Βέβαια οι Joyless δεν μπορούν πια να λογίζονται ακραία μπάντα, όχι δηλαδή ότι έπρεπε να λογίζονται και μέχρι σήμερα. Η μουσική των Νορβηγών παλινδρομεί σε μελαγχολικά τοπία φτιάχνοντας ένα μείγμα που συνδυάζει τον κλασσικό ήχο μιας παλιάς Βρετανικής Rock μπάντας με πολλά κιθαριστικά πλάνα της σύγχρονης ανεξάρτητης σκηνής και άπειρες μοναχικές πλεύσεις στον ορίζοντα. Εδώ μια μικρή παρένθεση, τα music genres που κατασκευάζουν οι θαμώνες του Metal Archives μερικές φορές προκαλούν μπέρδεμα όπως ας πούμε το λεγόμενο Depressive Rock στο οποίο εντάσσουν και τους Joyless. Κατά την γνώμη μου είναι απλά ένα ανύπαρκτο κατασκεύασμα μιας random επεξήγησης. Αυτό βέβαια συμβαίνει κατ’ ανάγκη και όχι ουσιαστικά, οπότε εντάξει για να συνεννοηθούμε σε msn επίπεδα επικοινωνίας μπορούμε να λέμε και χαζομάρες ξέρω-γω. Δεν είναι όμως για παρουσίαση μιας δουλειάς τέτοιες απλοϊκές ενοποιήσεις λέξεων.

Αυτό το αναφέρω μιας και μετρά ιδιαίτερα στην περιγραφή του Without Support, αφού εδώ έχουμε ένα πολύ ανομοιογενές σύνολο. Οι Νορβηγοί πέρα από το Rock πέπλο με την άπονη μεμβράνη κάνουν βήματα προς κάποιες χαρούμενες θέσεις και ζουν εκεί για λίγο, οι άξαφνες αλλαγές μουσικά κάνουν όμως παράξενη την επικοινωνία τους μαζί μας. Κατά συνέπεια μέσα στην ουσία αυτού του λεγόμενου «Depressive Rock» ξαφνικά σκάνε μια Heavy/Doom=Stoner αλητεία και σε παρασύρουν σαν απόρριμμα στο επόμενο κομμάτι. Εκεί όμως σε περιμένει μια άλλη μικρή τρέλα γιατί ενώ πιστεύεις ότι ξέρεις τι περίπου θα βρεις, οι Νορβηγοί κάνουν πλάκα αρπάζοντας το μπάντζο και τη φυσαρμόνικα για country καταστάσεις, πετώντας ακόμα και τον υποψιασμένο ακροατή στα σχοινιά της άλλη μεριάς του ρίνγκ. Σε φάσεις είναι μάλιστα τόσο κοντά στην παράδοση, που αρχίζεις να πιστεύεις ότι το Tennesse δεν μοιάζει δα και τόσο μακριά από τα Etne & Ølen. Είναι αλήθεια πως όλο αυτό ευκολότερα ξενίζει παρά γοητεύει τον ακροατή, ωστόσο προσωπικά το βίωσα σαν ένα ιδιόμορφο feeling λες και ξεπήδησε από ακαθόριστη χρονικά εποχή και απευθύνεται σε έναν τέτοιου τύπου ακροατή. Έναν άνθρωπο που μοιάζει περισσότερο με ταξιδιώτη σε αστικό καραβάνι παρά με κάποιον γνωστό και οικείο χαρακτήρα. Το παράδοξο είναι πως πέραν του άνωθεν συμπλέγματος εδώ θα βρούμε μια εξαίσια ηρεμία που εκπέμπουν τα φωνητικά της Ida Hellebø κάνοντας βόλτες σε καταστάσεις που έχουμε περάσει ή ακόμα καταφέρνοντας και να μας εκνευρίσει αφόρητα με κάποιες παιδικές χροιές (Trilobite αλλά και αλλού). Όπως και να ‘χει το Journey κλείνει το album που κάποιοι περιμέναμε πολλά χρόνια παιχνιδίζοντας πανέμορφα μαζί μας, σε μια βόλτα στην προβλήτα. Οι Joyless ξεπέρασαν τον σκόπελο της ύπαρξης που εδω και μια δεκαετία αχνόφεγγε πολύ μακριά από τα γεγονότα, δεν μπορώ να ξέρω τι μας επιφυλάσσουν στο μέλλον αλλά υποθέτω πως πλέον θα είναι ζωντανοί σε μια εποχή που λογικά μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο τέλος όσων αγαπήσαμε.

Το βίτσιο να παρακολουθώ σθεναρά κάθε μπάντα που έπαιξε Black Metal και την έκανε από το μαντρί μου συνέβη μετά την αλλαγή των Ulver. Γεγονός που πιθανολογώ να εκφράζει και άλλους εξ ημών, όπως και να έχει όποιος μπει εδώ και δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία είναι πιθανότερο να βγει στο καπάκι, αλλά επειδή η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία παίζει και το άλλο που λέει μια διαφήμιση «και αν σου κάτσει?»…

2011-Necros Christos-Doom Of The Occvlt

Posted in Μάρτιος 2011 on Μαΐου 18, 2011 by Plunderer

Στα early zeros οι Γερμανοί Necros Christos έκαναν τα πρώτα τους βήματα παίζοντας ένα Black/Death στα χνάρια των Beherit, Archgoat, Goatlord. Η μπάντα έμεινε στον underground παράκυκλο για μια πενταετία κάνοντας demo, Ep και splits (τα dvd δυστυχώς δεν τα έχω δει για να έχω άποψη) με σωστό momentum και το ανάλογο feeling σε ατμούς και λασπερό ήχο. Έπειτα ήρθε το Triune Impurity Rites του 2007, ένα ιδανικό ντεμπούτο που ανέβασε τον πήχη τόσο μουσικά όσο και στο επίπεδο του concept και της αισθητικής, καταφέρνοντας να εντυπωσιάσει μερίδα ακροατών κάνοντας ακόμα πιο γνωστή την μπάντα. Από τότε πέρασαν τρία χρόνια οι Γερμανοί μπήκαν και στην Van Records και φέτος επιστρέφουν με μια δουλειά που εμπεριέχει όλα όσα περιμέναμε και ίσως κάτι παραπάνω.

Το Doom of the Occult είναι όνομα και πράγμα, αφού η Occult αισθητική πλημυρίζει το album από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η πρώτη μας επαφή θα γίνει με το εκπληκτικό εξώφυλλο, που είναι μια λεπτομέρεια από τον πίνακα του John Martin “The Destruction of Sodom and Gomorrah” έπειτα με τους (Black Metal meets Βλαχόbrutal αφέλεια) στίχους και τέλος με τις φωτογραφίες των Γερμανών να ποζάρουν με στολή που φέρει το χρυσό σιρίτι της ιεροσύνης μεν αλλά και γυαλιά ηλίου δε. Σε αυτό το σημείο πρέπει ν’ αναφέρω πως σε όλο το πρώτο κύμα του λεγόμενου Black/Death ή και Occult Death οι μπάντες άσχετα με το μουσικό και στιχουργικό τους μέλημα πόζαραν στις φωτογραφίες με απλό metal image ή ακόμα και με απλοϊκά χαλαρό attitude.

Πέρα από τα συν αυτό, το Doom of the Occult εμπεριέχει μουσική και μάλιστα αρκετή χρονικά και ιδανική ποιοτικά. Αρχικά όπως και το ντεμπούτο είναι χωρισμένο σε 23 κομμάτια, τα οποία με την σειρά τους είναι χωρισμένα σε δυο μέρη. Έτσι έχουμε τα 14 instrumental intros των κομματιών χωρισμένα στα Temples (8+το ΙΧ:99) καθώς και τα Gates (5) και έπειτα τα εννιά metal κομμάτια. Στα instrumental intros θα βρούμε πληθώρα συμμετοχών και ηχογραφήσεων, αυτό που αρκεί να σημειωθεί εδώ είναι τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν ενωτικά και προέκυψε ένας ανατολίτικος και μυστηριακά ιερουργικός ήχος. Αυτά λοιπόν είναι: Flute, Setar, Qanun (είναι αυτό που θα σας θυμίσει τον ήχο του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά) και το κλασικό καθολικό Organ (λογικά η Chapel version), στο booklet υπάρχει ακόμα αναφορά και στην the Christ Church Choir of Berlin από την οποία προέρχονται τα χορωδιακά μέρη. Παράλληλα μπορείτε ν’ ακούσετε και τους Ra Al Dee Experience, project του Mors Dalos Ra, που κάνουν μουσική σε κοντινά με τα intros πλαίσια, δηλαδή κάτι σαν Acoustic Oriental Occultism & Temple Music. Στο βασικό μουσικό σκέλος του album θα βρούμε εννιά συνθέσεις κοντά στο Black/Death που βρίθουν αργόσυρτα μέρη και αβυσσάλεα φωνητικά ενώ ελίσσονται έντεχνα μέσα από full metal solos, τα οποία σημειωτέον βρίσκονται περασμένα και στο booklet (μαζί με τον εκτελεστή τους) ανάμεσα στους στίχους, θυμίζοντας μας παλιές καλές εποχές.

Στην ενοποίηση των παραπάνω βρίσκουμε την επιτομή του Occult Black/Death όπως μας το παρέδωσαν μπάντες σαν τους Master’s Hammer, Morbid, Root, Mordor. Είναι μια μουσική δύναμης που εκφράζει το αποτρόπαιο, τον θάνατο και τα μυστήρια του, την φιλοσοφία του Ψόφου αλλά και Αυτόν τον ίδιο. Οι Γερμανοί μέσα από τον μερισμό της μουσικής τους κατάφεραν να ψηλαφίσουν το συναισθηματικό κενό του Death Metal, την καταχνιά του Black Metal και να προεκτείνουν για να τέμνουν τις πλευρές τους επάνω στο μελωδικά γλαφυρό προσωπείο της τελετουργίας. Αυτό που πράττουν μοιάζει σαν μια κοφτερή ακίδα που κεντά πάνω σ’ ένα μνήμα το κτηνώδες και το αέρινο, σχηματίζοντας ένα εξαιρετικό διακοσμητικό πλέγμα. Το αρχέγονο ένστικτό των δυνάμεων που ζουν πέρα και μακριά από τον άνθρωπο πορεύεται παράλληλα με το μυστικιστικό πλάνο της εν κρυπτό αναζήτησής του, μια λιτανεία που φτάνει στην ένωση των διαστάσεων, την θέαση. Ένας τέλειος μουσικός κύβος που περιλαμβάνει το ακραίο Doom/Death, τις απόλυτα εναρμονισμένες Heavy εκρήξεις/ελεύσεις/πλεύσεις, το Black Metal σαν υπόκωφη αύρα και τελος ως χρυσόσκονη, την ταξιδιάρα αύρα των ανατολίτικων και μεγαλοπρεπών intros.

To Doom of the Occult είναι ένας δυνατός παφλασμός που μεταφέρει άπταιστα αρχαίες εικόνες, δαίμονες και ιερά μέγαρα, καταποντισμούς και μυστήρια. Τελειώνοντας θα πρέπει να πάμε λίγο πιο πέρα από τον μουσικό χαμό, τα total Kvlt χρυσά γράμματα του logo και την παρουσίαση της μπάντας ως «the 4 archpriests giving praise & audiomantic worship unto the grand temple of Necros Christos» για να βρούμε και να κρατήσουμε ως άποψη το γνωμικό του Μενάνδρου, που αναγράφεται στο θολωτό του ναού στην κεντρική φωτογραφία του Booklet.

ΟΝ ΟΙ ΘΕΟΙ ΦΙΛΟΥΣΙΝ ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙ ΝΕΟΣ

2011-LIK-The Second Wind

Posted in Μάρτιος 2011 on Μαΐου 1, 2011 by Plunderer

Η Σουηδία είναι μια από τις χώρες που στα zeros πολλαπλασιάστηκαν οι καλές Βlack Μetal μπάντες. Οι LIK είναι μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις και ξεκίνησαν την πορεία τους το 2003 με το Må Ljuset Aldrig Nå Oss Mer. Εκεί χειρίστηκαν το «τυπικό» αξιοπρόσεκτα με ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα και περίεργες πορείες σε mid tempo περάσματα. Αργότερα στο Besvärtade Strofer του 2005, έδειξαν πως είχαν και άποψη με προτάσεις στον ήχο ενώ το περιεχόμενο απέκτησε και μια παραπάνω αφηγηματικότητα. Η καλύτερή τους όμως κίνηση ήταν το τρίτο Lekamen Illusionen Kallet του 2007, που πέτυχε να κινηθεί σε πιο παραδοσιακά πλαίσια, αγγίζοντας την αισθητική των Isengard και εξάγοντας ιδιαίτερο feeling. Ο Graav είναι το κύριο πρόσωπο πίσω από την μπάντα και έχει στελεχώσει τους LIK ανά περίοδο με διάφορους γνωστούς και φίλους. Μάλιστα αν δει κάνεις τα μέλη και τις συνεργασίες θα βρεθεί μπροστά σε μια παρέα από μπάντες όπως οι Armagedda, Lönndom, Whirling, Sorgeldom αλλά και οι Leviathan (οι Σουηδοί, μην τους μπερδέψετε με τους Leviathan του Wrest) που κατά καιρούς μας επισκέπτονται με album που χρίζουν προσοχής και ακρόασης.

Το φετινό τέταρτο Full-length των Σουηδών θέλησε να ενοποιήσει μουσικές που εκ πρώτης μοιάζουν διαφορετικές. Έτσι, οι συνθέσεις γεννούνται μέσα από ένα rock πρίσμα που κρατά τις Black θέσεις και τις Folk αποχρώσεις για να στολίζει διακοσμώντας. Στις πρώτες λέξεις που αναφώνησα αφού ξεροκατάπια, ήταν ότι ο Graav φώναξε τον Glen Danzig και τον Carl McCoy να τζαμάρουν. Σε όλο το album κυριαρχεί το mid tempo στήσιμο με την rock αισθητική να φέρει μια δόση country μαγκιάς και μια goth rock υποτονικότητα, καθώς επίσης και μια κρυφή Motorhead αύρα σαν πούδρα για να μορτέψει λίγο περισσότερο. Πάνω σε όλο αυτό πατά ο Graav για να εκφραστεί με φωνητικές αποχρώσεις κοντά στον τρόπο των δυο παραπάνω, ή να παίρνει το ύφος του Peter Steele ως και του Adrian Hates. Ωστόσο δεν ξεχνά τις grim αναφορές (The Delusionist, Insjunken) όσο και την Folk στα χνάρια του προηγούμενο album (Ed Ånger) ακόμα στο Death Breeder θα βρούμε και Fisherικές αναφορές. Μουσικά το κύριο στοιχείο που βοηθά το The Second Wind ν’ αναπτυχθεί είναι οι κιθάρες από τα riff μέχρι και τις λεπτομέρειες του ήχου τους. Αυτό συμβαίνει γιατί οι συνθέσεις είναι λίγο πολύ ίδιες, χωρίς να εμπεριέχουν αλλαγές στον τρόπο ανάπτυξης, οπότε τον εκφραστικό ρόλο θα πάρει η κιθάρα απλώνοντας το σύνολο για να φτάσει μέχρι και τον περίπατο του ομότιτλου. Ακόμα όταν φτάσετε στο δεύτερο λεπτό του Ed Ånger και σας θυμίσουν κάτι αρκετά οικείο, βάλτε λίγο ΤΡΥΠΕΣ και θα βρείτε τον ίδιο ακριβώς ήχο. Το album έχει μια τάση να σε ναρκώνει και αυτό σημαίνει ότι πλέει έχοντας μια σχετική ρευστότητα παρά τον τυπικό δρόμο που ακολουθεί. Η ατμόσφαιρα του βγάζει μια road trip κατάσταση αρκετά μελαγχολική αλλά δεν αποκτά μεγάλη φόρτιση κάνοντας έτσι μη συγκεκριμένη ή αν θέλετε ασταθή την συναισθηματική του πορεία. Ίσως όλο αυτό να προκύπτει λόγω των αρκετών αντιφατικών μουσικών που ενοποιεί, εντούτοις είναι πιθανό με αρκετές ακροάσεις ν’ ανοίξει σταδιακά χαραμάδες και να βγάλει feeling.

Αν και αρχικά μου έκανε μεγάλη εντύπωση η μουσική πορεία του The Second Wind βάζοντας το κάτω από το μικροσκόπιο είδα πως είναι η λογική συνέχεια των LIK σε μουσικό επίπεδο. Με την έννοια ότι τα περισσότερα απ’ όσα θα ακούσετε εδώ υπήρχαν ως διακοσμητικά στα τρία προηγούμενα album. Από εκεί και πέρα όσο περίεργο και αν μοιάζει αυτό το Bum Goth Black Rock, όσο περίεργο και αν είναι το mood που εξάγει, τόσο έχει ενδιαφέρον ν’ ασχοληθείς μαζί του και όπου σας βγάλει.