Archive for the Οκτώβριος 2011 Category

2011-Throne Of Katarsis-Ved Graven

Posted in Οκτώβριος 2011 on Δεκέμβριος 7, 2011 by Plunderer

Είναι γεγονός πως μέσα στα zeros η Νορβηγική σκηνή έχασε την αίγλη της. Ο πιθανότερος λόγος που συνέβη αυτό ήταν ο κορεσμός μιας σχετικά απλής μουσικής εφαρμογής από επίδοξους συνεχιστές της «Ιδέας» εντός και εκτός Σκανδιναβίας. Για κάθε μουσική που πορεύεται μέσα στον χρόνο φτάνει κάποτε η λεγόμενη κρίσιμη μάζα. Έτσι και στο Black Metal υπήρξε ένα δεδομένο χρονικό σημείο που τα κάποια ακόρντα και τα κάποια riff παραπαίχθηκαν. Είναι μια κατάσταση που ίζηματοποιεί την παγωνιά μέσα στο μείγμα της κρύας θαλπωρής, κάνοντας τον χειμώνα του Black Metal που μας παρουσίαζαν να μοιάζει κάλπικος. Όλο αυτό το μιμητικό πνεύμα είχε την δύναμη ως και να γελοιοποιήσει τους ηγέτες του Είδους. Πάλι καλά αυτό δεν το κατάφερε, αλλά με τον έναν ή το άλλον τρόπο ώθησε σιγά σιγά τους Μεγάλους Παλιούς να παραμερίσουν ή να χρησιμοποιήσουν το προσκήνιο εμπορικά. Το αξιοπερίεργο σε όλη αυτή την ιστορία είναι πως όλοι όσοι αγάπησαν την «Ιδέα» και θέλησαν να την εκφράσουν με τον δικό τους τρόπο, παραλίγο να γίνουν από πιστοί ακόλουθοι οι δήμιοί που θα την αποκεφάλιζαν. Πάραυτα οι ακόλουθοι δεν είναι μόνο οπαδοί που γίνονται επίδοξοι μουσικοί αλλά και οπαδοί που γίνονται καλοί μουσικοί και τελικά πιστοί στρατιώτες. Κάποιοι εξ’ αυτών μετά την σχετική αποστρατιωτικοποίηση των Παλαιών λαμβάνουν στις μέρες μας το βαθμό του λοχία, με καθήκον την προάσπιση της «Ιδέας» και την διακήρυξή της μέχρι το πιο μικρό και μακρινό χωριό.

Κάπου στα Mid zeros λοιπόν γεννιούνται οι Throne Of Katarsis μ’ ένα Demo που εξηγεί περιεκτικά τι σημαίνει να γνωρίζεις την «Ιδέα» και να θέλεις να την προασπίζεις μέσα στο Black Metal σου. Ήταν τρία μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια με αδιάκοπη εφαρμογή αναρριχητικού riffing και αρκετά κοψίματα σε μελωδικό Low Tempo, που έντυναν με παγανιστικές μελωδίες.  Το ντεμπούτο του 2007 με τίτλο An Eternal Dark Horizon ήταν ταγμένο στις παραπάνω εφαρμογές για ν’ απολαύσουμε περισσότερο τα Vicotnik meets Attila γκαρίσματα γαϊδάρας του Helgesen. Τα δυο κομμάτια του Demo μέσα στο full-length απέκτησαν μια επαγγελματική διάσταση, ενώ το περιεχόμενο μπορεί να θέτει όσα ήδη γνωρίζουμε σαν καλό σαμπουάν 5 σε 1, λαμβάνοντας στοιχεία από τους Mayhem, Darkthrone, Gorgoroth, Taake και άλλους Παλαιούς Νορβηγούς μέσα στις δικές τους μπαγκέτες και χορδές. Η θέση τους είχε μια προοπτική αλλά κυρίως έσφυζε από όρεξη για έκφραση, δημιουργώντας τελικά για τον ακροατή της «Ιδέας» ένα απολαυστικό γεύμα. Το δεύτερο βήμα Helvete-Det Iskalde Mørket που έγινε το 2009 διέπουν και πάλι οι ίδιες αξίες. Ο ήχος εκεί απέκτησε λίγο μεγαλύτερο βάθος βγάζοντας δύναμη, ενώ υπάρχουν ακόμη τα στοιχεία που σου μένουν στο μυαλό πράγμα σπάνιο γι’ αυτή τη μουσική. Βέβαια όπως πάντα συμβαίνει οι Throne Of Katarsis υστερούν σε πρωτοτυπία ή αν το θέλετε αλλιώς, εμβαθύνοντας τόσο πολύ στην «Ιδέα» το περιεχόμενο μοιάζει με σουβλάκι χωρίς κρεμμύδι. Σίγουρα δεν έχουμε εδώ κάτι ουσιώδες, αν το ουσιώδες σημαίνει άλλες θέσεις και νέες οπτικές, έχουμε όμως ένα ευθύγραμμο Black Metal που θα μείνει στα κεκτημένα της «ιδέας» προσπαθώντας να μας τ’ αναδιατάξει.  Αν είχαμε διαφοροποίηση σε σχέση με το πρώτο βήμα βρισκόταν στο feeling που μπορείς να το πεις πιο απλωτό και καλύτερα μελάτο.

Φέτος λοιπόν έχουμε και τρίτο album από τους Throne Of Katarsis, δυο χρόνια μετά το δεύτερο όπως μας έχουν συνηθίσει να κάνουν full-length κάθε μονό έτος (δηλαδή επόμενο το 2013). Η παρέα με τον μεγάλο Sanrabb (Gehenna) μόνιμο πλέον μπασίστα έβαλε όλα τα παραπάνω στο σκουριασμένο της ζύγι και αποφάσισε να κάνει μικρές καινοτομίες. Μάνι μάνι θα βρούμε δυο, αρχικά στην αισθητική μετέτρεψαν το ασπρόμαυρο εξώφυλλο σε μαυροκόκκινο και έπειτα στα κομμάτια που μίκρυναν λίγο σε διάρκεια και έγιναν περισσότερα στο σύνολο (το οποίο ισοδυναμεί με περισσότερες ιδέες στα riff). Το ερώτημα που μένει ν’ απαντηθεί είναι αν κατάφεραν να γράψουν ευδιάκριτα και καλλιγραφικά μια νέα μαύρη σελίδα, αν κατάφεραν να φυσήξουν κολασμένα χνώτα στο παχνισμένο τζάμι. Ο τάφος (Ved Graven) άνοιξε και μέσα του θα βρούμε το γνωστό μίνιμαλ μοτίβο της αδιάκοπης επαναληψιμότητας με τις ταχύτητες του ρυθμικού και την μελωδικότητα στα riff, τα πνιχτά φωνητικά αλλά και τ΄attilίσια. Μέχρι να στρίψει σε καμιά δύσκολη στροφή και ν’ αμολήσει μελωδικά riff μέσα στην ησυχία κάνοντας διάλλειμα μέχρι να βάλει και πάλι την πέμπτη ταχύτητα. Όμως φέτος δεν έχουμε μόνο αυτού του τύπου την σύνθεση αλλά και μια άλλη, είναι μια κάθοδος σε low-tempo καταστάσεις για μια κατραμένια όψη. Αυτή δεν θα πάρει πάνω της μοναχά κάποιες στιγμές αλλά και κομμάτια ολόκληρα, όπως τα Av Dypets Kulde και Åpne Alle Sår που στάζουν μυστήριο άρωμα. Αν το Ved Graven έχει ένα ατού και συγκριτικά με το παρελθόν της μπάντας αλλά και για το παρόν του Black Metal είναι σίγουρα ο κάπως σάπιος ήχος του. Θα έλεγα πως μοιάζει σα να έχουν ηχογραφήσει πίσω από ένα λεπτό πέπλο ομίχλης. Σα να έχει πάει λίγο πιο πίσω το κολαστήριο που πάντα κεντούσαν, μοιάζοντας ότι εκπέμπουν με δυσκολία έξι πόδια κάτω από τη γη, στον ανοιχτό τους τάφο.

Οι Throne Of Katarsis άνηκαν ως σήμερα σε μια νοητή εξωτερική στιβάδα της Νορβηγικής σκηνής μαζί με άλλους πολλούς. Παράλληλα δεν μπορώ να πω πως διέκρινα μέσα τους αρχηγικές ικανότητες μακροπρόθεσμα. Όπως όμως πάντα συμβαίνει οι περισσότεροι μουσικοί θέλουν ν’ ανέβουν τα σκαλιά της δόξας και το παλεύουν όλο και περισσότερο. Ακόμα είναι σημαντικό πως έχουμε εδώ τον Sanrabb, έναν ικανότατο μουσικό που ανήκει στους Μεγάλους Παλαιούς. Η αλήθεια είναι πως δεν είδα να παρεμβαίνει συνθετικά, βέβαια δεν έχω πληροφορίες για το ποιος γράφει τα κομμάτια και δεν μπορώ να σας το πω με σιγουριά. Η συμμετοχή του όμως σαν απλού μπασίστα, αν δεν έχει κανέναν από τους άλλους ξάδερφο, μου μοιάζει κάπως και με παλιμπαιδισμό. Συμπερασματικά οι Νορβηγοί δεν έκαναν ακόμη τόσα πολλά εν συγκρίσει με τους προπάτορές τους. Αν όμως ρίξουμε μια κριτική ματιά στις κινήσεις και των μεν και των δε στα τελευταία χρόνια, θα έρθουμε κατάφατσα με μια περίεργη πραγματικότητα. Είναι αλήθεια πως κάποιοι νέοι παίζουν καλύτερα από τους Παλαιούς στο σήμερα, όχι διαχρονικά αλλά στο εδώ και το τώρα, μέσα σε αυτούς του νέους ανήκουν εύκολα και οι Throne Of Katarsis. Έτσι νέα ερωτήματα θα προκύψουν. Είναι άραγε το Black Metal μια ιστορία που η διαδοχή μπορεί να υπάρξει? Όπου ο ταλαντούχος νέος θα πάρει την θέση του Βετεράνου? Υπάρχει ταλέντο και ιδεολογία στους νέους αλλά και τους ακόμη πιο νέους που θα έρθουν για να μας συγκινήσουν, όπως έκαναν κάποτε οι πρόγονοί τους? Αν σε αυτά τα ερωτήματα απαντήσουμε θετικά, τότε το Black metal μπορεί να αισθάνεται υπερήφανο μιας και θα είναι το μοναδικό από τα βασικά παρακλάδια του Heavy Metal που το έχει καταφέρει.

Advertisements

2011-Wormspit-Rehearsals 2004-2008

Posted in Οκτώβριος 2011 on Νοέμβριος 17, 2011 by Plunderer

Οι Αθηναίοι Wormspit ξεκίνησαν την πορεία τους με το Demo Today Dirty, Tomorrow Dirt το καλοκαίρι του 2004. Όσοι τυχεροί το άκουσαν μας μιλούσαν εδώ και χρόνια με κολακευτικά λόγια για την μουσική του κατεύθυνση, την άρρωστη οπτική και την σαπίλα του feeling. Ο τρόπος που οι ίδιοι περιέγραφαν το μουσικό τους μονοπάτι ανέφερε «Necro Old School Black Metal combined with Dodheimsgard, Satyricon and Ved Buens Ende influences. Creating a unique bitter and harsh sound». Αυτό που εκπέμπει το Demo, ήταν μια στυγνή δύναμη που έβγαινε μέσα από ένα λαγούμι με αχνιστό Black metal, φέροντας ιδέες που σου μένουν στο μυαλό και πολύ εκφραστικά φωνητικά. Από εκεί και έπειτα η μπάντα συνέχισε την μοναχική της πορεία στον σκουληκιασμένο λάκκο του underground απ’ όπου προήλθε, έρποντας αργά και βλαστημώντας νέα κομμάτια ανά διαστήματα. Από τις μέρες εκείνες πέρασαν τελικά χρόνια μέχρι την φετινή αφύπνιση. Οι Wormspit δεν κάνουν όμως ντεμπούτο full-length, αλλά παρουσιάζουν σε μια συλλογή, που θα βρείτε free μέσω του blog τους, το υλικό που πρόβαραν την τετραετία 2004-2008.

Όλα ξεκινούν σ’ ένα λαχταριστό μπουφέ με φαγητό δεκαετίας, πάνω του ζουν και διασκεδάζουν τεράστιοι σκώληκες που το στηλιτεύουν με μανία. Η μπάντα δεν άλλαξε διόλου την πορεία της επιτείνοντας στο μέγιστο βαθμό την βασική επιρροή σε ήχο και οπτική δράσης. Το οποίο σημαίνει πως τοποθέτησε ψηλά στο εικονοστάσι του προβάδικου τα Demo των Thorns, αναγιγνώσκει ακόμη σαν ευαγγέλιο τους Dødheimsgard και κοιμάται με τους Satyricon του Rebel Extravaganza κάτω από το μαξιλάρι. Ο τρόπος που επέλεξαν να κινηθούν συνθετικά δεν σχετίζεται με τη μελέτη και περεταίρω ανάπτυξη της intelligent ή Avant Garde κοσμοθεωρίας. Αντίθετα η αφετηρία των Rehearsals είναι ένα Black Metal άκρως πωρωτικό, άρρωστο, κατακίτρινο από τον ίκτερο, με ήχο πνιχτό, μουντό, κακισμένο, που αρέσκεται να κρατά το ρυθμικό μέρος σε μια αδυσώπητη επανάληψη, μια ατέρμονη συνέχεια που μαστίζει τον εγκέφαλο του ακροατή σα να βιώνει το μαρτύριο της σταγόνας, με μια μικρή λύπη απέναντί του, που θ’ αποκρυσταλλωθεί στα κομμάτια σαν μελαγχολική κρούστα. Η διαφοροποίησή βρίσκεται στον ρόλο και τις προοπτικές της κιθάρας, εκεί είναι που οι Wormspit εκκολάπτουν τη μαγεία. Η βάση του riffing μοιάζει οικεία, είναι μια γνωστή στριφνή μελωδικότητα, μια θέση που σε καταπίνει σαν κινούμενη άμμος με riff που τρυπούν τα μηλίγγια εκπέμποντας πίκρα και αποτροπιασμό. Παράλληλα εφαρμόζουν πολλές ιδιαίτερες θέσεις ικανές να διακλαδώνουν το περιεχόμενο κάνοντας ξεχωριστούς δρασκελισμούς στο ίδιο ηχητικό μοτίβο. Χαρακτηριστικό πλουραλισμού είναι και οι δευτερεύοντες ρόλοι που θα επιδείξουν γαρνίροντας τη διαδικασία, χαλιναγωγώντας εν τέλη το μαγνητικό πεδίο των κομματιών. Ο ήχος τους είναι σταθερός προσελκύοντας επιρροές αλλά κρατά χαρακτήρα προσομοιάζοντας κάθε κίνηση στο συνολικό αποτέλεσμα χωρίς καμιά ανατροπή της συναισθηματικής πορείας. Στα φωνητικά θα βρούμε μια υπέροχη άθροιση της πικρής γλώσσας του Satyr, της μανίας του Aldrahn και της πληθωρικότητας του Mikko Aspa, κολασμένα κινούνται αδιάκοπα στο ίδιο μοτίβο στάζοντας πορφυρό δηλητήριο με τρόπο αγέρωχο και μοχθηρό, τραβώντας απότομα το πέπλο της ασφάλειας για να μας γαζώσουν με μανία, αδιάκοπα και ασύστολα μέχρι το τέλος.

Η ατμόσφαιρα είναι το μεγαλείο των Wormspit, εκεί πλέκουν ένα πνιγερό feeling που εκπέμπει λες και προέρχεται από ένα ακάθαρτο και βδελυρό υπόγειο. Ζει εκεί μαγαρισμένο και άτιμο, κείτεται κατάχαμα άρρωστο από πανώλη φτύνοντας κατάρες ολόγυρα. Μια κατάσταση που με κάθε κίνηση και σε κάθε αναπνοή κάνει μαθήματα σήψης. Είναι δημιούργημα που έρπει όλη τη μέρα ψάχνοντας ανάπαυση και ισορροπία, μια κατάσταση που είναι αδύνατον να προσεγγίσει. Συναισθηματικά περιγράφει γλαφυρά όλο το ψυχικό υπόβαθρο της κατάπτωσης με κάθε σιχαμερή λεπτομέρεια, πλέκει το εγκώμιο του παρασιτισμού, τριπάρει σε αλόγιστους κόσμους, ζει με παραισθήσεις μέσα στην παράνοια και την αλλοφροσύνη. Κι όμως μέσα του σιγοκαίει η σπίθα του οικτιρμού, μια μεγαλοπρέπεια ικανή ν’ αναπτερώσει το ηθικό. Οικτιρμός των μαζών, των ψυχών, των απαίδευτων, όλων όσων θα λιποψυχήσουν στα επόμενα, τα φώτα χαμήλωσαν το λιβάνι καίει…Worm Black Metal.

Αν οι Wormspit ψάξουν ένα συμβόλαιο στέλνοντας τα Rehearsals σ’ εταιρείες, θα πάρουν θετικές απαντήσεις από τις περισσότερες. Το ερώτημα που θα πρέπει να μας απαντήσουν είναι αν τους ενδιαφέρει μια τέτοια προοπτική. Μέχρι να ξαναδούμε νέο τους μπορεί να έχει περάσει καιρός, μπορεί ακόμα και να έχουμε φτιάξει κράτος, όπως και να έχει η σύνδεση έγινε και όλες οι συνδέσεις μεταξύ μεταζώων δεν σπάνε εύκολα.

Welcome To The Pit Of Worms…

2011-Raate-Menetyksen Tie

Posted in Οκτώβριος 2011 on Οκτώβριος 25, 2011 by Plunderer

Οι Φιλανδοί Raate ξεκίνησαν την ομαλή τους πορεία μέσα στα zeros κάνοντας πρώτο demo τo 2004. Εκεί δηλώσαν μουσικά την δική τους εκδοχή, σε μια προσπάθεια που βάση διάρκειας και τρόπου έκφρασης είχε όλα τα φόντα, αλλά κυρίως τη ζέση, να χαρακτηριστεί full length. Στο Demo I θα βρούμε Depressive Black Metal ροής, χωρίς πολλές ιδιαιτερότητες αλλά μ’ ένα Kaskeajan Laulu που κάνει ένα Folk πέρασμα οδηγό για το μέλλον. Το κοινό ωστόσο που τους γνωρίζει, το έπραξε με το Sielu, Linna (η ψυχή του κάστρου) το 2007. Πολύ δυνατό εξώφυλλο και χαμηλών τόνων black metal. Μια μουσική που πάντρευε μέσα στην ζεστασιά του αργού τέμπου τα Νορβηγικά riff με κάποια folk περάσματα και τη μονότονη έκφραση, φτιάχνοντας πολύ και τα φωνητικά συγκριτικά με το demo. Το ντεμπούτο όσο αναφορά τη δομή είχε ιδιαιτερότητα μιας και ήταν χωρισμένο σε δυο partition. Στο πρώτο, με τα σχεδόν δεκάλεπτα Raudan Takoja & Viimeinen Linnoitus απέδιδε το Black Metal και στο δεύτερο με τα instrumental Suo (Ι-V). Εκεί άπλωναν λίγο παραπάνω την διήγηση, μέσα σε μελωδίες και αργό βάδισμα με τ’ ατμοσφαιρικά πέπλα ανοιχτά και τις ambient πινελιές να φεγγοβολούν μέσα στο σκοτεινό κάστρο. Σαν σύνολο η πρώτη προσπάθεια των Raate θα μπορούσε να θεωρηθεί πετυχημένη, αν το βασικό κριτήριο ήταν το Black Metal feeling που δεν θα πιάσει ταχύτητες και δε θα ξαμοληθεί σε αγριότητες.

Από τότε λοιπόν πέρασαν τέσσερα χρόνια για να επιστρέψουν εφέτος με το Menetyksen Tie που σημαίνει «Road of Loss» (ο δρόμος της απώλειας). Σε αυτό το δεύτερο βήμα θα βρούμε ένα μοντέλο δράσης κοντά στο ντεμπούτο, το οποίο σημαίνει μελωδικές γραμμές στις κιθάρες με riff που κουβαλούν συνάμα την ομορφιά και τη μελωδία, υψωμένα στα σύννεφα αρκετά κοντά στο Νορβηγικό πάνθεον. Η πορεία λειτουργεί με το ρυθμικό μέρος να μοιάζει απαλό σαν χάδι, εμπεριέχοντας μια βελούδινη υφή και τα τύμπανα να φτάνουν ηχητικά το χτύπημα της ανθρώπινης καρδιάς. Στην ροή θα κινηθεί σε mid-tempo ομαλής ευθύγραμμης κίνησης που μπορεί να κοιμίζει, σκεπάζοντάς μας μ’ ένα κέντημα γλυκιάς θαλπωρής. Οι κιθάρες ζουν απαράλλακτες στο ίδιο μοτίβο καθ’ όλη την διάρκεια, λαμβάνοντας κύριο ρόλο αλλά όχι πρωταγωνιστικό, το οποίο σημαίνει ότι είναι ουσιαστικά μέρος του αέναου Rhythm Section. Η αισθητική ζει ακόμα στον ασπρόμαυρο κόσμο του Black Metal με τη μουντάδα όσο και τα σκαλιά/παράθυρο στο αχνό αυτό εξώφυλλο να βγάζουν όλη την εσωστρεφή αίσθηση της απώλειας με δόσεις εγκατάλειψης.

Σε μια προσπάθεια σαν αυτή όλο το παιχνίδι θα κινηθεί στην σταδιακή αύξηση της ατμόσφαιρας, μια κατάσταση που μεγιστοποιείται όσο το album πορεύεται και όσο βέβαια θέλει να εμβαθύνει ο ακροατής. Οι βασικές επιρροές στον τρόπο έκφρασης είναι το Depressive B.M στερέωμα, η βάση των Burzum αλλά και το νέο έργο του Varg τα τελευταία δυο χρόνια. Ακούστε ειδικά το Tulen Laulu που μοιάζει αρκετά στο ύφος με το Belus και το Fallen. Τα φωνητικά κοπιάρουν τον Varg τόσο στα grim που ακούγονται στο βάθος, λες και βάζει μπροστά από το στόμα τα χέρια του (κίνηση που κάνουμε για να φωνάξουμε μακριά ή να πούμε μυστικό) όσο και στα πολύ μελωδικά, με την καθαρή γραμμή και άρθρωση. Το ίδιο συμβαίνει και στο Kylmä Tie (παγωμένος δρόμος) ένα εξίσου εκφραστικό κομμάτι που θα βρούμε ολοκληρωμένο το παραπάνω σχέδιο. Η προσφιλή μας instrumental εκδοχή βρίσκεται στα Ajan Temppeli I-IV που μοιάζει με ambient συναισθηματική μουσική χωρίς να εγκαταλείπει όμως τα riff που το οδήγησαν μέχρι εδώ, παράλληλα είναι ένα soundrack που κρατά την εσωστρέφεια και μια γαλήνια ή αισιόδοξη πλευρά στην μελαγχολία του. Μουσική συνοδευτική, με στόχο να γίνει σύμμαχος και εκφραστής της συναισθηματικής κατάστασης του ακροατή. Δεν ξέρω αν είναι η ιδέα μου αλλά μέχρι τα instrumental βλέπω κάπου στην δομή του Menetyksen Tie τα τελευταία album των Lik και Furze.

Οι Raate μπορεί ν’ ανήκουν στους συμπαθείς ιπποκόμους μιας σκηνής με αρκετούς αλογαφεντάδες. Ωστόσο εμείς ξέρουμε πολύ καλά ότι η ομορφιά βρίσκεται στο ίδιο το άλογο και είμαστε σίγουροι πια, πως μετρά ποιος το προσέχει περισσότερο άσχετα αν του ανήκει ή απλά το φέρνει. Οι Φιλανδοί πιάνουν τον σφυγμό του ακροατή και όποτε εμφανιστούν θα δώσουν μια έκφραση που ζει μακριά από την μόλυνση και την πίκρα, στους κόλπους της απελπισίας και της «προσφιλούς» μελαγχολίας. Μουσική συνοδεία ενός συννεφιασμένου απογεύματος ή για έναν ήρεμο περίπατο στην ακροθαλασσιά κατά το σούρουπο, όταν τα νερά τραμπαλίζουν ανάμεσα στην ηρεμία και την αγριότητα. Από την άλλη πλευρά το Menetyksen Tie μπορεί να καταναλωθεί αστικά, με νοερή προσέγγιση των παραπάνω καταστάσεων. Εδώ δεν έχουμε καμιά μουσική αποκάλυψη αλλά ένα στόχο που επιτυγχάνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

2011-Root-Heritage Of Satan

Posted in Οκτώβριος 2011 on Οκτώβριος 18, 2011 by Plunderer

Στην ενωμένη Τσεχοσλοβακία στα τέλη της δεκαετίας του 80 «ξύπνησαν» οι Root. Ο τριανταπεντάρης τότε Jiri Valter (έχει γεννηθεί το 1952) παίζει ακραίο Metal και φυτεύει τους σπόρους μια νέας μουσικής έκφρασης που πέντε χρόνια αργότερα θα ονομάσουμε Black metal. Στο πρώτο τεύχος The Forest του Παναγιώτη Τζανετάτου, ο Big Boss λέει πως όταν στην Τσεχία έπαιζαν Black Metal οι Νορβηγοί έχεζαν σε πάνες, αυτή η άποψη μπορεί να είναι λίγο εκκεντρική, να μοιάζει γραφική, αλλά είναι και κομματάκι αληθινή βάση των γεγονότων. Η ιστορία των Root όμως δεν είναι μεγάλη λόγω της προσωπικότητας, του ιδρυτής της εκκλησίας του Σατανά στη Τσεχία, αλλά επειδή στα πρώτα τους βήματα έπαιξαν Heavy Metal με τρόπο μοναδικό, βοηθώντας να δημιουργηθεί μια αισθητική που έσπειρε με την σειρά της νέες προοπτικές στον ακραίο ήχο. Αυτή η κατάσταση μπορεί ν’ ανιχνευτεί στα Demo της μπάντας αλλά θα γίνει αντιληπτή με το ντεμπούτο Zjevení, σε κομμάτια σαν το Cesta Zkázy και το Píseň Pro Satana. Οι δυο επόμενες κυκλοφορίες Hell Symphony και The Temple In The Underworld εγκαθιδρύσουν τους Root στον πάνθεον των λίγων κι εκλεκτών σχημάτων με προσωπικό στιλ που συνδύαζε ιδανικά το Heavy Metal και την αλήτική του αύρα με τον Occult ήχο και την ανάλογη θεματολογία. Από το μελωδικό Kärgeräs οι Root αλλάζουν πορεία βαδίζοντας σ’ ένα αυτόνομο Dark Epic Metal μονοπάτι και σταδιακά χάνονται από το προσκήνιο. Αν και η αλλαγή ξένισε αρκετούς οπαδούς της μπάντας είχε στόχο και μπορούσε να εκπέμψει την μαγική τους ατμόσφαιρα, έστω και με διαφορετική γεύση στο feeling. Μπορούμε απο αυτή την περίοδο να θυμηθούμε πολλά και διαφορετικά ο καθένας, εμένα μου έχουν μείνει το The Book με τα Corabeu (Part Two) και Lykorian, το Black Seal με τα Necromancy, The Mirror Of Soul και …Before I Leave! αλλά και το Madness Of The Graves με την μέγιστη Occult μπαλάντα Afterwards (The Tale At The End).

Μόλις έμαθα το νέο της κυκλοφορίας και είδα το εξώφυλλο είπα μεμιάς «εδώ είμαστε». Πέρασαν αρκετές μέρες αναμονής του promo και μόλις ήρθε, πήγα κατευθείαν στο flyer promotion της Agonia. Αυτό που εξ’ ενστίκτου περίμενα ήταν γραμμένο εκεί, συμμετέχουν λέει κάποιοι καλεσμένοι ο Blasphemer (ex-Mayhem) στην κιθάρα και οι Nergal (Behemoth) & Erik (Watain) στα φωνητικά, o Big Boss θέλησε να επιστρέψει σκέφτηκα και έβαλε λίγο νερό στο κρασί του, καλώντας τρείς μαυρομέταλους της νεότερης γενιάς, ένα Νορβηγό, ένα Σουηδό και έναν Πολωνό για το true του ανατολικού μπλοκ, ξέρω πως μοιάζει λίγο με ποντιακό ανέκδοτο αλλά έγινε. Αυτό όμως που θα πρέπει να σημειώσω με γλαφυρό τρόπο είναι ο δημιουργός του εξώφυλλου. Ελάτε όμως πείτε το εσείς. Τι, δεν πήγε ακόμα το μυαλό σας? Μα ελάτε, δείτε το άλλη μια φορά. Με τι μοιάζει… με τι μοιάζει… Ναι! Φαντάζομαι δεν ήταν δύσκολο, ένας είναι άλλωστε ο σχεδιαστής πλέον Erik Danielsson (παύση με ξερό ψεύτικο βηχάκι) …τελικά αυτός όχι μόνο δε θα πεθάνει στην ψάθα αλλά στο τέλος θα βγάλει και λεφτά.

Η κληρονομιά του Σατανά ξεκινά με το Introprincipio δηλαδή σα να λέμε το X.Enochian Key σε πεντάλεπτη απόλαυση. Ο Big Boss μιλάει με το γνωστό του στόμφο προσπαθώντας να ξυπνήσει τους αρχαίους δαίμονες που τον ενέπνευσαν στο παρελθόν, είναι σαν το κάλεσμα του Ομήρου στην μούσα της λυρικής ποίησης και βέβαια η υπομονή σας για το μουσικό προσανατολισμό θα εξαντληθεί. Δεν υπάρχει όμως λόγος βιασύνης, έχω την αίσθηση ότι μετά το πέρας της πρώτης (προσεκτικής) ακρόασης όλα θα είναι ξεκάθαρα, δηλαδή πολλά βλέμματα θα λάμψουν και μερικά χαμόγελα θα εμφανιστούν. Το Heritage Of Satan είναι το πολυαναμενόμενο ένατο album των Root και εμπεριέχει περισσότερα απ’ όσα θα ήλπιζε ο μαυρομέταλλος οπαδός της μπάντας. Το οποίο σημαίνει ότι οι Root βγαίνουν από το σκοτεινό επικολυρικό Metal τους, για να κινηθούν στα χνάρια των πρώτων ημερών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ένα πλήρες come back.

Μουσικά θα βρούμε ένα σύνολο που προσφέρει απολαύσεις με καθαρό ήχο και παλιατζουρέ ιδέες. Το rhythm section θα πάρει μπροστά αναπτύσσοντας ταχύτητες σε φάσεις, ενώ τα riff έχουν διάφορες προεκτάσεις κρατώντας ένα simple metal στιλ και τσαλαβουτώντας σε διάφορα μυστικιστικά κόλπα, όπως ας πούμε το Black Metal της δεύτερης και πέρα γενιάς, όσο αυτό είναι επιτρεπτό (δηλαδή, καλά το πας Blasphemer αγόρι μου αλλά μην ξεθαρρεύεις κι όλα). Παράλληλα το feeling θα τραμπαλιστεί αρκετά ενοποιώντας το Occult (Root) Metal με το modern metal, βλέπετε οι λοιποί μουσικοί που απαρτίζουν τη μπάντα μοιάζουν να είναι, πώς να το πω ευγενικά, άνθρωποι με τυπικό γούστο. Η φωνή του αρχηγού, όπως είναι αναμενόμενο, παίζει θεατρικά λαμβάνοντας πολλούς ρόλους. Το οποίο σημαίνει αρκετές Τσέχικες λέξεις (τίγκα σύμφωνα), πολυφωνικά refrain, μελωδικά περάσματα, καθαρά διηγηματικά, πολλά χαιρέκακα γέλια και αρκετά φωνητικά στο γρυλισμό που ομολογουμένως τα είχαμε επιθυμήσει.

Το ένατο album των Root κατεβαίνει σαν ένα ποτήρι νερό, το οποίο σημαίνει πως είναι σχετικά εύκολο σαν άκουσμα αλλά παράλληλα δείχνει το μεράκι για καλά τραγούδια που θα σταθούν σε σημεία αντάξια των Root γούστων μας. Η τριλογία In Nomine Sathanas-Legacy Of Ancestors-Revenge Of Hell (αλλοτινή παύση στο τρίτο λεπτό) παίζει στο πολύ πωρωτικό τρίπτυχο ρυθμικό mid tempo που θα φτάσει στο πολυφωνικό γρυλιστό refrain και θα σπάσει με Solo τα οποία θα συνδυαστούν με κάποια background υποψιασμένα riff. Έπειτα όμως σκάει ένα Darksome Prophet με αύρα black metal και καταιγιστικό εναρκτήριο riff (Blasphemer μάλλον) ξεφρακάροντας μια πόρτα που έμενε χρόνια πακτωμένη. Ταχύτητες και γεύσεις απο Mayhem feeling, εδώ παίζει να τραγουδούν όλοι μαζί (υπόθεση κάνω μιας και δεν υπάρχει αναφορά για τις συμμετοχές των guests στα κομμάτια ακόμα) μέχρι τα πάντα να γκρεμιστούν εκ νέου με το riff κόψιμο/ράψιμο του πρώτου λεπτού. Αμέσως μετά θα γίνει ένα μοντέρνο πέρασμα που μας τα χαλάει λίγο, αλλά το γράφω στ’ αρχίδια μου. Στο Fiery Message θα κινηθούμε σε αργές ταχύτητες με μυστήριο φόντο και φωνητικά που θυμίζουν παλιές καλές εποχές έχοντας παλαιολιθικό refrain (παίζει πάλι φωνητική συνοδεία καλεσμένων) ενώ τα καθαρά φωνητικά στο 4:13 σκοτώνουν. Στο Son Of Satan και το His Coming έχουμε ίδιο μοτίβο με mid tempo πλοκή και φωνές μέχρι το σημείο που ο Big Boss δίνει όλο του το «Eίναι» φτιάχνοντας μια όμορφη διήγηση για να βγάλει και έντονο feeling το album. Το Greetings From The Abyss και το Apocalypse κλείνουν ιδανικά ανεβάζοντας τις ταχύτητες στο επίπεδο των πρώτων κομματιών με αρκετές ιδέες που θυμίζουν τις πρώτες ημέρες της μπάντας.

Δεν μπορώ να υποθέσω την αντιμετώπιση των οπαδών προς το Heritage Of Satan μιας και οι Root ανήκουν στην κατηγορία που πρωτεύει η προσωπική σχέση του ακροατή μαζί τους. Αυτό που θα μπορούσα να σημειώσω στον επίλογο του ένατου album είναι πως αν για οποιονδήποτε λόγο η νεότερη γενιά θελήσει να εισέλθει εδώ χωρίς να το ‘χει ματαξανακάνει, καλό θα είναι να επεξεργαστεί πρώτα ενδελεχώς τις δυο (για να μην πω τρείς) πρώτες full-album κυκλοφορίες τους. Αν ήταν μάλιστα στην δικαιοδοσία μου, θα έφτιαχνα μαυρομεταλλικό νόμο που θ’ απαγόρευε την χρήση των album που κυκλοφόρησαν οι Root από εκεί και έπειτα αν ο ακροατής δεν έχει εμβαθύνει όσο πρέπει στην έναρξη της ιστορίας τους.