Archive for the Οκτώβριος 2013 Category

Inquisition

Posted in Ιανουάριος 2011, Οκτώβριος 2013 on Δεκέμβριος 28, 2013 by Plunderer

DagonΟ Jason Wilson γεννήθηκε το 1972 στο Seattle των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε νεαρή ηλικία μετακόμισε στην Κολομβία και μεγάλωσε στην πόλη Cali. Η οποία ανήκει στη πολιτεία της Valle Del Cauca, που είναι η τρίτη σε μέγεθος και πληθυσμό πόλη της χώρας. Στα θρυλικά 80’s θα εισαχθεί στον κόσμο του metal, γνωρίζοντας αρχικά τις μεγάλες μπάντες του ακραίου ήχου όσο και την τοπική occult σκηνή (το αρχικό thrash/death/black δηλαδή) και μπάντες όπως οι Reencanacion, Parabellum. Όλα τα παραπάνω του έδωσαν το έναυσμα ν’ ασχοληθεί σοβαρά, κάνοντας σκέψεις για μια δική του μπάντα στην ποία θα διοχέτευε όλα όσα ένιωθε. Ο ενθουσιασμός για τις επιρροές του τον έκανε να δράσει άμεσα και πιο συγκεκριμένα μέσα στο 1988, ξεκινώντας τους Guillotine με τους οποίους έπαιζε Thrash. Αυτή ήταν η μπάντα προπομπός των Inquisition αλλά δεν έκαναν καμιά επίσημη κυκλοφορία. Σε συνεντεύξεις που έδωσε στο παρελθόν είχε δηλώσει πως υπάρχει μια ηχογραφημένη πρόβα και μια βιντεοκασέτα από live με Nemesis και Reencarnacion στην Κολομβία. Από εκεί και πέρα η δημιουργικότητα αρχίζει να λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις και τον αμέσως επόμενο χρόνο μετονομάζει την μπάντα σε Inquisition, εμπνευσμένος από την Ιερά Εξέταση και την δράση της.

1990-Anxious Death (Ep)

Anxious Death

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1990 και το δωδεκάιντσο Anxious Death που περιελάμβανε τρία κομμάτια με διάρκεια κοντά στα είκοσι λεπτά. Η ηχογράφηση έγινε στο Paranova Estudios της πόλης Cali, παρέα με τον πρώτο drummer των Inquisition Jhon Santa. Η Κυκλοφορία του Mini LP είχε κανονιστεί στις 500 κόπιες αλλά τελικά προέκυψαν 470 λόγω προβληματικών αντιτύπων. Το εξώφυλλο του Birgilio μοιάζει με φανταστική αναπαράσταση μάχης από παλιό ηλεκτρονικό παιχνίδι ή κόμιξ, βγάζοντας μια υπέροχη ρετρό αίσθηση. Μέσα σ’ εκείνο το παλιό ύφος, υπάρχουν τα στοιχεία αποδόμησης και μινιμαλισμού, δείτε για παράδειγμα το έδαφος και τα βουνά που είναι αμφότερα φτιαγμένα με μια απλή γραμμή. Μουσικά στο Anxious Death θα βρούμε ένα παράξενο Occult Thrash με αρκετές Heavy αναφορές. Εδώ το μπάσο είναι γραμμένο πολύ μπροστά, κρατώντας τα χαλινάρια της ροής καθ’ όλη την διάρκεια. Στον ήχο θα βρούμε μια συμπαθητική πηγαδίσια φόρμα η οποία ταιριάζει με το ύφος που ήθελαν να παρουσιάσουν. Τα riff ως επί το πλείστον είναι μεταλλικά και τα φωνητικά λατρεύουν τα thrash τραβήγματα λατρείας. Συμπερασματικά είναι φανερό πως εδώ έχουμε μια μπάντα που ξεκινά με περισσή όρεξη και πάθος, κάτι που μεταδίδει στον ακροατή καθ’ όλη την διάρκεια του mini Lp. Ήταν αναμενόμενο η αφετηρία τους να εφάπτεται με τις βασικές επιρροές που είχαν και να σβήνει στις αγαρμποσύνες του κοπανήματος. Θαυμάστε την ατμοσφαιρική γέφυρα του ομότιτλου (7:25).

1993-Forever Under (Demo)

Forever Under

Πέρασαν τρία χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί το πρώτο Demo τους με τίτλο Forever Under. Ηχογραφήθηκε τον Μάρτιο του 1993 στην Armony Records και φέρει ως εξώφυλλο έναν πίνακα του Francisco Pradilla Ortiz που έχει την κάτωθι περιγραφή: «Mrs. Joanna ‘The Mad’ accompanying the corpse of her husband». Η κασέτα αντιγράφηκε σε απροσδιόριστο αριθμό από κόπιες, αλλά οι φήμες λένε πως ήταν 500. Η μουσική της μπάντας δίνει πλέον έμφαση στην τεχνική και την δομή των κομματιών προσπαθώντας να γίνει δυναμική, αντάξια των προσδοκιών της εποχής. Στο μοντέλο δράσης χρησιμοποιούν περισσότερο τις παραδοσιακές Heavy/Thrash φόρμες για ν’ αναπτύξουν τις ιδέες τους. Έτσι οι συνθέσεις παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα και μια απλωτή διάθεση. Σε πολλά σημεία θα βρούμε διαφορές ανάμεσα στις ιδέες και τον ήχο, γεγονός που δείχνει πως τα κομμάτια έχουν γραφτεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ωστόσο μπορούμε να πούμε πως συνυπάρχουν αρμονικά αγγίζοντας την εξέλιξη σε πρώιμο στάδιο. Αυτή τη φορά η κιθάρα είναι μπροστάρης σε μια παράλληλη συμπόρευση με τα σχιστά και πνιχτά φωνητικά του Dagon. Ξεχωρίζουν το κορυφαίο Wild Abuse αλλά και το ιδιαίτερα καλό Artist Of Illusions.

Σημείωση: Οι δυο πρώτες προσπάθειες των Inquisition έγιναν Cd και Lp το 2006 με τον τίτλο Anxious Death, Forever Under. Η κυκλοφορία ήταν της Nuclear War Now! Productions και η διασκευή στο εξώφυλλο του Mark Reategui (Root, Autopsy και πολλά άλλα).

1996-Incense Of Rest (Ep)

Folder

Το Ep Incense of Rest του 1996, που κυκλοφόρησε από την άσημη Αμερικάνική Defiled, έβγαζε τη μπάντα διαφοροποιημένη και με νέα στοιχεία στην φαρέτρα της. Ο Dagon (ακόμα μαζί με τον Drummer Jhon Santa) κρατά το thrash στρώμα αλλά κάνει τα κομμάτια αργά και τελετουργικά, ενώ τα φωνητικά λαμβάνουν πολλές όψεις από αργά black μέχρι νεκρομεταλλικούς βρυχηθμούς και παρανοϊκές φράσεις (βλ. ομότιτλο). Τα riff αποκτούν καινούργια υφή και τροφοδοτούν κάθε κομμάτι, ενώ παράλληλα γεννιούνται ατμοσφαιρικά περάσματα με πλήκτρα που βγάζουν ελληνικό άρωμα στον ήχο. Αυτό όμως που μετρά περισσότερο εδώ είναι ο όγκος που έχουν εισάγει και η προσπάθεια ενοποίησης όλων των τάσεων του ακραίου ήχου. Ξεχωρίζει το Vision Of The Pagan Lord, παρατηρήστε πως το μεγαλύτερο μέρος του είναι ένα riff και φωνή, ενώ το ακολουθεί το ιδιαίτερο instrumental Meditation Before The Kill, σ’ εντελώς διαφορετικό ύφος, αλλά και τα riff λίγο πριν το τέλος του ομότιτλου.

Split

Μέσα στο 1996 το Κολομβιανό label της Sylphorium Records προσέγγισε τη μπάντα και την απορρόφησε κάτω από την σκέπη του. Αποτέλεσμα της μεταγραφής ήταν να κυκλοφορήσει μέσα στην ίδια χρονιά το εν λόγο Ep ως Split με τίτλο Summoning the Black Dimensions in the Farallones/Nema, παρέα με τους Βραζιλιάνους Profane Creation και το album τους Nema. Οι Inquisition έχουν ως bonus τ’ ομότιτλο κομμάτι που γεμίζει τον χώρο μ’ ένα αργό και μακρόσυρτο Death/Thrash, γεμάτο όγκο και πυγμή.

1998-Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult

Folder

Ο Dagon στα εικοσιπέντε του εγκαταλείπει την Κολομβία κι επιστρέφει στις Ηνωμένες πολιτείες, για να βρει την τύχη του. Εκεί γνωρίζει τον drummer Thomas Stevens (Incubus) και ξεκινούν να παίζουν μαζί, υπό νέο πρίσμα. Εδρεύουν πλέον στην βορειοδυτική πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και ντεμπουτάρουν επίσημα μ’ ένα album που αγνοήθηκε στα late 90’s, αλλά εκτιμήθηκε στο δεύτερο μισό των zeros. Όταν πλέον οι Inquisition οριστικοποίησαν το μοντέλο δράσης τους και χαρακτηρίστηκαν μεγάλη μπάντα του Underground. Μόλις πατήσει κάποιος το play θα πέσει το πέπλο του Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult και θ’ αποκαλύψει μια νέα ηχητική φόρμουλα. Το Death/Thrash υπολανθάνον παρελθόν μαγάρισαν οι Black Metal επιρροές των Μεγάλων Παλαιών. Ενώ ως έμπνευση κι επιρροή (όπως ο ίδιος αναφέρει*) στάθηκαν τα Pure Holocaust των Immortal και Thousand Swords των Graveland. Το ντεμπούτο φέρει μέσα του ολόκληρο το μοντέλο δράσης των Inquisition τόσο στον τρόπο που θα κινηθούν συνθετικά όσο και στις καινοτομίες που χαράζουν για το Είδος.

Συναισθηματικό και απειλητικά ήσυχο ξεκίνημα που στέκει αγέρωχο κι αφοσιωμένο στο Είδος, κρυφό διαμάντι για το 1998 και σημείο αναφοράς. Όλα όσα διαδραματίζονται εδώ διακρίνονται από το θέριεμα μιας άσβεστης φλόγας, της δυναμικής που αποτέλεσε την βάση του οικοδομήματος που ονομάζουμε Inquisition. Το συντριπτικό ατού του δίσκου είναι πως στέκει ακόμα και σήμερα ως γλυκιά κατάρα και ποιητική δυστροπία. Γιατί από τη σύνθεσή του έφερε ιδιαίτερη χάρη και απόλυτη προσήλωση στο σκοπό και τον στόχο του. Είναι η εισαγωγή του ακροατή στις καταχθόνιες περιοχές της αρχαίας λατρείας, εκεί το λιβάνι κουλαντρίζει το νου και η θηριωδία μας ποτίζει ζόφο. Καταπιεστικό και απόκρυφο Black/Death με μια υποβόσκουσα επική αύρα ψυχιατρείου και άξεστα κωλοπετσωμένη υφή.

Το μοντέλο χτισίματος χρησιμοποιεί δυο βασικές σταθερές: Αρχικά τη φωνή του Dagon κι έπειτα τον μεστό και υπέροχο τυμπανισμό του Incubus. Η ένδυση των συνθέσεων θα γίνει από την κιθάρα, εκεί ο Jason δίνει όλο του το Είναι για να γεμίσει, ν’ αδειάσει και να ισορροπήσει τα συναισθήματά μας. Στην ουσία παίζει με τα συμβαίνοντα, γαρνίροντας με riff τους στίχους, σχηματίζοντας έτσι μια υπόγεια επίκληση στο σκοτάδι και τους θεούς του. Τα κομμάτια ξεκινούν αργά κι ανεβάζουν ρυθμό για να ξαναπέσουν και ούτω κάθε εξής, σε μια συνεχή κυκλική διαδικασία μέχρι το τέλος. Υπάρχει όμως μια προτίμηση στο αργό και καταπραϋντικό ύφος, αυτό που δίνει την αίσθηση του ελλοχεύοντος σκότους στα περισσότερα τραγούδια.

Η διήγηση είναι δοσμένη μ’ εκφραστικότητα μέσα από τα εξαίσια φωνητικά. Εδώ μας παρουσιάζει για πρώτη φορά την μαγευτική εκφορά του λόγου, με τρόπο εκτοπλασματικά λαρυγγικό. Θα κινηθεί σε αργό και περιγραφικό tempo τυλιγμένο μια φθονερή αύρα που τον αγκαλιάζει, ποτίζοντας μυστήριο φόντο κάθε σπιθαμή του δίσκου. Στον τρόπο του θα βρούμε το πάντρεμα δυο διαφορετικών εκδοχών: Είναι το γέρικο και μίζερο μοντέλο του Rob Darken και η νεκρικά σκυθρωπή όψη που κοχλάζει και βρυχάται ψελλίζοντας στα χνάρια του Abbath. Τα riff βαδίζουν σε δρόμους επανάληψης και μονοτονίας αλλά έρχονται από το βάθος μιας περίεργης πηγής, της κοιτίδας του Είδους, γεμάτες υπέροχες καταβολές απ’ όλες τις μαυρομεταλλικές εκδοχές ανά τον μέχρι τότε κόσμο. Τα τύμπανα κρατούν γερά τον ρυθμό, χωρίς να χάνουν τη δερματική τους υφή. Είναι μπροστά όταν πρέπει, ενώ σταματούν μένοντας στο πίσω πλάνο, όταν γεννηθούν πνευματικά εμβατήρια που μας μιλούν σε μια αρχαία και πανέμορφη γλώσσα. Εδώ είναι η πρώτη και τελευταία φορά που οι Inquisition είχαν μπασίστα, τ’ όνομα αυτού Debandt και η συνεισφορά του ερωτηματικό.

Η σύλληψη του Into The Infernal Regions Of The Ancient Cult έφερε κι ένα μυστικό όπλο, αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τα μουσικά δρώμενα. Είναι τα samples από το παλιό horror film Inquisición του 1976 που βοηθούν στη γένεση αυτής της εξαιρετικής Ατμόσφαιρας (Ναι! Με άλφα κεφαλαίο), επιτελώντας εικονοπλαστικό ρόλο. Δίπλα της σιαμαίο αδελφάκι οι στίχοι που βαδίζουν σε κολασμένο μοτίβο, τελετουργικά επιβλητικό ως και θρησκευτικά εκδηλωτικό, αλλά με σοβαρότητα και λογική που θα ταίριαζε τόσο στον κόσμο του βιβλίου όσο και σε αυτόν της έβδομης τέχνης. Από τα κομμάτια πολλά θα συγκρατήσει ο ακροατής, αλλά θα τον σαγηνέψει το Τε-ρά-στιο Έπος The Initiation, με το μαγευτικό πέρασμα της ακουστικής  κιθάρας. Είναι μια εσωτερική ανατίναξη των συναισθημάτων, μια μαγική πατέντα που αποδίδει με νότες την αιθέρια στιγμή της ανύψωσης κατά την μύηση. Στα υπ’ όψιν το Empire Of Luciferian Race και το πανέξυπνο, εντελώς metal riff, στ’ ομότιτλο. Όσο και η μανιοκαταθλιπτική ώρα με τα αργά Summoned By Ancient Wizards Under A Black Moon, Hail The Cult και Solitary Death In The Nocturnal Woodlands: με τα εννέα λεπτά που εξιστορούν την υποταγή σε dead tempo riffολογικής στρέβλωσης, μια άρτια όσο και minimal προσέγγιση. Το εξώφυλλο της πρώτης κοπής του album ανήκει στον Antichrist Kramer και κουβαλά το ύφος του Παναγιώτη Σούνα, θυμίζοντας το Scarlet Evil Witching Black των Necromantia.

2002-Invoking The Majestic Throne Of Satan

Folder

Υπάρχει μια άτυπη παράδοση που θέλει μια μπάντα μετά από ένα πολύ καλό πρώτο βήμα, να μην ανταπεξέρχεται ποιοτικά στην επόμενη δουλειά της. Πόσο μάλλον για περιπτώσεις σαν αυτή των Κολομβιανών (τους λέμε έτσι χάριν γούστου) που το πρώτο Full-length τους παρουσίαζε όχι μόνο ιδιαίτερο παίξιμο και απρόσμενό ύφος, αλλά μια εξ’ ολοκλήρου νέα οπτική στον τρόπο εκπομπής του Black Metal. Κι όμως, οι Inquisition στο Invoking The Majestic Throne Of Satan καταφέρνουν όχι μόνο να κρατήσουν το ενδιαφέρον, αλλά να γεννήσουν νέα τραγούδια γεμάτα σκοτεινές υποσχέσεις. Το βασικό μέλημα της μπάντας ήταν να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε, να μην περιχαρακωθεί και σίγουρα να γίνει περισσότερο απειλητική. Έτσι μπορεί να μην κατάφεραν να σκαλίσουν πολύ τον δρόμο τους, αλλά καλλιέργησαν την αισθητική τους.

Η κιθάρα είναι πλέον το βασικό όπλο δράσης, σημείο που καταδεικνύει πως ο Dagon μελέτησε ιδιαίτερα την τετραετία που μεσολάβησε, για να μπορέσει να συνθέτει πλέον με πυρήνα τις ηλεκτρικές απολήξεις. Τα riff είναι απλά αλλά κρύβουν εξαιρετικά σημεία. Διακρίνονται από μια ωμή πρώτη εικόνα, μα εμφανίζουν σύντομα αυτή τη γλυκιά παραμόρφωση που μας συνεπαίρνει. Τα φωνητικά του όμως πάνε παραπέρα, σε στιγμές μοιάζει σα ν’ ακούς τον Abbath μεθυσμένο να τραγουδά ακόμα πιο αργά, τα κομμάτια του Attila. Τα τύμπανα έχουν λιγότερο χώρο δράσης απ’ ότι στο ντεμπούτο, μοιάζοντας να προέρχονται από τη διπλανή κατακόμβη. Ωστόσο σε αυτή τη μπάντα πάντα είχαν ρόλους, έτσι κι εδώ δίνουν ζωντάνια στο σύνολο. Τα κομμάτια Rituals Of Human Sacrifice For Lord Baal και τ’ ομότιτλο διακρίνονται για την κατανυκτική τους ατμόσφαιρα, ενώ τα Hail The King Of All Heathens και The Realm Of Shadows Shall Forever Reign για τις έντονες heavy αναφορές, όπως τα solo και την συνθετική τους λογική.

Βασικό στοιχείο που αναδικνύει το Invoking The Majestic Throne Of Satan είναι η παραγωγή που του έλαχε. Θα έλεγα πως είναι τόσο καθαρή όσο χρειάζεται, για να κάνει τον ήχο προσιτό ακόμα και στα γρήγορα σημεία. Αυτό ξεχωρίζει και τους Inquisition σα μπάντα, γιατί ενώ έπαιζαν και παίζουν Black/Death ποτέ δεν το έκαναν για να κοπανήσουν. Τα κομμάτια είναι εμφανώς μικρότερα, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτα κι εν τέλει δραστικά, ενώ το κύριο μέλημα του ντουέτου ήταν να πειραματιστεί όσο περισσότερο γίνεται με τους ρυθμούς. Πέτυχαν λοιπόν μια εξαιρετική δοσολογία, αγγίζοντας ένα αξιοζήλευτο κέντρο βάρους, που δε μπορείς να το χαρακτηρίσεις ούτε αργό αλλά ούτε και γρήγορο. Αυτή η ισορροπία εμφανίζει μέσα της μια ιδιαίτερη οπτική που περνά και στ’ αργά αλλά και στα γρήγορα σημεία. Είναι μια υποτονική φλυαρία, σα μεθυστική διαστροφή, μια ήρεμη εκδοχή του Black/Death που ενώ θα βγάλει ένταση και θα κινηθεί γοργά θα καταφέρει συνάμα να υπνωτίζει με τα μαγικά riff και την ρυθμική του ακολουθία. Έτσι σαν επακόλουθο προκαλεί συμφόρηση του θυμικού, στέκοντας ως υποτονική τελετή που κοιμίζει τον ακροατή, οδηγώντας τον σε πελάγη κατάνυξης και τελικά μπροστά στο σφαγείο. Το Δεύτερο σκαλοπάτι είναι αντάξιο του παρελθόντος και έφερε υπόσχεση γι’ ακόμα καλύτερο μέλλον.

2004-Magnificent Glorification Of Lucifer

Folder

Στην αρχή του 2004 η μπάντα εντάσσεται στο δυναμικό της No Colours. Η Γερμανική εταιρεία φτιάχνει ένα ep για να μας προϊδεάσει, τίτλος του Unholy Inquisition Rites και στο περιεχόμενό του δέσποζε τ’ ολοκαίνουργιο Crush The Jewish Prophet. Με τον Dagon να βγάζει την υπόκωφη φωνητική κραυγή, τραγουδώντας αδιάκοπα Crush, Crush, Crush… και το αργό, τελετουργικό ήθος των Inquisition είναι και πάλι έτοιμο να μας καταπιεί. Κάπως έτσι φτάνουμε στον Οκτώβριο του ίδιου έτους, όταν και κυκλοφορήσει το τρίτο Full-length της μπάντας. Εδώ υπάρχει ένα εξώφυλλο που έμελε να ξεκινήσει μια νέα εικαστική προσέγγιση, αναβαθμίζοντας την αισθητική τους. Δείτε το καταπληκτικό του χρώμα, ένα καφέ/μπορντό που μαγνητίζει μυημένες συνειδήσεις. Αυτό που δεν άλλαξαν κι έχει ενδιαφέρον ήταν ο σχεδιαστής, κρατώντας τον Antichrist Kramer μεν αλλά με άλλες οδηγίες δε. Έτσι το νέο του σχέδιο είχε ως επίκεντρο την χοντροκομμένη Black/Death λογική με τον κομιξάδικο/συμβολικό κερασφόρο και δυο τηβεννοφόρους που στέκουν ως αγάλματα δεξιά και αριστερά. Το ίδιο ισχύει για το booklet με τις μπορντό σελίδες, τα μεγάλα γράμματα των στίχων και την δαιμονική γκραβούρα στο περιθώριο. Παράλληλα η φωτογράφισή του ντουέτου είναι πεντακάθαρη, λες κι έγινε ξημερώματα, βγάζοντας αποτρόπαια συναισθήματα στην ίδια cult χοντροκοψιά.

Ο υπνωτισμός του Invoking The Majestic Throne Of Satan μεταλαμπαδεύτηκε στο υποχθόνια μεγαλοπρεπές, κάνοντας το σύνολο του Magnificent Glorification Of Lucifer μυστήρια επιβλητικό. Το album ξεκινά σαν ξυλοδαρμός στην όψη και γίνετε αργό και υποχθόνιο κατά την διάρκεια. Τα κομμάτια ρέουν με riff που κρατούν μπουλντοζέ υφή, εκτελώντας και αυτά ρυθμικούς σχηματισμούς. Στα περισσότερα θα βρούμε την γραμμική λογική της μιας ανάσας, που διοχετεύει όλα όσα θέλει ευθύγραμμα εξάγοντας βίαια συναισθήματα. Σύντομα όμως θα γεννηθούν οι μελωδίες ως λίμνες μέσα στα τραγούδια και θα τα πλημυρίζουν. Για του λόγου το αληθές νιώστε τ’ ομότιτλο αλλά και τα Of Blood And Darkness We Are Born, Impaled By The Cryptic Horns Of Baphomet. Θαυμάστε τον ατμοσφαιρικό ύμνο Eternal Loyalty To Our Lord Satan και μην ξεχάσετε τα Bonus κομμάτια της επανέκδοσης του 2009 σε Digipack (200 handnumbered copies) το οποίο σημαίνει εν ολίγοις να χαθείτε στο ατέρμονα μαγευτικό May the Rays of a Fullmoon Shine upon Us. Σε όλο το Magnificent οι παύσεις μυστηρίου και τα κοψίματα σε low-tempo βράζουν ψυχοτρόπες αναθυμιάσεις που αρπάζουν την προσοχή του ακροατή, οδηγώντας τον σ’ ένα τελετουργικό Headbanging. Ο βαρύς ήχος που προκύπτει από τη μελετημένη παραγωγή οδηγεί πίσω από την ηχορύπανση, μακριά από το καταπέτασμα της βαβούρας στην κορυφογραμμή της κάφρικης αρμονίας. Εδώ τα κομμάτια είναι ακόμα πιο μικρά σε διάρκεια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι συντετμημένα. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνουν την επιθετική οπτική, κοντά στο συναυλιακό mood. Τα αργά φωνητικά του Dagon υπνωτίζουν σα να ρίχνουν ένα μαγικό ξόρκι που κάνει τον ακροατή ευλαβικό του δούλο.

Αυτός είναι και ο νέος τρόπος προσέγγισης των Inquisition που μέχρι τότε ομογενοποιούσαν μελωδίες και αγνό ύφος στα περισσότερα κομμάτια που έγραψαν. Μέσα από αυτό το μοτίβο γεννούν μια ατμοσφαιρική δολοπλοκία, στοιχείο που κάνει μέρη του συνόλου να μοιάζουν θολά και σχετικά θαμπά εκτελώντας το χρέος τους ως εκστασιαστές του Black/Death. Τότε θα έλθουν οι μελωδικές προσεγγίσεις για να γεμίσουν το χώρο ακρόασης με riff που βαπτίστηκαν στην κολυμπήθρα της καταχθόνιας λατρείας. Θεωρώ πως αυτή η μερική απουσία της μελωδίας που θα φτάσει σε Low tempo ρυθμούς για να γεννηθεί, είναι ο «λόγος» του Dagon και η ουσία της οπτικής των Inquisition. Το μεγαλοπρεπές αυτό ποίημα είναι μπολιασμένο με μια αλλόκοτη αίσθηση που θα σαστίσει τον αμύητο. Mια δουλειά μεστή και περιεκτική που κατευθύνει την Ιερά εξέταση ένα βήμα πιο πέρα από την μέχρι πρότινος δράσης της.

2007-Nefarious Dismal Orations

Folder

Κάπως έτσι πιάνουμε την καμπή των zeros, μια περιεκτική τριετία με πολύ καλούς δίσκους στον χώρο του Black Metal. Μέσα σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και το τέταρτο full-album των Inquisition, μια εξαιρετική δουλειά σε όλα τα επίπεδα. Εικαστικά ο Antichrist Kramer δεν φτιάχνει κάτι εντυπωσιακό, αλλά κρατά την μέθοδο της υπερβολής με αναφορές καφρίλας. Το σπουδαιότερο όμως ήταν πως έβαζε στο παιχνίδι, εκεί στο κέντρο του εξωφύλλου, το δεύτερο περήφανο «Ι» μετά από το αντίστοιχο των Immortal. Ένα σήμα κατατεθέν που δεν ντράπηκαν να χρησιμοποιήσουν και τελικά να λάβουν και για δικό τους. Πάντα τηρουμένων των album που έκαναν αμφότεροι στα zeros, διότι τα 90’s των Immortal δε μπορούν να συγκριθούν εύκολα με άλλες μπάντες. Έχω ξαναγράψει γιατί συμβαίνει αυτό, κοντολογίς είναι albums που δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία των Immortal αλλά και στην ιστορία ολόκληρου του Είδους.

Στο Nefarious Dismal Orations το ντουέτο παρουσιάζεται τόσο δεμένο που νομίζεις πως είναι σιαμαίοι, αλλά το εντυπωσιακό είναι πως έχουν σκάψει ονειρικά το μονοπάτι τους. Ξεκινούν γεμίζοντας με ηλεκτρικό ρεύμα μέσα από την Heavy σπορά των κομματιών και καταλήγουν στο δημιουργικό τους ζενίθ με ατμοσφαιρικές παρακεντήσεις. Σε πρώτο επίπεδο η μπάντα λαμβάνει το θεμέλιο της ισχυρής παραγωγής. Μια θέση που δυναμώνει το σύνολο μέσα από ένα μεταλλικό κράμα κι εντείνει ουσιαστικά τη δράση τους στην άβυσσο. Κάπως έτσι σχηματοποιείται η νέα διάσταση του ατμοσφαιρικού Black/Death τους, τυλίγοντας τον ψόφο μ’ επικές χροιές μεταφυσικού περιεχομένου. Είναι μια προσέγγιση που κάνει την σχάση του οχετού να ωχριά μπροστά στο μυστήριο, λειτουργώντας ως τελετουργική πλάνη και παράδοση της βούλησης στον «έξω από δω».

Η συνθετική νοοτροπία προοδεύει, δεν αλλάζει δεν μετακινείται αλλά τοποθετεί άριστα τις μανιέρες, παρουσιάζει αρμονικά τα κλισέ και τελικά σχηματοποιεί ένα άτρωτο οικοδόμημα. Ο Dagon βρίσκεται σε μέγιστο οίστρο, κάνοντας υπέρβαση στις μελωδίες, γιγαντώνοντας την αίσθηση. Οι κιθάρες του πλέον είναι οικείες από το ύφος και τον τρόπο που χρησιμοποιεί, ενώ είναι σπουδαίο ότι παίζει ακόμα πιο ορθά με τις ταχύτητες προσφέροντας ποικιλία ξεχωριστών συναισθημάτων. Στα φωνητικά είναι φειδωλός και ψέλνει μαυρομεταλικούς ύμνους με το λάρυγγα σε minimal ύφος, μοιάζοντας να το κάνει στο ρελαντί. Η φωνή του είναι κάτι μεταξύ τελάλη και μέλισσας, με την δαιμονική αύρα να παραμονεύει στις υποχθόνιες καθόδους της. Τα τύμπανα του Incubus δεν θα πέσουν από τον πήχη, είναι όμως λίγο πιο πίσω ηχητικά, χωρίς ωστόσο αυτό να μεταβάλει την σκληρότητα ή την φυσικότητά τους.

Εδώ αποκαλύπτεται η δουλειά που έκανε η μπάντα στο μεσοδιάστημα. Θεωρώ πως κάθε κομμάτι έχει κάτι να δηλώσει, να ζητωκραυγάσει, να γεννήσει. Θαυμάστε την μεθυστική αφετηρία με το Ancient Monumental War Hymn, που ξεκινά καταιγιστικά και θα κόψει μέσα από ένα low-tempo επικό riff και φανταστικά τύμπανα, για να ολοκληρώσει βοηθώντας την λαρυγγική εκφορά με σκυλίσα φωνητικά σε νεκρομεταλλικό φόντο. Δείτε την λατινοαμερικάνικη heavy/thrash έναρξη του Nocturnal Gatherings and Wicked Rites και το φοβερό του riff (πρώτο στην κλίμακα ηλεκτρικό πριόνι). Στα φωνητικά οι λέξεις βγαίνουν με ταχύτητα, ενώ το κλείσιμο είναι αποτρόπαιο. Ακολουθεί το καταδιωκτικό Strike of the Morning Star με τα φωνητικά ουρανίσκου (τρόπος προφοράς με ανοιχτό στόμα που ο ήχος κάνει αντήχηση μέσα στην στοματική κοιλότητα), ενώ ο μυστικισμός εγκολπώνει την διήγηση αποδίδοντας καρπούς. Τον ορισμό της black/death δίπλωσης του ρυθμικού μέρους στο Through the Infinite Sphere Our Majesty Shall Rise, το καταιγιστικό Infernal Evocation of Torment όπου το riff ηλεκτρικό πριόνι (μοιάζει με τον ήχο που ακούω στο χωριό, όταν από μακριά κάποιος κόβει ένα δέντρο) αποκαλύπτει πλέον όλη του την διάσταση και τελικά τον ρόλο του. Τον αργό και ατμοσφαιρικό παιάνα Where Darkness Is Lord and Death the Beginning που θα οδηγηθεί στην επίθεση, κουβαλώντας ακόμα στην φαρέτρα του αυτό το μεταλλικό υπόστρωμα μέσα από το οποίο ξεκίνησε. Τ’ ομότιτλο με το άσχετο riff (μοιάζει με τον ήχο του φρένου) και την κακόβουλη «γεμάτη αρνητισμό» διήγηση από άλλο πλάνο, που σκάει το σκουριασμένο του σκεπάρνι επάνω στο κουφάρι μας με το ασύγκριτο φινάλε. Τις μεταλλικές διαστάσεις επιπέδου, μέσα από το instrumental αψεγάδιαστο έπος Enter The Cult..Ακούστε τις κιθάρες του και αναλογιστείτε την πορεία Αυτής της μπάντας. Τέλος, την ολοκλήρωση με το συναισθηματικό Before the Symbol of Satan We Bow and Praise.

Συμπερασματικά, με το τέταρτο βήμα οι νοοτροπίες της μπάντας γίνονται κτήμα και θέληση, αποκτούν ειδικό βάρος από μια υπαρκτή Προσωπικότητα συνθλίβοντας το Είδος με την ερμηνεία τους. Μακράν το πιο ουσιαστικό και καταδεικτικό album των Inquisition.

2011-Ominous Doctrines Of The Perpetual Mystical Macrocosm

Folder

Το κείμενο που έγραψα για το Ominus.. πίσω στο 2011, μπορεί κάποιος να το βρει εδώ.

Στο παρόν αφιέρωμα θα πρέπει όμως να κάνω μια σημείωση που παρέλειψα να καταδείξω ουσιαστικά στο κείμενο εκείνο. Σχετίζεται με την συμπαντική αύρα που έδωσε στη μουσική η νέα θεματολογία και το στιχουργικό περιεχόμενο, βοηθώντας τα μέγιστα για να γίνει το σύνολο ένα κομψοτέχνημα της αισθητικής.

Οι Inquisition με το πέμπτο βήμα κάνουν ένα σπάνιο άλμα, που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το άνοιγμα μιας κοσμικής Πύλης. Η νέα στιχουργική νοοτροπία υποβοηθούμενη από το αέναο εξώφυλλο του Antichrist Kramer αλλά και το γενικότερο lay out, βγάζει νέα συναισθήματα και πάνω απ’ όλα φρεσκάδα. Όπως μπορείτε να δείτε η γνωστή νεκρική λογική στο σχέδιο έχει ανέβει πλέον στη διαστημική εξέδρα, εμπλουτίζοντας τη νεκρική οπτική με μια συμπαντική προοπτική. Στο εσωτερικό, το πλέξιμο των λέξεων και των νοημάτων λειτουργεί ευεργετικά για το φαντασιακό του ακροατή, δίνοντας του το δικαίωμα να ονειρευτεί και να παρασυρθεί μαγεμένος. Μα το σπουδαιότερο είναι πως έτσι έπαιρνε και αυτός μέρος, νιώθοντας μέσα στην κοσμική τους δίνη. Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο για μια μπάντα από το να θέσει τον ακροατή-άνθρωπο (ας μην ξεχνάμε το βασικό) σε μια συμμετοχική διαδικασία, κι εδώ οι Inquisition το κατάφεραν περισσότερο από ποτέ.

2013-Inquisition-Obscure Verses For The Multiverse

Folder

Η πορεία της μπάντας στο άπειρο της κοσμολογίας μπορεί να ήταν μια ιδανική επιλογή, αλλά έκρυβε παγίδες. Αυτά τα δύο χρόνια δεν ξέραμε τους όρους που θα γινόταν και ίσως κάποιοι σαν εμένα ονειρεύονταν λανθασμένα, μια Darkspace μονοκοντυλιά στη γλαφυρότητα. Οι Inquisition όμως ήθελαν κάτι άλλο, κάτι που θα έστεκε μουσικά με underground όρους και θα λοξοκοιτούσε σε μια καθολικότητα αποδοχής μέσω μιας Metal επιλογής στο εξώφυλλο. Κάπως έτσι κατέληξαν να δώσουν στην γλαφυρότητα ακίνδυνη νοηματοδότηση, προσποιούμενοι δυστυχώς ένα νεανικό εαυτό που δεν παρουσίασαν νέοι. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή με λεπτομέρειες και όσα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας οπαδός..

Σε πρώτο πλάνο αφήνουν φέτος κατακόμβες και σπηλιές, για τη ζεστή θαλπωρή της Season of Mist. Ένα label που στα δικά μου μάτια κάνει ποικίλες επιλογές από τον ακραίο ήχο με το γνώμονα στραμμένο στην εμπορική λογική, χωρίς δηλαδή κάποια συνεκτικότητα αισθητικής. Λογικό όμως μιας και μιλάμε για ένα μεγάλο και σοβαρό label που ασχολείται με ολόκληρο το Metal οικοδόμημα. Ένα μέρος λοιπόν από τις επιλογές που κάνει ανήκει στο λεγόμενο underground. Δηλαδή, τα συγκροτήματα που έκαναν όνομα μέσα από την αγάπη όσων ζούμε στις σπηλιές. Καλό θα είναι λοιπόν για κάθε label σαν αυτό, να γνωρίζει πως η συμπεριφορά όσων τρέφονται στις σπηλιές δεν θα είναι αναγκαστικά η ίδια απέναντι στις μπάντες που αγάπησαν, αν αυτές λοξοδρομήσουν κάτω από την σκέπη του. Δεν αντιλέγω πως η μουσική βιομηχανία προσπαθεί να προσεγγίσει τον καλλιτέχνη μέσα σ’ ένα ανταποδοτικό πλαίσιο συνεργασίας. Συνεπώς δε μπορώ παρά να δικαιολογήσω τον μουσικό, που σαν απλός άνθρωπος προσπαθεί να κερδίσει περισσότερα χρήματα και τελικά να ζήσει από την μουσική του. Συνεπώς δέχομαι απόλυτα την επιλογή των Inquisition και θ’ απολαμβάνω από τη σκιερή μου γωνιά το μεγαλείο που θ’ αποκτήσουν. Αυτό συμβαίνει γιατί μπορεί να θέλω να ζήσει ο Dagon από το Black Metal, αλλά δεν πρόκειται να δόσω και χρήματα στην Season of Mist. Γιατί πολύ απλά δε μπορώ να δεχθώ τις επιταγές ενός label που συμμετέχει σε διαφοροποιήσεις που αλλοιώνουν το υλικό μιας μπάντας, που επέλεξα και πλήρωσα αρκετές φορές μέχρι σήμερα. Τα πράγματα είναι απλά, το γαλλικό label ανακατεύτηκε στην κυκλοφορία και το πλασάρισμα της μπάντας, δημιουργώντας μια «οικογενειακή» αισθητική.

Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να χωριστεί σε δυο υποκατηγορίες:

Η πρώτη θα μπορούσε να έχει τίτλο, «το πανηγύρι των εκδόσεων, σε ήθος λαϊκής αγοράς». Όπως λοιπόν μας πληροφορούν η πρώτη έκδοση του album περιλαμβάνει το παραδοσιακό jewel case cd, το digipack cd με δώρο ένα δερμάτινο μπρελόκ κατσίκα (γαμώ την αγανάκτηση) και μια εκτυπωμένη παλέτα στις 4000 κόπιες. Το γνωστό μαύρο βινύλιο στις 500 κόπιες (αυτό που πλέον ο αγοραστής αντιμετωπίζει με χλευασμό). Ένα ημιδιαφανές διπλό, καφέ βινύλιο στις 350 κόπιες (για μερακλήδες), το διαφανές διπλό βινύλιο στις 150 κόπιες (όποιος πάρει τηλέφωνο πρώτος θα το κερδίσει, το item που φέρνει στο προσκήνιο το καταναλωτικό ήθος της προαναγγελίας). Διπλό βινύλιο στο πράσινο χρώμα του Pazuzu (είναι πράσινος ο Pazuzu;) μέσα σε δέρμα αγελάδας (ήμαρτον) και δώρο το cd σε jewel case (σε 300 αριθμημένα) και τέλος χρυσό διπλό βινύλιο σε κατσικίσιο δέρμα (δε κάνω καθόλου πλάκα..) με δώρο το CD σε digipack (περιορισμένες και αριθμημένες έως το 200). Ενώ κυκλοφόρησε και κασέτα σε 300 κόπιες από την Inferna Profundus Records. Τέλειωσα την παράγραφο και νιώθω πως έβγαλα πάγκο σε πανηγύρι…

Η δεύτερη κατηγορία αφορά την αλλαγή του σχεδιαστή στο εξώφυλλο. Κάπου εδώ δυστυχώς τελειώνει η μακροχρόνια συνεργασία με τον Antichrist Kramer και η μπάντα ξεκινά μια νέα με τον Paolo Girardi. Έναν Ιταλό που ομολογώ πως βλέπω με συμπάθεια ως ζωγράφο, αλλά δεν μπορώ να πως μου δημιουργεί συναισθήματα ως Metal cover artist. Η λογική του στο Obscure Verses for the Multiverse είναι απλοϊκή και ακίνδυνη. Μια κάθοδος της κόμιξ αισθητικής στο μεταλλάδικο ύφος, που φέρει στο νου μας την παλαιά Nuclear Blast νοοτροπία που είχε σκοπό να κεντρίσει νεότερους ακροατές. Πάντα στην λογική, όσοι περισσότεροι νέοι αγοραστές σήμερα, τόσο περισσότεροι ενήλικες πελάτες αύριο.

Όσοι ζούμε στο Underground δεν έχουμε κοινή αντίληψη. Ένα είναι όμως το βασικό σημείο που μας χαρακτηρίζει. Η underground οπτική μας οδηγεί στην αυτοϊκανοποίηση με το άγνωστο και καλό συγκρότημα. Αυτή μπορεί να είναι η αυτοκριτική μας, να δεχθούμε πως είμαστε άρρωστοι από τη φυματίωση του αγνώστου, του αινιγματικού και μυστήριου. Ωστόσο υπάρχει και μια πολύ σοβαρή δικαιολογία γι’ αυτή μας την πάθηση. Στις σπηλιές και τις κατακόμβες υπάρχει ζοφερότητα που ζωντανεύει κάποιες φορές εφιαλτική αισθητική, ενώ στην καταξίωση πουντιάζουμε από μιζέρια, τόσο εικαστικά όσο και μουσικά. Δείτε ας πούμε την απρόσωπη καρικατούρα που ακούει στ’ όνομα Watain. Πιάστε στα χέρια σας το Rabid Death’s Curse και το Casus Luciferi που έφτιαξαν στο σκότος κι έπειτα κάντε την σύγκριση με τα Lawless Darkness και The Wild Hunt που έφτιαξαν στο φως. Ολοφυρμός σ’ αισθητικό επίπεδο.

Στο μουσικό μέρος του έκτου full-album των Κολομβιανών (θα έχετε καταλάβει πως είναι εντελώς αντικούκου για εμένα να τους λέω Αμερικανούς) υπάρχει το βασικό μοτίβο της μπάντας, αυτό που τους ανέδειξε. Δηλαδή ένα ταχύ ατμοσφαιρικό Black/Death, με riff που οδηγούν τον εγκέφαλο σε μια ευχάριστη καρμανιόλα πλοκής. Φέτος όμως καθαρίζει πολύ η παραγωγή και η συνθετική νοοτροπία έχει πλέον μεταλλικό σχεδιασμό. Βλέπετε, αυτά ήταν που έπρεπε ν’ αλλάξουν για να γίνουν κατανοητοί στ’ ακροατήρια που πλέον απευθύνονται. Προσωπικά θα ήθελα αντ’ αυτού να γιγαντώσουν το ατμοσφαιρικό Black/Death του Ominous Doctrines of the Perpetual Mystical Macrocosm. Ωστόσο δε μπορώ παρά να καταλάβω και να παραδεχθώ πως αυτή η λογική που χρησιμοποίησαν δυναμώνει το στήσιμο των κομματιών, κάνοντας ένεση αδρεναλίνης στα γρανάζια της μηχανής τους. Δείτε για παράδειγμα τα τρομερά solo του Darkness Flows Towards Unseen Horizons (2:40) και Inversion of Ethereal White Stars (4:40) αλλά και διάσπαρτα riff που γεννιούνται εδώ κι εκεί: όπως το κυκλικό που σκάει δυο φορές στο Obscure Verses for the Multiverse, τη λιλιπούτια διαστημική riff σφήνα προς το τέλος του Spiritual Plasma Evocation, το κοφτό ατμοσφαιρικής επιθετικότητας του Master of the Cosmological Black Cauldron ή το γουργουρητό που υπάρχει στο μεταλλικό Inversion of Ethereal White Stars.

Σαν συνεπαγωγή του πλάνου δράσης, ολόκληρο το album είναι συναυλιακό, βγάζοντας ενέργεια που θα οδηγήσει τον ακροατή στην εκτόνωση. Συνεπώς ο βασικός στόχος επετεύχθη, λέτε να δούμε σύντομα και νέα μέλη για πληρέστερες live εμφανίσεις; Τα φωνητικά του Dagon είναι σε αξιοπρόσεκτο επίπεδο και σε σημεία γίνονται θεατρικά, ολοκληρώνοντας όπως πάντα την μουσική με την αφηγηματικότητά του. Ακούστε για παράδειγμα στο repeat τη εκπληκτική νεκρομεταλλική επιβολή του Darkness Flows Towards Unseen Horizons (3:13) με τα τερατικά φωνητικά που θα χρησιμοποιήσει ξανά μονάχα στο bonus Where Darkness Is Lord and Death the Beginning. Η δουλειά στα τύμπανα είναι ορθή, κυρίως γιατί με την ένταση που προσάπτουν στο σύνολο αγγίζει η μπάντα τον ήχο που οραματίστηκε. Είναι άλλωστε το βασικό κλειδί στο ρυθμικό μέρος που ήθελαν να φτιάξουν, για να μοντάρουν τη μεταλλική διαβάθμιση τους υλικού τους. Δείτε για παράδειγμα την έναρξη αλλά και πορεία στα Spiritual Plasma Evocation, Arrival of Eons After. Η ατμόσφαιρα φέτος δεν υπακούει στην υπεροπτική του Ominous Doctrines of the Perpetual Mystical Macrocosm, μακράν το ποιο ατμοσφαιρικό album της μπάντας. Ωστόσο υπάρχουν κομμάτια (Joined by Dark Matter, Repelled by Dark Energy, Inversion of Ethereal White Stars) που απλώνονται στον κουρασμένο μας αυχένα σα το θρυλικό βίξ, μέσα από παραπεταμένα ακόρντα, που σαν αύρα απελπισίας συννεφιάζουν τη δύναμη μετατρέποντας για λίγο την εκτόνωση σε μαγεία. Μέχρι η δεύτερη ν’ αποσυρθεί δίνοντας την θέση της και πάλι στην πρώτη.

Συμπερασματικά το μουσικό επίπεδο είναι ικανοποιητικό, αλλά δε μπορώ να το βάλω κοντά σε όλα όσα έκαναν μέχρι σήμερα. Έτσι στην προσωπική μου διαβάθμιση είναι χωρίς δυσκολία τελευταίο, κι εκεί ελπίζω να μείνει στο μέλλον. Ο Dagon είχε μιλήσει αναλυτικά στο Southern Prayer*(zine του Bowel of Noise) και θαρρώ πως έχει εξηγήσει αναλυτικά τι έκανε μέχρι σήμερα και τι σκοπεύει να κάνει από εδώ και πέρα. Συνεπώς δεν πέσαμε από τα σύννεφα όταν είδαμε πως φέτος επέλεξαν ν’ ανοίγουν τις συναυλίες των Cradle Of Filth και των Behemoth από το να παίζουν μόνοι τους μπροστά σε διακόσια άτομα. Κάπου εδώ έχει έρθει η ώρα να ευχηθώ στη μπάντα, καλή τύχη στο νέο της δρόμο. Στην τελική εννοείται πως με χαροποιεί και μόνο σα γεγονός πως οι φίλοι των τωρινών Behemoth και Cradle Of Filth θα έχουν τη δυνατότητα να γοητευτούν από την Black/Death σαγήνη των Inquisition. Γιατί όπως και να το κάνουμε η μπάντα δεν άλλαξε δα και τόσο πολύ, στην προσπάθεια που κάνει για υπέρβαση κοινού. Ωστόσο θαρρώ πως έχω το δικαίωμα, σαν σκοτεινός παλιάτσος που τρώει μαύρο ψωμί στις κατακόμβες, να γράψω στο τέλος αυτού του κειμένου τέσσερεις λέξεις που δείχνουν πως νιώθω. Γιατί έτσι μονάχα θα καταφέρω να εξάγω τα συναισθήματα που μου γέννησε το έκτο τους βήμα: Ζήτω Inquisition-Αντίο Inquisition.