Archive for the Σεπτέμβριος 2012 Category

Burning Church Forest

Posted in Δεκέμβριος 2010, Δεκέμβριος 2011, Σεπτέμβριος 2012 on Νοέμβριος 28, 2012 by Plunderer

Μολονότι με περιμένουν πολλά album για να εμβαθύνω, αρκετά εξ’ αυτών με ιστορική σημασία, κάτι μ’ έχει πιάσει κι αλητεύω ψάχνοντας πέρα από τα βασικά. Δεν ξέρω αν είναι άρνηση επαφής με δεδομένες φόρμες ή αν το θέλετε αλλιώς μια ψιλοβαρεμάρα για βιωμένες ηχητικές εμπειρίες. Αλλά μου κάθονται καλά στ’ αυτί και κάτι παράξενα μοτίβα, που αρχίζω να το φιλοσοφώ. Συμπέρασμα επαρκές δεν έβγαλα, όμως πιστεύω πως όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με το Black Metal, έλκεται μυστηριωδώς από τις οπτικές που έχουν αποδομήσει τον Metal μπούσουλα, οδηγώντας τον γρηγορότερα στην αγκαλιά της καταχνιάς. Σε αυτές τις εφαρμογές αλλάζουν σχετικά και οι κανόνες, γιατί δεν υπάρχει αξία στην σύνθεση και τον οίστρο του δημιουργού, αλλά στην χρήση των οργάνων, τον ήχο και το ατμοσφαιρικό επίπεδο των κομματιών. Παράλληλα θα δούμε την οπτική της μπάντας ως μορφή τέχνης, που έχει τη δύναμη να μεταφέρει την συνείδησή του ακροατή σ’ ένα άλλο επίπεδο. Εκεί μπορεί να εισπράξει ένα σκοτεινό πλούτο που χάνει στις κινήσεις με Metal διάμετρο, δηλαδή στο Black Metal που τα riff θα παρεκτραπούν σπινθηρίζοντας χρωματισμούς μακριά από τον αρτηριοσκληρωτικά μέλανα χαρακτήρα (έχοντας προφανώς πολλές Metal επιρροές). Όσον αφορά τον ακροατή που θα εισπράξει άμεσα τέτοιες εκδοχές δεν μπορώ να πω και πολλά. Κατά την προσωπική μου γνώμη είναι αδύνατο να κατανοήσει αυτό το ύφος, όποιος πιστεύει ακόμα στην γραμμικότητα του Black Metal και δεν έχει απολαύσει ποτέ του Demo (παλιό, καινούριο, του Wrest δεν έχει σημασία) ηχητικά. Από εκεί και πέρα ο άξονας εμβάθυνσης θ’ ανεβρεθεί στη συνταύτιση με την αισθητική της μπάντας αλλά και την όρεξή του να ταξιδέψει μέσα στο Black Metal της. Έπειτα η καταβύθισή δρα αυτόνομα μέσα του, κάνοντας απομονωμένη το δικό της ταξίδι στ’ απύθμενα βάθη.

Θα πάμε λοιπόν μέχρι την Αυστραλία και πιο συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα της, κοντά στην πρωτεύουσα του Σύδνεϋ και πιο συγκεκριμένα στη παραθαλάσσια πόλη του Newcastle. Εκεί θα συναντήσουμε τους Burning Church Forest, μια πενταμελή μπάντα που επιδίδεται εδώ και αρκετό καιρό σ’ ένα αυτόνομο Black Metal tribute. Θα το αναλύσουμε διεξοδικά, μελετώντας track by track τα πέντε βιβλία (όλες τους οι δουλειές έχουν τον τίτλο Book) που έκαναν μέχρι σήμερα. Πριν ξεκινήσω όμως θα ήθελα να περιγράψω την βασική φωτογραφία που χρησιμοποιούν και βλέπετε εδώ πιο πάνω. Παραμορφωμένες φιγούρες κι ένα χέρι μπροστά τους, στην «grim» αφετηρία. Εδώ οι Αυστραλοί πολύ έντεχνα υποδηλώνουν την tribute θέση του project. Εξηγώντας πολύ απλά την αίσθηση που έσπειρε το Black Metal ιστορικά αλλά και την δική τους θέση, μια «neo-grim» αισθητική, που εξηγεί περίφημα τη νοοτροπία μιας μπάντας «φόρου τιμής» στο οικοδόμημα.

*Σε κάθε τίτλο Θα βρείτε το ανάλογο Bandcamp Link για ν’ ακούσετε ολόκληρο το album (δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε εσάς, αλλά σε μένα αυτά τα Link ξεκινούν από το δεύτερο κομμάτι, οπότε πριν το Play ρίξτε μια ματιά) και σε κάθε κομμάτι το ανάλογο Link για μεμονωμένη ακρόαση.

2009-Book 1

Chapter 1: Αρχικά βομβώδες κι έπειτα πριμαριστά τηγανητό μ’ ένα συνεχές riff, μοιάζει με μάστιγα που ποθεί το αργό κάψιμο των εγκεφαλικών μας κυττάρων. Η συνέχεια θα δοθεί με απάνεμα ουρλιαχτά που όσο προχωρά το κομμάτι θα γίνουν δυναμικά, χωρίς να μένουν μόνο εκεί, αφού οι έχοντες το μικρόφωνο (δεν είναι μόνο ένας) ξανοίγουν εαυτό στις Furze εκφράσεις παραφροσύνης, χρωματίζοντας την σεμνή τελετή έναρξης. Το ρυθμικό μέρος είναι μια έξη που μπορεί να γίνει λατρεία, ειδικά με τα τύμπανα και την δερματική τους παρέα, που φέρουν μια δύναμη ασφαλείας μέσα στη χαοτική μέριμνα του κομματιού.

Chapter 2: Μονότονο κρεσέντο με τηγανιτά riff να σκεπάζουν σαν πάπλωμα το ρυθμικό μέρος, που ανάβει και παίρνει μπρος δουλεύοντας ασταμάτητα ως γεννήτρια. Το άπλωμά κουβαλά ως ειρμό το χαοτικό σύγκρυο, ενώ τα ουρλιαχτά σκούζουν σε Us επίπεδα (τα Us φωνητικά χαρακτηρίζονται από τη μεγιστοποίηση της υπερβολής, παγιδεύοντας τον ακροατή σε μια κατάσταση που ενώ δεν είναι σοβαρή, δεν μπορεί χαρακτηριστεί και αστεία). Το δεύτερο κεφάλαιο θα ολοκληρωθεί μ’ ένα απαλό κλείσιμο στην ambient έκταση.

Chapter 3: Ζωή σε κρυφό και μελωδικό low tempo ρυθμό, πλέοντας αμέριμνο στα πελάγη ενός μονοδιάστατου λογικού ειρμού. Εδώ τα riff δεν πρωταγωνιστούν, λαμβάνοντας θέση στ’ ομαλό ρυθμικό μέρος για να κινηθούν καθ’ όλη την διάρκεια μαζί του. Ο βασικός πλοηγός είναι τα φωνητικά που θα ξεκινήσουν σαν απόχρωση και θα λάμψουν λαμβάνοντας ρόλους με διάφορους χρωματισμούς και ανάλογο ύφος, μαγεύοντας όταν φτάσουν κάπου ανάμεσα στη δαιμονιώδη και τερατική μορφή που εισάγει κόμιξ/παραμυθένια στοιχεία στο σύνολο. Το τρίτο κεφάλαιο ανήκει στη λίστα με τα κομμάτια της μπάντας που φέρουν την επαφή τρίτου τύπου, αυτή που ξεχωρίζει, απλώνει μια πάχνη ομίχλης και καλλιεργεί την ατμόσφαιρα.

Chapter 4: Με στοιχειοθετημένο τρόπο και βάση σε όσα έκαναν στα πρώτα κομμάτια μπαίνουν στο τελευταίο μέρος, ένα δεκαοχτάλεπτο φόρο τιμής στην κτηνωδία που θα λάβει εκκίνηση στην «ως άνω» τηγανιτή μέριμνα και θα προσχωρήσει παραπέρα με μικρές παύσεις αναπνοής αλλά και νέες επιθέσεις. Τα φωνητικά από την ήπια δράση θα φτάσουν στο ασταμάτητο ουρλιαχτό, παρουσιάζοντας το θριαμβευτικό πνεύμα ακόμα και με αλαλαγμούς. Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος του κομματιού, γιατί ουσιαστικά δεν έχει να μας δώσει τίποτε παραπάνω παικτικά, αλλά θα έρθει να εγκαθιδρύσει την επιβολή, την ολοκληρωτική νίκη της έξαψης.

2009-Book 2

A tribute to the true norwegian black metal of the 1990’s, σημειώνουν στο Bandcamp.

Chapter 1-Ashes Of The Crucifix: Η τέφρα του εσταυρωμένου θα έρθει να ρίξει λάδι στη φωτιά, το δεύτερο βιβλίο ξεκινά μ’ ένα κρεσέντο επίθεσης και μίσους. Οι Αυστραλοί δομούν μια υπερβατική αλλοφροσύνη για να τσαλαπατήσουν το ακουστικό μας κέντρο. Πριμαριστός ήχος, άριστα τηγανιτό riffing και μια οχλοβοή που υπόκεινται σε κανόνες μετρονόμου ως κατάθεση διαπιστευτηρίων πυγμής. Παράλληλα τα ουρλιαχτά σκάνε φόρα παρτίδα σε αλαλαγμούς κι ένας κακός χαμός βασιλεύει, οδηγώντας τον ακροατή μέσα σε βρυχηθμούς, ανυπεράσπιστο και ανήμπορο ν’ αντιδράσει.

Chapter 2-The Freezing Fog: Κάνοντας μια μίξη των Funeral Fog & Freezing Moon από το De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem στον τίτλο και χαμηλώνοντας τη ταχύτητα, συνδράμουν στην έναρξη της ατμοσφαιρικής πλοκής. Τα φωνητικά εδώ αναβαθμίζονται στον ρόλο του εκφραστή ενώ το Doom πνεύμα εφορμά κάνοντας τη δράση να παρασιτεί κάπου παραδίπλα σε low tempo τηγανιτό riffing. Ο ξερός και απρόσεκτος ήχος των τυμπάνων βοηθά το κομμάτι ν’ αναδείξει το παγωμένο του προσωπείο, εξάγοντας συναισθήματα εγκατάλειψης αλλά σε δελεαστικά απόκοσμο περιβάλλον.

Chapter 3-The Dead Trees: Εδώ θα βρούμε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας, τόσο στα οργανικά κόλπα που εφαρμόζει όσο και στα συναισθήματα που εγκολπώνει. Στο ρυθμικό μέρος αρχικά υπάρχει μια επιθετική αιχμή που αργότερα θα γεννήσει μια νεκρή Noise/Ambient ζώνη, κατά την οποία ο βόμβος θα συναντηθεί με την απονιά της αταξίας. Δημιουργώντας μια σχάση που το μετατρέπει και θα γεννήσει μια πομπώδη ανάπλαση. Στις κιθάρες θα έρθουν εξωγενείς κινήσεις με κάποια υποχθόνια riff/solo που αντισταθμίζουν την ορμή αλλά και ο θελκτικός όγκος που ανατριχιάζει. Τα φωνητικά συνεχίζουν την υπερβολή, χωρίς να ξεχνούν τους άλλους ρόλους, οι οποίοι όταν έρθουν θα εξυψώσουν το κομμάτι. Εδώ μαζί με την Raw έκρηξη θα υπάρξει ατμόσφαιρα και μάλιστα ιδιότροπη, άθροισμα σπάνιο και πυρωτικό μέχρι το μεδούλι του ακροατή.

Chapter 4-Watching The Alter Burn: Μια κίνηση γεμάτη εσωστρέφεια, low tempo ρυθμικό με μια ατμοσφαιρική χροιά που αγγίζει βελούδινα. Αναγκαία αλλαγή πλοκής και τροφή για το συναισθηματικό κέντρο του ακροατή. Κίνηση που φέρει μέσα της ένα δραματικό χαρακτήρα προσπαθώντας ν’ αποδώσει μια εναλλακτική επίθεση στο συγκινησιακό μας. Το ουρλιαχτό κάπου στη μέση και η αλλαγή με το riff μέτρησε ιδιαίτερα. Το καιόμενο τέλος συνδράμει με την δική του σειρά στην παρακέντηση της πορείας του album. Δοκιμάστε ν’ ακούσετε το κομμάτι σε διάφορα volume και δείτε τις διαφορές, αυτό το τρικ παίζει βέβαια και για πολλά ακόμα κομμάτια της μπάντας.

Chapter 5-Sacrifice Your Freedom:  Πολεμικός τυμπανισμός, πρόλογος αργός και μακρύς που αναδεύει διάφορα, τα φωνητικά είναι πνιχτά και μακρόσυρτα. Μετά το πεντάλεπτο θα ξεθαρρέψουν και το ρυθμικό μέρος θα βρει τη δύναμη ν’ αναπτυχθεί. Τα live τύμπανα ψυχορραγούν και τα φωνητικά θα γίνουν ακόμα πιο τσιριχτά, μπαίνοντας σε χαμηλές συχνότητες. Το μήνυμα είναι σαφές, θυσία της ελευθερίας. Στο δέκατο λεπτό θα γεννηθεί μια ambient κατάσταση που θα εξελιχθεί μέχρι και το τέλος. Αρχικά με συχνότητες, ήχους κι έπειτα με την φλόγα που αναδεύεται, γνωρίζοντας πως πρέπει να ζεστάνει τον ακροατή μέχρι να λάβει την τελική του απόφαση. Δύναμη, αποφασιστικότητα και μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα που μαγνητίζει.

2010-Book 3

Chapter 1-The Power Of The Inferno: Η δύναμη της κόλασης θ’ αποδοθεί με μια έξοχη Live θέση στα τύμπανα, τα οποία είναι πολύ μπροστά και λυσσομανούν χωρίς να κρατούν «ντε και καλά» το μέτρημα. Τα φωνητικά ξεκινούν δαιμονικά και μπαίνουν σε πνιχτή διάθεση κοντά στην συνολική μουντάδα που αποπνέει το σύνολο. Τα riff είναι πολύ πίσω δρώντας σε μια ευθύβολη κίνηση, κάνοντας τη δουλειά του ρυθμικού μέρους για μια περεταίρω βοήθεια στο σύρσιμο της ροής. Εδώ το κόλπο της αλλαγής ρόλων στα όργανα, είναι το καλύτερο παράδειγμα σε αυτό που ψάχνουμε όταν μιλάμε για εξέλιξη του οργανικού Black Metal ήχου. Μετά το πέμπτο λεπτό θα γεννηθεί μια θορυβώδης ησυχία, μια γέφυρα που θα οδηγήσει το κομμάτι σε ambient κλίμακα. Εκεί μπροστά στο άγνωστο που παραμονεύει διαρκώς βασιλεύει η αινιγματικότητα, με τον τρόμο και τη θηριωδία να είναι γεννήματα του μυαλού για όσα μπορούν να συμβούν. Λίγο πριν το φινάλε μια καλοπεσμένη μελωδία τραβά την κουρτίνα και…

Chapter 2-Kirkebrann:…η εικόνα του καιόμενου ναού (πολύ ορθά γραμμένο στα Νορβηγικά) μοιάζει με το απαύγασμα της δύναμης που έχει η κόλαση. Εδώ θα υπάρξει μια μεμβράνη ατμόσφαιρας που εσωκλείει τα όργανα σε μια επισταμένη αναζήτηση. Οι κιθάρες παίζουν κάποια riffογραμμή «στο αλλού» και τα φωνητικά ξανοίγουν εαυτό πολύ προσεκτικά, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν την ηδονή της βεβήλωσης. Ο ρυθμός θα έρθει σαν μια γιορτή σε Low tempo καλωσορίζοντας την Black Metal ροή που θα διαγράψει πρώτα τυμπανιστικά κι έπειτα κιθαριστικά την εκεχειρία. Έπειτα οι φωνητικές αναζητήσεις κοχλάζουν σα τη πύρινη λαίλαπα.

Chapter 3-Feel The Heat From The Flames: Ατμοσφαιρικού τύπου και ambient πλοκής με οργανικό τρόπο μπαίνει βαθύτερα στο concept, για να μας μεταδώσει μέσω ήχων την πύρωση της φλόγας. Τα φωνητικά οργιάζουν κρυφά και φανερά σε ρόλους προς όφελος της διαδικασίας. Μετά το πεντάλεπτο θα υπάρξει μαγική κίνηση του ρυθμικού. Στο σημείο αυτό δείτε την γοητεία που ασκεί η αποδόμηση του μοντέλου ταχύτητα->γέφυρα->ταχύτητα και την μυσταγωγία που δύναται να εσωκλείει ο όγκος, ακόμα και αν το μοντέλο δράσης είναι απλοϊκό. Θα τολμούσα να πω ότι αυτό είναι παράδειγμα κορυφαίου ήχου για μελέτη. Στα τελευταία του λεπτά μια «τούπα/τούπα» τυμπανιστική θέση θα του δώσει προσωπείο κομματιού έτσι για το ξεκάρφωμα. Μέχρι το 11 λεπτό που τη σπάει με μια φωνητική εμπειρία και μετατρέπει τον ακροατή σε υποχείριο τους. Εδώ έχουμε την πιο έντεχνη δημιουργία της μπάντας που σχετίζει μουντάδα, συναίσθημα και ανεβάζει τη βελόνα του feeling. Παίξτε το δυνατά και αφεθείτε οριστικά.

Chapter 4-As You Die In The Fire: Ambient φυσιογνωμία με πειραματισμούς στον ήχο της κιθάρας, λίγα φωνητικά πειραγμένα και αρκετά πίσω. Ηχητική απεικόνιση του θανάτου στην φωτιά με το λατρεμένο concept να μην βρίσκει ησυχία, μου θυμίζουν την αρρώστια που έχουν οι Immortal με τα βουνά. Μέχρι που, για μια ακόμα φορά λίγο πριν το τέλος, θα πάρουν τα όργανα για ένα κλείσιμο με το rhythm section ζωντανό και την πλοκή σε ειρμό, ένα Black Metal ηλεκτρικό, φορτισμένο και όσο φασαριόζικο πρέπει.

2011-Book 4

Chapters 1-6: Experimental album compiled from various recordings from the past 5 years. We hope you do not enjoy it, σημειώνει η μπάντα στο Bandcamp. Εδώ λοιπόν θα βρούμε την πιο παράξενη κυκλοφορία των Burning Church Forest, αναλυόμενη σ’ ένα κομμάτι περί τα τρία τέταρτα της ώρας. Πριν μπούμε στο περιεχόμενο θα ήθελα να σημειώσω πως στα δικά μου μάτια, αυτό είναι και το καλύτερο εξώφυλλο απ’ όσα χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα. Είναι βέβαια ένα σκίτσο που δεν απεικονίζει την ζωντάνια της φωτογραφίας (που χρησιμοποιούσαν), μα βγάζει δύναμη κι ένα μοχθηρό αέρα, εκφράζοντας κατά γράμμα το Black Metal.

Έναρξη μέσω μιας άκρατης επιθετικότητας, είναι μια άγονη θέση, δίχως οίκτο, που κόβει το ενδιαφέρον σαν επικίνδυνη τροχαλία σε κίνηση και μοιάζει θανατηφόρα όσο οι σκουριασμένες προεξοχές της. Έτσι απλά οι Αυστραλοί στα πρώτα κιόλας λεπτά διώχνουν τους απαίδευτους και μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά στο ευαγγέλιο του θορύβου. Δίνοντας ζωή σ’ ένα Noise στρώμα που θα έρθει για να εγκαθιδρυθεί με μανία, σχηματίζοντας βόμβους και οργανικές εκρήξεις που βγάζουν μια πομπώδη αύρα. Εδώ τα ουρλιαχτά πλήρως παραμορφωμένα λειτουργούν ως στοιχείο επανάληψης. Αργότερα η θορυβώδης χαράδρα θα μεταγλωττιστεί οργανικά σέρνοντας την πλοκή, μονότονα και βασανιστικά για πολλά λεπτά. Μέχρι να επέλθει ο τριγμός μαυρίζοντας τη ψυχή μας, μετατρέποντας σε κατράμι το απώτερο Είναι μας, για να μη θυμόμαστε το φως, να φτάσουμε στην ζάλη, έλκοντας έτσι την απευκταία για τη ζωή μέγγενη που οδηγεί στο σκότος. Κι έπειτα η λογική εξομάλυνση σε μια εκτός ειρμού ροή, μέχρι ν’ αποκτήσει θεμέλια τυμπάνων και να μπει η κιθάρα σε ογκώδη σχηματισμό σπέρνοντας ολόγυρα την πώρωση με μια βαριά κι ασήκωτη περατζάδα. Στ’ απόνερα της οποίας θα σχηματιστεί ένας βόμβος που πάλλεται και μια λίμνη σχετικής ησυχίας ξανοίγεται μπροστά μας. Ένα κουδούνισμα που προκαλεί πονοκέφαλο σκούζει διαρκώς, γύρω του τύμπανα σε σχηματισμό και τεταμένοι ήχοι από τα έγκατα σηματοδοτούν το ξύπνημα του… βρυχάται πέρα στο βάθος. Βλεννώδες δαιμονικό θα βγει από τα έγκατα του πυθμένα και θα συνεχίσει να κραυγάζει, αργά και σπαρακτικά τα δικά του παράξενα λόγια. Ενώ δίπλα του κάνει σαματά μια μικρή λιτανεία για να το συνοδεύσει. Ως ότου ν’ αποκατασταθεί και πάλι η ηρεμία για να εισβάλει ένα από τα καλύτερα riff που έγραψαν ποτέ, στο βάθος του ορθού μας. Καμία δυνατότητα περιγραφής έπειτα, οι ήχοι και οι αποκλίσεις τους κινούν το σωρό σε αλληλουχίες. Μα για το κλείσιμο θα έρθει ένα ακόμα σημείο, που θα ενώσει διάφορες θέσεις σε οργανικό Low tempo κάνοντας ένα ατμοσφαιρικό πέρασμα που μαγεύει. Δεν ξεχνά τον ύμνο στο θόρυβο, με τον κακό ήχο ως καμβά, πάνω στον οποίο θ’ απλώσει riff και θαμπά φωνητικά. Στο φινάλε θα θυμηθεί πως ξεκίνησε, πράγμα συνετό για τον ψυχισμό του ακροατή. Βέβαια δε μιλάμε γι’ αποκατάσταση της βλάβης που έχει υποστεί, αλλά για μια ενδοφλέβια ένεση λήθης. Μπας και ξεχάσει με το τέλος της πρώτης ακρόασης, πως εδώ κατάπιε λεβιέ ταχυτήτων νταλίκας.

2012-Book 5

Chapter 1-Underjordiske: Δυναμικό και αρκετά έντονο κομμάτι, βασισμένο στα πρίμα και τον ενοχλητικό τους αέρα. Μουντό και μπουκωμένο με φωνητικά που αγγίζουν σε σημεία την λύσσα του Wrest. Φέρει ρυθμικό μπούσουλα σε τεταμένη έκκριση, αλλά κι ένα φιμε riff σαν υποδιαστολή της συνεχόμενης κίνησης. Αργότερα η σκούρα επίθεση θα χαλαρώσει τα δεσμά του θορύβου επιτρέποντάς του να κυριαρχήσει, αποκαλύπτοντας σιωπηλά όσους ζουν κάτω από τη γη (βλέπε τίτλο). Το κλείσιμο θα γίνει στην ambient δράση των μελετητών του υποσυνειδήτου Abruptum.

Chapter 2-Torturert Av Brann: Τυλιγμένο σε Doom σάβανα και μια έξοχη low tempo δράση περιδιαβαίνει. Τα σάπια του φωνητικά, που είναι αγριωπά και δίχως πυγμή μας μεταφέρουν στη διαδικασία αποτέφρωσης και το βασανισμό μέσα στις φλόγες (δείτε τον αργό τους τόνο..σαν το απομακρυσμένο ουρλιαχτό του βασανιζόμενου). Απαράμιλλη σήψη και πίκρα, σεμινάριο για το τι σημαίνει οργανικό Black Metal με ατμόσφαιρα. Εδώ η μπάντα πακετάρει τον αρνητισμό από λαγούμι σε λαγούμι. Καταφέρνοντας ως και τη διαφοροποίηση από την τυπικότητα, μέσα απ’ αυτό το μαγευτικό riff που γεννιέται από την έναρξη, κάνει παρέα στο ρυθμικό μέρος και δίδει εξωτική αύρα στο κατά τ’ άλλα Raw Black Metal τους. Έξοχο γι’ αυτό που είναι.

Chapter 3-Den Gamle Troen: Οργανική λατρεία σε υπερθετικό βαθμό και minimal ιδέες που θα πορευτούν μονόπαντα στην λεωφόρο της ταχύτητας. Μπροστάρης στη διαδικασία είναι τα φωνητικά που καταθέτουν ψυχή κι εκπέμπουν μανία. Εδώ βασιλεύει η επίθεση, μα η θαμπή χρήση των riff εξακολουθεί να χρωματίζει το album ως κρυφός φωτισμός. Μια συνετή επιλογή πλοήγησης, τηρουμένων των συνθηκών και της άκαμπτης θέσης που ζει το ρυθμικό μέρος. Η παλαιά πίστη δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί καλύτερα.

Chapter 4-Onde Trollkjerringer: Αν η μετάφραση στ’ αγγλικά είναι σωστή, το κομμάτι έχει τον τίτλο «Διαβολική παλιόγρια» και λειτουργεί έτσι ακριβώς, στέλνοντας χολοσκασμένες κατάρες ολόγυρα. Τα φωνητικά είναι ακόμα πιο κοντά στο ύφος του Wrest (πάντα μιλώ για την Demo εκδοχή της φωνής του) και το μουσικό μέρος θα πιάσει τις απαιτούμενες ταχύτητες με περισσή οργή και δύναμη αγγίζοντας την θορυβώδη εκδοχή που το κάνει να μοιάζει Live, χαοτικό και τα συναφή. Τα φωνητικά στο τέλος θα βγάλουν κάτι παράξενες κραυγές, αποτυπώνοντας την κακία της παλιόγριας και σ’ εσωτερικό επίπεδο.

Chapter 5-Gutten Som ødela Verden: Αργό και παραπληγικό θα ξεροτηγανιστεί σε ανάλογο riff αναδύοντας αρώματα. Έπειτα θα πέσει το λάδι του ρυθμικού καταποντισμού, κλασικά μετά το πεντάλεπτο για να θυμηθούμε και το παρελθόν της μπάντας, πιάνοντας άμεσα χιλιόμετρα κι εξάγοντας το ανάλογο feeling. Αργότερα θα επανέλθει στο αργό του τσιτσίρισμα εμποτίζοντας τη θαμπή ατμόσφαιρα που έλειπε απο το υπόλοιπο album. Δεν θα μείνει όμως εκεί και θα παρεκτραπεί εκ νέου σιχτιρίζοντας με περισσή μανία μέχρι το αποτρόπαιο τέλος με τα παραμορφωμένα φωνητικά σε οχλαγωγία και την αρμονική ambient ολοκλήρωση. Σ’ ένα βαθμό εδώ έχουμε το πιο παράξενο κομμάτι του Book 5 που μας μεταφέρει την ιστορία του αγοριού που κατέστρεψε τον κόσμο.

Αυτό είναι το πρώτο album της μπάντας που δεν έχει στο εξώφυλλο κάποια εκκλησία σε δάσος, ενδεδυμένη φλόγες. Παράλληλα πέραν του τελευταίου κεφαλαίου ζει σε τεταμένη επίθεση, χωρίς ατμοσφαιρικές αναζητήσεις και παράξενα μοτίβα, αλλάζοντας για μια ακόμα φορά τον δρόμο πλεύσης των Αυστραλών, με το θετικό πρόσημο να χαρακτηρίζει κάθε βήμα τους απο τα Late zeros μέχρι και σήμερα.

Στη σελίδα τους στο bandcamp υπάρχει και μια χαριτωμένη σημείωση για το Book 5 γραμμένη στα Νορβηγικά, η οποία λέει: «sanger basert på norske historier. Vi beklager dårlig oversettelse. vi kun snakker engelsk. Hvis du ikke liker dette kan du gå til helvete og utføre Munnsex på Satan» και σε μια ελεύθερη μετάφραση μάλλον σημαίνει «Τα τραγούδια είναι βασισμένα σε Νορβηγικές ιστορίες. Ζητούμε συγγνώμη για την κακή μετάφραση αλλά μιλάμε μόνο Αγγλικά. Αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να πάτε στην κόλαση και να κάνετε τσιμπούκια στο Σατανά».

Σε τέτοιες μπάντες το συμπέρασμα είναι άκομψο. Αλλά επειδή διάλεξα ένα παράξενο τρόπο ανάλυσης της κατάστασης που δημιουργούν μουσικά, οφείλω να σημειώσω τα παρακάτω: Οι Burning Church Forest έχουν διαλέξει έντεχνα τον δρόμο τους, παίζοντας Raw Black Metal χωρίς να ξεχνούν τις οργανικές ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, τη παράνοια και την φαντασία. Δημιουργούν νέα album έχοντας καινούριες ιδέες αλλά και νέους στόχους, χωρίς να ξεχνούν πως εκπροσωπούν τον πρωτόλειο οργανικό ήχο και τον περιορισμό των εφαρμογών ηχητικά. Τέλος δεν το κουνάνε ρούπι από το συνεκτικό concept των Book κυκλοφοριών και της «true» ασπρόμαυρης εικαστικής θέσης. Μπείτε στη φάση τους μόνο αν είναι να παραμείνετε, αλλιώς μην μπείτε καθόλου.

2012-Imperial Triumphant-Abominamentvm

Posted in Σεπτέμβριος 2012 on Νοέμβριος 21, 2012 by Plunderer

Οι Imperial Triumphant έχουν καταγωγή από την Νέα Υόρκη αλλά δεν παίζουν Us. Είναι μια μπάντα που ξεκίνησε το ταξίδι της στο Black Metal επηρεασμένη από διάφορες Ευρωπαϊκές εκδοχές με την ειδοποιό διαφορά ότι προσπάθησε να τις εμποτίσει και με κάτι δικό της. Έτσι από το πρώτο τους Demo είχαν συμπεριλάβει τόσο το τσέλο στο ρυθμικό μέρος όσο και τον όρο Baroque/Black Metal για να περιγράψουν το μονοπάτι τους. Εδώ λοιπόν το κείμενο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς να προσθέσουμε κανένα άλλο σχόλιο, πέραν της λέξεως… μακριά, παρέα με κάποια θαυμαστικά για να την ενισχύουν. Αλλά δεν θα το κάνουμε αυτό γιατί πάσχισαν από τα late zeros να κάνουν πράξη την σκέψη τους, άσχετα αν το εγχείρημα έμοιαζε παιδαριώδες. Αυτό δεν το λέω γιατί μου βρωμάει το τσέλο (κάθε άλλο) αλλά γιατί στα 10’s η χρήση τσέλου σε Metal βάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί καινοτομία μιας και παρόμοια πράγματα είχαν γίνει απο τα late 90’s. Δυστυχώς βέβαια δεν μπόρεσα να βρω μέσα στο διαδίκτυο κάποιο ρημαδοMp3 για να εντοπίσω την εξελικτική διαδικασία του Baroque/Black Metal τους, έτσι δεν έχω γνώση για τ’ ομότιτλο Demo του 2008 και το Ep Summons Τo War που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Αλλά επειδή τα κομμάτια που εμπεριέχουν είναι τα ίδια και πέραν αυτού μερικά θα βρούμε και στο Obeisance Ep του 2010, θεώρησα πως η πρώτη περίοδος της μπάντας μπορεί να περιγραφεί σ’ ένα βαθμό από το τελευταίο της βήμα.

Στο προπέρσινο λοιπόν Ep της μπάντας, που φέρει τον τίτλο «υπακοή», θα βρούμε μικρά σε διάρκεια κομμάτια σε καθαρό ηχητικό πλαίσιο και δυνατό περιεχόμενο. Το οποίο συνθετικά δεν σχετίζεται ιδιαίτερα με την Black Metal εικαστική του θεώρησή, την οποία στηρίζει ουσιαστικά μόνο με τ’ αχνά φωνητικά του Ilya Goddessraper ή όταν ανεβάζει ταχύτητες στην κοπανιστή μέριμνα. Αντίθετα βρίθει Metal και ουχί Heavy Metal επιρροών, που θα βρεθούν σε μελωδικά riff, στις αλλαγές ρυθμού αλλά και τις κλασικές εξάρσεις (Torches Of Nero). Σε αυτές λαμβάνει μεγάλη δράση και το τσέλο, τοποθετώντας έναν μελαγχολικό αναστεναγμό στην πομπώδη λογική του συνόλου, στην οποία θα βρούμε ακόμη και solo. Παράλληλα και η αισθητική που χρησιμοποίησαν, από τις (περίπου) Viking φωτογραφίσεις τους (με πολύ καλό Us corpspaint όμως) ως και το video clip τους (δείτε πιο κάτω, όσο δηλαδή μπορεί ν’ αντέξει ο καθένας σας) πορεύεται σε μια Late 90’s γραμμή που μοιάζει αλώβητη από τον χρόνο, λες και την έφτιαχναν από τότε ή μόνο τότε. Ωστόσο τα κομμάτια είναι δουλεμένα και τολμώ να πω πως οι οπαδοί του τότε ήχου, αυτοί που δεν είχαν πρόβλημα ν’ απολαύσουν το Ill-natured Spiritual Invasion των Old Man’s Child για παράδειγμα, εδώ θ’ αναπολήσουν. Τέλος, αυτό το Ep είναι η underground πρόταση για τους οπαδούς των σημερινών Dimmu Borgir και Cradle Of Filth που θέλουν τη Metal τσαχπινιά σε αυτό που ονομάζουν σκοτεινό. Όποιοι κι αν είστε, από δεκαπεντάχρονα μέχρι τον Σάββα Κωφίδη, να ξέρετε πως είστε μια απο τις εμμονές μου.

Από εκεί και πέρα η μπάντα θα χαθεί για λίγο μπαίνοντας σ’ ένα κουκούλι περισυλλογής και φέτος θα ντεπουτάρει, σε μια D.I.Y προσπάθεια, με το Full-Length Abominamentvm. Εδώ όμως όλα είναι τόσο διαφορετικά που το παρελθόν των Imperial Triumphant μοιάζει με κακό όνειρο. Η αλλαγή πλεύσης των Αμερικανών ή αν θέλετε η προσπάθεια αναγέννησής μέσα από το κουκούλι περισυλλογής θα γίνει σε όλους του τομείς. Αρχικά το κομμάτι της αισθητικής θα μεταμορφωθεί, έτσι κανένα μέλος δεν ποζάρει πλέον σε Viking φωτογραφίσεις και γενικά δεν φωτογραφίζονται, ξεπερνώντας τον εφηβικό grim χαρακτήρα. Έπειτα εξοντώνει τον απλοϊκό μουσικό προσανατολισμό τσαλαβουτώντας κάποια κιθαριστικά μέρη στο αγιασμένο στραβό riffing των Deathspell Omega και τέλος χρησιμοποιεί μετρημένες metal τεχνικές αναζητήσεις με θετικό πρόσημο.

Εδώ τα φωνητικά αποκτούν δυναμική και μια extra αγριάδα, μετασχηματίζοντας σε σημεία την ασφάλεια του Pagan ουρλιαχτού σε βραδύνουσα χοντροκοψιά, μπαίνοντας με τόλμη στον μουντό αργόσυρτο περιγραφικό τόνο που στάζει δηλητήριο. Στις κιθάρες η αναμόχλευση είναι διάχυτη, φτιάχνοντας παράλληλες γραμμές πλεύσης μεταξύ συνεχούς ροής σε μετρημένο κύμα αλλά και απλού ειρμού στην τυπική γλώσσα του Black Metal. Το Metal ως πέρασμα ή χτίσιμο των κομματιών εδώ θα βρεθεί σε τέλειες αναλογίες, θα έλεγα μάλιστα ότι οι αλλαγές μεταξύ ορθόδοξων στιγμών και Metal απεμπλοκής είναι χαρισματικές. Το album ακόμα δε θα χάσει την επαφή με τα εξωγενή παράδοξα στοιχεία, αυτά που οι ίδιοι θα ήθελαν να λένε Baroque. Τα εμβολιάζει λοιπόν σε μικρά κομμάτια ως συνδετικά ανάμεσα στις μεγαλύτερες συνθέσεις και στο τέλος μας χαρίζει ένα έξυπνο Bellvm με τον Ulrich Krieger στο Contrabass Clarinet για να μας συνεπάρει. Το σύνολο έχει θετικά και πιθανολογώ ν’ αρέσει σε όσους απολαμβάνουν μπάντες όπως οι Gorath αλλά τόσο ο χαρακτήρας του Abominamentvm όσο και η νέα εκδοχή των Imperial Triumphant θέλουν δουλειά για ν’ αποκτήσουν προσωπικότητα απομακρυσμένη από τις επιρροές τους.

Το συγκεκριμένο κείμενο είναι αφιερωμένο στην προέκταση ή το βάθος του Black Metal, δηλαδή την αισθητική του και την διαφοροποίησή της. Γιατί κακά τα ψέματα έχουμε πήξει στο στημένο μοτίβο, στους μπογιατισμένους τύπους που πήραν ωραία πόζα και δεν έχουν φιλοσοφία. Αυτό που γίνεται χρόνια τώρα και δεν προσφέρει τίποτε περισσότερο από μια απογευματινή συνάντηση με τον ακροατή και στην καλύτερη ακούγεται ολόκληρο. Αλλά οι Imperial Triumphant μας διδάσκουν αλλαγή έστω και με μικρό βάθος, μιας και την κάνουν απροκάλυπτα, με κάθε κόστος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα τους οδηγήσει και στην καταξίωση.. πιο πιθανό είναι, εδώ που τα λέμε, να λάβουν τη θέση του νεορθόδοξου κομπάρσου ή να τους προσέχουν σε κάθε νέα δουλειά, δέκα καμένοι μαυρομέταλλοι. Κι όμως μια αλλαγή σαν κι αυτή, στα δικά μου μάτια, είναι σπουδαιότερη και από έναν φοβερό δίσκο. Αυτό γιατί πολύ απλά, εξέλιξη μπορεί να σημαίνει και ολοκληρωτική αποδόμηση. Ας μην ξεχνάμε τι έπαιζε ο Hasjarl από τα χρόνια των Hirilorn μέχρι και το 2002 και το επισημαίνω αυτό γιατί πολλοί ακροατές τον έμαθαν με το Si Monumentum Requires, Circumspice για να μην πω και αργότερα. Τελειώνοντας θα πρέπει να μας μείνει, πως εδώ συναντήσαμε (κακό)Νορβηγοαναθρεμμένους Γιάνκηδες που πέταξαν τα παλιά Ευρωπαϊκά πρότυπα της Σκανδιναβίας για τα καινούρια, δηλαδή την Γαλλία και τους Deathspell Omega. Σας πληροφορώ μάλιστα ότι δεν τους καίγεται καρφί για τις συνέπειες ή της κατηγορίες ξεπατικωτούρας από όσα αναφέρουν στις συνεντεύξεις τους (ναι, κάνουν τέτοιες). Παίζουν όπως νιώθουν και ίσως κοντά σε όσα ακούνε και αυτό τους φτάνει. Για εμάς ακόμα δεν είναι αρκετό μουσικά, μα μπορούμε να πούμε πως αυτή η τροποποίηση μπορεί να θεωρηθεί ώρα μηδέν για την τωρινή επιρροή του Pagan στο Black Metal ποίμνιο παγκοσμίως. Οι ήρωες άλλαξαν και οι Deathspell Omega χαμογελούν χαιρέκακα γιατί το προπύργιο του Βορρά σιγά σιγά γκρεμίζεται.

2012-Blut Aus Nord-777 Cosmosophy

Posted in Σεπτέμβριος 2012 on Οκτώβριος 21, 2012 by Plunderer

Όπως διαβάζουμε στο Metal Archives ο βασικός συνθέτης των Blut Aus Nord Vidsval, ήταν 15-16 χρονών όταν συνέθεσε το Ultima Thulée (ντεμπούτο του 1995). Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη του δουλειά, γιατί είχε ξεκινήσει ακόμα πιο νωρίς τη μπάντα με τ’ όνομα Vlad κυκλοφορώντας μάλιστα και δυο όμορφα Demo, το In The Mist πίσω στα 1993 και το Yggdrasil το 1994, που αν υπολογίζω σωστά θα ήταν παιδί 12-14 ετών. Στα τριάντα κάτι πια ο Γάλλος ολοκληρώνει φέτος την επική τριλογία που ξεκίνησε το 2011 με τα 777 Sect(s) και 777 The Desanctification. Κοιτώντας πάλι τα εξώφυλλα της τριλογίας και το ύφος που επέλεξαν να κινηθούν, μου θύμισαν αρκετά αυτό που έκαναν οι Samael με τα δικά τους στα late zeros.

Αν και άργησε περίπου ένα χρόνο από την πρώτη ημερομηνία που είχαμε, το τελευταίο μέρος της τριλογίας Cosmosophy κατέφθασε. Οι Blut Aus Nord νιώθουν πλέον ελεύθεροι και ξανοίγονται μουσικά προς το φωτεινό σημάδι στον μακρινό ορίζοντα, εκείνο που μας αποκάλυψαν προς το τέλος του The Desanctification και μας άρεσε ιδιαίτερα. Σ’ ολόκληρη την Κοσμική σοφία επικρατεί μια νέα λογική, στην οποία δημιουργούν αδιάκοπα πλουμιστές εικόνες και ως φυσικό επακόλουθο ξεμακραίνουν από το σταθερό τους μοτίβο. Αλλά αυτή η διαφοροποίηση δεν σχετίζεται με το συνθετικό μέρος, βλέπετε ο Γάλλος έγραψε πολύ μουσική τον τελευταίο χρόνο και το ν’ αλλάξει δραστικά δεν είναι δα κι εύκολο πράγμα. Εδώ λοιπόν δεν θα ξεχαρβαλώσει την οπτική του, απλά θα ρίξει τους τόνους, θα παραμερίσει το Black Metal και θα πορευτεί με την γνωστή συνταγή σε Low tempo ρυθμούς, αναζητώντας μέσα από γνωστό πλαίσιο νέες προεκτάσεις.

Στο περιεχόμενο θα συναντήσουμε μελωδίες με riff που απλώνονται και κολυμπούν αργά και σταθερά σε industrial κενό, το οποίο έχει σχηματιστεί από το drum programming. Εκεί θα βρούμε ηρεμία και σποραδικά καθαρά φωνητικά που αγναντεύουν και διηγούνται με μαεστρία το concept της γνώσης του κόσμου, της υπερβατικής σοφίας. Οι αποχρώσεις των Blut Aus Nord εδώ γυαλίζουν και η δουλειά στις κιθάρες είναι τόσο προσεκτική ώστε σε όλο το μήκος και πλάτος του album να παράγουν φως. Έτσι το σύνολο είναι γλυκό συνεχίζοντας την ατέρμονη μα ακατάληκτη πορεία του προς τον ανέσπερο ήλιο. Γιατί σαν σύνολο δομεί ένα άρτιο παλαντζάρισμα μεταξύ ομαλότητας και αρμονίας αλλά εδώ δεν θα βρούμε καμία κλιμάκωση, ίσως γιατί δεν φτάνει κανείς και ποτέ σε τέτοιο προορισμό, ίσως γιατί δεν ήταν τ’ όραμά του να κλιμακώσει αυξάνοντας την ένταση..μα όπως και να ‘χει το Cosmosophy χαράζει πορεία που στόχο έχει την πορεία, έναν δρόμο δίχως προορισμό.

Θα μείνουμε λοιπόν σε αυτό, κάνοντας το δρομολόγιο ηρεμία-αινιγματικότητα αυτοσκοπό και μάλιστα σε νοσηρό βαθμό, γιατί είναι μια κατάσταση ικανή να κάνει τον συναισθηματισμό μας έρμαιο ενός ανεκπλήρωτου πόθου. Το ύφος του τρίτου μέρους της τριλογίας περιλαμβάνει το λογικό κλείσιμο ενός επικού έργου, μα αν το ακροαστούμε μεμονωμένα σαν αυτόνομο δημιούργημα, μοιάζει επίπεδο ακόμα κι αν λαμπιρίζει διαρκώς. Κι ενώ είναι εύκολο, δεν κουράζει, ρέει απλά και κατανοητά κάνοντας τον ακροατή ένα υπέροχο ταξίδι, εντούτοις μοιάζει άσκοπο. Παράλληλα τα σημεία που θα τραβήξουν την προσοχή μας είναι εκτελεσμένα πολλάκις από τους ίδιους ή τα έχουμε ακούσει και αλλού όπως ας πούμε το τέζα A.N.T.I. (Diapsiquir) στιλ του πρώτου μισού στο Epitome XV, το απλανές riff στο Epitome XVI που μοιάζει βγαλμένο από την Μισανθρωπία του This Is Past. Αλλά και οι καθαρές φωνητικές διηγήσεις που μου έφεραν στο μυαλό τόσο τον Garm (Ulver, Arcturus) στο Epitome XV όσο και τον Kvohst σε διάφορα project, ακόμα και στους Hexvessel στο Epitome XIV.

Η τριλογία ολοκληρώθηκε και δεν πιστεύω πως κάποια μυητική διαδικασία ακρόασης, είτε βάζοντας τους δίσκους με τη σειρά ή σε shuffle mode, θα βγάλει κάποιο παραπάνω συμπέρασμα για τον ακροατή, κάνοντας δυνατότερο τον αντίκτυπο της μέσα του. Το ζήτημα της κοινής θεματολογίας σε μια σειρά από albums, με μια επική διήγηση στο background είναι ένα δελεαστικό τρικ, αλλά οι Γάλλοι δεν κατάφεραν μέσω αυτού να ξεπεράσουν το παρελθόν τους. Πάσχισαν δε μπορώ να πω, κόπιασαν για να το πετύχουν αλλά δεν το κατάφεραν. Η τριλογία βάδισε στα χνάρια της μπάντας και βγάζει αυτό που ο ακροατής εισέπραττε απο αυτούς και στο παρελθόν. Είμαι οπαδός των Blut Aus Nord, όχι ο μεγαλύτερος αλλά είμαι. Και σαν οπαδός προς μια μπάντα που θεωρούσε σπουδαία, ίσως μια εκ των σπουδαιότερων για το Είδος, οφείλω να προσδοκώ περισσότερα από απλά καλά κομμάτια όπως τα Epitome II και XVII κι ένα δυναμικό The Desanctification.

Ο Vidsval τα τελευταία χρόνια μίλησε και μάλιστα πολύ. Εμείς ακούσαμε, είδαμε, καταλάβαμε και βγάλαμε συμπέρασμα. Οι Blut Aus Nord αλλάζουν κι εγώ προσωπικά δεν έχω σκοπό να ξοδέψω στο μέλλον πολλές λέξεις για τη νέα θέση που θα λάβουν στο μουσικό χάρτη. Μου φτάνει ότι παίζει να εγκαταλείψουν την λογική τους προς άλλες πιο καθαρές και σίγουρα δελεαστικά εμπορικές κατευθύνσεις. Μαζί τους φέτος πέρασαν το ποτάμι και οι Forest Of Stars, πασχίζω να γράψω ένα κείμενο και γι’ αυτούς, αλλά κακά τα ψέματα, δεν «το έχω» καθόλου αυτό που παίζουν για να εμβαθύνω. Για εμένα κάθε κείμενο που βλέπετε εδώ είναι ξεκάθαρα δέκα και άνω ακροάσεις, οι οποίες είναι προτιμότερο να δοθούν σε οπτικές που στηρίζουν το Black Metal και όχι σε όσες το κρατούν ακόμα, σαν όχημα μεταφοράς προς την καταξίωση που θα έρθει από άλλες μουσικές. Από εκεί και πέρα είμαι πεπεισμένος ότι όλες οι μπάντες που ανδρώθηκαν στο μαντρί του Black Metal και την κάνουν γι’ άλλες πολιτείες θα πετύχουν, γιατί έχουν ικανότητες και όραμα. Από την στιγμή όμως που όλα όσα θα κάνουν δεν αφορούν το Black Metal, την πορεία και την εξέλιξη του, δεν αφορούν κι εμένα. Ανακάθομαι πάλι στην παλιά ξύλινη καρέκλα μου κοιτώντας την ιστορία της μπάντας. Νιώθω κάτι που στα μάτια μου δεν μοιάζει παράξενο, σε μένα προσωπικά ο δεκατριάχρονος Vidsval και τα Demo των Vlad ταιριάζουν περισσότερο.

2012-Muert-Mysteriorum Prophanationis Sepulcralis

Posted in Σεπτέμβριος 2012 on Οκτώβριος 11, 2012 by Plunderer

Οι Muert μας έρχονται από την Τενερίφη των Κανάριων νήσων της Ισπανίας και αυτή είναι η πρώτη τους κυκλοφορία, που κόπηκε από τη Νορβηγική Demonhood Productions. Η μπάντα στο βιογραφικό της (τ’ ονομάζουν Necrography) που έχει αναρτήσει στη σχετική σελίδα στο Myspace (μπορεί να φυτοζωεί αλλά υπάρχει ακόμα) αναφέρει πολλά και γλαφυρά όπως ας πούμε ότι αποτελείται από τρία κακοποιημένα πτώματα τα οποία παράγουν τον βίαιο ήχο του τέλους. Αλλά οι χαριεντισμοί δεν σταματούν μόνο σε αυτό, μιας και συνεχίζουν λέγοντας πως η μουσική τους είναι φρέσκο και ώριμο Dark Metal (μιέχ…εντάξει…είπαμε είναι Ισπανοί και μάλιστα απο τα Κανάρια νησιά) στην πιο εχθρική του ουσία, εμπνευσμένο από τον απόλυτο θάνατο. Είναι η κτηνώδης κηδεία της ζωής, ο φανατισμός στα νεκροταφεία, η έλξη για τους τάφους. Είναι, λένε, οι αρχές της Νεκρής πόλης. Η αποτρόπαια μοίρα και η μαυρίλα του κενού μέσα μας. Σκληροί και άμεσοι. Οι Muert όμως δεν σταματούν ούτε εδώ και συνεχίζουν λέγοντας πως είναι το μνημόσυνο και ο τελευταίος ήχος, η μαύρη τρύπα των ανθρώπων για να τελειώσουν με την (κατούρα και λίγο) δήλωση πως δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει τίποτε ίσο μ’ αυτούς.

Εντάξει τα παραπάνω είναι γραφικά, αλλά θαρρώ πως σε όλους μας αρέσει αυτού του είδους η προτροπή μιας μπάντας για να σκλαβώσει την προσοχή μας. Το Mysteriorum Prophanationis Sepulcralis είναι όπως μας λένε οι ίδιοι γραμμένο προς τιμήν του θανάτου κι εμφανίζεται με μια Black/Death εικαστική διάθεση, ενώ τα τρία κακοποιημένα πτώματα φορούν μάσκες (περνώντας ελαφρά την ίωση της εποχής) έχοντας ένα attitude με όλα τα Black/Death παρελκόμενα, δηλαδή πρόκες, σφαίρες, κρεμαστά. Η μουσική τους όμως δεν έχει καμιά σχέση με το image που κουβαλούν αλλά και την αισθητική τους. Κινείται σε μια εκμοντερνισμένη Νορβηγική θέση χωρίς να ξεχνά την ηχητική μορφοποίηση στα επίπεδα που θα ευχαριστηθεί ως και ο θιασώτης του μη εμπορικού.

Εδώ λοιπόν θα βρούμε ευθύγραμμο, μονόδρομο και μονόχρωμο Black Metal που χρησιμοποιεί βασικούς ρυθμούς με ταχύτητα και μια αρκετά καλή παραγωγή που το βοηθά ν’ αναδείξει τα πλεονεκτήματά του. Ο συνδυασμός των Ισπανών βρίσκεται κάπου μεταξύ των τυμπάνων που μοιάζουν με την καρδιά του συνόλου και της κιθάρας που λειτουργεί πολύ διακριτικά, με τα riff να μοιάζουν αέρινα και ανεμικά. Τα κομμάτια είναι μικρά οπότε και αρκετά Minimal συνθετικά αλλά κρατούν το ενδιαφέρον μεγιστοποιώντας σταδιακά την κίνηση/πώρωση του ακροατή. Αξιοσημείωτη είναι και η Νορβηγική θέση σε σημεία, τόσο σε riff όσο και σε κάποια φωνητικά που τείνουν προς το Βορρά χωρίς όμως να εκπέμπουν κάτι τόσο παγωμένο. Θεωρώ πως η μισή δύναμη του album θα βρεθεί στη δυναμική της φωνής (πιάνει κάπου κάπου και το ύφος τους Aldrahn στους Deathtrip) του Ebola (αστείο ψευδώνυμο) που κάνει φωνητικά αλλά παίζει και όλες τις κιθάρες (οπότε είναι και το βασικό πρόσωπο των Muert). Το σπουδαιότερο όμως είναι πως το ντεμπούτο της μπάντας εμπεριέχει πολλά καλά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να εκπέμπουν την ικανοποίηση του generic Black Metal ύφους. Σε αυτό το σημείο να βάλουμε στα θετικά και την πολύ σωστή επιλογή της σειρά των κομματιών, μιας και το album ξεκινά καλά και τελειώνει ακόμα καλύτερα. Αυτά που ξεχώρισα είναι το κορυφαίο μελωδικό και πιο αργό The Hateful Ritual, το A Night With No Mercy με το καλύτερο riff του album αλλά και το Burial In The Forest που έκαναν και video clip, το οποίο θα δείτε παρακάτω.

Στους Muert θα βρούμε μια τίμια έκφραση που θα την χαρακτήριζα σπάνια, μιας και στις μέρες μας η προσπάθεια για διαφοροποίηση από μπάντες που «δεν το χουν» κουράζει, εν αντιθέσει οι Muert χαρίζουν απλόχερα άνετο Black Metal αλλά όχι εύκολο ή φτηνό, που κουβαλά μια ατμόσφαιρα όσο επίπεδο κι αν είναι, φτιάχνοντας αναμφισβήτητα «κατάσταση». Είμαι σίγουρος πως σαν άκουσμα είναι ακόμα πιο απολαυστικό στον δρόμο, αλλά είμαι ακόμα πιο σίγουρος ότι είναι πιο ενδιαφέρουσα επιλογή προς ακρόαση απο αρκετές γνωστές μπάντες που κυκλοφόρησαν κάτι φέτος.

Υ.Γ: Ένα ακόμα μπράβο σε όλους όσους κάνουν post στο Underground Soundscapes  (όπου συνάντησα και το video των Muert) που αν και «ομάδα» στο facebook λειτουργεί θετικά για το underground γενικότερα. Και μιας και είπα για μια ακόμη φορά τη λέξη underground, η παρακάτω φωτογραφία των Muert είναι από κάποιο μαγαζί που έπαιξαν πρόσφατα live…

2012-Serpent Noir-Seeing Through The Shadow Consciousness. Open Up The Shells

Posted in Σεπτέμβριος 2012 on Σεπτεμβρίου 4, 2012 by Plunderer

Το μαύρο φίδι σύρθηκε γοργά κι ετοίμασε το ντεμπούτο του Seeing Through The Shadow Consciousness. Open Up The Shells μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στην αφετηρία της προσπάθειας θα βρούμε update στο εικαστικό μέρος με το κορυφαίο εξώφυλλο που έχει επιμεληθεί ο Timo Ketola, κι έπειτα μια μεταγραφή από αυτές που θα συζητηθούν, με τον γνωστό και μη εξαιρετέο Michayah Belfagor (Nefandus, Ofermod) να έχει πάρει θέση πίσω από τα τύμπανα. Ομολογουμένως δυο πολύ εντυπωσιακές κινήσεις για μια μπάντα που κάνει ντεμπούτο, ικανές ακόμα και ν’ αποκόψουν το μουσικό μέρος μετατρέποντας με το καλημέρα την πρώτη αυτή παρουσίαση σε δυναμική είσοδο, που στοχεύει ψηλά ξεφεύγοντας από την ελληνική πραγματικότητα. Η μουσική των Αθηναίων όπως είχαμε δει από το Ep του 2010 Sanguis IX περνά από τον μοριακό αναλυτή των Black Metal genres και δεν βγάζει ακριβές αποτέλεσμα. Αυτό δεν είναι βέβαια αδυναμία, αλλά μια θετική εξέλιξη στην δεδομένη μανιέρα ύφους με γνωστό μήκος & πλάτος, που καλλιεργείται έντονα στον χώρο τα τελευταία χρόνια και παράγει καλά albums μεν αλλά χωρίς χαρακτηριστικά διαχρονικότητας δε.

Το πρίσμα των Serpent Noir στο φετινό πόνημα έχει τις ρίζες του σε μια low tempo λίμνη για να ποτίζει διαρκώς το ρυθμικό του μέρος με σταθερή ταχύτητα μέχρι να κατέλθει σε σχισμές που θα κλείσει την ροή, κάνοντας περάσματα σε άλλες σφαίρες με μυστήριο αντιληπτικό πρίσμα. Γύρω από τον τρόπο που κινείται ψεκάζει προσεκτικά μια Orthodox αύρα σαν άρωμα πλοκής, ενώ στις κατελθούσες πορείες μας κατακτά οριστικά με την τελετουργική μαγεία που ζει σε διάσπαρτα σημεία τόσο με υμνικά φωνητικά όσο και με ritual μουσικά περάσματα. Αυτό το πρόσωπο σχηματίζει μια μεμβράνη με ιερουργικό χαρακτήρα που χαράζει σκοτεινές πορείες καθ’ όλη την διάρκεια του album, προσκαλώντας τον ακροατή σε μυστικές τελετές, για να δει μεταφυσικές αποκαλύψεις μέσα από κρυφές χαραμάδες, κάνοντας ταξίδι προς το αιώνιο σούρουπο. Κι όμως οι Serpent Noir δεν μας αφήνουν να σκοτεινιάσουμε οριστικά χτίζοντας κάποια σημεία με μια Black n’ roll ραχοκοκαλιά που μοιάζει σαν μια άξαφνη στιγμή απτής πραγματικότητας, για να ενοποιήσει ή να προεκτείνει όλα τα παραπάνω με φυσικό ή αν θέλετε συναυλιακό τρόπο.

Κάθε μια από τις μεταβλητές της εξίσωσης έχει αποδοθεί με απόλυτη ακρίβεια σκιαγραφώντας στιγμιαίες απολαύσεις και μια ροή που κυλά με αρμονικό τρόπο μοιάζοντας ευκολόπιοτη, χωρίς όμως να είναι και απλοϊκή παικτικά. Έτσι στο Allies From The Black Sun Universe θα μπούμε με orthodox πνεύμα και θα καταλήξουμε σε τελετουργικό φινάλε, ενώ στο Dragon Egregor που ακολουθεί θ’ αλητέψουμε μ’ ένα Black n’ roll που θα μπλεχτεί τόσο στα riff όσο και στο ρυθμικό μέρος, μέχρι να πιάσει το σκοτάδι. Το Voids Of Samael είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, το πρώτο ακολουθεί το mid tempo οργανικό ύφος και το δεύτερο κάνει μια αργή και μυστηριώδη διήγηση μέσα σε αναθυμιάσεις από μυσταγωγικά μυρωδικά. Στο Andramelek Stone θα βρούμε μια οργανική ανάπτυξη στην βάση του mid tempo με orthodox μαγεία και αρκετές αλλαγές ρυθμού. Ενώ το Black Shpere μπαίνει με μια αργή και μυστήρια αφηγηματικότητα μέχρι ν’ αλλάξει πορεία. Το Shifting To Shadow Consciousness, που ίσως είναι και το καλύτερο κομμάτι του album, αποδεικνύει πως όλα τα παραπάνω μπορούν να ενοποιηθούν σχηματίζοντας ένα ομοιόμορφο κράμα, που αποκαλύπτει την οπτική της μπάντας. Το Dreagon Noir μας κάνει εμβόλιο μαγείας για να φτάσουμε μυημένοι στην επιθετικότητα του Open Up The Shells, που εμπεριέχει ως και απόλυτα εναρμονισμένο heavy metal solo μέχρι να επιτελέσει μια μέλανα τελετουργία.

Ωστόσο στο ντεμπούτο των Serpent Noir υπάρχει ένα συναισθηματικό αποτέλεσμα που προκαλεί ερωτηματικά, καλώντας μας να κριτικάρουμε δραστικά την στάση της μπάντας από την μια πλευρά, αλλά κι ελλοχεύοντας με χαιρεκακία απέναντι στην σκηνή από την άλλη. Όλα όσα θα πούμε σχετίζονται με την ανάμιξη διάφορων αποχρώσεων ύφους, που είναι το βασικότερο χαρτί που παίζει μια μπάντα γράφοντας μουσική, μιας και εξ’ αυτού θα προκύψει και το concept που θα περιπλανηθεί διηγηματικά. Η ζύμωση όμως που γίνεται στο Seeing Through The Shadow Consciousness. Open Up The Shells φανερώνει πως όλα τα παραπάνω μπορεί να θεαθούν και με διαφορετικό τρόπο.

Εδώ λοιπόν θα βρούμε αρκετά μοτίβα ύφους που λειτουργούν άψογα στον χρόνο που τους δίδεται αλλά αφήνουν μια παράξενη γεύση όταν το ένα λαμβάνει την θέση του άλλου. Για να γίνει πιο συγκεκριμένο αυτό, αναφέρομαι στην μετάλλαξη του orthodox/ritual σε heavy/Black n’ roll αλλά και το ανάποδο. Η κριτική στάση μπορεί ν’ αναφέρει πως ουδέποτε η βαθιά ατμοσφαιρική, σχεδόν τελετουργική πορεία δεν μπορεί να συζεί ατμοσφαιρικά με την heavy/αλήτικη ροή και να μην σχηματίζει μια παράδοξη πλοήγηση. Γιατί στο Open Up The Shells θα ταξιδέψουμε αρκετά στο μυστήριο, το ερεβώδες σκοτάδι που σχηματίζει άψογα από σκιώδης υπάρξεις μέχρι και υπέροχα μοτίβα για περιπλανήσεις αλλά έπειτα θα διασπαστεί από μια ρυθμική περατζάδα στο «τώρα» που ναι μεν έχει μια λογική θέση στον ειρμό του, αλλά διασπά το σκοτάδι κάνοντας τρύπα στην ατμοσφαιρική του μεμβράνη. Γεγονός που μεταλλάσει το μουσικό concept, κάνοντας το σύνολο να διασπάται σχετικά συχνά. Η άλλη πλευρά, αυτή που ελλοχεύει με χαιρεκακία απέναντι στην σκηνή και τους κανόνες που επιβάλλει, θα μας πει πως οι μπάντες που διεγείρουν το κοινό δεν είναι όσες επικαλούνται μόνο τις νόρμες, αλλά αυτές που φυσούν μέσα τους κάτι ζωογόνο από την προσωπικότητά τους, δίνοντας ψυχή στο μουσικό περίγραμμα. Είναι μια μέθοδος που δεν στηρίζεται στην επιλογή γνωστών και τυπικών εφαρμογών, αλλά στην δυνατότητα, το ταλέντο, το πάθος, τ’ όραμα, την εσωτερικότητα και το σθένος του μουσικού. Η ασφαλής λογική της πεπατημένης μπορεί να πιάνει αρχικά αλλά θα χαθεί μελλοντικά, γιατί πολύ απλά δεν θα μεταφέρει κάτι που να παραμείνει στις αναμνήσεις του ακροατή. Κατά συνέπεια ο πλουραλισμός στο ύφος μιας μπάντας όπως οι Serpent Noir λειτουργεί ως άξονας, μετατρέποντας το σύνολο από οικείο σε παράξενο, από ανέμελο σε βλοσυρό και από αλήτικο σε μαγικό. Σε σημείο μάλιστα ν’ αναπνέει διαρκώς, ανοίγοντας τα φτερά του σε αρκετές και διαφορετικές αντιστοιχίες ύφους πετυχαίνοντας με την ενοποίησή τους ένα νεωτεριστικό αποτέλεσμα.

Συμπερασματικά, το πρώτο full-length των Serpent Noir φέρει ένα περιεχόμενο ικανό να προσελκύσει το ενδιαφέρον όχι μόνο της σκηνής αλλά και του Metal κοινού γενικότερα, πέτυχε εκ των πραγμάτων μια άλλου τύπου εμπλοκή στα μαυρομεταλλικά γεγονότα κι εμπεριέχει μουσική που περιχαρακώνει τόσο το Black όσο και το Metal part ισόποσα. Από εκεί και πέρα μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι περίμενα τα μισά απ’ όσα αντίκρισα στο Seeing Through The Shadow Consciousness. Open Up The Shells. Βλέπετε το μαύρο φίδι δεν έκανε απλά ένα album που βασίστηκε στα κεκτημένα του, αλλά μόχθησε και κατάφερε να μεταφέρει όσα μαγείρεψε στο προπέρσινο Ep σε μια νέα διάσταση και με ολοκαίνουριο μάλιστα αποτέλεσμα, προεκτείνοντας αναμφισβήτητα το μονοπάτι του. Επίσης έκανε πράξη την γνωστή παροιμία «φίδι στον κόρφο μας», τοποθετώντας το γούστο μας σ’ έναν κυκεώνα αναζήτησης, αν μας ταιριάζουν όσα ταίριαξε, αν είναι στοχευόμενα ή επιτηδευμένα όσα επέλεξε, ερωτήματα που ενδεχόμενως ν’ απαντηθούν μετά από καμιά δεκαετία, εκτός κι αν έρθουν γρηγορότερα τέτοιες προσμίξεις από άλλες μπάντες. Κοπιάστε λοιπόν γιατί εδώ έχουμε ένα album που θα πει αρκετά και διαφορετικά πράγματα σε κάθε ακροατή, ανάλογα πάντα με τις ακουστικές του παραστάσεις.