2016-Cradle of Filth-Dusk… and Her Embrace – The Original Sin

Posted in Ιούλιος 2016 on Ιουλίου 11, 2016 by Plunderer

Το να περιμένεις καλά ή έστω ενδιαφέροντα μουσικά νέα στις μέρες μας, φαντάζει για μένα ως όνειρο θερινής νυκτός. Ναι! είμαι τόσο elitist prick όσο μπορεί να φαντάζεται ο καθένας σας και απείρως περισσότερο, οπότε μεταβολή και δρόμο σε αυτό ακριβώς το σημείο. Γι’ αυτούς που έμειναν, συνεχίζω…

Μη μου μιλάς για καλοκαίρια λοιπόν.. κι όμως, εν μέσω θέρους του 2016 η είδηση που μου μεταφέρεται από τον φίλτατο Plunderer με αναγκάζει να δώσω το πτωχό πλην υπερπολύτιμο click μου (τόσοι και τόσοι πόλεμοι έχουν γίνει γι’ αυτό το αναθεματισμένο) στη σελίδα, στην οποία σου δίνεται η δυνατότητα να ακούσεις την ακυκλοφόρητη version του “Dusk…and her embrace” από τα 1995. Εκεί, πριν πατήσεις το play, προσπαθείς να θυμηθείς προσεκτικά τι ακριβώς είναι αυτό που έχεις ξεχάσει από εκείνη την περίοδο και σου σκάει τώρα μπροστά σου με τη μορφή ενός δίσκου ηχογραφημένου το 1995 αλλά που τον άκουσες μαζί με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη την επόμενη χρονιά. Shite, για να τα πάρουμε από την αρχή και αν ξεχάσω κάτι βάλτε μια φωνή.

Όχι, δεν ήμουν κολλητός των Cradle από τα demos, δεν τα παρήγγειλα από τους ίδιους, ούτε έχω το rehearsal tape που το έδωσαν σε 5 γνωστούς τους, που στριμώχνονταν στη γωνίτσα του studio. Το όνομα αυτό εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου, κάποια στιγμή στα 1993, ξεφυλλίζοντας ένα τεύχος του αγγλικού Raw Magazine το οποίο το έβρισκε κανείς μαζί με τον υπόλοιπο ξένο μουσικό τύπο στα περίπτερα πέριξ της πλατείας Ομονοίας και το οποίο περιοδικό το αγόρασα τότε για λόγους που δε θυμάμαι και δεν το ξαναγόρασα ποτέ, για λόγους που επίσης δε θυμάμαι.

Μια κριτική σε ένα από τα shows της βρετανικής περιοδείας Emperor/Cradle of Filth/Mourn ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα της σχέσης μου μαζί τους λοιπόν και η πρώτη από τις ατάκες τις οποίες έχω κρατήσει στη μνήμη, για τους Cradle, βρισκόταν εκεί μέσα, σε εκείνο το live report: Cradle of Filth bamboozle their way through some Necrosanctstyle death metal while the singer has something that suspiciously looked like Ribena dripping off his mouth»). Για τους Emperor η ετυμηγορία ήταν complete and utter shite”, οπότε εύκολα αντιλαμβάνεσθε ότι όταν μπροστά σου γράφεται ιστορία, δεν είναι πάντα σίγουρο ότι δύνασαι να το συνειδητοποιήσεις.

Μερικούς μήνες αργότερα οι Necrosanct-style death metallers έγιναν ένα από τα πολλά ονόματα που σε 15ημερη βάση γέμιζαν το μυαλό μου (κάθε 15 μέρες έσκαγε σπίτι το νέο mailorder update της Osmose και προσπαθούσα αμέσως να κατατοπιστώ για τις επόμενες αγορές) και πάνω που ψάχνεσαι να δεις τι συμβαίνει, έρχεται το τρέχον τεύχος του Metal Hammer με κριτική στο “Principle…”, τον οποίο φιλοδωρεί με ένα 5. Κακός βαθμός τότε, ίσον πλήρης απαξία εκ μέρους του κοινού! Πίσσα και πούπουλα! Ακόμη θυμάμαι μία πολύ χαρακτηριστική ατάκα της συγκεκριμένης κριτικής, η οποία μ’ έκανε να πω ότι η συγκεκριμένη μπάντα είναι μάλλον αδιάφορη. Ανέφερε λοιπόν το κείμενο: «οι Cradle of Filth σου βγάζουν την αίσθηση του ‘φτιαχτού’, δε σου βγάζουν την αίσθηση του ‘πάρτα στο κεφάλι’ όπως άλλα συγκροτήματα του είδους». Τους βάφτισα κι εγώ φλώρους λοιπόν και πήγαμε γι’ άλλα.

Έλα όμως που την επόμενη ακριβώς εβδομάδα καταφτάνει στο σπίτι το 5ο τεύχος (υπήρξε το πρώτο τεύχος που αγόρασα ποτέ από το συγκεκριμένο και το ακολούθησα έως το 10ο τεύχος, όπου σήμανε η καμπάνα της λήξης για την έντυπη μορφή του, αργότερα εμφανίστηκε και σε ηλεκτρονική) ενός fanzine το οποίο εξελίχθηκε σε πολύτιμο σύμβουλο αγορών και γενικότερα ενημέρωσης˙ ονομαζόταν “Voices from the darkside”, πατέρας του είναι ο Frank Stöver (σιγά που θα κάτσω να σας πω, εγώ ο ανύπαρκτος, τι έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος στη διαδρομή του σε αυτό το χώρο) και μέσα στην υπερπλούσια ύλη του, την οποία διαβάζω και ξαναδιαβάζω ασταμάτητα, περιλαμβάνεται μια ΑΠΟΘΕΩΤΙΚΗ κριτική στο “Principle…” (η ατάκα την οποία έχω απομνημονεύσει από εκείνη την κριτική, αναφέρει πως «οι CoF σε αυτό το ντεμπούτο τους παρουσιάζουν ιδέες, που άλλα groups χρειάζονται δέκα δίσκους και πάλι δε θα μπορούσαν να φτάσουν») και μια πελώρια συνέντευξη όπου ο Dani ως κλασσικός φανφαρόνος, που ήταν από την αρχή, δεν άφηνε πέτρα πάνω στην πέτρα. Οι πρώτες ρωγμές στην μονοκρατορία του Metal Hammer επάνω στις μουσικές μου αγορές (η οποία έγινε θρύψαλα μ’ εκείνο το άθλιο Suomi Finland Perkele, το οποίο έτυχε μεγαλειώδους κριτικής μα εγώ κλαίω τα λεφτά μου από τότε και ό,τι και να μου πείτε δεν υπάρχει περίπτωση να με πείσετε) ήταν γεγονός και μόλις το CD έκανε την εμφάνισή του στα ράφια της Unisound δεν το σκέφτηκα στιγμή. Το πόσα αόρατα πορτοκάλια/grapefruit με έκανε να κρατήσω το “Principle…” δεν περιγράφεται!

Οι πιο τολμηροί (γεια σου Michael!) φορούν και τα μπλουζάκια τους μέσα σε γενική κατακραυγή και δειλά-δειλά οι εν Ελλάδι οπαδοί της…βρωμοκούνιας (εντάξει αυτό ήρθε αργότερα, αλλά δεν κρατιέμαι άλλο) πολλαπλασιάζονται. Στο εξωτερικό η μπάντα κάνει πολλές συναυλίες, δέχεται τα πρώτα ενορχηστρωμένα πυρά από Νορβηγία μεριά (γνωστή τακτική αυτών εκεί πάνω, το έκαναν οργανωμένα και συστηματικά εναντίον οποιασδήποτε ‘απειλής’ για την πρωτοκαθεδρία τους) και δημιουργεί τον κακό χαμό με το «Jesus is a Cunt» μπλουζάκι, το οποίο μέχρι και στις δικαστικές αίθουσες έφτασε, με σύλληψη οπαδού και καταδίκη του με νόμο του 1839. Ελάχιστοι προφανώς γνώριζαν (και αυτό αποδεικνύεται σήμερα που κυκλοφορεί το ‘παλαιό’ «Dusk…and her embrace») ότι πίσω από όλα αυτά, η μπάντα ηχογραφεί στο παρασκήνιο το δεύτερό της δίσκο. Επισήμως υπάρχει σιωπή ως τη στιγμή που κυκλοφορεί η είδηση ότι το group θέλει να αποδεσμευτεί από το συμβόλαιο με την Cacophonous για να μεταπηδήσει στη Music for Nations. Είναι σίγουρο ότι η προοπτική της δεύτερης ακουγόταν πολύ καλύτερη στα αυτιά των μελών (σε πόσους και ποιους, από αυτούς, ακριβώς δεν ξέρουμε και από εδώ αρχίζουν και τα όσα μπορεί να μη μάθουμε και ποτέ) από το να κυκλοφορήσουν δεύτερο full-length στην Cacophonous, για την οποία όμως το είχαν ηχογραφήσει και με την οποία δεσμεύονταν με συμβόλαιο και για δεύτερο album. Το αν η ίδια η MFN προσέγγισε το group ή το ενδεχόμενο να πήγαν οι ίδιοι με το demo του δίσκου στο Λονδίνο, είναι κάτι που δεν αλλάζει το περιεχόμενο του δικαστικού αγώνα που δόθηκε και που κατέληξε στο γνωστό συμβιβασμό. Η Cacophonous πήρε το «V Empire» και η MFN το «Dusk…and the embrace» μείον κάποια τραγούδια.

Τ’ απόνερα της ιστορίας αυτής πολλά. Η πρώτη εξέλιξη ήταν ότι δεν ξαναείδαμε ποτέ στους Cradle τα αδέρφια Paul και Benjamin Ryan. Μαζί με τον επίσης αποχωρήσαντα εκείνη την περίοδο Paul Allender (ο οποίος μετέπειτα ξαναγύρισε στους Cradle) και τον Darren White που εκείνη την περίοδο είχε αφήσει πίσω του τους Anathema, φτιάχνουν τους The Blood Divine (λογικό το συμβόλαιο με την Peaceville). Μετά το 1997 και τη διάλυσή τους, ο Paul ασχολήθηκε με την οργάνωση συναυλιών και το promotion συγκροτημάτων. Με τον Paul γνωριστήκαμε καλύτερα μετά από μια συναυλία- Halloween party των The Blood Divine, σ’ ένα μικρό club ενός γειτονικού χωριού του Colchester και από τότε βρεθήκαμε πολλές φορές να πίνουμε στην ίδια pub (στη λατρεμένη όλων μας The Hole in the Wall, η μισή ακραία σκηνή της Αγγλίας, στα μέσα των ‘90s, εκεί κατέβαζε pints). H παρουσία μου στο Metal Hammer αποτέλεσε αφορμή για να έχουμε καλή επικοινωνία˙ μιλούσαμε για καινούργιους δίσκους και επερχόμενα gigs, θέματα που είχαν να κάνουν με την οργάνωση συναυλιών και το κοινό που πάντοτε έμοιαζε να αποτελείται από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους. Μέχρι και κάσες με μπύρες, υπό βροχή, για τους The Haunted κουβαλήσαμε παρέα στη συναυλία τους, που οργάνωσε ο ίδιος στο Camden Underworld. Σε καμία, όμως, στιγμή δε θέλησε να μου αποκαλύψει τους λόγους που αυτός και ο αδερφός τους βρέθηκαν εκτός Cradle, όσο και αν προσπαθούσα να φέρω τη συζήτηση στο τότε. Ο καθένας ας κάνει τις υποθέσεις του, εγώ έχω ήδη κάνει τις δικές μου. Θεωρώ λοιπόν ότι τ’ αδέρφια πίστευαν ότι ο δικαστικός αγώνας που βρισκόταν σε εξέλιξη είτε δε θα έπρεπε να είχε επιλεγεί ως λύση, είτε θα προκαλούσε τη διάλυση του συγκροτήματος, οπότε επέλεξαν να αποχωρήσουν (μπορεί και να μην ήταν και τόσο ήρεμα τα πράγματα, αλλά ας μην πάμε στο χείριστο σενάριο αναγκαστικά, γνωστό ότι όλοι πετούν τη σκούφια τους για ίντριγκα αλλά μέχρι εκεί) για να μη βρεθούν χειρότερα μπλεγμένοι, αλλά και για μπορέσουν να συνεχίσουν να παίζουν μουσική.

Η δεύτερη εξέλιξη έχει να κάνει με τον Frater Νihil ή κατά κόσμον Neil Harding, ιδιοκτήτη της Cacophonous και από παλιά χωμένο στο χώρο ως υπεύθυνο του death/thrash κομματιού της Vinyl Solution. To γραφειάκι στο 231 Portobello Road στο Notting Hill άλλαξε ταμπελάκι κάποια στιγμή και η Cacophonous είχε γεννηθεί για να καλύψει το black metal ιδίωμα. Μετά τη δίκη, ο Neil εγκαταλείπει το δημιούργημά του, για λόγους που επίσης αμφιβάλλω αν θα μάθουμε ποτέ. Το εμπιστεύεται στους υπόλοιπους παρεπιδημούντες των γραφείων και πηγαίνει στο Chelmsford (μια μικρή πόλη, στα 15 λεπτά με το τρένο από το Colchester, όπου βρίσκομαι εγώ με τους μισούς παλιούς και νέους Cradle of Filth και άλλα 20 λεπτά από το Ipswich όπου ζει ο Dani – όλους λοιπόν τους ενώνει η ίδια σιδηροδρομική γραμμή) για να ιδρύσει τη Mordgrimm. Τα χάλια της ‘νέας’ Cacophonous τα είδαμε άμεσα και τα σχολιάσαμε, αφού το μόνο που έκαναν ήταν να ψάχνουν μπάντες που να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο στυλ των Cof, και πολύ σύντομα η εταιρεία καταντά ανέκδοτο.

Η τρίτη εξέλιξη έχει να κάνει με τους μπασίστες. Ο Robin βρίσκει την ευκαιρία να ασχοληθεί περισσότερο με το project του, τους December Moon και να κυκλοφορήσει το ένα και μοναδικό album τους στη Spinefarm. Επιστρέφει άμεσα και ξαναπιάνει το μπάσο στους Cradle για τις ηχογραφήσεις του «V Empire» και του ‘νέου’ «Dusk» αλλά δεν ξεχνά το φίλο και συνεργάτη του στους December Moon, ένα drummer ονόματι William Sarginson, τον οποίο θα φέρει στο γκρουπ την περίοδο της αποχώρησης του Nicholas Barker. Ο Sarginson εκτελεί χρέη drummer και στους The Blood Divine, η διάλυση των οποίων του έρχεται κουτί, για να βρεθεί στους Cradle. Το μπάσο στις ηχογραφήσεις του ‘παλιού’ «Dusk» αναλαμβάνει ο Jon Kennedy και με την τεχνογνωσία που αποσπά, δημιουργεί τους Hecate Enthroned. οι οποίοι στα πρώτα τους albums κινούνταν σαφέστατα στα ίδια μονοπάτια με τους Cradle. Οι όποιες απορίες, γιατί ο ήχος τους ήταν τόσο κοντά σε αυτόν τον CoF, μόλις έπαψαν να υπάρχουν…

Κοντεύω τις 1500 λέξεις και απάντηση δεν έχετε πάρει στο ερώτημα του τι τελικά είναι το ‘παλιό’ «Dusk». Θα μπορούσα απλά να σας πω να ακούσετε το «Carmilla’s Masque» στις 2 του εκδοχές και να τελειώσει για μένα κάθε περαιτέρω συζήτηση. Τα γελάκια από τις βαμπιρέλες στη μέση του νέου δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το occult νανούρισμα που είναι το παλιό. Δε θα κρυφτώ και θα πω, ότι το «Dusk» τότε δεν άντεξα ποτέ να το ακούσω ολόκληρο, πέρα από τις πρώτες ακροάσεις. Είναι μάλιστα ο δίσκος τους, που έχω ακούσει λιγότερο από τους άλλους. Αναφέρομαι φυσικά στην περίοδο έως και το «Midian», όπου ουσιαστικά είναι τα χρόνια της επισταμένης ενασχόλησής μου με τους Cradle. Το, γιατί, είναι απλό. Υπήρχε ένα μουσικό χάσμα ανάμεσα στο ντεμπούτο και σε αυτό, το οποίο αδυνατούσα να κατανοήσω πως έχει προκύψει. Τώρα πια, τα πάντα είναι ξεκάθαρα. Το παλιό (με τις μεγαλομανίες του και τις ατυχείς του εμπνεύσεις, σε στιγμές) είναι ηχητικά και συνθετικά η λογική συνέχεια του «Principle», ενός πολυαγαπημένου δίσκου που τάραξε τα νερά και έφερε μια ολοκαίνουργια προσέγγιση. Είναι η απόδειξη ότι η μπάντα είχε πλέον δέσει και ετοιμαζόταν να διευρύνει ακόμη πιο πολύ τους ορίζοντές της, κρατώντας όμως τις καταβολές της. Το νέο είναι περασμένο μέσα από το vampirella φίλτρο, το οποίο έχει πετάξει έξω όλες τις κιθάρες που κρατούσαν το ίσο ανάμεσα στις death/doom/black/heavy καταβολές τους, προς όφελος αυτού που οι ίδιοι ονόμασαν extreme gothic metal. Ο nasty little midget είχε σχέδιο για παγκόσμια κυριαρχία και οφείλω να του αναγνωρίσω το ότι το πέτυχε, δίνοντας προς κατανάλωση ένα δίσκο που δεν είχε αιματοβαμμένους κυνόδοντες αλλά κινηματογραφικούς βαμπιρόδοντες (συγγνώμη για το αδόκιμο του όρου).

Δε θα με πιάσετε να λέω ότι το παλιό Dusk είναι ‘καλύτερο’ του νέου γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός των όσων αποφάσισα να γράψω.  Ένας δίσκος ο οποίος αποτέλεσε εισαγωγικό δίσκο για μια ολόκληρη γενιά οπαδών και που ακόμη πιάνω τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει σημεία του, 20 χρόνια μετά, δε θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει αντικείμενο τέτοιας ευτελούς σύγκρισης με όρους ‘άσπρου-μαύρου’. Εδώ μιλάει η καρδιά ενός οπαδού του ντεμπούτου, που ήθελε άλλο ένα album κοντά σε αυτό το στυλ και μετά από τόσα χρόνια ανακαλύπτει ότι αυτό υπήρξε! Θα δώσει λοιπόν στο παλιό «Dusk» τις ακροάσεις που δεν πήρε ποτέ το καινούργιο. Οι παλιές αγάπες θα αναθερμανθούν.

Υ.Γ.: Το καινούργιο Dusk μου χάρισε μία από τις πιο δυνατές στιγμές στην πλέον λατρεμένη μου συνήθεια, την αγορά μουσικής. Ήταν καλοκαίρι του 1996 και το album ετοιμάζεται να βγει από την MFN, η οποία έχει βομβαρδίσει τον αγγλικό μουσικό τύπο με διαφημίσεις. Στο Colchester υπάρχει ένα μικρό ανεξάρτητο δισκάδικο, το Time Records (R.I.P.), το οποίο διανέμει αποκλειστικά όλες τις αγγλικές εταιρείες και έκανε και δικές του metal διανομές. Έχοντας ήδη αποκτήσει  οικειότητα με τον ιδιοκτήτη γνωρίζω ότι θα έχει το album από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του και περιμένω να έρθουν οι κόπιες.

Το δισκάδικο είναι ένα παραδοσιακό αγγλικό μαγαζάκι, από αυτά με την ξύλινη επένδυση και τις 2 βιτρίνες. Το πρωί της Δευτέρας η μία βιτρίνα έχει μεταμορφωθεί σε βωμό του album, με τις εκδόσεις του βινυλίου, του digipack και την κανονική έκδοση να βρίσκονται ανάμεσα σε flower crowns, πέπλα και goth accessories. Μαγικό θέαμα, από μια εποχή που το μεράκι περίσσευε. Η MFN μπορούσε αναμφίβολα να εκτοξεύσει το γκρουπ σε δυσθεώρητα ύψη. Ο ιδιοκτήτης, μαζί με την κόπια του βινυλίου μου χάρισε και ένα από τα promo posters που του έστειλε η MFN ως επίσημου διανομέα του album. Κάθε φορά που το βλέπω, αυτή η βιτρίνα ζωντανεύει μπροστά μου.

Υ.Γ. 2: Αν μπερδευτήκατε, για μένα ‘παλιό’ είναι το «Dusk…and her embrace» του 1995 και ‘νέο’ αυτό του 1996. Έτσι είναι ούτως ή άλλως, αφού αυτό του 1996 έχει καινούργια τραγούδια τα οποία αντικατέστησαν όσα μπήκαν στο «V Empire» και φυσικά διαφορετικές ενορχηστρώσεις.

....Υ.Γ.3: Αυτή την άθλια και βρωμερή κατσαρίδα που μαγαρίζει το εξώφυλλο, το μόνο που αξίζει να της κάνεις είναι να την ψεκάζεις με Teza. Βέβαια και το εξώφυλλο του 1996 νομίζω ότι πλέον δε δείχνει τόσο εντυπωσιακό όσο έδειχνε τότε, αλλά το διακρίνει ακόμη μια καλαισθησία. Δυστυχώς το μεράκι πια δεν περισσεύει, ξέφτισαν όλα κι έγιναν φτηνιάρικα και σκαρωμένα στο πόδι.

 

Νίκος Αναστόπουλος

2015-Necromancy-Ancient Wrath

Posted in Αύγουστος 2015 on Δεκεμβρίου 1, 2015 by Plunderer

BWR

Black Cilice

Posted in Απρίλιος 2011, Αύγουστος 2014, Ιανουάριος 2015, Ιούλιος 2013, Μάρτιος 2010, Μάρτιος 2011, Μάρτιος 2013, Μάιος 2013, Νοέμβριος 2011, Οκτώβριος 2010, Οκτώβριος 2012, Φεβρουάριος 2010, Φεβρουάριος 2011 on Μαΐου 24, 2015 by Plunderer

Στις μέρες μας θα βρει κάποιος επαρκές Black Metal ακόμα και σε χώρες που είχαν μικρή ενασχόληση με το Είδος τις προηγούμενες δεκαετίες. Ειδικότερα, στην ανύπαρκτη μέχρι πρότινος (για το underground) Πορτογαλία, μια αρμαθιά project μεστώνουν χαρακτήρα από τα early 10’s. Επέλεξα να εξετάσουμε αναλυτικά τη περίπτωση των Black Cilice, γιατί στο ύφος τους υπάρχει ένας πυρήνας ιδεών κι εφαρμογών που αντιστοιχούν στο ευρύτερο «τώρα» του Black Metal. Όταν λέω «τώρα» δεν προσδιορίζω πρόσφατα γεγονότα. Αντίθετα μάλιστα αναφέρομαι στο χθες και πιο συγκεκριμένα σε μια εποχή που εκτείνεται από τα early 10’s μέχρι σήμερα (2015=mid 10’s). Στη μουσική σπάνια μπορεί να υπάρξει ορθή ανάλυση του πολύ κοντινού «τώρα». Για το λόγο αυτό οι παρουσιάσεις των νέων κυκλοφοριών είναι περισσότερο μια ιχνηλάτιση παρά ένας ουσιαστικός προσδιορισμός βεληνεκούς. Στη μουσική και την τέχνη γενικότερα, η λέξη «τώρα», αντιστοιχεί στη τελευταία εξέλιξη που καταγράφηκε και μπορεί ν’ αναλυθεί σε βάθος.

Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια ν’ ανοίξουμε τη κουρτίνα του παρασκηνίου, για να πάρουμε τζούρες από το ντουμάνι που φουμάρουν διάφοροι περίεργοι, μισή άβυσσο μακρύτερα από τ’ underground Labels. Μέχρι να γίνουν μέρος τους και να πάρουν σταδιακά τον δρόμο της λήθης. Η εξέλιξη ενός Black Metal συγκροτήματος ή solo Project, μπορεί ν’ αποδοθεί από το σχήμα Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion. Όπου οι έξι αυτές λέξεις προσδιορίζουν την ύπαρξη και γνώση των ακροατών για ένα συγκρότημα ή solo project. Για να δείξω την χρηστικότητα του σχήματος, θα πρέπει να προσθέσω πως τα περισσότερα σχήματα δεν ακουμπούν απαραίτητα και τις έξι θέσεις. Αυτό σημαίνει πως τα δρομολόγια είναι (Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Underground-Hype-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Underground-Oblivion) ή (Abyss-Obscure-Oblivion) ή (Abyss-Oblivion). Η ουσία της κίνησης παραμένει γραμμική και οδηγεί πάντα στη λησμονιά. Μην θεωρείτε όμως την θέση (Oblivion) της «Λήθης» τελεσίδικη ή αρνητικά καταλυτική. Αντίθετα, θα έλεγα πως είναι ιδιαίτερα θετική, μιας και κουβαλά μαζί με την εμπειρία, πολλά χαρακτηριστικά της «Αβύσσου» κι επανακτά την αφάνεια (Obscure). Γιατί πολύ απλά κάθε Project που γίνεται γνωστό κι έπειτα χάνεται, λαμβάνει σταδιακά όλα τα χαρακτηριστικά που είχε λίγο πριν την εμφάνισή του.

Black CiliceΑφετηρία μας, τα μέτρα της αισθητικής τους. Η λέξη Cilice αντιστοιχεί σ’ ένα αρχαίο ρούχο ή εσώρουχο φτιαγμένο από χοντρό ύφασμα, τρίχες ζώων, καλώδια, κλαδιά ή ακόμα και μέταλλο (ζώνη αγνότητας) με σκοπό να προκαλεί ενόχληση στο ανθρώπινο σώμα. Χρησιμοποιήθηκε σε θρησκευτικές παραδόσεις για να επιφέρει δυσφορία και πόνο ως ένδειξη μετάνοιας κι εξιλέωσης. Σε μεγάλο ποσοστό ήταν ένα αντί-σεξουαλικό εργαλείο που απαγόρευε τη γενετήσια πράξη. Η βασική εικόνα του project είναι μια «γκραβούρα» που φέρει στο εσωτερικό της μια ανθρώπινη σιλουέτα. Προσέξτε την απλότητα που χαρακτηρίζει το σώμα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει κάτι πέρα από μια μαύρη σκίαση που το απεικονίζει νοερά. Μπροστά του ακριβώς είναι ακουμπισμένο ένα κηροπήγιο κι έπειτα το ακαθόριστο λευκό. Τα χρώματα που χρησιμοποιούν είναι θαμπά ενώ το σχέδιο είναι συγκεκριμένο και με συμμετρικότητα ενδεδυμένο.

Πριν συνεχίσουμε στα «μουσικά» ζητήματα, είναι απαραίτητη μια εξήγηση. Η ερμηνεία του Black Metal ως μουσική και κατ’ επέκταση ως τέχνη έχει δοθεί αρκετές φορές μέσα στα χρόνια. Δεν αναφέρομαι στις απόψεις ανθρώπων, σαν εμένα, που γράφουν για τη μουσική. Μιλώ για όσους τη δημιούργησαν, ορίζοντας τον πυρήνα ή κάποια από τις παραφυάδες του. Πιστεύω, πως η ερμηνεία δίδεται πάντα από τον φορέα, τον μουσικό. Όλοι εμείς που κάνουμε προσπάθειες να εξηγήσουμε, απλά πασχίζουμε ν’ αποτυπώσουμε με κάποιες αράδες, τ’ ανομολόγητα συναισθήματα που μας κατακλύζουν κατά την έκθεση. Καθένας από εμάς, όσο ορθά κι αν ερμηνεύει με λέξεις τα συναισθήματά του, δεν μπορεί ν’ αγγίξει περιγραφικά την καθολικότητά τους. Συνεπώς, μονάχα μέσα μας ορίζεται αρτιότερα, το «τι είναι» Black Metal.

FolderΣτο παρόν κείμενο θα κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, προσπαθώντας να ιχνηλατήσουμε τον μοναδικό άγνωστο της μουσικής μας. Το Αρνητικό του Black Metal. Εδώ η λέξη αρνητικό είναι δοσμένη ακριβώς όπως μοιάζει η εικόνα ενός αρνητικού film φωτογραφίας. Σημείο του χάρτη που άγγιξαν οι Γαλλικές Λεγεώνες αλλά και πολλοί από τους αρχικούς αυτουργούς της αισθητικής ουσίας του Black Metal. Όπως οι Lemegethon, από τη Θεσσαλονίκη, με αυτή τη φωτογράφηση από τα early 90’s.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξηγηθώ. Όποιος μπει στην διαδικασία ακρόασης των Πορτογάλων Black Cilice, θα πρέπει να γνωρίζει πως ανήκουν περισσότερο στον κλάδο Sound παρά στον κλάδο Music. Ειδικά, αν δεν έχει αποκτήσει μια σύνδεση με το Raw Black Metal των early 10’s, δηλαδή τον Rehearsal ήχο, την Live ηχογράφηση και τις noise εμβέλειες, καλό θα είναι να σταματήσει εδώ. Ας ακολουθήσουν όμως οι επαρκώς μυημένοι αλλά και οι μυστήριοι με όρεξη για περιπέτεια, που ανάλγητοι καθώς είναι, κάνουν χαρές στον επερχόμενο πόνο.

Όταν λέμε μουσική στο Black Metal μιλάμε για συγκεκριμένα πράγματα, για σταθερά θεμέλια και μανιέρες δράσης. Το συγκεκριμένο ταξίδι θα ξεκινήσει από την ηθελημένη απουσία τους, για να φτάσει τελικά στη χρήση τους. Βλέπετε οι Black Cilice θέλησαν να εκφραστούν θέτοντας το Black Metal σε κατάσταση Prima Materia. Σύζευξαν και πάκτωσαν την σκοτεινή του ύλη, για να μιλήσουν από την πρωτόλεια αρχή, την ρίζα του οργανικού ήχου.

Η επανατοποθέτηση κάποιων μουσικών στη ρίζα του Black Metal, υπήρχε πάντα. Γιγαντώθηκε όμως στα early 10’s κι από τότε καλλιεργείται σε διάφορα χωράφια ανά την υφήλιο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αυτό συνέβη γιατί η εξέλιξη του Black Metal δεν μπορούσε να μεταδώσει επαρκώς το αρχικό του μήνυμα. Με λίγα λόγια η πρόοδος είναι σπουδαία (ή έστω θεμιτή) αλλά η προοδευτικότητα δεν είναι πάντα φορέας της φλόγας. Γιατί πολύ απλά, τα μουσικά βήματα εξέλιξης δεν έχουν απαραίτητα καρδιά. Παράλληλα, σε όσους παρακολουθούμε αυτή την μουσική παικτικά, εικαστικά και την περιγράφουμε, το γεγονός προκάλεσε ενθουσιασμό. Ήταν όμως και κάτι ακόμα. Μια ένδειξη πως δεν είμαστε παγωμένοι στο επαρκές χθες, αλλά ζητάμε τη συνέχεια, θέλουμε την καύση και την θραύση του Είδους.

Οι αποτυπώσεις δόθηκαν, οι ερμηνείες προέκυψαν και το συμπέρασμα βγήκε. Από τους Rhinocervs και την Crepusculo Negro ως την Colloquial Sound Recordings. Από τον Black Plague Circle Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως τον νεοσύστατο The Black Hermetic Order της Ολλανδίας και τον Πορτογαλικό Black Circle υπάρχει ένας Κανόνας. Ένας Κανόνας που ψελλίζει στις εφαρμογές και φωτίζει στην αισθητική το πιο απλό μήνυμα. Το μήνυμα που υπάρχει από την πρώτη μέρα του Είδους. Κρατήστε τη φλόγα ζωντανή!

Η φλόγα του Είδους είναι μια έννοια που οφείλουμε να θεωρούμε θεμέλιο, να μην τη σταχυολογούμε κι επιμερίζουμε. Αυτό δεν είναι ένας θρησκευτικού τύπου φανατισμός απέναντι στην πρώτη έξαψη, ούτε κάποιου είδους σεβασμός στην αφετηρία. Είναι απλά ένας τρόπος να μείνει στο απυρόβλητο, στην πολυπόθητη αφάνεια η ουσία της μουσικής ακρότητας, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από την έκφραση ή τη μουσική μεταγλώττιση των ανθρώπινων ενστίκτων. Μπαίνοντας και πάλι στην πορεία του κειμένου, αυτή η φλόγα ξεκίνησε κάποτε από τον πρωτόγονο χαρακτήρα του Είδους, γέννησε βακτήρια ψυχής και δίδει πάντα το νόημα που αλλοτριώνει η ίδια του η εξέλιξη. Το Raw Black Metal έρχεται από τα early 10’s να την αποδώσει εκ νέου, να την ερμηνεύσει ξανά. Αφετηρία του μια «neo-grim» εικαστική διατύπωση, πλαφόν μουσικής αναζήτησης ένας «noise/raw» χαρακτήρας. Μόχθος του η αποδόμηση του μοντέλου, πορεία του η «μη-πράξη» παικτικά και απώτερος στόχος ο επαναπροσδιορισμός της τέχνης, που κάποιοι κάποτε ονόμασαν Black Metal. Κι επειδή ξέρω πως οι περισσότεροι λατρεύουμε να μισούμε τις tag λογικές: Καλώς ήλθατε, στο αρνητικό φιλμ του Black Metal.

Θεμέλιο: Εδώ έχουμε μια μπάντα που συμμετέχει ασυνείδητα στον επαναπροσδιορισμό του Είδους. Η συμμετοχή της είναι ασυνείδητη, γιατί δεν επιδιώκει την εξέλιξη αλλά την πρωτόλεια έκφραση. Κι αυτό γιατί όλοι οι μουσικοί που μπαίνουν σε raw πλοκές δεν υπηρετούν το Είδος, αλλά την ιδέα του Είδους. Την φλόγα αυτή καθ’ αυτή.

Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι αφιερωμένο σε όσους προσπέρασαν το όριο της ενασχόλησης με το Black Metal και είδαν τις απόρροιες που γέννησαν τη τέχνη αυτή. Αλλά και στους λίγους που ξεπέρασαν το «κάψιμο» με τη μουσική, γιατί δεν τους έφτανε… Με λίγα λόγια, αυτό το κείμενο αποδίδει ένα περιγραφικό «Χαίρε!» στους «μετα-καμένους» και σε κείνους τους λίγους, που εμβαθύνουν σ’ επιδερμικούς καιρούς. Φτάσαμε πλέον σε μια εποχή που είναι εφικτό ν’ ακούμε καθημερινά δουλειές επάρκειας, χωρίς μελέτη κι επιστροφή. Αν και λυπηρό, η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να μετέδωσε το μήνυμα της τέχνης αυτής σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά έκανε κακό στην ίδια την τέχνη. Η ποιότητα και η γνήσια έκφραση χάνονται μπροστά στις ορδές της επάρκειας.

2009-Demo 1    

FolderΣε περίπτωση που χρησιμοποιείτε ακουστικά, χαμηλώστε την ένταση τόσο, ώστε να είστε βέβαιοι πως δεν θ’ αποκομίσετε κάποια βλάβη. Οπλιστείτε γαϊδουρινή υπομονή και πατήστε το Play. Τα πρίμα είναι σε πανσέληνο δράσης, δομώντας equalizer σε ισορροπία. Πόνος μυαλού, τεταρταίος πυρετός, μυρωδιά από καμένα τάστα, σύγκρυο ακουστικού κέντρου. Ασυμμάζευτο, χωρίς καμιά μουσική τάση και προοπτική, αλλά γεμάτο παροξυσμικό σθένος που προσφέρει ανατριχίλα από την ενόχληση. Με προσανατολισμό να γειτνιάζει το χάος με την ατσουμπαλία, δομεί ένα οργανικό noise χωρίς περγαμηνές και σπουδαιότητα. Εικαστικά και στιχουργικά ο Πορτογάλος (δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν είναι ένας, αλλά τον αντιμετωπίζω ως solo project, χάριν γούστου) δίνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα, ορισμό για την ουσία των πεπραγμένων του. Είναι το πάντρεμα της παλαιάς γκραβούρας με τον γηραιό σε στάση ικεσίας προς το τραγοφόρο ζωντανό (με φάτσα αγελαδίτσας καρτούν) και οι δύο τίτλοι: «Invoking Ancient Evil» και «A New Order for a New Holocaust», που σηματοδοτούν την τάση επαναπροσδιορισμού που φέρνει αυτή η νέα γενιά, για το Είδος. Η ηχητική εμβέλεια των κομματιών θα φέρει στο μυαλό το βασικό πρόβλημα του αδαή μπροστά στην ακραία έκφραση. Είναι το σάστισμα που προσφέρει η «μη-δράση», ο ακατάσχετος οργανικός θόρυβος και η άναρχη έκφραση. Ο φόβος μπροστά στο πηγαίο και άωρο.

Το πλατύσκαλο της θηριωδίας: Όποιος πατήσει εδώ σταθερά, ένιωσε τη «μη-πράξη» σε μουσικό επίπεδο. Η έννοια αυτή μπορεί ν’ αποτυπωθεί ως σύμπραξη του ακροατή μ’ έναν κύκλο μουσικών γεγονότων χωρίς ιδιαίτερο νόημα, που αποσκοπούν στην ανέγερση συγκεκριμένων συναισθημάτων.

2009-Purification Through Sacrifice    

FolderΑλλαγή ρότας σε ηχητικό επίπεδο, κράτημα νοοτροπίας. Εδώ κυριαρχεί ένα οργανικό ambient (περιγραφικά, όχι ουσιαστικά) που έχει ως στόχο την ύπνωση και τα υποσυνείδητα μηνύματα. Στο πρώτο κομμάτι καλεί τον ακροατή να θυσιάσει τα πάντα, έχοντας ως σύμμαχο, μια βαριά μουντάδα στον ήχο. Η οποία λειτουργεί ως στούμπωμα της μουσικής και κουβαλά στο εσωτερικό της, ένα γουργουρητό riff, που παίζει σα λούπα. Κάπως έτσι παίρνει σάρκα και οστά ένας μηδενισμός με ταβάνι την μινιμαλιστική έκφραση. Δεν γεννήθηκε όμως για να προσφέρει επάρκεια και ποιότητα, αλλά ένα κάλεσμα. Προτρέπει την θυσία των μάταιων επιδιώξεων που επιτάσσει ο καταστημένος τρόπος ζωής, αφιερώνοντας τον μάταιο χρόνο των επιδιώξεων, στην τέχνη (Black Metal). Το δεύτερο υποκεφάλαιο είναι ένας μονόδρομος λογικής, με λίγο πιο περίπλοκη riffολογία να κουρνιάζει στο εσωτερικό του. Είναι η κατάληξη “Diseased And Left To Rot” των περισσότερων δρόμων της ζωής.

Δεύτερο σκαλοπάτι: Ο καθαρμός/εξαγνισμός μέσω της θυσίας των εκφράσεων που απασχολούν τον όχλο. Όσοι πέρασαν από εδώ, απαρνήθηκαν ψυχικά τις μουσικές που έκαναν κτήμα τους, επειδή έπρεπε…

2009-Under Satanic Philosophy           

FolderΗ φιλοσοφία του Black Metal είχε ως εφαλτήριο το σκοτάδι. Δυστυχώς, η εκπαίδευση του ακροατηρίου δεν ήταν επαρκής για να κατανοήσει σε βαθύτερο επίπεδο, την ουσία του σκοταδιού. Για τους περισσότερους η αίολη πνευματικότητα της φύσης και οι αχανείς ορίζοντες, ισοδυναμούσαν με ξάνοιγμα στο χάος. Έλειπε ο βασικός πρωταγωνιστής, ένα ανθρωπομορφικό μοντέλο που θα τρόμαζε. Έτσι το Είδος πάντρεψε τις απόρροιες του αγνώστου με το θρησκευτικό «κακό», προσωποποιώντας το στην βιβλική του μορφή. Αυτό το μονοπάτι ήταν μια ευκολία προσέγγισης που προσδιόριζε, τοποθετώντας άπειρες μπάντες στο μαντρί, μέσα από μια θεματολογική ταύτιση. Κατά γενική ομολογία όλο αυτό ήταν και είναι, επιδερμικό και τρόπον τινά επιτηδευμένο. Ωστόσο υπάρχει μέσα του ένα βαθύτερο επίπεδο, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως φιλοσοφία της άρνησης. Το σπουδαιότερο σημείο του, είναι όμως, η διαχρονική χρήση. Ο σατανικός καμβάς αγγίζει έναν πανάρχαιο φόβο που μεταδίδει κάθε γενιά στην επόμενη, έχει τη δυναμική να ενοχλεί και να τρομάζει, αποδεικνύοντας πως η μπογιά του πέρναγε και θα περνά. Την παιδική νοοτροπία οφείλεις να την πετάξεις όσο μεγαλώνεις, αλλά δε μπορείς να εξωραΐζεις την εθιμική της χρήση, διότι από ένα σημείο κι έπειτα, είναι συνυφασμένη με την τέχνη του Είδους.

Έτσι και οι Black Cilice ήταν δεσμευμένοι ιστορικά ν’ αγγίξουν αυτή τη θεματολογία. Μουσικά, ζωντανεύουν μέσα από τη μελανή πάχνη παλαιούς φόβους και υποχθόνιες απειλές. Κρατούν την Low-fi αντίληψη ως κόρη οφθαλμού και ατενίζουν βαθύτερα. Είναι ένα αχνό ύφος που χαλιναγωγεί την προσοχή, αφήνοντας πλάνα να διαγράφονται στο εσωτερικό του. Είναι ανεμικά χωρίς κάποια συνθετική δρομολόγηση, αλλά μελετημένα ώστε να δημιουργούν συναισθήματα. Οι κιθάρες στροβιλίζουν riff που κάνουν κύκλους, με σκοπό την ατμοσφαιρική έκφραση που προσδίδει ζάλη και μια έξαψη που διαβάλει το νου και τη σκέψη. Τα φωνητικά εκδηλώνονται περισσότερο, χωρίς ωστόσο να προσπερνούν τη θέση που έχουν.. εκεί στο μέγα βάθος.

Τρίτο σκαλοπάτι: Η φιλοσοφική θηριωδία είναι πλοηγός έκφρασης και νοοτροπίας.

2009-Human Poisoning            

FolderΗ ανθρώπινη δηλητηρίαση αφορά τον μελετητή που εντρυφεί στα μοτίβα του Black Metal και τον ξεδιψούν με χυμούς αποδόμησης. Εδώ το ύφος κουρνιάζει στο υποχθόνιο, αλλά με την οργανική υπόσταση σε σχετική ευκρίνεια. Είναι το πάντρεμα της πρώτης κασέτας, με το πριμαριστό ντελίριο στις κιθάρες και το ηχόχρωμα που κυριαρχεί στις επόμενες. Η φωνή δεν έχει ξεκάθαρο ρόλο, εξακολουθεί να ζει στο ακαθόριστο, με λιγοστά σημεία παρουσίας. Το ρυθμικό μέρος θέλει ωτοκιάλια για να μπορέσεις να το ψηλαφίσεις και συνήθως χάνεται στο έλεος της πορείας. Μουσικά, η οργανική noise οδηγεί τον ψυχισμό σ’ έναν συναισθηματικό πονοκέφαλο (που εύκολα μπορεί να γίνει και σωματικός), ενισχύοντας την γενικότερη σύγχυση. Τα riff είναι μελωδικά χωρίς να σταματούν την κυκλική κίνηση, που συνηθίζουν. Ένα Black Metal σύγκρυο που δρα ως κρυφή θηριωδία με όπλο την υποχθόνια επιβολή στην αντίληψη του ακροατή. Το «Highlight» του Demo θα βρεθεί στη γκασμάδικη κίνηση του riff, στο «Empire of Extermination» (αυτοκρατορία της εξόντωσης), ατενίζοντας την κίνηση του μεταλλάδικου (γκα-γκα-γκαν) αποτρόπαιου βδελύγματος.

Τέταρτο σκαλοπάτι: Όποιος νίκησε τη ψυχική δηλητηρίαση, φαντάζει αγέρωχος στο δρόμο της δυστυχίας.

2009-Portal of Revelation       

FolderΗ άκομψη φωτογραφία της μαύρης σιλουέτας στο εξώφυλλο, είναι οιωνός δεινών. Στην σήψη και τον υποχθόνιο στεναγμό βαπτίστηκε η δημιουργικότητά τους. Εκκωφαντικά πρίμα σε low-fi τέμπλο και μια μουρμούρα για φωνητικά. Η ρίζα του εμπεριέχει κοφτερά riff που καλύπτουν το εμβαδόν του περιεχομένου, με την αιχμηρότητά τους. Στη δεύτερη φλούδα, μικρές μελωδίες άλλων riff καλλωπίζουν την τρέλα του. Τα φωνητικά σκούζουν με πάθος από τα τρίσβαθα, μα μπερδεύονται τόσο με το ντελίριο του ήχου της κιθάρας, που δεν είσαι και σίγουρος πως υπάρχουν. Στον πάτο τα τύμπανα κουλαντρίζουν την πορεία κάνοντας βουτιές στο μέγα βάθος, για να επιστρέψουν με γυαλάδα στη πίσσα τους. Το πέμπτο Demo είναι παράξενα ζωντανό, τόσο που σε κάνει να νιώθεις πως διαθέτει στοιχεία ροής. Αυτό βέβαια δεν είναι σύνθεση αλλά εμπλουτισμός του μοντέλου δράσης με μια στρατόσφαιρα χάους και λίγες παραπάνω μελωδίες, που ισοσκελίζουν τη παθιασμένη οργή της επιληπτικής του μονοτονίας. Με σκοπό τον αυτιστικό αυνανισμό κατορθώνει να ενοχλεί τόσο, ώστε μια και μόνο ακρόαση ν’ αποτυπώνει εικόνες στο νου, απ όσες θ’ αποκάλυπτε στους οφθαλμούς η πύλη της αποκάλυψης.

Πέμπτο σκαλοπάτι:  Η αποκάλυψη συνδέθηκε θεολογικά με τ’ ολόλαμπρο φως. Στο Black Metal φέρνει πάντα το μελανότερο σκοτάδι. Σαν έννοια έρχεται για να εμπλουτίσει τη κατανόηση, αλλά γεννά πάντα νέες προκλήσεις στον οδοιπόρο των σκιών.

2010-Belzebuth / Black Cilice

FolderΗ απόδοση της άνω θεωρίας έρχεται κι επικάθεται στο εξώφυλλο του πρώτου Split. Ο Belzebuth στο δεκαπεντάλεπτο vvVvv επιδίδεται σ’ ένα οργανικό ambient προσπαθώντας να σταματήσει τον εσωτερικό μας διάλογο. Το ύφος του βασίζεται στην ομαλή κίνηση και θα πετύχει το σκοπό του. Τότε γυρνά το κομμάτι ανάποδα, περνώντας από το έβδομο λεπτό στα prima και την τεταμένη διάθεση. Το equalizer πιάνει ισορροπία με τις κιθάρες να κοχλάζουν, σα καυτό λάδι. Η διάθεση αγγίζει το σημείο «τρίξιμο κιμωλίας σε μαυροπίνακα», δίνοντας άλλη διάσταση στον σαρδόνια γέλωτα του Αυστραλού. Το μυστηριακό finale σε dark ambient ύφος, βγαλμένο από τις κασέτες των Black legions, έρχεται ως τρίτη διάσταση στην ιστορία. Οι Black Cilice ακολουθούν το δικό τους low-fi/noise ύφος, αλλά είναι ακόμα πιο ελεύθερο από τις κασέτες τους, όπως ακριβώς επιτάσσει μια split κυκλοφορία. Ωστόσο, δεν ενοχλεί τον ακροατή, γιατί το μυαλό του θα το αντιμετωπίσει ως ambient track. Η ζάλη που έρχεται από τον πυρήνα, αξίζει να σημειωθεί στα πρακτικά.

Πρώτο σταυροδρόμι: Κοινή αισθητική σε Noise/Raw Black Metal μοτίβα, όπως αυτά καλλιεργήθηκαν στα 00’s από μπάντες σαν τους Enbilulugugal, Bone Awl, Wold και αρκετών ακόμα. Η αλήθεια των οποίων θ’ αναζητηθεί, στη Α’ Μαυρομεταλλική Σύνοδο, αν ποτέ γίνει.

2010-Tomb of Endless Curses

FolderΟ Πορτογάλος παίζει εκπληκτικά με το βασικό νόημα του Είδους, στα εξώφυλλα. Το συγκεκριμένο σε πρώτο επίπεδο περνά απαρατήρητο, φαντάζει ακόμα και αδιάφορο. Η τεχνοτροπία του είναι αρχαϊκή, παίζοντας έντεχνα με τα όρια του απλού και του απλοϊκού. Συνολικά καλύπτεται από θαμπό χρωματισμό. Στο «ουράνιο» μαύρο μελάνωμα βρίσκουμε δυο πεντάλφες, μια στα δεξιά κι άλλη μια μισή στ’ αριστερά. Το κάτω μέρος είναι καλυμμένο με λευκό χρώμα, που σκάει σε τεταμένα κομμάτια. Αυτή η εικαστική λεπτομέρεια θα βρεθεί σε πολλά Noise-άδικα Black Metal. Ίσως γιατί το πιτσιλωτό χρώμα, σημαδεύει εικαστικά τον χαοτικά πριμαριστό ήχο (συνειδητά ή ασυνείδητα δε μπορώ να το πω, ωστόσο προκύπτει από στατιστική μελέτη). Η ποιότητά του θα βρεθεί στη νοοτροπία που χρησιμοποιεί. Μινιμαλιστικό και πρόχειρο βαδίζει στη σκαλωσιά του μεστού νοήματος, χωρίς ψεγάδι φτιασιδώματος. Το κομμάτι μέσα στα δεκατρία λεπτά πανηγυρίζει το ακαλλιέργητο μοτίβο. Ανερμάτιστο, φτιαγμένο από οργανικές ποικιλίες ήχων που χορεύουν αδιάκοπα τον ανερμάτιστο χορό της κατάρας. Σαν εφαρμογή είναι μια θορυβοποιός έκφραση, ένα Ambient/Noise Black Metal χωρίς στόχο, αλλά με δυνατότητα να επικάθεται στο νου και να κερδίζει ακροάσεις. Μουσικά από το δεύτερο λεπτό θα γεννηθεί μια μελωδία που γουργουρίζει μέχρι το τέλος, σα νευρόσπαστο τεκμήριο αηδίας. Ενοχλητικό, παντέρμο, μ’ έναν φωνητικό αλαλαγμό να ουρλιάζει αδιάκοπα.

Έκτο σκαλοπάτι: Όποιος πέρασε, ένιωσε σύγκορμα τους παικτικούς κανόνες της «μη-δράσης». Βάπτισε εαυτό σε τάφο από θανάσιμες κατάρες και η μελλοντική του ανυπαρξία φαντάζει χειμωνιάτικο χουζούρεμα.

2010-Morbid Esoterism           

FolderΜε τρία κεριά παρακαταθήκη στην εικαστική θέση θα πάρει το μονοπάτι του μοχθηρού εσωτερισμού. Εμβαδόν παικτικής ροής με σχετικό ειρμό, κατά την έλευση στη κοιλάδα της αναζήτησης. Ο ίλιγγος της πριμοβοής και η τεταμένη διάθεση είναι οι δυνάμεις που γεννούν μια γλυκιά πραότητα επίθεσης. Έτσι προκύπτει αντιδιαστολή δράσης κατά την οποία η οξύτητα των riff θα συγκρουστεί με μια ικμάδα ατμόσφαιρας. Θα προσκρούσει στο ακουστικό μας κέντρο, αλλά γλυκαίνει όσο χρειάζεται το νου, για να της επιτρέψει το κρεσέντο. Το ρυθμικό μέρος δείχνει σημεία ζωής, δίνοντας μορφή στο περιεχόμενο με την συγκεκριμένη του κίνηση. Παράλληλα τα φωνητικά οδύρονται με περισσότερη ευκρίνεια, βγάζοντας καθαρές μελωδικές λέξεις μέσα στο χαμό. Τα δυο κομμάτια είναι ευθύγραμμα και μοιάζουν με χαρακιά σε μεταλλική επιφάνεια.

Πρώτο Μονοπάτι: Πατήσεις το Όλον του Black Metal. Δηλαδή τον πυρήνα των ιδεών και το «άλλο του». Η δύναμη βρίσκεται στην εσωτερική μελέτη του μουσικού και την αναζήτηση του ακροατή. Η κοπιαστική εσωτερική εργασία, γεμίζει αγκαθωτούς καρπούς το χωράφι της δυστυχίας.

2011-Diabolic Sorcery and Unholy Blood         

FolderΤο εξώφυλλο απεικονίζει την ουσία του ήχου που αντιπροσωπεύει. Είναι το ύψωμα του αρνητικού film του Black Metal στο φωτογραφικό φως και η θέαση της meta-grim (μετα-ζοφερής) μορφής του. Είναι μετα-ζοφερή διότι αγγίζει τη βασική ιδέα, εξάγοντας θέρμη και ζέση αρκετά κοντά στην αφετηρία του Είδους. Θα μπορούσαμε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε τον όρο Post-Grim Black Metal, δείχνοντας πως αυτό που κάνουν οι Black Cilice είναι μια επαναδιατύπωση της ζοφερότητας του Είδους, αφού εκείνη εκφυλίστηκε με την πάροδο του χρόνου.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει μια μικρή παρένθεση. Αφορά την ποιοτική διαφορά ζοφερότητας ανάμεσα στο Raw (προφορά «Ρό» και όχι «Ρόου») Black Metal και τον υπόλοιπο κόλπο των υποειδών του Είδους. Η διαφορά, έχει σε πρώτο επίπεδο μουσική υφή. Είναι μια κόντρα ανάμεσα στη live παραγωγή και τον μελετημένο ήχο. Αν όμως δούμε λίγο πιο βαθιά το ζήτημα, η πραγματική κόντρα βρίσκεται σε «οικονομικό» πλαίσιο. Αφορά τη γνωστοποίηση του πακέτου της αισθητικής μιας κυκλοφορίας από τη μια πλευρά και την αποσιώπηση της κυκλοφορίας από την άλλη. Στους ακροατές που ακούνε μουσική χωρίς τέτοιου είδους εμβαθύνσεις, αυτή η διάκριση είναι αδιόρατη ή ακόμα και αδιάφορη. Πολλές φορές μάλιστα η υποτιθέμενη επαγγελματικότητα τους κερδίζει, γιατί πολύ απλά εξιδανικεύουν την κατάκτηση ενός μουσικού συμβολαίου, θεωρώντας επιτυχημένη τη μπάντα που θα τo καταφέρει. Η Major μπάντα με το καλό συμβόλαιο, ήταν, είναι και θα είναι αντιφατική με τη Black Metal αντίληψη. Κι αυτό γιατί κουβαλά μέσα της την αρχή του επαγγελματισμού και τις μεθοδεύσεις της οικονομικής νοοτροπίας. Στους ακροατές που εμβαθύνουν λοιπόν, αυτή η διαφοροποιημένη λογική καθορίζει την βαθμίδα ζοφερότητας. Με λίγα λόγια, όλες οι βαρβάτες label κυκλοφορίες έχουν μέσα τους μια λαμπερή κηλίδα, είναι δηλαδή συμβιβασμένες με τις εμπορικές επιταγές και τη μεθόδευση. Από την άλλη πλευρά οι D.I.Y κυκλοφορίες αλλά και όσες κυκλοφορούν από μικρότερα label, που δεν ενδίδουν στις αρχές του επαγγελματισμού, αποκτούν ένα ιδιαίτερο, κεκρυμμένο προσωπείο. Αν αναλογιστούμε το γεγονός, φτάνουμε σε μια αποκάλυψη. Φωτίζοντας το ζοφερό, επιτυγχάνεις μια αισθητική παρωδία προσπαθώντας να εκθέσεις το σκοτάδι στο φως. Η ζοφερότητα δεν πωλείται ακριβώς και συνάμα ότι πωλείται ως ζοφερό, δεν είναι παρά φλούδα ζοφερού που καλλωπίστηκε ως προϊόν για τους αδαείς. Κατά συνέπεια η στάση των γνωστοποιημένων Black Metal κυκλοφοριών της εποχής, όπως αυτές διαμορφώνονται από την κοινή γνώμη, φτάνουν σ’ ένα κρίσιμο σημείο μη-ζοφερότητας. Είναι μεθοδευμένες σε μια πολύ συγκεκριμένη παραγωγή εμπορικών κριτηρίων, για να μπορούν να συγκριθούν με τον ωκεανό της μουσικής βιομηχανίας. Παράλληλα η ψυχική τους στάση, μοιάζει επίπεδη, μετατρέποντας τη συναισθηματική τους εμβέλεια σ’ ένα Flat Black Metal Feeling.

Η ένατη κυκλοφορία Black Cilice μπορεί να χαρακτηριστεί παράδειγμα μινιμαλιστικής ζοφερότητας. Ο Πορτογάλος είχε από την πρώτη του κασέτα όραμα και σκοπό, τη ζοφερή αναπαράσταση της ψυχής του. Ήρθε λοιπόν η ώρα να κάνει μια μικρή μουσική καινοτομία, ζωοποιώντας αχρησιμοποίητα ένστικτα. Αρχικά το σενάριο (γιατί σύνθεση δε το λες) έχει αποκτήσει μια extra φλόγα, μια νέα λάμψη. Αυτή οφείλεται στην αναγέννηση των φωνητικών και την μελωδική έκλαμψη της κιθάρας. Τ’ απόκοσμα ουρλιαχτά έχουν πλέον ηχητική διαβάθμιση και γίνονται κατανοητά από την πρώτη ακρόαση. Τα riff ξεκινούν ένα μελωδικό ντελίριο με ισχυρή κράση που δυναμιτίζει μέσα από στο χάος. Με πλοκή κοντά στο ακατανόητο, στάση εκκωφαντική, δράση αχαλίνωτη κεντρίζει και πορεύεται.

Έβδομο σκαλοπάτι:Κοπιάστε, αυτή είναι η επαναπραγμάτωση που πέτυχε το Neo-Raw ή Post-Grim Black Metal. «και στον Οδοιπόρο των σκιών μίλησε μια παράξενη φωνή.. Λάβετε, φάγετε τούτος εστί ο πυρήνας του Είδους, στη νέα εποχή».

2011-Black Cilice / Mons Veneris      
FolderΟ Mons Veneris είναι ένας από τους έτερους Καππαδόκες του Πορτογαλικού κύκλου. Με την διαφορά πως είναι μια πενταετία παραπάνω στο κουρμπέτι. Αυτή η χρονική διαφορά μπορεί να φαντάζει μικρή, αλλά καθορίζει σχετικά το εφαλτήριο δράσης και τις διαφορές οράματος μεταξύ των Projects. Βλέπετε όποιος ξεκινούσε να παίξει Raw Black Metal στα mid zeros κουβαλούσε στη ψυχή του, σα μέγιστο όραμα, την έκφραση στις μοίρες της ασπρόμαυρης τριλογίας των Darkthrone. Στις πλείστες των περιπτώσεων αντί να πετύχει κάτι τέτοιο, κατέληγε ν’ αντιγράφει Vlad Tepes ή άλλες πριμαριστές λεγεώνες. Από κάποιο σημείο κι έπειτα o Mons Veneris μετουσίωσε όσα έκανε σ’ ένα μοντέλο που εξιδανίκευε το πηγαίο και αμελούσε τα υπόλοιπα. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι νεότεροι εκφραστές του Portuguese Black Circle του ταίριαζαν.

Στην κυκλοφορία αυτού του επτάιντσου δεν υπάρχει κανένα κρυφό μυστικό, αλλά θα φανεί η ουσία της διαφοροποίησης και η παραλληλία. Ο Mons Veneris παίζει απελευθερωμένη Raw (Ρο) χωρίς κουραφέξαλα. Αναπτύσσει εαυτό σε μια ευθεία γραμμή, με κάποιες γέφυρες ροής, πετώντας riff με παρελθοντική μυρωδιά και ωραία λάθη. Το μέγιστο πλεονέκτημά του είναι πως έχει κάνει πραγματεία στη πρίμα ηχητική, οπότε κρατά υψηλή τάση χωρίς να ενοχλεί. Ας μην ξεχνάμε πως είναι παλαιότερος, οπότε δεν έχει noise αλλά metal επιρροές. Κάτι που θα γίνει άμεσα αντιληπτό από την χρήση των δεύτερων και τρίτων riff που ξεπροβάλουν στο εσωτερικό του κομματιού. Διαλογιστείτε με το φινάλε. Η μορφή έχει επέλθει στο μοντέλο των Black Cilice. Η ανατριχιαστική πριμοσιδηροδρομική πορεία εξακολουθεί να βόσκει κάπου στο ακαθόριστο, ενώ παράλληλα έχει μονταριστεί στην ένταση. Το ρυθμικό μέρος περπάτα σ’ ευθεία γραμμή, οι κιθάρες κουμαντάρουν τη πορεία και τα φωνητικά γεννούν συναισθήματα από το μέγα βάθος. Ο οίστρος του Πορτογάλου μεγαλώνει καθώς ρουφιέται από τα εσώτερα του κομματιού, δείχνοντας πως αυγατίζει σ’ επιθετική ατμόσφαιρα όσο περνά ο καιρός.

Δεύτερο σταυροδρόμι:Ένωση σε Πορτογαλικό φόντο με κοινή συνισταμένη και τάση για ταξίδεμα σε αχαρτογράφητα λαγούμια. Επαρκές στα όρια των Split κυκλοφοριών που έχουν μεράκι, σ’ ωθούν να τις ακούς αλλά και τη μαύρη μοίρα της αδιαφορίας του ακροατηρίου.

2011-Black Cilice & Satanize-Pactum Diabolicum      

FolderΣτα Λατινικά Pactum είναι μια άτυπη συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, που εμπεριέχουν μία ή περισσότερες υποσχέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόσχεση είναι προφανής και στη θεματολόγια μαυρομεταλλική. Δυο μικρά κομμάτια για τους Black Cilice, που καλύπτουν την μια πλευρά ενός επτάιντσου. Επιστροφή στην ηχητική λαγνεία της όξινης και ωτοαποτρεπτικής παραγωγής, αλλά με τον ειρμό που αποκτήθηκε από τη ζύμωση. Αλύγιστα riff κατηφορίζουν μανιασμένα κάνοντας συριγμό με την συνοδεία απομακρυσμένων ουρλιαχτών. Ο τίτλος των δυο κομματιών είναι μια δήλωση πορείας και νοοτροπίας, ζητωκραυγάζοντας «I am the Eternal Fire». Μη πάει όμως το μυαλό σας σε μουσικές μεγαλείου. Ο Πορτογάλος δεν κρατά ψηλά την δάδα του Είδους, αντίθετα αποκαλύπτει την χαμένη δάδα του Είδους. Κοντολογίς, εδώ έχουμε την απεικόνιση ενός αλύτρωτου ψυχισμού, που βαδίζει στο κακό το δρόμο. Οι έτεροι Πορτογάλοι Satanize, είναι στο κουρμπέτι από τα mid zeros. Αν κάποιος ψάξει το παρελθόν και τη πρόθεση τους, θα λάβει υποτιθέμενα συναισθήματα και πενιχρές μουσικές τοποθετήσεις σε γκασμάδικο ήχο. Με το πέρασμα του χρόνου έστρωσαν ηχητικό χαρακτήρα, κατορθώνοντας το δικό τους ψαχούλεμα. Στο κομμάτι τους και κατ’ επέκταση στο ύφος των πρόσφατων κυκλοφοριών τους, χρησιμοποιούν βαθύ και μουντό ήχο, ρυθμό και κατανοητά φωνητικά. Το καλύτερο θα βρεθεί στο κεντρικό riff, που κεντάει με ατόφιο μεταλλικό χαρακτήρα.

Τρίτο σταυροδρόμι:Συμφωνίας επίπεδο με κοινό σκοπό αλλά σε διαφορετικά μοτίβα. Όποιος πιστεύει πως ακούει Black Metal επικεντρώνοντας τη προσοχή του στην χρωματιστή φλούδα, δε θα μουδιάσει ποτέ τη γλώσσα του από τη στιφάδα του λευκόμαυρου καρπού.

2011-A Corpse, A Temple     

FolderΗ σιλουέτα στο εξώφυλλο κρατά στο ένα χέρι βιβλίο και κλειδί. Υψώνει το άλλο, προσπαθώντας να φτάσει ψηλότερες απόρροιες κι εντάσεις, που δεν είναι καθημερινά αντιληπτές. Η κινησιολογία θυμίζει παρόμοιες κινήσεις από Blackmetallers που μοιάζουν ν’ αντλούν ή να ζητούν δύναμη από το άγνωστο. Ο τίτλος είναι απλός και κατανοητός, αλλά την ίδια στιγμή πεταμένος, δίχως βαθύτερο νόημα. Η ύπαρξη σεναριακής πλοκής είναι γεγονός, αλλά το προϋπάρχον μοτίβο δηλώνει παρόν σε όλη την ροή. Η λογική ανάπτυξης των ιδεών σχηματίζει ένα σενάριο με το ρυθμικό μέρος να βαδίζει μονοκόμματους δρόμους και τις κιθάρες να παίζουν δίπλα του, δρομολογώντας νέες εκτάσεις. Μακρά πορεία που κεντρίζουν τα riff, ποτίζοντας μ’ ευαισθησία το σύξυλο μοτίβο. Τα έξι κομμάτια δεν ψάχνουν νόημα στις αλλαγές πλοκής ή την metal δομή (που έχει πάντα αρχή, μέση και τέλος), αλλά συγκεκριμενοποιούν τη δράση τους στις παραφυάδες της χιλιομετρικής πορείας. Είναι σα να ‘χουμε δυο κινητήρες που δουλεύουν ταυτόχρονα, αδιάκοπα και συγκεκριμένα, δημιουργώντας έξαψη με σκοπό να ξυπνήσουν αλλόφρονα συναισθήματα. Δείτε το τελείωμα του “The Gate of Sulphur” όπου θα έρθει μια στακάτη αλλαγή, το άψογο ρυθμικό ξεσπάθωμα και το μελωδικό φινάλε του “Night’s Veil”, το εσωστρεφές “Blood to Murder”, την αλαφιασμένη μελωδικότητα του “The Key”, την καταστροφή του “Resurrection of Dead Curses” και το εξυψωτικό “Among Dead Rats”. Μακριά από το μόχθο για ποιότητα και true black metal σύλληψη. Στρώνει κρύα, ακιδωτή επιφάνεια που εμπεριέχει την Ασπρόμαυρη τριλογία των Darkthrone ως υποσυνείδητο ένστικτο, γραμμένη στη μαύρη ψηφίδα της ψυχή του. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να την ποθεί και να την λατρεύει, αλλά στην ουσία την ακυρώνει και την καταπατά.

Πρώτος Δρόμος:Μονόδρομος προς τη μήτρα της Ιδέας και τεράστια θέληση αποδόμησης του ασπρόμαυρου καμβά, όπου έστεκε, στέκει και θα στέκει απαράμιλλος κανόνας του Είδους.

2011-Vetala / Black Cilice     

FolderΕδώ έχουμε ένα 7ιντσο, με λιτό μαύρο εξώφυλλο. Στην πρώτη πλευρά οι Vetala , που είναι παλαιότεροι στη φάση και μέλη του Πορτογαλικού Black Circle, μαζί με τους Mons Veneris, Decrepitude, Irae and Rainha Cólera. Είναι πολύ συγκεκριμένοι στο Raw Black Metal που μοντάρουν στο “Victims! Never to Be Found!”, οπότε δεν κόπτονται για το αποτέλεσμα. Παλινδρομούν τον οργανικό τους ήχο και σχηματίζουν μια ευθύγραμμη πορεία, δίχως επαναλήψεις, που ζητωκραυγάζει το ανερμάτιστο. Αυτό που κάνουν με την κράση τους, είναι περισσότερο ένα γλέντι του Είδους παρά δημιουργία ύφους. Στην δεύτερη πλευρά οι Black Cilice με το «Moon of Murder», βγάζουν κομψή δόση του υλικού τους με κάποια αλλοπρόσαλλα σημεία που έχουν υπερθεματίσει. Μουντή περιπλάνηση με θαμμένα όργανα και φωνές από το υπερπέραν. Αντίδραση απέναντι στην τάξη και την τακτοποίηση με οριζόντια διαφωνία. Ένας μικρός κυκλώνας περιήγησης. Το “Moon of Murder” είναι το τελευταίο ανερμάτιστο σκουπίδι του Πορτογάλου, θυμίζοντας σε όλους μας για μια ακόμα φορά τα πρωτογενή συστατικά του μαυρομεταλικού πυρήνα.

Τέταρτο σταυροδρόμι:Δεύτερη ένωση σε Πορτογαλικό φόντο με τάση γι’ αποσύνδεση και όραμα την θρέψη του ακροατηρίου, με παράσιτα από τον πλακούντα του Είδους. Ο πυρήνας της οργανικής Noise λογικής, θα είναι πάντα ζωντανός, μιας και πηγάζει από το ασυνείδητο.

2012-Forbidden Citadel of Spirits / Black Cilice

FolderΟι Τασμάνιοι (τιμημένη καταγωγή Striborg=Black Metal για πολύ μικρές ώρες, κυρίως ξημερώματα) Forbidden Citadel of Spirits παίζουν ένα καμένο Low-fi/ Low tempo Black Metal χωρίς επάρκεια, που δυναμιτίζει με την καμενιά του. Είναι κούφιο, μ’ ένα υπόκωφο riff να γουργουρίζει στο πίσω μέρος και φωνητικά που δρουν σε παραπλήσια μοτίβα. Μια ένταση θα έρθει απλά ως διάλειμμα μέχρι την επιστροφή στο αρχικό μοτίβο. Κάπως έτσι το «The Ritualistic Spiral» επιτυγχάνει σπειροειδή τελετουργία, με highlight το μονότονο «αμόνι» που βαρά προς το τέλος. Το «Telepathic Ceremony», είναι το πρώτο κομμάτι των Black Cilice που έχει Metal καταγωγή δομικά. Ένα riff έπαρσης κυματίζει στα τρίσβαθα και μια υπόκωφη, σχεδόν ανεπαίσθητη χρήση φωνητικών, σιγοντάρει. Η αποδόμηση ολοκληρώθηκε, το βασικό μοτίβο τους Είδους εμφανίστηκε. Είναι μια εξαιρετική αποτύπωση της ουσίας του Black Metal ήχου, κατά την διαδικασία της επανατοποθέτησής του. Ακραιφνές και μουντό στέκει ως λάβαρο στη έξοδο της κλεισούρας, παρφουμάροντας μ’ έναν χρωματισμό το σκοτάδι. Η τηλεπαθητική λειτουργία έρχεται μελωδικά, θέλοντας να παρουσιάσει μ’ αιθέριο τρόπο, άλλες αισθήσεις.

Πέμπτο σταυροδρόμι:Το εσωτερικό του ναού στο εξώφυλλο, ερμηνεύει με τον καλύτερο τρόπο, την ένωση του split. Η τελετή και το τελετουργικό του Black Metal, τύλιγαν πάντα το Είδος μ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Είναι η συνειδητή προσήλωση του ανθρώπου στο ναό σε συνδυασμό με την φαντασιακή του σκέψη. Δυο διαφορετικές δυνάμεις, σχετικά αντίρροπες αλλά ομόθυμες.

2013-Black Cilice / Dead Procession

FolderΟι Black Cilice επιστρέφουν με το «Gathering Human Bones», που φανερώνει μια παράξενη, εκκεντρική συνήθεια ή υποχθόνια σκέψη της μαυρομεταλλικής κουλτούρας. Είναι ένα σιχτίρισμα στη νοοτροπία του ανίερου και απαγορευτικού. Παράλληλα, μια πράξη που έγινε από πολλούς συνδαιτυμόνες της σκηνής. Η επαφή και η θέα των ανθρώπινων οστών, μετά τη σήψη του νεκρού σώματος, δίνει απλόχερα μια εικόνα του μέλλοντος. Μοιράζει θάνατο και ανυπαρξία φέρνοντας τον μελετητή αντιμέτωπο με το τέλος της ζωής. Προσωπικά δε έκανα και δεν θα έκανα κάτι τέτοιο. Ίσως το φαντασιακό μου είναι απόλυτα επαρκές για να έρθω κατάφατσα με το αποτρόπαιο, δίχως «εργαλεία». Μουσικά το κομμάτι είναι γρήγορο με την κιθάρα να ουρλιάζει, βγάζοντας την ένταση και την παραφροσύνη του ζητήματος. Η αλλαγή πλεύσης, παρουσιάζει εμφατικά την αλλαγή των συναισθημάτων, μετά την επιτυχή διάρρηξη του οστεοφυλακίου. Οι Dead Procession παίζουν τελετουργικό ambient, χωρίς δράση, με καθαρά φωνητικά από τη θέση του υποβολέα. Ιδανικοί για κλείσιμο, μετά το ξέσπασμα των Πορτογάλων.

Έκτο σταυροδρόμι:Σύζευξη σε παλαιολιθικά μοτίβα. Νυχτερινή σύμπραξη με τελετουργική θέληση για ανίερες κι εσωτερικής προέκτασης δράσεις.

2013-ddréa Mylenstede / Black Cilice

FolderΟι Βρετανοί Wóddréa Mylenstede στο «Freorig Holt» γεννούν ένα μπάσταρδο αποπαίδι τσαπατσουλιάς με καπατσοσύνη στη άγαρμπη πορεία. Ερασιτεχνικός ήχος και στρεβλές συχνότητες. Στο εσωτερικό του όμως υπάρχει ρυθμός, μ’ ευθύγραμμο riff που βγαίνει ταχύτατο και διαβολικό, οπότε σου κολλά στο μυαλό. Είναι μια κίνηση που δίνει κράση στη χαοτική ηχητική προσέγγιση, θα χρησιμοποιηθεί ακόμα και όταν ο ρυθμός πέσει. Ο σεληνιακός μανδύας των Black Cilice, θα μας φέρει και πάλι κοντά με τον βασικό τους δρόμο, την πορεία με τα riff και τα φωνητικά που γεννούν μια υπόκωφη φλόγα. Είναι μελωδικοί, οπότε κρατούν πιο εύκολα το ενδιαφέρον. Ωστόσο αυτό που μοιάζει να τους απασχολεί, είναι να μένουν στο φύσημα του ήχου, κάνοντας μια τηγανιτή κρούστα που κοχλάζει και δίνει μια ηχητική τσιγαρόχαρτου.

Έβδομο σταυροδρόμι:Η Rehearsal «μη-παραγωγή» είναι λογική νοοτροπίας. Αυτό είναι το επιστέγασμα των early 10’s. Το Black Metal μπήκε, αλλά δεν έμεινε, σε νέες διακυμάνσεις. Συνεπώς για να προχωρήσει γίνεται εσωστρεφές, λατρεύει τα στεγανά και τελικά χρησιμοποιεί τον πρώτο τρόπο εκπομπής του, ως μανιέρα δράσης. Η Rehearsal «μη-παραγωγή» ήταν στα late 80’s-early 90’s ο τρόπος που εμφανίστηκε. Από τότε πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια και το Είδος επέστρεψε και πάλι στη μήτρα εκφοράς, για να ξεκινήσει μια νέα πορεία από το μηδέν. Από το σημείο αυτό κι έπειτα δεν μπορεί να υπάρξει διήγηση με ιστορική λογική.

2013-Summoning the Night

FolderΜε δυναμικά μελωδικό σύγκρυο κι επισταμένη προσοχή εμβαθύνει το δεύτερο full-album. Η συνθετική επαγρύπνηση δίνει στα κομμάτια χειμαρρώδη εμβέλεια. Λειτουργούν κάτω από ένα πλαίσιο που κρατά τον ρυθμό, χρωματίζει με riff κι αποζητά το κρεσέντο ροής. Τα φωνητικά έχουν τρίτο ρόλο, βοηθώντας τις κιθάρες στην ανάπτυξη των συναισθημάτων. Όπως βλέπουμε στο εξώφυλλο, ο πρωταγωνιστής μας, δεν κόπτεται πλέον για δανικές δυνάμεις. Κρατά με πολύτιμο τρόπο το μαύρο βιβλίο (του Είδους) και μας δείχνει τον λαιμό του. Η ενστικτώδης αυτή κίνηση αποκαλύπτει την μεγαλειώδη νίκη απέναντι στο φόβο. Η υποσυνείδητη αυτή πράξη βγάζει δύναμη, κατανόηση των μυστικών κι αποκαλύπτει και μια δομική άνοδο στο υλικό των Black Cilice. Η μαγεία θα βρεθεί στον τρόπο επίτευξης της ατμόσφαιρας, αλλά και στο ποιόν της. Η κλήτευση της νύχτας στρέφει την live/rehearsal λογική ανάπτυξη σε μια εκτεταμένη έκφραση, μια ορμή που κρατά τις δυνάμεις του χάους με κλωστές μαριονέτας. Με τον τρόπο αυτό παίζει σε κάθε κομμάτι μ’ έκδηλο πάθος, λες κι είναι το τελευταίο του. Η αχόρταγη και συνάμα εκκωφαντική τάση δημιουργεί χαοτική ατμόσφαιρα που αυξάνει γεωμετρικά την πίεση στον ψυχισμό του ακροατή. Η αρμαθιά των απορροιών της παράνοιας κάνει το ταξίδι αλλοπρόσαλλο, γεννώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερη ταραχή. Έτσι κλυδωνίζει τον συναισθηματικό κόσμο του ακροατή με τριγμούς επικού χάους, κάνοντας κραυγαλέα αναπαράσταση στην υπεροχή της μαυρομεταλλικότητας.

Δεύτερος Δρόμος: Όποιος πότισε τη ψυχή του στην ατμόσφαιρα του Raw Black Metal, προσπέρασε την μουσική ως διάσταση, ανάγοντας το συναισθηματικό της τρύγο ως εμπειρία και μάθημα ζωής.

2014-Old Curses

Old CursesΤο compilation του 2014 έρχεται με αρκετό υλικό, από την demo περίοδο του Project. Προσωπικά πάντοτε έβλεπα τις συλλογές μ’ ένα και μόνο τρόπο. Άριστες αν έχουν μέσα τους τ’ άπαντα της μπάντας και «λίγες» όταν έχουν «best off» επιλογές, ακόμα κι αν είναι επιλεγμένες από τον ίδιο το μουσικό. Η συγκεκριμένη λοιπόν κυκλοφορία ανήκει στον δεύτερο δρόμο, μην μπορώντας ν’ αποδώσει πλήρως το μήνυμα.

2015-Mysteries

FolderΤο αφιέρωμα στους Black Cilice ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2014, δηλαδή πριν από έναν χρόνο και κάτι. Ποιος να μου λεγε λοιπόν, πως τελειώνοντας θα είχα στα χέρια μου όσα ακριβώς χρειαζόμουν. Δηλαδή, ένα νέο album και μια ιδανική αναφορά. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στον πρόλογο, έκανα μια εκτεταμένη αναφορά στη «ζωή» και την άνοδο ενός project ή ενός συγκροτήματος. Αναφέρομαι, στο μοντέλο Abyss-Obscure-Underground-Hype-Overground-Oblivion. Οι Black Cilice πέρασαν με τα demo (αγροτικό) τους από την Άβυσσο στο Underground και πλέον να φλερτάρουν με το Hype, την οικοδέσποινα που καλωσορίζει κάθε μουσικό στον λαμπερό κόσμο του Overground. Πριν εξηγηθώ, θα πρέπει να κάνω μια απαραίτητη κι εκτεταμένη παρένθεση. Θεωρώ, πως οι περισσότεροι bloggers ή συντάκτες σε blogomagazines είμαστε σε πρώτο επίπεδο ανεύθυνοι ή σχετικά υπεύθυνοι, σε δεύτερο επιδειξίες αισθητικής και σε τρίτο ηθικοί αυτουργοί στην εξέλιξη ενός project.

Σε πρώτο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές επιζητούν την πρωτοκαθεδρία αναφοράς. Το οποίο σημαίνει πως μπαίνουν στην διαδικασία να γράψουν ένα υποτυπώδες κείμενο, πολύ κοντά στην κυκλοφορία του promo ή ακόμα χειρότερα στην εκροή του Mp3. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι πρόχειρο και τυπικό, αδυνατώντας ν’ αποτυπώσει τα πεπραγμένα. Παράλληλα λειτουργεί ως επίβουλος, σε όσους ψάχνουν νέες κυκλοφορίες. Ας μην ξεχνάμε πως το Black Metal είναι συνυφασμένο με την αφάνεια. Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι σκληροπυρηνικοί συνδαιτυμόνες του Είδους, αποφεύγουν σε μεγάλο βαθμό τις κυκλοφορίες με τα πολλά reviews ή το κουβεντολόι..

Σε δεύτερο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές επιζητούν την αισθητική κλιμάκωση του blog ή του blogomagazine που έχουν ή συμμετέχουν. Αυτό σημαίνει πως καραδοκούν για να εξυψώσουν τον οποιονδήποτε θα εμπλουτίσει, με την αισθητική του επιμέλεια, τον δικό τους απάγκιο. Είναι μάλλον η χειρότερη υπό-ομάδα γιατί δε νιώθουν πως αυτό που κάνουν είναι η προβολή του έργου τρίτων προσώπων. Αντίθετα πιστεύουν πως στην ουσία προβάλλουν το δικό τους πρόσωπο/έργο, με μια ενοποίηση της αισθητικής άλλων. Κοντολογίς, καταλήγουν να περιγράφουν τον εαυτό τους μέσα από την πλειάδα των επιλογών τους και όχι τους μουσικούς.

Σε τρίτο επίπεδο όσοι παρουσιάζουν νέες δουλειές είναι ηθικοί αυτουργοί στην άνοδο και τη πορεία μιας μπάντας. Είναι προφανές πως η δημοσιογραφική/συντακτική προσπάθεια είναι σπουδαίο εργαλείο για τους μουσικούς. Ωστόσο είναι πολλές φορές τροχοπέδη για την ενημέρωση των ακροατών. Μπορεί τα κολλήματα όλων όσων γράφουμε να είναι ωραίο χαρακτηριστικό. Ωστόσο, σκεφτείτε πόσο σπουδαία είναι μια αναφορά ενός Project ανάμεσα σε χιλιάδες. Γιατί στις μέρες μας υπάρχει μεγάλος αριθμός μουσικών, οπότε μια και μόνο αναφορά, καρφώνει στο πέτο το παράσημο του ξεχωριστού.

Είναι προφανές πως το παραπάνω ζήτημα έχει δεκάδες σημεία που θα μπορούσα ν’ αναφερθώ και ν’ αναλύσω ενδελεχώς. Ωστόσο, πάντα σκέπτομαι να πλατειάζω μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως όλα τα παραπάνω δεν αφορούν τον γραπτό τύπο της μουσικής, δηλαδή τα περιοδικά. Κυρίως γιατί την τελευταία δεκαετία (χοντρικά) έχει μπει σ’ έναν διαφορετικό ρόλο. Αφού πέρασε μια μεγάλη περίοδος που ο γραπτός τύπος ενημέρωνε, πλέον καταγράφει αποστασιοποιημένα τη ροή των γεγονότων. Δεν είναι απαραίτητα καλύτερη ή ποιοτικότερη αυτή η ανάλυση, ωστόσο έχει το καλύτερο χαρακτηριστικό: «τα γραπτά μένουν». Οπότε η ανάλυση του γραπτού τύπου είναι διαχρονική κι επηρεάζει με διαφορετική δυναμική το ακροατήριο. Σκεφτείτε πως το internet σε βάζει γρηγορότερα στην διαδικασία ν’ αφουγκραστείς. Αργά ή γρήγορα όμως η πηγή της ενημέρωσης (η πρόταση), μπορεί να εξαφανιστεί. Αν δηλαδή μια ωραία πρωία πατήσω delete στην παρούσα ιστοσελίδα, δεκάδες σκέψεις θα γίνουν παρελθόν. Ποτέ όμως δε θα μπορέσω να κάνω κάτι παρόμοιο στις σελίδες του Metal Hammer που έγραψα και βρίσκονται σε διάφορα σπίτια. Το ρητό «τα γραπτά μένουν» κουβαλά την ουσία της διαχρονικότητας και κατ’ επέκταση την διαιώνιση μιας σκέψης. Σε αντίθεση με τον άυλο διαδικτυακό χώρο, που μπορεί να την εξαφανίσει σε στιγμή ή να την μεταλλάξει.

Ο Πορτογάλος λοιπόν άφησε φέτος τον κόσμο της Αβύσσου κι ενέδωσε στην πρόσκληση της Iron Bonehead. Ενός Label που έχω αποθεώσει στο Metal Hammer, εδώ κι ένα χρόνο, για τις αξιολογότατες επιλογές του. Οι Γερμανοί της Iron Bonehead, ξεκίνησαν στα late 90’s χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης. Πέρασαν πολλά χρόνια και τελικά έφτασαν κάπου στα early 10’s να συνθηκολογήσουν με την βασική ιδέα της ακραίας μουσικής έκφρασης, που δεν είναι άλλη από την στήριξη του Underground. Το έκαναν μάλιστα με ιδιαίτερη προσοχή, που σημαίνει έμφαση σε Split και Ep κυκλοφορίες απ’ ότι σε full-albums. Παράλληλα, μας έκαναν την χάρη, να κυκλοφορούν δουλειές χωρίς μετάλλαξη του αισθητικού χαρακτήρα των projects, που λάμβαναν υπό την σκέπην τους. Κοντολογίς, βάζουν την ετικέτα τους, δίνοντας όμως τον χώρο στα projects να κινηθούν εικαστικά και ηχητικά με βάση την δική τους, προσωπική βαθμίδα.

Το σκηνικό στήθηκε με κανόνες γεωμετρίας. Ένα Project από την Πορτογαλία σκάβει λάκκο στην Άβυσσο της ακραίας μουσικής σκηνής, αποκτά έναν κύκλο συνοδοιπόρων φτάνοντας στις όχθες της Αφάνειας. Επιλέγει με ορθότητα να μπει σ’ ένα Underground label κι εκεί έρχεται μια δελεαστική αναφορά. Μια αναφορά που όχι μόνο συνηγορούσε με όσα σκεπτόμουν, αλλά ενέδιδε σε όσα φανταζόμουν, επιβεβαιώνοντας κι υπερθεματίζοντας τις πεποιθήσεις μου. Το Noisey έκανε ένα άρθρο για το «Mysteries» με τίτλο: «IS BLACK CILICE PRIMED TO RELEASE THE BEST ALBUM OF 2015? LISTEN TO «PRAYER FROM BEYOND» AND DECIDE». Το παραπάνω κείμενο έχει γραφτεί δεκαπέντε μέρες μετά την αποστολή του Promo mp3 (γιατί όλοι όσοι γράφουμε σε περιοδικά, λαμβάνουμε το ίδιο ακριβώς mail με τα promos) και όπως θα καταλάβετε έπραξε κατά γράμμα όλο το αρνητικό τρίπτυχο που ανέφερα. Γράφει και πρωτοπαρουσιάζει με τρόπο τυπικό και πρόχειρο, ενσωματώνει την αισθητική για να καρπωθεί την underground φύση της και τελικά φτύνει μια πράσινα χλέπα που ονομάζουμε hype για να τυλίξει ένα project στα δίχτυα του Overground-έστω κι αν αυτό το τελευταίο, δεν γίνει ποτέ πράξη. Ωστόσο, μια τέτοια αναφορά δημιουργεί σούσουρο, γύρω από το όνομα των Black Cilice. Ένα σούσουρο εντελώς ψεύτικο και δημιουργημένο. Πολύ απλά οι συντάκτες τέτοιων internetικών περιοδικών, παρακολουθούν τ’ underground labels και ξεφουρνίζουν λόγια επάρκειας για το προϊόντα τους. Δίχως κόπο ή περισσότερες σκέψεις.

Είναι φανερό πως ο κόσμος των media ψάχνει πάντοτε νέους καρπούς για να θρέψει την πείνα του, που δεν είναι η εξύψωση της τέχνης, αλλά η διαιώνιση της ύπαρξής του. Όσοι ψάχνουν για μουσικούς ήρωες, δεν στηρίζουν την ουσία της τέχνης, απλά ταΐζουν το ποίμνιο για να το έχουν δίπλα τους, ως τίμιο πελάτη. Ο σεβασμός απέναντι στον ακροατή ήταν, είναι και θα είναι ένας. Να του πεις την αλήθεια. Να μην τον εξαναγκάσεις με στολίδια να προβεί σε αγορές, που θα κοσμούν «και καλά» την δισκοθήκη του. Γιατί στην ουσία θα είναι άχρηστο υλικό, που νόμιζε πως πρέπει να έχει στην κατοχή του. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως δεν υπάρχουν «Μεγάλοι» Black Cilice που τιμούν με την παρουσία τους, το απόκοσμο ιδεώδες του underground. Αυτό που υπάρχει είναι μονάχα μια πύρινη δάδα με δεκάδες δρομείς, που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, σαν αυτούς με την ολυμπιακή φλόγα. Όπως εκεί έτσι κι εδώ, δεν έχει τόση σημασία ο δρομέας, αλλά η φύση και το νόημα της δάδας και της φλόγας που κρατά.

Το τρίτο full-album του Πορτογάλου μπαίνει με τρόπο που θα φέρει στο νου, τους Judas Iscariot αλλά εμβαθύνει αμέσως στην τροπολογία των Black Cilice. Τα φωνητικά στέλνουν μια γοερή μελωδία από το βάθος, τα riff βαδίζουν αγέρωχα και η πορεία συνεχίζεται. Το ανδρείο rehearsal έφτασε την κρίσιμη μάζα και ήρθε η ώρα μεταγλωττίσει ένα ακόμα μέρος του. Ο τρόπος είναι τελικά ευκολότερος απ’ όσο πίστευα και το αποτέλεσμα, εύγλωττο. Τα κομμάτια έχουν δυο παράλληλους δρόμους, είναι το βασικό μοντέλο δράσης που γουργουρίζει ατέρμονα και μια σταθερή γραμμή που συνοψίζεται σε κάποια riffs, συν το ρυθμικό μέρος, που προχωρούν ανεμπόδιστα στην ευθεία. Προφανώς αυτά τα δυο μέρη δεν είναι ξεχωριστά αλλά αναπόσπαστα και συνδεδεμένα κάτω από τις ίδιες συχνότητες. Η αποκάλυψη του παντρέματος θα φανεί ολοκληρωτικά στο “the Truth”, που έχει και μια παραπάνω ικμάδα έντασης. Από εκεί και πέρα ο εσωστρεφής κυκεώνας των Black Cilice βγάζει ακόμα πιο έντονες στιγμές σ’ ένα σχεδόν instrumental ταξίδι, γεμάτο ξυραφιές και ωραία προσαρτημένες μελωδίες που θα συγκινήσουν. Είναι ένας κουρνιαχτός έντασης και αλύτρωτης ηδονής που αμβλύνει τις γωνίες κάνοντας αιχμηρότερες τις άκρες, μια οδοστρωτήρια (οδοστρωτήρας + σωτήρια) παρακέντηση του Raw Black Metal. Τα τρία τελευταία κομμάτια είναι η σπουδή του Πορτογάλλου στο ύφος και το Είδος, κάτι που θα φανεί και στο εικαστικό μέρος. Η φιγούρα στο εξώφυλλο απλά γέρνει, βάζει το χέρι στην καρδιά και διαγράφει έναν σαρδόνιο γέλωτα, που μάλλον πηγαίνει προς όλες τις κατευθύνσεις..

Τρίτος Δρόμος: Η είσοδος στο Underground είναι, για τους θιασώτες της Obsure αναζήτησης, μια παραπάνω γνωστοποίηση. Στην ουσία ο δρόμος προς την αναγνώριση είναι ένας φαύλος κύκλος που δεν αφορά τον μουσικό, αλλά τους αναλυτές. Γιατί είμαστε οι βασικοί υπαίτιοι αυτής της εξερεύνησης και ανάδειξης που πάντα συνοψίζεται στην αδικία. Μια αδικία που έρχεται από το πενιχρό ψάξιμο και τον μικρό κόπο αναζήτησης, αφήνοντας, δεκάδες ικανούς στην αφάνεια και την λήθη.

Utuk-Xul

Posted in Δεκέμβριος 2011 on Μαρτίου 25, 2014 by Plunderer

??????????????Στο Black Metal υπάρχουν δεκάδες φωτογραφίες σαν αυτή. Η συγκεκριμένη όμως θα χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα, γιατί οι εικονιζόμενοι έπιασαν το παραδοσιακό μονοπάτι στη δεκαετία του 90 και δεν το παράτησαν μέχρι σήμερα. Μπορεί σαν πόζα να είναι πασίγνωστη και σπουδαία για την αισθητική του Είδους, αλλά η ερμηνεία της δεν έγινε ποτέ αντικείμενο στοχασμού. Στις παλιές μέρες ας πούμε, κυριαρχούσε η πλακατζίδικη διάθεση, όπως κάποιος που είχε πει κάποτε, πως η στάση του Paul Ledney στο εξώφυλλο του Dethrone the Son of God μοιάζει σα να κρατά αόρατα πορτοκάλια. Προσωπικά δε αδικώ καμιά προσπάθεια ερμηνείας, γιατί το απλό είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψει κανείς και τελικά ο χαβαλές είναι μονόδρομος. Η παραπάνω εικόνα ξυπνά κάτι από το αβίαστο παρελθόν του Black Metal. Εδώ έχουμε μια στάση σώματος, ακίνητη και παραστατική. Θα έλεγα λοιπόν, πως το χέρι στην grim αφετηρία (όπως το είχα βαφτίσει στα κείμενα για τους Burning Church Forest και Rhinocervs) αποδίδει την πρωτόλεια αίσθηση της απειλής, μοιάζοντας με το γράπωμα του αρπακτικού. Ωστόσο η κίνηση προς τα πάνω, υποδηλώνει την έλευση μιας αόρατης δύναμης. Σημείο που στην αισθητική του Black Metal έχει αποδοθεί σταράτα με τη σκοτεινή θεματολογία. Παράλληλα εδώ υπάρχει μια μεταβολή στη κράση του ανθρώπινου σώματος. Οι μύες τεντώνουν προκαλώντας γωνίες που κάμπτουν τ’ ανθρώπινα μέλη και ζωγραφίζουν μια γκριμάτσα ζοφερότητας στο πρόσωπο. Αυτή είναι μια απλή περιγραφή της παραδοσιακής πόζας του Black Metal που πάντα έχει πάθος, θέλοντας να προσφέρει τρόμο για το σκοτάδι και όσα αυτό γεννά στην ανθρώπινη φαντασία. Το σπουδαίο όμως με τις φωτογραφίσεις των μελών μιας μπάντας είναι πως από τα πρόσωπα και τη στάση τους μπορείς να συλλάβεις ορισμένα από τα στοιχεία της μουσικής τους. Κάθε τέτοια φωτογράφιση συμμετέχει, άθελά της, σε μια παράδοξη μάχη. Έναν χαριεντισμό μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το συνολικό αίσθημα που προσφέρει στον ακροατή, γέρνει την τραμπάλα προς το σοβαρό ή το αστείο, αποκαλύπτοντας πολλές φορές τη μουσική δεινότητα ή αστειότητα του περιεχομένου. Στο κείμενο για τους Master’s Hammer είχα σημειώσει «για να θεωρήσουμε μια μπάντα Cult πρέπει να εκπέμπει μεταφυσικά, σχηματίζοντας αλλοτινές ατμόσφαιρες οι οποίες με την δική τους σειρά σκορπίζουν αλλόκοτα συναισθήματα. Παράλληλα θα προεκτείνει όλο το παραπάνω λαμβάνοντας μια χύμα στάση, χωρίς προσποιητό attitude, αποδεικνύοντας ότι δεν παίρνει και πολύ σοβαρά τον εαυτό της, εκφράζοντας όσα θα ήθελε τόσο με χιούμορ όσο και μέσα από στεγανά ή στερεότυπα. Η μπάντα μέσω της Cult διάστασης θα συμπεριφερθεί σαν να μην της καίγεται καρφί, έχοντας ως δόγμα το πηγαίο, το ενστικτώδες, το αυθόρμητο αλλά και το αφελές. Βέβαια όλα αυτά θα γίνουν χωρίς καμία επιτήδευση, με άνεση και μπρίο μιλώντας με κάθε ειλικρίνεια τον ακροατή». Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία ως σημεία επισκόπησης ενός μοντέλου δράσης, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δυο βασικά μέλη των Utuk-Xul εκφράζουν μέσα από τη στάση και το ύφος τους ισόποσες δόσεις σοβαρού και αστείου, τοποθετώντας την τραμπάλα του χαριεντισμού των δυνάμεων σε ισορροπία. Κάπως έτσι αγγίζουν το νυμφώνα της Cult αισθητικής.

Πίσω στο τέλος της δεκαετίας του 90 κάθε πικραμένος που γούσταρε το Black Metal ξεκίνησε τη δική του μπάντα. Με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι έχαναν το ενδιαφέρον τους, αποδεικνύοντας πως ήταν απλά ένα καπρίτσιο, σβήνοντας στη λήθη του χρόνου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν την δική τους ιστορία και οι εν λόγω Κολομβιανοί, την περίοδο 94-97 με τ’ όνομα Dies Irae. Από εκείνη την πρώιμη περίοδο δεν έχουμε κάποιο μουσικό ίχνος, μιας και απέβη άκαρπη η αναζήτηση του χαμένου Demo The Law Is for All, που λέγεται πως κυκλοφόρησαν το 1995. Όταν τα 90’s άρχιζαν να ολισθαίνουν προς τα 00’s και πιο συγκεκριμένα το 1997 αλλάζουν όνομα σε Utuk-Xul ξεκινώντας μια νέα ιστορία που θα φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Το πρώτο το τους Demo είχε σαν τίτλο τ’ όνομα της πρώτης μπάντας Dies Irae, εμπεριέχοντας κάποια κομμάτια από την εποχή 94-97. «Μουσικά» έμπαινε με τα μπούνια στην Raw ευτυχία. Μικρά μονότονα κομμάτια με το ρυθμικό μέρος σε πανσέληνο δράσης και τη φωνητική συστοιχία, ισχνή μα πειστική να ζαλίζει κάπου στο βάθος. Το μπάσο είναι γραμμένο πολύ μπροστά οπότε γίνεται κατανοητό, ενώ τα τύμπανα πιάνουν το μοντέλο ταπεράκια και φτάνουν στη μεταλλική κατάληξη (για όσους καλιγούλες σαν εμένα, αρέσκονται ακόμα σ’ αυτή τη συνδυαστική ατεχνίλα). Πάνω απ’ όλα όμως εδώ υπήρξε ένας Salamander που σκορπά μια χούφτα riff αναπτέρωσης. Είχαν τη δύναμη ν’ ανυψώνουν τα κομμάτια, αλλάζοντας κίνηση στη μονοκόμματη πορεία. Η προφορά της λέξης darkness (ως ντάρνες) στο Invokation of Satan (θα ήθελα να είναι γραμμένο με «k» από ορθογραφικό λάθος της μπάντας και όχι από κάποιο τυχαίο λάθος του καταχωρητή στο Metal Archives.) αλλά και του ύφους στα intro & outro αγγίζουν το μεγαλείο της εκφοβιστικής αναπαράστασης.

2002-Southern Legions Of Satan

Folder

Ο καιρός περνά, το ημερολόγιο γράφει Οκτώβριος 2002 και οι Utuk-Xul κυκλοφορούν ένα Split με τους συντοπίτες τους Thy Antichrist, οι οποίοι έχουν καταγωγή από το Medellín της Αντιόχειας. Πρωτοεμφανιζόμενοι κι εκείνοι, σμίγουν για την μεγιστοποίηση της επίθεσης. Ο τίτλος του Split ήταν Southern Legions of Satan με τις μπάντες έχουν και τον δικό τους τίτλο πλευράς. Possessed by my own Satan (Thy Antichrist) & The Spirit of the Abyss (Utuk-Xul). Όπως βλέπετε στα εξώφυλλα η αισθητική τους έχει ως αφετηρία τη σκοτεινή θεματολογία του Heavy Metal. Χρησιμοποιούν έγχρωμο καμβά για να ζωντανέψουν από μια δαιμονική παράσταση το καθένα. Η οπτική των Thy Antichrist ήταν παραδοσιακή, έπαιζαν ένα σκοτεινό Heavy Metal με Black φωνητικά, γεμάτο μελωδικά riff που γλεντούσαν τη θηριωδία. Ωστόσο δεν ήταν διόλου κακοί σε αυτό που έκαναν, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό ακόμα και τα solos. Οι Utuk-Xul χρησιμοποιούν τα κομμάτια του Demo, παρέα μ’ ένα νέο Intro κι ένα νέο κομμάτι, το δυναμικό Typhared. Το βασικό κόλπο ήταν πως άλλαξαν την παραγωγή, βγάζοντας παραέξω τις κιθάρες για να συντηρήσουν την Heavy Metal πανδαισία μπροστά από τη σκοτεινή διάσταση. Έντονοι κι επιθετικά διακείμενοι σφίγγουν τη δράση τους μέσα στο μονοκόμματο, ξεχειλίζοντας από όρεξη και πάθος για δράση. Ένα split με retro ρεμβασμούς, ιδανικό για όσους ξεχνούν μέσα από τη παραζάλη των νέων τάσεων, πως ηχούσε η μουσική αυτή πριν από μια ντουζίνα χρόνια.

2003-The Goat Of The Black Possession

First

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2003 και το ντεμπούτο τους The Goat of the Black Possession, αφιερωμένο από τη μπάντα στον εκλιπόντα «Eternal Warrior» Salamander. Το εντυπωσιακό με τα τότε χρόνια, που internet υπήρχε αλλά δεν μπορούσε ακόμη να βγάλει προς τα έξω τη μουσική, ήταν η συνέχιση της εφαρμογής ενός τρομερού αξιώματος. Τ’ όνομα του θα μπορούσε να στέκει σα παράφραση μιας θεμελιώδους αρχής της φυσικής επιστήμης, ως η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)». Βλέπετε το album αυτό μπορεί να κυκλοφόρησε από τη Hell Attacks Productions το 2003 στην Κολομβία, αλλά έγινε γνωστό στην Ευρώπη με την επανακυκλοφορία του από τα Ολλανδικά label Displeased Records & From Beyond Productions. Για να το δούμε και σε παράδειγμα, το κείμενο που είχε γράψει ο Τόλης Γιοβανίτης για το εν λόγω album στο Underground Kommandoz, δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2005 στο Metal Hammer κι ανέφερε: «Πείτε με υποκειμενικό καραγκίοζη, αλλά αδιαφορώ. Το Intro και Outro του εν λόγω δίσκου με το εκκλησιαστικό όργανο και τη σατανική επίκληση στα ισπανικά, απλώς σ-π-έ-ρ-ν-ε-ι!!! Κατά τ’ άλλα, έχουμε τυπικό τέζα απολίτιστο κολομβιανό black/death που έχει κολλήσει στα late 80’s-early 90’s και δε λέει με τίποτε να βάλει μυαλό. Καταιγιστικοί ρυθμοί κι ατσούμπαλο grinding που ακούγονται περισσότερο σαν συμπτώματα overdose από αγνή νοτιοαμερικάνικη κοκαΐνη και μια παραγωγή που ίσως έβαζε ακόμη και τους Φιλλιπινέζους Kratornas σε σκέψεις… Οι γνωστοί-άγνωστοι μερακλήδες λοιπόν, ας κάνουν τα κουμάντα τους. Τούτος ο καφές τσιτώνει εγγυημένα. Saludos Satanas!». Εδώ λοιπόν έχουμε μια παρουσίαση που γίνεται με δυο χρόνια καθυστέρηση, με τη μπάντα να κερδίζει πόντους αφάνειας, την γνήσια μαυρομεταλλική αίσθηση του κρυμμένου μυστικού, που ζει μέσα στις παράξενες ψαλμωδίες και τη ξεροκεφαλιά δράσης. Εκεί λοιπόν έρχονται οι μερακλήδες, που κάλεσε ο Τόλης να επαγρυπνούν. Αρχίζουν που λέτε να σκάβουν αδιάκοπα και με γυμνά χέρια τις κρύπτες του underground. Αργά ή γρήγορα, αλλά με μια επιπλέον καθυστέρηση, οι περισσότεροι από εμάς ακούσαμε αυτό το δίσκο, εκτιμώντας τον κατά διάνοια. Συνεπώς η «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)» ισούται με την αποσιώπηση του δημιουργού, προς όφελος του περιεχομένου του. Γιατί από τη θέση της επισκότισης θα δρα στο ποίμνιο σα νεφελώδη ιστορία, κερδίζοντας πόντους μυστικισμού. Οι οποίοι θα κάνουν λίγο πιο απολαυστική την ακρόαση σαν έρθει η ώρα. Σαν συναίσθημα είναι μια προσμονή, αίσθηση που υποσυνείδητα εμπλουτίζεται με προσδοκία και δυο σταγόνες δέους.

Folder

Οι Κολομβιανοί εδώ αλλάζουν μοτίβο, κάνοντας παράλληλα και μια ανύψωση στην αισθητική τους. Το εξώφυλλο με το τραγίσιο κεφάλι σε κομιξάδικο σχεδιασμό και τα σύμβολα στις πάνω γωνίες είναι επιβλητικό (τόσο στην ασπρόμαυρη πρώτη έκδοση, όσο και στη Rossoneri δεύτερη). Εμπεριέχει το θεσμό του Είδους σε απλοϊκή επεξήγηση με αφέλεια που γοητεύει όσους μπορούν να εισπράξουν το ήθος του Black Metal, από την οπτική γωνία της βασικής του εκπόρευσης. Αν το θέλετε πιο απλά, είναι η αφέλεια τυλιγμένη στα σπάργανα του απόκρυφου. Στο εσωτερικό θα βρούμε αυτά τα δυο γοητευτικά κομμάτια για είσοδο κι έξοδο. Στην περιγραφή που είχε κάνει πριν από εννιά χρόνια ο Τόλης θα ήθελα να συμπληρώσω τον τρόπο εκφοράς των ισπανικών λέξεων, που αγγίζουν το μειλίχιο μα προστακτικό ύφος ενός καθολικού λόγου προς το ποίμνιο. Δεν είναι δηλαδή τρομακτικοί ή σκοτεινοί μα οικείοι και το μαγευτικότερο όλων, κρατούν τη σαγηνευτική ηρεμία του ιερουργού. Η οποία προέρχεται από την πίστη του, πως λέει την αλήθεια…

Έπειτα ξεκινά το μαυρομεταλλικό μέρος με δυο κομμάτια (Snake of the Abyss & Vision of the Fire) που ξεπερνούν τα δέκα λεπτά το καθένα, καλύπτοντας το μισό χρόνο του δίσκου. Το έναυσμά αυτής της συνθετικής δράσης είναι μια χοντροκομμένη και ατέρμονη ζέση, σα την όρεξη του λαίμαργου να καταπιεί όσα βλέπει στο μπουφέ. Μονότονοι και καταπιεστικοί καλύπτουν κάθε κομμάτι μ’ ένα ρυθμικό μέρος βροντή, κάνοντας κρυφές επιθέσεις με riff που στριφογυρνούν στη βασική ιδέα και πνιχτά φωνητικά με gremlin καταγωγή. Υπάρχει όμως μια καταραμένη όρεξη εδώ μέσα, ένα απαράμιλλο πάθος για δράση, που ενώ βαριέσαι κινεί κάτι μέσα σου να τους ακολουθήσει. Είναι αυτή η απότομη αναλαμπή κάποιων riff που γεννιούνται και θα σε κάνουν να νιώσεις, ακόμα και μαζοχιστικά, οπαδός της νοοτροπίας τους. Η λογική τους θέτει το αποτρόπαιο ως βασικό πλοηγό της οπτικής τους. Φανταστείτε το σα μια κατάσταση που μπαίνεις και παραμένεις κάποιο διάστημα επειδή δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Μοναδική διέξοδος η συνθηκολόγηση, κάτι σαν αυτό που κάνουμε από λίγο έως πολύ κατά τη βίωση όσων είμαστε αναγκασμένοι να βιώσουμε. Στα The Ancient God of the Light (Part II) και Whispers of Typhared ανεβαίνει ο ρυθμός, χωρίς ν’ αλλάζουν οι σταθερές της εξίσωσης. Ωστόσο υπάρχει μια ταχύτητα παραπάνω και τα φωνητικά του Inferus Vobyscum γίνονται ατίθασα σα το χλιμίντρισμα αδάμαστου καθαρόαιμου ή γουρουνίσια σα το αχόρταγο χοιρινό που λασπώνει το ροζέ κορμί του. Μουσική σταθερή και ατέρμονη ως στάση και νοοτροπία που θέλει να σιχτιρίζει αδιάκοπα. Κι όμως αγαπητοί, το αναπάντεχο ζει και σε αυτό το album, μέσα στο επικό instrumental Allax Xul. Έναν παιάνα γραμμένο στις μελωδικές γραμμές της Νορβηγίας, λες και βγήκε από τ’ ομότιτλο Ep των Forlorn (1996) και θα ζήλευαν πολλές φτασμένες μπάντες. Δίχως αμφιβολία είναι το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ. Άψογες ανυψωτικές μελωδίες που συνοδεύουν τύμπανα παφλασμού, μια ονειρική διήγηση μέσα στη παρακμή όπως μονάχα στο Black Metal συμβαίνει.

Εκεί που θα μείνω συνειρμικά και με κέφι θα θέλω να συζητώ διαχρονικά είναι στο που κάθεται η βελόνα του υποείδους, για τους Utuk-Xul του ντεμπούτου. Στη περιγραφή των mid-zeros θα μπορούσε να θεαθεί ως Black/Death, βάση της αγαρμποσύνης και του υπερφίαλου ρυθμικού μέρους που διακρίνει τη σταθερότητα του ύφους τους. Στις μέρες όμως έχει αλλάζει τόσο πολύ το Black/Death, που μοιάζει δύσκολο να το περιγράψει κάποιος έτσι. Μέσα στο The Goat of the Black Possession υπάρχει η ζωική λύσσα του παλαιού USBM (η αξία του οποίου έγινε πλέον πράξη, μέσα από το νεοσύστατο US οικοδόμημα με τα μικρά Demos και την υπέροχη αισθητική τους). Η καταγωγή του όμως πηγάζει από τον εμπνευσιακό μαρασμό της αντιγραφής στην ασπρόμαυρη τριλογία των Darkthrone, καθώς και την Unholy Black Metal αίσθηση ανύψωσης.

2005-Ancient Aethyrs Of The Southern Abyss

Folder

Το δεύτερο Split Ancient Aethyrs of the Southern Abyss θα γίνει παρέα με τους κολομβιανούς Mephiztophel. Στη πλευρά των Utuk Xul θα βρούμε και πάλι το παλιό σενάριο. Τις πρώιμες νοσταλγικές μέρες με τον Salamander εν ζωή και τι άλλο από τα κομμάτια του Demo. Σαν bonus έχουν προσθέσει το πριμαριστό Orations, από το χαμένο Promo του 1995. Ωστόσο εδώ έχουμε τη βέλτιστη ηχητική αναβάθμιση της παλιάς κασέτας, έναν φόρο τιμής στην έναρξη της ιστορίας τους και βέβαια στο χαμένο συμπολεμιστή. Στην άλλη πλευρά το intro των Mephiztophel είναι πολλά υποσχόμενο κάνοντας ένα drum/ambient κατευόδιο, για να ξεκινήσει έπειτα η δράση. Εδώ έχουμε σχετικά μεγάλα κομμάτια που θα περιδινήσουν τον ορισμό του Raw Black Metal, με την χαοτική τροπή που μοιράζει απλόχερα ορισμένα από τα συναισθήματα του πρωτόλειου ακραίου ήχου. Είναι το χαοτικό πλαίσιο με τις ανένταχτες κιθάρες σε πριμαριστό πλέξιμο και τα λυσσαλέα φωνητικά που δομούν ένα συναρπαστικό μοτίβο. Μη πάει το μυαλό σας όμως σε κάτι ποιοτικό, εδώ έχουμε το απλό ηχητικό πρίσμα που κάνει την ακρόαση ευχάριστη εμπειρία. Είναι μια καλή πρόταση για όσους έχουν πιάσει την παλινδρόμηση του ήχου και ψάχνουν τη ποταπή, μα αισθηματική, μαυρομεταλλική τους καμμενιά.

2007-Whispers Of Yessod

Folder

Στην τετραετία που πέρασε από το ντεμπούτο, οι Utuk Xul ήταν μια νεκρή μπάντα. Το δημιουργικό πρόβλημα ήρθε να λύσει μια διπλή αλλαγή στο Line up. Οι Gigim Maskin Xul (κιθάρες) και Fire (μπάσο) αποχωρούν από την παρέα μετά από δεκατρία χρόνια. Τα δυο εναπομείναντα ιδρυτικά μέλη Inferus Vobyscum (φωνητικά) και Tophel (τύμπανα) θα πλαισιώσει ο Furkas (κιθάρες) που γνώρισαν δυο χρόνια νωρίτερα ως μπασίστα των Mephiztophel. Ξεκινώντας από τα βασικά, εδώ έχουμε το καλύτερο εξώφυλλο της ιστορίας τους. Ζωγραφιστό και όσο αίολο οφείλει, κουβαλά τον πρωτόγονο συναισθηματικό οδηγό του Είδους. Είναι η παύση μιας εικόνας που προβάλει τη μάχη του γίγνεσθαι. Ο μυθικός δράκος που βασανίζεται στις θαλάσσιες δίνες. Η μάχη της ύπαρξης για μια ανυπέρβλητη/παραμυθένια δύναμη ενάντια στη φύση, την οικοδέσποινα, τροφό και κάποιες φορές δολοφόνο των παιδιών της. Σχεδιαστικά, εδώ βλέπουμε μερικές από τις πιο ευχάριστες αποχρώσεις του γκρι, που με τη βοήθεια του λευκού και τις θολές μαύρες περιοχές αγγίζουν την εικαστική μαγεία. Θα έμπαινα στην ακρόαση αυτού του album μόνο και μόνο γι’ αυτό το εξώφυλλο. Για τα χρώματά του και την αδάμαστη εικόνα που εμπεριέχει.

Πατώντας Play το Lugnashad ξεκινά επιβλητικά και μπαίνουμε στην διαδικασία.. Το σύνολο είναι χωρισμένο σε δυο μέρη έχοντας ένα παραπάνω intro, που στέκει ως δώρο σε όλους όσους ταξίδεψαν με τα ritual του ντεμπούτου. Η βάση του μοντέλου δράσης τους είναι το πηγαίο εκφραστικό ντελίριο που γεννά ένα κολαστήριο οχλοβοής. Δομικά είναι πλέον ωμοί, έχοντας προβάδικη παραγωγή και κασετικό ήχο. Με σαθρότητα, οργή και μανία παίζουν ευθύγραμμα και μονότονα, τηρώντας το πρακτικό δόγμα της παράδοσης. Το οποίο σημαίνει πως κάθε κομμάτι εμπεριέχει μονάχα μια χούφτα riff που προέρχονται από το κεντρικό (πείτε το, πυρηνικό riff κάθε κομματιού). Αυτός ήταν ο τρόπος που εκφράστηκαν οι περισσότεροι από τους μεγάλους παλαιούς, έχοντας παράλληλα ένα και μοναδικό σκοπό: Τη διατήρηση της έξαψης. Οι Utuk-Xul θα το πετύχουν αυτό κρατώντας από την αρχή μέχρι το τέλος του Whispers Of Yessod, μια αρμαθιά από ατόφια συναισθήματα αδρεναλίνης να λαμπυρίζουν στην αρρώστια του.

Στο ύφος τα περισσότερα από τα riff ξεκινούν από το Black Metal έχοντας μεταλλικές απολήξεις. Είναι όμως άρτια τοποθετημένα και προεκτείνουν το μέταλλο στις όχθες του σκότους, για να μην αλλοιώσουν τη χαοτική διάσταση. Τα φωνητικά ζωοποιούν τοτεμικά σύμβολα από το υπερπέραν, καθώς ζουν στην απώτερη άκρη κάθε σύνθεσης. Αυτό που κουλαντρίζει όμως τη φάση είναι τα τύμπανα του Tophel. Δεν είναι πως κρατούν σωστά το ρυθμό, κάθε άλλο. Είναι πως αλαλάζουν βράζοντας σα παλαιολιθικό καζάνι, βγάζοντας αναθυμιάσεις από θανατερό μαγκάλι, σκορπώντας παρέα με τα φωνητικά την απαράμιλλη λατρεία που μοιάζει με την μάχη της φύσης όπως αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο.

Η ατσουμπαλία εδώ κατεβάζει τον όγκο και μένει στο Raw πρίσμα. Μπορεί να υπάρχει παφλασμός, αλλά έχει δοθεί με τρόπο που δεν οδηγεί τους συνειρμούς στην χοντροκοψιά. Πάντα όμως είχαν ως βασικό στοιχείο τον ατελείωτο κρότο της ατέρμονης πρόσκρουσης. Θεωρώ πως αυτοσκοπός του Whispers Of Yessod είναι το σύξυλο ύφος και οι ανέμελες βόλτες στα τάρταρα. Εκεί και μόνο εκεί, μέσα στην ανημποριά της σκούρας αυτής ατμόσφαιρας μπορεί να υπάρξει ενδιαφέρον για τον ακροατή στο δίσκο αυτόν. Βλέπετε η εκδοχή τους είναι ένα tribute, στο μέγιστο peak του μαυρομεταλλικού ήχου. Δοσμένη με γνήσια ζέση, πηγαίο μίσος κι αλύτρωτο πάθος. Το μεμπτό του σημείο βρίσκεται στη διάρκεια, είναι κοντά στα πενήντα λεπτά και σε όσους δε μπορούν να εισπράξουν τη ζωντάνια του, σίγουρα θα μοιάζει Γολγοθάς. Συνεπώς μπείτε μετρημένα, γιατί σπάνια θ’ αναθαρρήσετε και στο τέλος δεν θα φεύγει η πίκρα από το στόμα και η ζαλάδα από το μυαλό. Ένα έπος για όσους ακούνε Black Metal, επειδή τους αρέσει το χάρβαλο του Black Metal και όχι για όσους ακούνε Black Metal επειδή βρήκαν κάποτε σε αυτό στοιχεία προοδευτικότητας. Νέτη παράδοση χωρίς γιρλάντες.

2011-Final Time Beginning Of New Eon

Folder

Κύλησαν τέσσερα ακόμα χρόνια, η μπάντα πέρασε πάλι το κατώφλι της ανυπαρξίας κι εναρμονίστηκε με το αβυσσαλέο σκοτάδι. Το παράδοξο που έγινε όμως το 2011 μπορεί ν’ τους αποδώσει βραβείο Obsurίλας. Βλέπετε κατάφεραν και πάλι να κρατήσουν την «Αρχή διατήρησης της επισκότισης (Obscure)», όπως ακριβώς έκαναν πριν από οκτώ χρόνια. Πόσο εντυπωσιακό όμως είναι να το πετυχαίνουν σε μια εποχή που το διαδίκτυο είναι ικανό να φέρει ακόμα και τη μυρωδιά της κλανιάς ενός μουσικού στη μύτη μας, λίγο μετά την εκτέλεσή της; Το τελευταίο τους βήμα διέρρευσε (ολόκληρο) στο τέλος Γενάρη του 2014, δηλαδή δυο χρόνια και βάλε μετά την πρώτη του έκδοση. Δε ξέρω αν αυτό ήταν μια ηθελημένη στάση ή απλά το ενδιαφέρον του κοινού για τους Utuk-Xul είναι πολύ μικρό και κανείς δε μπήκε στον κόπο να το μοιράσει. Όπως και να έχει αυτό συνέβη και μπορεί να σημειωθεί στα πρακτικά. Συνάμα καλό θα ήταν να γίνει επιτέλους αποδεκτό, αφού δε μπορεί να γίνει κατανοητό, πως αυτή η μουσική δεν οφείλει να δίνει συνεντεύξεις, να κυκλοφορεί δίσκους από κάποιο label και να κάνει live. Αντίθετα μάλιστα, ίσως είναι χρέος της να μένει στην αφάνεια και να μην θέλει να γίνει δημοφιλής. Το Black Metal δεν είναι διασκέδαση απλά την εμπεριέχει παικτικά, εικαστικά και πάνω απ’ όλα στην κουβέντα που κάνουμε μεταξύ μας. Αν ένας ακροατής γουστάρει τη φάση, θα ψάξει μόνος του και θα βρει τι του αρέσει. Η ικανοποίηση βρίσκεται στην ανακάλυψη κι έπειτα στην αποκάλυψη της αίσθησης που θ’ αποκομίσει. Το νόημα του Black Metal εμπεριέχει αποστασιοποίηση από το βασικό μοντέλο της μουσικής που είναι η γνωστοποίηση.

Ο τίτλος του τρίτου full-album Final Time Beginning of New Eon μοιάζει ν’ αναγγέλλει μια νέα εποχή για τη μπάντα. Στο εξώφυλλο βλέπουμε ένα απομονωμένο, σχεδόν τελειωμένο δασικό περιβάλλον, που είναι τοποθετημένο μέσα σε μια θαμπή γκραβούρα από το logo της μπάντας και δυο πεντάλφες. Με αυτό τον τρόπο φέρνουν ένα μήνυμα έκφρασης. Είναι το αρχαϊκό Pagan μοτίβο που οδηγεί τους συνειρμούς στο πρώτο μονοπάτι του ήχου. Ως είθισται με κάθε παύση τους, έχουμε αλλαγή στο Line-up. Έτσι και τότε ο Lord Lebzul (κιθάρα και μπάσο) πήρε τη θέση του Furkas. Το album ξεκινά σα φωνή από το παρελθόν, μέσα από τον αέρα και την αστραπή, με αυτή τη νοερή νότα στα πλήκτρα γεμίζοντας 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας. Τα υλικά παρασκευής του μας είναι γνωστά, αλλά αυτό που τα έθρεψε τον καιρό της σιωπής τους απρόσμενο. Ήταν ένας μουντός σχεδόν κούφιος ήχος, σκέτο βάλσαμο, που διαγράφει το χάος προς τέρψη της αλύτρωτης πώρωσης. Θα έλεγα πως είναι κυνικός, μια ψίχα έξαψης όπως τη θωρούν τα αιμοβόρα μάτια του Black Metal. Πρακτικά σχηματίζει ένα album σκυθρωπό αλλά ζωντανό και πολύ περισσότερο Heavy, απ’ όσα θεωρούνται στις μέρες μας τέτοια. Όχι, δεν πρόκειται για έναν καλό δίσκο, δεν τους καίγεται καρφί για κάτι τέτοιο. Εδώ έχουμε ένα πανηγυρικό album που γιορτάζει τη φύση του. Είναι τεταμένα άνυδρο, στερεμένο από μοντέρνο πλασάρισμα και προοδευτική λογική. Απλό, ξεκάθαρο Black Metal που άκουσε τους κτύπους της μελανής του καρδιάς και το θέριεμα της στύσης του. Δυσφορία; Δεν υπάρχει πρόβλημα, έχουν βγει αρκετοί τζάμπα δίσκοι με προοδευτικό μανδύα για να περάσει κανείς την ώρα του, απέχοντας από γνήσιες εμπειρίες.

Στον τρόπο δράσης τα τύμπανα είναι πολύ μπροστά, παρφουμάροντας την εξιστόρηση με τη μανιασμένη δράση τους. Δε ξέρω αν ο Inferus Vobyscum έκανε τη χάρη στον πιστό του σύντροφο Tophel, μετά από τόσα χρόνια, για περισσότερο δυναμισμό. Αυτό που ξέρω και μπορώ να μεταφέρω είναι πως εδώ τα drums είναι η φλόγα του σκοτεινού πνεύματος (Utux-Xul). Με αυτή την διαφοροποίηση στον καμβά αλλάζει και η θέση/κράση των φωνητικών. Βλέπετε φεύγοντας από το χάος της παραγωγής κι αγγίζοντας κάτι σταθερό, τα ουρλιαχτά δεν μπορούν να μοχθούν στο ακαθόριστο. Συνεπώς ο Inferus Vobyscum μπορεί να παραμένει στην ίδια γραμμή εκφοράς του λόγου αλλά θα έρθει πιο μπροστά, για να γίνει περισσότερο κατανοητός και με διαφορετικό τρόπο επιθετικός. Έκανα τη σκέψη πως ο νεόφερτος Lord Lebzul έδωσε όλη αυτή τη retro φρεσκάδα στη μπάντα, αλλά δε μπορώ να το τεκμηριώσω. Πόση τέτοια φρεσκάδα άλλωστε, μπορεί να προσφέρει ένας 33άρης σε 35άρηδες; Σίγουρα όμως τους κέρδισε με τη μετρημένη του σκέψη στα riff, τα γλυκά περάσματα και το Heavy Metal φρόνιμα που τον διακρίνει. Παίζει σα να διηγείται την early 90’s νοοτροπία, με τη διαφορά πως δεν κάνει tribute. Την μεταφέρει αυτούσια σα μύθο. Ένα μύθο με αγάπη στα κλισέ, φλογερό πάθος και Minimal διάθεση. Οι Κολομβιανοί με αυτή την κυκλοφορία οπισθοδρομούν στο μονοπάτι τους, φτάνουν τον πυρήνα του πηγαίου κι ακουμπούν τις ακρουδότριχες του πριμιτιβισμού. Κρατούν το λιτοδίαιτο μενού, γίνονται περιεκτικοί μικραίνοντας τη διάρκεια (δεν είναι ούτε 28 λεπτά το σύνολο) και αποδίδουν αποτέλεσμα γράφοντας τον πιο μεστό δίσκο της ιστορίας τους.

Σαν κερασάκι στην τούρτα κάνουν στον ακροατή ένα δώρο, εκτελώντας μια από τις καλύτερες διασκευές που έγιναν ποτέ στο Transilvanian Hunger. Βλέπετε τις περισσότερες φορές που μια μπάντα προσπάθησε να παίξει έναν ύμνο στο αρχικό του ύφος, χάνει το αυθόρμητο σερβίροντας ένα μέτριο πιάτο. Εδώ όμως υπάρχει κάτι μαγικό. Είναι ένας υπόγειος ξεσηκωμός των αισθήσεων, μια άκρως συναισθηματική επισκόπηση του βασικού μοτίβου. Ακριβώς όπως ο παλαιός επικός οίστρος του πρωτοτύπου, με το γουργουρητό riff να παχνίζει ομίχλη στη πόλη, γκρεμίζοντας το αστικό περιβάλλον με νοερά βουνά. Αλλά πάνω απ’ όλα το κάνουν με συναίσθηση απέναντι στη γένεση των συναισθημάτων που προκάλεσε στο ποίμνιο η αρχική μορφή. Έχουν την εσωτερική γνώση, που θα βγει εκτελεστικά σα γλέντι, ακουμπώντας τη βάση του Είδους και την αλύτρωτη αίσθηση. Ακούστε το πολύ δυνατά! Έπειτα το outro θα έρθει να κλείσει το δίσκο μέσα από αστραπές, τον ήχο της φωτιάς και το γλυκό πληκτράκι που γεμίζει με 90’s μυρωδιές το μπουντρούμι μας.

Βρισκόμαστε στην πόλη Cali, σ’ ένα κτίριο που μοιάζει κατά συνθήκη με συναυλιακό χώρο. Ο κόκκινος φωτισμός αναβοσβήνει σα φάρος και μια αλαργινή αίσθηση πλημμυρίζει το χώρο. Στο κοινό μια μικρή μερίδα Κολομβιανών (αρκετοί εξ’ αυτών αδιάφοροι) και από πάνω τους, μια γυμνόστηθη και στατική μπάντα που φορά ακόμα πρόκες. Το πρόσωπο κλειδί είναι ο εκφραστικός Inferus Vobyscum. Η τεταμένη του έκφραση θα γιγαντωθεί από το 3:20, όταν γυρνά και λαμβάνει το ξόανο. Η κάμερα ζουμάρει σταδιακά και η ζοφερή του έκφραση σε συνδυασμό με την ιδιότυπη λιτανεία που πράττει, αγγίζει τον άπαρτο πυρήνα του Είδους. Γνωρίζω πως σε αρκετούς ακροατές αυτό το θέαμα μοιάζει χοντροκομμένο, γραφικό, απαρχαιωμένο. Είναι όμως συνάμα αιχμηρό, αχαλίνωτο λιτό κι απέριττο, ειλικρινά ελεύθερο ν’ αποδίδει ολόκληρη τη γκάμα των συναισθημάτων του Είδους.

Ξέρω πως η σοβαρότητα έθρεψε το Είδος και μπορώ ν’ αναλογιστώ πως Black Metal χωρίς την αισθητική του τελετουργικού μυστικισμού δε νοείται. Τι γίνεται όμως όταν αυτός δεν είναι σοβαρός αλλά σοβαροφανής; Πολύ απλά βγαίνουν δεκάδες μπάντες έχοντας ως όραμα ν’ αναπαράγουν όσα έπιασαν από το έργο των Deathspell Omega. Μπορεί να φορούν τηβέννους, να λένε πως κάνουν «τελετή» αντί για live, να διακηρύσσουν το αντίθεο μανιφέστο τους (=όσα έπιασαν από τις αλληγορίες του Hasjarl) αλλά τελικά αναπαράγουν. Μπορεί η προ δεκαετίας αισθητική αποκάλυψη των Deathspell Omega ν’ ανύψωσε τη Νορβηγική θεματική των 90’s. Αλλά, η δίχως τσίπα copy-paste λογική της θεματικής τους ενότητας, είναι αντιδημιουργική καταντά βαρετή και κουράζει.

Σε αντίθεση δείτε την πλοήγηση των Utuk-Xul. Το παραδοσιακό ξόανο του Inferus Vobyscum δεν είναι μόνο ένα πολιτισμικό στοιχείο αλλά και μια έξυπνη σκέψη. Εδώ δεν υπάρχει ζήτημα λατρείας ή πίστης. Είναι η αναπαράσταση της επαφής του ανθρώπου με την αρχέγονη πλευρά του, την εσωτερική έξαψη που καλούμε αρχέγονο ένστικτο. Συνάμα το εκτελεστικό μέρος εκπέμπει στο ίδιο πλαίσιο με την αισθητική τους. Η λύσσα και η μονοτονία είναι παρούσες σα μουσική αναπαράστασή του συναισθηματικού πλούτου που επιφέρει το απολίτιστο. Η έξαψη μπορεί να επέλθει μέσα από τη μανία, τα πενιχρά μουσικά κίνητρα και το αιμάτωμα του ακουστικού κέντρου.

Ξεπερασμένοι αλλά ξεχωριστοί. Εκφραστές του απλού, χωρίς ιδιαίτερους αποδέκτες που ποθούν το περίπλοκο. Παλαίμαχοι με νεανικό πνεύμα και πάνω από κάθε τι άλλο, σταθεροί ως ρούκουνες του αδυσώπητου. Αν δεν υπήρχαν μπάντες σαν αυτή, το ίδιο το Είδος δε θα μπορούσε ν’ αποτρέψει τον εκμαυλισμό, από υποκριτές/φερόμενους ως σωτήρες. Το σύμβολο τους θα κυματίζει σε αυτό το Blog, μέχρι να το πάρει το ατελεύτητο σκοτάδι.

Deafheaven

Posted in Απρίλιος 2011, Ιανουάριος 2011, Ιούλιος 2011, Ιούνιος 2010, Ιούνιος 2013, Νοέμβριος 2012 on Ιανουαρίου 29, 2014 by Plunderer

LogoTo logo των Deafheaven κουβαλά μπερδεμένα γράμματα, σε Black Metal φόντο και μια λεκτική υποστήριξη από κάποια γράμματα του ονόματός τους. Φέρει ως αρχή την ιστορία του Είδους, δοσμένη μέσα από ένα γεωμετρικό μπέρδεμα. Συνάμα τοποθετεί ως βάση μια καμπυλωτή, καλλιγραφική γραμματοσειρά που καλμάρει το νου, συγκριτικά με τις γωνίες που κυριαρχούν στο Black Metal, θέλοντας να εξάγει μια σοφιστικέ προοπτική. Η φωτογραφία στο metal archives είναι ενδιαφέρουσα και δεικτικό σημείο της αισθητικής τους. Σαν στήσιμο θυμίζουν Post Rock μπάντα σε σκοτεινή αστική οπτική, με το άγιο μαύρο χρώμα ολόγυρα. Είναι μια παρέα νέων που κάποιοι θα ονόμαζαν hipster παράταξη και δε θα είχαν άδικο. Μπουφανάκι και αλλαζονέ ημιβλέμμα, γυαλιά σε μαύρο σκελετό με χαμογελάκι και ποτό στο χέρι, σκυφτό πρόσωπο και γυρισμένο παντελόνι, αδιαφορία και γυαλί ηλίου, πέτσινο και goofy απορία.

BandΠριν από τρία χρόνια, εναρμονίστηκα με την έναρξη των Deafheaven για μια μικρή περίοδο. Από τότε άκουγα κάθε επόμενο βήμα τους σαν παρατηρητής του μονοπατιού τους. Ωστόσο δεν κατάφερα να μείνω δίπλα τους, γράφοντας κάποιο κείμενο όπως είχε γίνει στην αρχή της πορείας τους. Στις μέρες μας ένιωσα την ανάγκη να πω δυο κουβέντες συνολικά, για να μείνει στο Blog (προς ιστορική χρήση) πως το τρίτο τους album, Sunbather, κατέκλεισε τις λίστες με τα καλύτερα τις χρονιάς σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι Deafheaven δεν είναι πρώτη επιλογή στα Black Metal Blogs, ούτε καν στα Heavy Metal Magazines αλλά σε μέσο όρων εντύπων, (δείτε τι καταγράφει το metacritic για την μέσο όρο βαθμολογία που έλαβαν από διάφορα webzines) μιλάμε για «περιοδικά» τύπου Pitchfork και αρκετά ακόμα που τροφοδοτούν την Pop κουλτούρα. Χαμογελούν μάλιστα χαιρέκακα επειδή πιστεύουν πως προωθούν μουσική με ακίδες, που τρυπά τα τρυφερά πωπουδάκια της IPhone plus spotify νεολαίας (Ρε που φτάσαμε!! Σε λίγα χρόνια τα mp3 θα είναι cult item!). Ξεσπάθωσα λέτε; Όχι, τώρα ξεκίνησα να ξεσπαθώνω. Μ’ ενοχλούν τόσο πολύ οι τυχάρπαστοι pop αναλυτές (ειδικά οι Αμερικανοί) που άκουσαν το Sunbather και του έβαλαν καλό βαθμό, γιατί από τα κείμενά τους βλέπω πως δεν παρακολούθησαν όσα έκανε η μπάντα μέχρι σήμερα. Θέλουν να μεγιστοποιήσουν κάτι που δεν γνωρίζουν σε βάθος, νομίζοντας πως έτσι θα τοποθετήσουν μια μπάντα στην ποικιλομορφία της φαρέτρας τους. Δεν έχουν δει όμως πως στην ουσία αυτό που κουβαλούν δεν είναι φαρέτρα, αλλά κουβαδάκι παραλίας. Η πικρή αλήθεια είναι πως το άκουσαν δυο-τρεις φορές για να γράψουν πέντε μαλακίες και λογικά γέμισαν προσπερματικά υγρά το κίτρινο βρακί τους. Περισσότερο όμως μ’ ενοχλεί η νοοτροπία των ακροατών, που περιμένουν με την γλώσσα παρατεταμένη στην βρύση που γράφει «Hype», τυφλωμένοι καθώς είναι από τη λανθασμένη τους νοοτροπία που το μεταφράζει ως «αύρα πριαπισμού».

Πώς κι έγινε διάσημη αυτή η προσέγγιση; Σε ποιους προσκρούει το θέλημά της; Και γιατί ακόμα και οι Carcass (που για το μεγαλύτερο μέρος της Metal κοινότητας, έκαναν την καλύτερη φετινή δουλειά) αναφέρουν πως το Sunbather είναι το μέλλον του ακραίου ήχου; (Jeff Walker, Metal Hammer 349). Τα πράγματα είναι απλά: Φταίει το ατέρμονο κόλλημα του ακροατηρίου (και των μουσικών μέσα σε αυτό, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κάκιστοι ακροατές) ν’ ακούσει και να έχει άποψη για κάθε μπάντα που κάνει κρότο στις γειτονιές των εκφράσεων. Κανείς όμως δεν έχει την όρεξη ν’ αφιερώσει λίγο περισσότερο χρόνο, για να σηκώσει τα πέπλα τους και να δει τα εξελικτικά στάδια που προηγήθηκαν. Μένει στα προκαταρκτικά, μακριά από την κοιτίδα της μουσικής και τελικά αποκτά επιδερμική γνώση από μια εφαπτομένη κάθε έκφρασης. Μέμφομαι τη στάση αυτή, γιατί καλλιεργήθηκε χρόνια τώρα ως μοντέλο του ψαγμένου με τη μουσική. Ο ακροατής που τα ξέρει όλα, του ταιριάζουν όλα και πάνω απ’ όλα τον ενδιαφέρουν όλα. Στο τέλος όμως αντί να έχει γούστο, ξέρει απλά τι επιπλέει σαν σκατό σε κάθε μουσική έκφραση και πανηγυρίζει σηκώνοντας ψηλά το φλάμπουρο της κουράδας. Την ίδια στιγμή, εδώ κάτω στις σπηλιές, κουβεντιάζουμε για την επόμενη μόδα με τους ανθρώπους που την δημιουργούν. Αναμένοντας μαζί τους, την ημέρα που θα τους γνωρίσει το ψαγμένο φιλοθεάμον κοινό. Αυτό που γιγαντώνει τις μόδες του κάθε Pitchfork.

2010-Demo

Folders

Πάμε τώρα να πιάσουμε τώρα όλες τις κυκλοφορίες της μπάντας μία προς μία. Θα προσπεράσουμε όμως το Demo για το οποίο μιλήσαμε σε αυτό το Blog καιρό πριν. Δε το λέω για να μείνει στο μυαλό κάποιου πως εγώ προείδα κάτι. Δεν προείδα τίποτε, ούτε είμαι ο Γιώργος Γεωργίου να λέω ατάκες σε ύφος «μη μου λες και πέντε ότι σου είπα παρά πέντε». Το αναφέρω γιατί έχει ουσία. Είναι το μεγαλείο της Underground λογικής, στην επιλογή προς ακρόαση και όχι μια τυχαιότητα στην ενδεχόμενη γνώση μιας μπάντας, αν για «χ» λόγους πέφτει πρώτη στο ιντερνετικό name dropping. Όπως κι έγινε δηλαδή σε παγκόσμιο επίπεδο, με ανθρώπους που χάσκουν ανοιχτά στόματα με το ροζοροδακινί εξώφυλλο του Sunbather. Οι ίδιοι άνθρωποι όμως (τους ρώτησα) δεν είδαν ποτέ το πραγματικό ροζ εξώφυλλο των Deafheaven, δηλαδή το 7ιντσο Libertine Dissolves. Δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είναι οι Alcest, δηλαδή δεν υπήρξαν οπαδοί των Wolves In The Throne Room, έτσι δεν έφτασαν μέχρι τους Liturgy, δηλαδή δεν τους συγκίνησαν ποτέ οι Weakling.

Δυστυχώς ο ακροατής σχετίζεται με ότι συζητιέται. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τις ρίζες του, μα το χειρότερο όλων είναι πως δεν θέλει να μάθει γι’ αυτές. Είναι ένας αδιάφορος καταναλωτής που ψαρώνει με την pop κουλτούρα, θεωρώντας την κάτι φρέσκο. Ξεχνά όμως, πως κάθε νέα μόδα είναι κάτι που πάλιωσε για όσους την είδαν να γεννιέται στα «χαρακώματα» των τάσεων. Κοντολογίς, το περιεχόμενό των Deafheaven είναι γνωστό εδώ και χρόνια σε όσους άκουσαν και γνωρίζουν όλα τα παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά όμως, νιώθω πως η μόδα αυτή μας έκανε χάρη που υπήρξε. Σκεφτείτε πως οι pop αναλυτές αναφέρουν το Sunbather, ως τον καλύτερο Black Metal δίσκο του 2013. Αυτή η μπαρούφα κύριοι και κυρίες τα λέει όλα. Από εδώ και πέρα θα εθελοτυφλεί όποιος δεν αναγνωρίζει, πως κάθε μουσική που υπάρχει, πρώτα θα ξεδιαλυθεί και θ’ απλωθεί στην ταράτσα του underground κι έπειτα θα πάει στο πιάτο του. Μάλιστα όταν φτάσει εκεί, αν δεν είναι μια καρικατούρα της έναρξης, θα είναι σίγουρα ραφιναρισμένη. Τώρα ξεσπάθωσα.

Υπόκλιση και βαθύτατος σεβασμός προς όλους όσους αφιερώνουν το λιγοστό τους χρόνο, στην κοιτίδα της παγκόσμιας σκηνής και τον ερασιτεχνισμό.

2011-Libertine Dissolves

FolderΕίπαμε και στον πρόλογο πως αυτό είναι το αληθινό ροζ Lp της μπάντας και κανένα άλλο. Στο θαμπό εξώφυλλο βλέπουμε τα πόδια μια κοπέλας, που έχει ξεκούμπωτο τζιν σορτσάκι. Είναι μια Us-φαντασίωση, την οποία μπορώ να την δω ως έκφραση της νεανικής τους αισθαντικότητας. Σε πρώτο επίπεδο ρομαντζάρει ερωτικά μέσα από τις αισθήσεις που προκαλεί, ενώ σε δεύτερο μπορεί να είναι μια επιλογή που θέλει να ενεργοποιήσει τη λίμπιντο-ωθώντας το νου στο τι κρύβεται πίσω από τα κουμπιά. Το ερωτικό αίνιγμα ήταν ιστορικά η κατευθυντήρια δύναμη της λίμπιντο, μέσα από την φαντασίωση. Η γενιά αυτή όμως ξεπέρασε τα δικά μας δεδομένα, συνεπώς το διαχρονικό μοτίβο μπορεί να ισχύει μεν αλλά η δική τους προέκταση με προσπερνά και δεν μπορώ να προσδιορίσω πλήρως την αντίληψή τους. Ωστόσο θέλω να σημειώσω τον τρόπο που διάλεξαν για να δείξουν την παραπάνω εικόνα, γιατί αποκαλύπτει την εξέλιξη της νοοτροπίας που έχει αυτή η γενιά. Είναι μια pink λογική από metrosexual αγόρια, που θέτει μέσα από τη θαμπάδα μια αφηρημένη αίσθηση, η οποία ζει μακριά από την a-male αγριότητα και βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον θηλυκό ψυχισμό. Στο εσωτερικό δεν έχουμε κάτι καινούριο, η μπάντα δίνει δυο από τα κομμάτια του Demo σε βινύλιο, μιας και η κοπή του είχε γίνει αρχικά σε κασέτα. Αργότερα βέβαια κόπηκε ολόκληρο το Demo και σε βινύλιο. Για να λέμε την συνολική αλήθεια που αποκαλύπτει την πρόθεση κάθε μπάντας με αντίκτυπο, να μικραίνει το κομπόδεμα των βινυλιοφάγων. Τι λέτε, μήπως πλέον η εκμετάλλευση των label προς εσάς έχει παραγίνει; Μήπως είναι καιρός να κάνετε αποχή;

2011-Roads To Judah

FolderΟ τίτλος του ντεμπούτου δεν έχει κάποιο κρυφό νόημα, είναι μια καθημερινή βόλτα με την αστική γραμμή της N.Judah, γειτονιά του San Francisco, όπως αναφέρει ο George Clarke (γεννήθηκε το 1989, για να έχετε γνώση πως ασχολήθηκε με το Black Metal όταν χρησιμοποιούνταν από το sludge ή το post-hardcore, ώστε να προσεγγίσουν το Metal ακροατήριο) στη συνέντευξη που είχε δώσει στο blog SF SLUDGE (διόλου τυχαίο blog, δεν το λέω αρνητικά αλλά καταδεικτικά). Έλεγε πως στο δρόμο για την δουλειά έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του album, σε μια περίοδο που ήταν αρκετά μπερδεμένος. Ξέρετε πολύ καλά σε τι αναφέρεται, γιατί από λίγο ως πολύ όλοι περάσαμε κάποτε μια απάλευτη περίοδο στη ζωή μας. Άσχετα αν μεγαλώνοντας γελάσαμε βλέποντας άλλους ανθρώπους να τραβούν τα ίδια ζόρια στα μετεφηβικά χρόνια. Όχι, δεν είναι γέλιο ειρωνείας αλλά κατανόησης. Διότι όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε ακριβώς τα ίδια συναισθήματα με παράπλευρους τρόπους.

Οι Deafheaven με το ντεμπούτο τους ξεκίνησαν μια πορεία γεμάτη ζέση και θέληση να υπάρξουν για λίγο μεγαλύτερο ακροατήριο, απ’ όσο είχαν γοητεύσει με το Demo τους. Μουσικά λοιπόν έφτιαξαν ένα εκφραστικό Post/Black Metal, δεμένο και συνεκτικό. Στο εσωτερικό το Black Metal έχει μεγαλύτερο εύρος πλοκής, αλλά μέσα του ενυπάρχει και ζει αρμονικά το Post-Rock ύφος, κυρίως μέσα από γλειψίματα στα τάστα και πτώσεις του ρυθμού. Η λογική τους παντρεύει την ταχύτητα, που θα εκφραστεί μέσα από την τεντωμένη δεινότητα, και το ήρεμό-γλυκό πέρασμα που μεταφέρει τον ακροατή από την οργή στην ηρεμία και τη γαλήνη. Συνεπώς θα μπορούσαμε να πούμε πως το Roads To Judah είναι ένα ξέσπασμα με τάση να λυτρώνει την οργή μέσα από ένα οικείο κελάρυσμά. Σαν κράμα όμως πέφτει στην παγίδα ενός γνωστού μελό σεναρίου, που χρησιμοποιήθηκε (λίγο πιο υπερβολικά) στο Depressive & Suicidal Black Metal. Είναι μια πλοκή που αρχικά βγάζει κάτι, αλλά σταδιακά ακουμπά τον ακροατή φιλικά στον ώμο. Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό πέφτει το πέπλο της και αποκαλύπτεται το μυστικό της οργής της. Είναι η μετάφραση του ξεσπάσματος σε λογικούς συνειρμούς και τ’ όνομά αυτής, αστική δυσφορία. Ένα κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ μουσικού κι ακροατή που ζουν στην ίδια εποχή, έχοντας παρόμοιες αναφορές και δυσκολίες στη ζωή.

Πάνω από κάθε τι άλλο πρέπει να μιλήσουμε για τις κιθάρες, που συνθετικά έχουν διττό ρόλο. Αφενός δίνουν απαλές πορείες καταπραΰνοντας και αφετέρου συμμετέχουν μαζί με το ρυθμικό μέρος στην επίθεση. Ο Kerry McCoy μαζί με τον έτερο κιθαρίστα Nick Bassett (που έφυγε ή τον έφυγαν το 2012 από την μπάντα) είχαν μελετήσει ακαδημαϊκά την λογική του Nathan Weaver (Wolves In The throne Room) που ισοδυναμούσε με την διαγραφή των filler riff μέσα στα κομμάτια. Αυτό δε σημαίνει πως οι κιθάρες τους είναι εμπνευσμένες, αλλά πως χαράζουν εικόνες στρέφοντας τάστα και χορδές στην ηλιόλουστη πλευρά του απογεύματος. Τα φωνητικά είναι πάντοτε στραμμένα στο μοτίβο της αγριότητας, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούνται ως στοιχεία της ήρεμης διάβασης. Θα έλεγα πως είναι και το μικρό/πικρό μυστικό των Deafheaven, γιατί με την χροιά τους χαράσσουν μια γραμμή διαγραφής στην Post-ιά. Ξεσπούν ατέρμονα προσδοκώντας λύτρωση, μιλώντας τη γλώσσα όλων όσων είδαν στο Suicidal την Hardcore οξύτητα και προσπάθησαν να την εξευγενίσουν μέσα από την Depressive αβρότητα. Ο ρόλος των τυμπάνων είναι τυπικός, θα έλεγα πως συνδράμουν περισσότερο στην άγρια μορφή της μπάντας, αλλά δεν ξεχνούν να δηλώνουν παρόν συμμετέχοντας στις Post-Rock γέφυρες, με τους όρους που επιτάσσει το είδος αυτό. Συνθετικά έχουν κάνει ένα βήμα παραπάνω από το Demo, γιατί τα κομμάτια είναι καλογραμμένα, παρουσιάζοντας σπονδυλωτή δράση και ποικιλίες πλοκής. Επιπρόσθετα θα έλεγα πως ο τρόπος που ανέπτυξαν τις ιδέες τους είναι ορθός και σαν παικτικό ατού θα έβαζα την ομαλότητα στις αλλαγές. Πάμε όμως τώρα στο δεύτερο αγκάθι του ντεμπούτου, που θα βρεθεί στην άρτια μα ασφαλή παραγωγή. Μπορεί να μην κρύβει την επίθεση αλλά την κάνει οικόσιτη, αναδεικνύοντας περισσότερο τις ομαλές διαβάσεις. Θαρρώ λοιπόν πως η λογική που χρησιμοποίησαν για να μοντάρουν την δουλειά τους μετατρέπει το ντεμπούτο τους σ’ ένα ευκολάκουστο album.

Μερικές φορές η άνοδος και η εξέλιξη του υλικού μιας μπάντας, μπορεί να προσελκύσει συνδαιτυμόνες αλλά απωθεί σχετικά τους θαμώνες. Στην πρότερη ιστορία των Deafheaven το Roads To Judah είναι μια βελτιωμένη εικόνα των ιδεών του Demo. Πού είναι όμως η σπίθα της extreme έκφρασης που υπήρξε εκεί; Πώς κατόρθωσαν να κρύψουν την αμυδρή προσωπικότητα τους μέσα σ’ ένα τετριμμένο και γλυκανάλατο σενάριο; Γιατί το θαμπό φέγγος αντικαταστάθηκε από μια παραγωγή «νυσταλέο απόγευμα»; Ρητορικά είναι τα ερωτήματα. Από το ντεμπούτο της μπάντας δεν λείπει το συναίσθημα αλλά ο Χαρακτήρας. Σε κάθε album που λείπει αυτός, έπειτα από κάποιες ακροάσεις μοιάζει κατανοητό, ακίνδυνα περιπατητικό και το χειρότερο όλων: αν έχεις ξεπεράσει τις μετεφηβικές εγκεφαλικές νόρμες, σε πάει ανώφελα πίσω.

2011-DW Live Series 08: Live At The Blacktop 01.15.11

Folder

Αυτό το live, ήταν η αυθόρμητη κίνηση των Deafheaven στο πρώιμο στάδιο. Καταλαβαίνω ότι μπορεί απλά να είχαν την δυνατότητα να ηχογραφήσουν μια εμφάνιση και δέχομαι πως τόλμησαν το εγχείρημα σαν ήταν ακόμα καυλωμένοι. Ωστόσο ο ακροατής εδώ θα λάβει μόνο τον ήχο και όχι την εικόνα. Πράγμα που δεν θα τον γεμίσει ουσιαστικά και το πιθανότερο είναι να χάσει το ενδιαφέρον του γρήγορα. Βασικό ρόλο παίζει ο ήχος, γιατί δεν είναι όσο καλός πρέπει για τη μουσική τους και κάπου χάνεις την διάσταση όσων κάνουν. Για τους ακροατές που θέλουν να βάλουν μια extra παράμετρο στην ακρόαση του, υπάρχει η εικόνα αυτής της εμφάνισης. Το set στο Blacktop ήταν μικρό, αλλά έδειχνε αρκετά στοιχεία που θα προσφέρουν κατανόηση στον ακροατή που θέλει να καταλάβει το μονοπάτι τους.

Όπως θα δείτε είναι ένας πολύ μικρός χώρος με τον κόσμο να βρίσκεται ολόγυρα και όχι μόνο μπροστά από την μπάντα. Είναι σε απόσταση αναπνοής και θα μπορούσε να τους ακουμπά, ωστόσο παραμένει σταθερός και σχετικά άκαμπτος (ως είθισται). Το live αυτό θυμίζει μια τάση που ήταν ή είναι ακόμα διαδεδομένη στο Hardcore. Είναι μια νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφεί με τη φράση «Get off the stage!», μέσα από την οποία οι ακροατές προέτρεπαν τις μπάντες να γίνουν ένα μαζί τους. Όπως θα δείτε η παρουσία του George Clarke (φωνή) είναι ηλεκτρικά φορτισμένη, καθώς παλινδρομεί το σώμα του σε κάθε κομμάτι. Δίπλα του ο Kerry McCoy, έχει γυρισμένη την πλάτη στην κάμερα και φορά πουκαμισάκι, στα τύμπανα βρίσκεται ο νεαρός Trevor Deschryver (γεννημένος το 1990) που δεν είναι πια μαζί τους. Ο έτερος πουκαμισάς στο βάθος που βλέπουμε το πρόσωπό του, είναι ο Nick Bassett.

Σε αυτό το σημείο, για να δείτε τις διαφορές αλλά και την εξέλιξη των Deafheaven, θα ποστάρω εδώ το πιο διάσημο video από live τους (με κομμάτι από το Sunbather). Δείτε τη μπάντα, την παρουσία των ακροατών, κόψτε φάτσες και το λίκνισμα όλων, το σχετικά επαγγελματικό στήσιμο με την ασπρόμαυρη εικόνα, τα συναισθήματα που βγάζουν και τελικά το σύνολο. Έπειτα θα γίνει η αναγκαία σύγκριση και θα βγάλετε τα συμπεράσματά σας για όλες τις live εκδοχές τους.

2012-Deafheaven / Bosse-de-Nage

FoldersΟι Deafheaven, όχι μόνο γουστάρουν τους Σκοτσέζους Mogwai, αλλά κόπτονται γι’ αυτούς και το αποδεικνύουν με μια διασκευή στο Punk Rock/Cody. Τολμώ μάλιστα να πω, πως είναι από τις ενδιαφέρουσες ιδέες που είχαν μέχρι σήμερα. Μπορεί η επιλογή να μην είναι πρωτότυπη, αλλά δικαιώνει το χαρακτήρα της με την τροποποίηση που κάνει στην αρχική ιδέα. Εδώ λοιπόν θα βρούμε το βασικό μοτίβο του original κομματιού που θ’ αναπτυχθεί ορανικά, καθοδηγούμενο από μια grim τροπολογία. Γαλήνιο, σχεδόν ασάλευτο βάδισμα, ενδεδυμένο συναισθήματα που γεννούν μια ιδιόρρυθμη ατμόσφαιρα κι ένα απρόσμενο ανέβασμα της πλοκής που αγγίζει το γνωστό ξέσπασμα της μπάντας στο φινάλε. Μ’ άρεσε μάλιστα που γίνεται σπασμωδικά, γιατί είναι μικρό και αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου να επιπλέει. Στην άλλη πλευρά του Split θα συναντήσουμε τους Bosse-de-Nage. Μη φανταστείτε πως είναι τίποτε άγνωστοι, έχουν κάνει κύκλο οπαδών πριν γίνει αυτή η συνεργασία. Προσωπικά όμως δεν μου έχουν κάνει κούκου μέχρι σήμερα, ενδεχομένως να μην τους αφιέρωσα χρόνο, αλλά κάτι με χαλούσε σε όσες δουλειές τους άκουσα. Στο δικό τους κομμάτι A Mimesis of Purpose, εκτελούν ένα Post-Black Metal υβρίδιο με προβάδικα τύμπανα, που είναι αισθητά πιο έξω για να εντατικοποιήσουν την ροή. Τα φωνητικά τους (ένα από τα στοιχεία που δεν μου άρεσαν) εδώ τα λένε καλά μ’ ένα τεμπέλικο γκάρισμα που γεννά συναισθήματα. Η προσθήκη βιολιού δημιουργεί διάθεση και πηγαίνει με το κομμάτι, ωστόσο είναι πλέον τετριμμένη.

Αυτό το  12ιντσο μπορεί να έχει underground αέρα αλλά ο στόχος του είναι ανεξίτηλα overground, κι αυτό γιατί η επιλογή Mogwai είναι στοχευμένη. Συνειδητά ή ασυνείδητα θα οδηγήσει σε τρομπάρισμα επιφωνημάτων χαράς για το γεγονός και μόνο. Θα βγει δηλαδή στο διαδίκτυο κάθε τυχαίος ακροατής των Mogwai (έχουν τυχαίους μιας και στο Last Fm μετρούν 1,047,629 listeners) για να πει, πόσο γαμάτη μπάντα είναι οι Deafheaven (73.722 πλέον στο Last fm, από την ώρα που έγραφα το κείμενο έχουν λάβει χιλιάδες νέους και μέχρι να το διαβάσετε θα έχουν ακόμα περισσότερους-γι’ αυτό κι έβαλα το link στ’ όνομά τους, για να δείτε το μέγεθος που αποκτούν με το πέρασμα του χρόνου) επειδή διασκεύασαν Mogwai. Γελώ μάλιστα γιατί όταν τους έμαθα, μετά την προτροπή του τραγουδιστή των Sun Of Nothing (εξαιρετικός ακροατής), ήμασταν λιγότεροι από 500. Προφανώς δικαιολογώ κάθε αδικαιολόγητη χαρά, αλλά γνωρίζω πως οι πολλές χαρές ισοδυναμούν πάντα με το γενικότερο hype.

2013-Sunbather

Folder

Η Deathwish Inc είναι ένα γνωστό Hardcore/Metalcore label της εποχής που διανύουμε, συνεπώς το πάντρεμά του με τη μπάντα ήταν φυσικό, βάσει αισθητικής. Το δεύτερο ολοκληρωμένο βήμα των Deafheaven κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν ξεκίνησε και η καμπάνια του λειτουργικού ios7 για το IPhone. Για όσους δε γνωρίζουν, είναι το λειτουργικό που έριξε στην αγορά την εφαρμογή Spotify. Η φωτογραφία που μπορείτε να δείτε εδώ είναι απρόσμενη, αποδεικνύοντας τη δικτύωση και προώθηση της μπάντας. Ειλικρινά δεν έχω ιδέα πως κατάφεραν να το πράξουν και αναρωτιέμαι, αλλά συνέβη και αυτό: Οι Deafheaven βρίσκονται στη μόστρα της διαφήμισης του IPhone, στο iTunes (αισχρό λειτουργικό σίχαμα) ως πρόταση της εφαρμογής Spotify. Κανονικά κάπου εδώ θα έπρεπε να σταματήσω μιας και τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε καλύτερα από τη δική μου περιγραφή. Αλλά με ξέρετε πλέον, οραματίζομαι ανθρώπους ν’ ακούν μέσω spotify το album νιώθοντας μέσα στα πράγματα και το μουσικό σήμερα. Το ζήτημα είναι περίπλοκο, από την μια πλευρά είμαι αρνητικά διακείμενος απέναντι σε νέα τερτίπια τύπου Spotify, γιατί γεννιούνται με σκοπό να παρεισφρήσουν μέσα στα έθιμα των μουσικόφιλων και να προτάξουν μια νέα κατάσταση. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να προωθεί Deafheaven η pop κουλτούρα παρά όλα τα μουσικά σκουπίδια που προωθούσε μέχρι σήμερα.

Η λέξη Sunbather σημαίνει ηλιοθεραπεία (λουόμενος από τον ήλιο) αλλά ίσως έχει και κάποια slang ερμηνεία που δεν κατάφερα να διασταυρώσω. Το ροζροδακινί εξώφυλλο με τίτλο σε λευκά, σχετικά δυσδιάκριτα, γράμματα έκανε καλά τη δουλειά του. Στην ουσία βέβαια, πρόκειται για μια αδιάφορη επιλογή χωρίς κανένα νόημα που ισοδυναμεί με την απλανή λογική του σωρού. Στο εσωτερικό υπάρχει μόνο μια φωτογραφία με τη σκιά μιας ανδρικής-λογικά-σιλουέτας σε ροζ καμβά που λούζεται από κομφετί. Μη πάει το μυαλό σας στο κακό, δεν το αγόρασα, κάποιος απ’ όσους στέλνουν digital promo, σε όσους τ’ αναζητούν, μου το στειλε. Από την άλλη πλευρά, χίλιες φορές να το αγοράσει κάποιος παρά να το ακούει μέσω spotify. Όσο σκέπτομαι μάλιστα ότι σε κάποια φάση αυτή η παλιοεφερμογή θ’ αγοράσει το Last Fm, για να μας εξαναγκάσει να μπούμε στη φάση του, ωρύομαι. Όχι τίποτε άλλο, αναγκάστηκα πριν χρόνια να μάθω και να χρησιμοποιήσω Last Fm για να κάνω καλύτερα αυτό που τέλοσπάντων κάνω, αλλά δεν θ’ ακολουθήσω κάτι καινούριο που άκουσον, άκουσον! σε βάζει να πληρώνεις συνδρομή για ν’ ακούς μουσική. Καλώς ήρθατε στο βασίλειο της τεμπελιάς. Αφού βαριέσαι βρε αδελφέ ν’ αλλάζεις τα Mp3 στο μαραφέτι, πληρώνεις εμάς και ξένοιασες για πάντα. Βέβαια μπάντα από το Κιργιστάν δεν θα βρεις, αλλά έχουμε όλα όσα πρέπει να ξέρεις. Ούστοδιάολο..

Ξεκινώντας τη μουσική περιγραφή του album, θα πρέπει να μιλήσουμε για την παραγωγή. Φέτος υπάρχει μια ανεπαίσθητη αλλά ουσιαστική αλλαγή, μιας και από το νυσταλέο απόγευμα θα πάμε στην πρωινή ευεξία. Αυτή η τροποποίηση δεν είναι δα και μεγάλη, συγκριτικά με το ύφος του Roads To Judah. Είναι όμως σημαντικό γεγονός για την απήχηση των Deafheaven. Όλα πλέον γίνονται καθαρά και διαυγή, παρουσιάζοντας μεταλλικά την επίθεση και μελιστάλαχτα τη γαλήνια ηρεμία. Σεναριακά πράττουν κατά το δοκούν για το μοτίβο τους, με τη ροή μοιρασμένη στις δυο πλοκές ισόποσα αλλά όχι ξεχωριστά. Αυτό συμβαίνει γιατί τα κομμάτια είναι γραμμένα με το κέντρο βάρους να μοιράζεται και στις δυο οπτικές ταυτόχρονα. Θέλουν δηλαδή να εξάγουν Black Metal ξεσπάσματα σε ταυτόχρονη συμπόρευση με Post Rock χαϊδέματα. Αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κάποια παραδοξότητα, το κάνουν χρησιμοποιώντας απλά περισσότερες αλλαγές μοτίβων, μέσα στα κομμάτια, προσδοκώντας να το αγγίξουν μέσα στο μυαλό του ακροατή συνειρμικά. Το Black Metal εδώ δεν θα εμφανίσει τις αρετές του, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως έξαψη που μεταδίδει από τα εσώψυχα του μουσικού τον αστικό του μικροαστισμό. Αυτό είναι το μυστικό του δίσκου και το κατόρθωμα των Deafheaven, ένα γλυκό μα οργισμένο ύφος που κάνει αδιάκοπες μεταβάσεις, χωρίς να εξατμίζει ενέργεια και ατμόσφαιρα.

Η δουλειά των Liturgy στο Aesthethica εδώ πιάνει τόπο, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως οι Καλιφορνέζοι αγγίζουν την πραγμάτωση κοντινών συναισθημάτων με τους Νεοϋορκέζους. Είναι μια παλινδρόμηση της χαρμολύπης (ωραία λέξη που απήγαγαν κάποιοι τρύπιοι και την έκαναν ρεντίκολο) που εκφράζει τη νεανική μελαγχολία του αβέβαιου και τη χαρά της δυνατής του κράσης. Μουσικά είναι η μέθοδος που παρατάσσει χαρούμενες μελωδίες και οργισμένα φωνητικά, δηλαδή μια δελεαστική αντίφαση που βάζει στη στέκα του Black Metal τεμπεσίρι από χρυσόσκονη. Ωστόσο οι Deafheaven έχουν μεγάλη σχέση με το Post-Rock σε συναισθηματικό επίπεδο. Λιώνουν λοιπόν μέσα στη στοχαστική μελαγχολία τα κομμάτια τους, γεννώντας λίμνες αυθαίρετων ρεμβασμών. Έπειτα καλούν τη Black Metal έξαψη για να τις μετατρέψει σε κάτι υπέρτερο, μέσα από τις μελωδικές γραμμές και τις αλληλουχίες του. Έτσι ταξιδεύουν το νου, κάνοντας ένα κόλπο δράσης που αρπάζει τις συνειδήσεις μέσα από τη γλυκιά φαλκίδευση του ενστίκτου και της δυναμικής του εγρήγορσης.

Έχει όμως τόσο εκνευριστική πλοκή που σχηματίζει μια σιχαμερή ατμόσφαιρα, αφήνοντας στον ακροατή μια πολύ παράξενη γεύση. Μοιάζει σε πολλές στιγμές με συναίσθημα που προσφέρει το γοερό κλάμα ενός μικρού παιδιού την ώρα που βλέπει παιδικά, επειδή κάποιος του άλλαξε κανάλι. Ορμονική διαταραχή ασχημάτιστου χαρακτήρα με προεκτάσεις παλιμπαιδισμού γι’ ανεκπαίδευτους με το Black Metal, ώστε να τριπλάρει τον αγνωστικισμό τους και να δούν το τρομπάρισμα σαν άποψη. Το έχουμε ξαναδεί το έργο, όταν μέσα στα ομιχλώδη και λασπερά χωράφια μπαίνει μια ρομαντική κομεντί, το θέρισμα θα βγάλει διαβολάκι με ρουχαλάκια barbie. Ένα θέαμα που δεν σε τρομάζει ούτε και σε κάνει να γελάς, αλλά να λυπάσαι με την καθάντια του ψυχισμού που κυριαρχεί στην εποχή που ζούμε.

Οι συνθέσεις έχουν πορεία που κοντεύει την αφηρημένη περιήγηση, σε φάσεις δίνει πόνο μ’ επιθέσεις, κουβαλώντας ένα ύφος λες και σκίζει κάνα καλσόν. Μέσα σε αυτές η τυπική αρτιότητα των οργάνων και οι μελετημένες ιδέες τριβελίζουν το νου με μια easy listening προσέγγιση. Το νέο μοτίβο έχει αναμφίβολα pop χαρακτήρα στην παρουσίαση αλλά και τα πρώτα υλικά που χρησιμοποιεί. Εδώ όλα είναι ισορροπημένα, φαντάζομαι πως οι περισσότεροι που ακούνε και γουστάρουν το δίσκο, δεν έχουν υπόψη τους σε τι αναφέρομαι. Βλέπετε ακούνε χρόνια τώρα Metal παραγωγές (Όχι Heavy Metal, μη πάει το μυαλό σας στην πυγμή, αναφέρομαι στην παραγωγή groovy πατατάκι που κυριαρχεί από τα zeros) και διαμαρτύρονται αν τα όργανα δεν είναι σε άρτια ισορροπία μεταξύ τους. Δεν εκπαιδεύτηκαν ποτέ στο σύξυλο, συνεπώς δεν αγάπησαν το χάος αλλά την υποτυπώδη γραμμικότητα.

Η ιστορία που πάτησαν οι Deafheaven, όπως και κάθε Αμερικανός που θέλει να μιλήσει τεθλιμμένα, έχει ως Αρχή τους Weakling, εκπορεύεται από τους Wolves In The Throne Room (άξιοι που σταμάτησαν) και τους Alcest (μέχρι το 2010, μετά έβαλαν καλσόν) αλλά υπήρξε σ’ ένα πρώιμο στάδιο μέσα στο Post/Black Metal των late 00’s/early 10’s. Δηλαδή σε μπάντες όπως οι Caïna, Altar Of Plagues (άξιοι και αυτοί που σταμάτησαν), Lifelover, Lantlôs αλλά γιατί όχι και στους Krallice, Castavet, Ash Borer, Fell Voices, Heretoir, Thränenkind και πολλούς άλλους. Αυτό που έγινε όμως φέτος είναι πρωτοφανές, γιατί το Black Metal δεν είχε υπάρξει ποτέ ως ολοκληρωμένη pop πρόταση. Στο ύφος των Deafheaven η λαϊκή αγορά βρήκε ένα γλυκόπικρο φρουτάκι, χωρίς μεταφυσικές προεκτάσεις που μπερδεύουν και το πέταξε ως ξεροκόμματο. Μάλλον θα είμαστε κάπου εδώ και θα τα λέμε, σαν η ιστορία έρθει και πάλι να δείξει, πως οι Deafheaven είναι μια περίπτωση σαν όλες τις άλλες. Μια διαφορετική μουσική τάση που θα μπορούσε να προταθεί ως εναλλακτική εικόνα σε μάζες που δεν γνωρίζουν τις ρίζες της, ώστε να καταναλωθεί.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσω πως έχω κάνει λάθος στον επίλογο για τους Liturgy (είναι πιο συγκεκριμένοι ατμοσφαιρικά από τους Deafheaven). Πίστεψα πως ίσως στο μέλλον θα μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο. Πλέον δυσκολεύομαι να πιστέψω πως θα συμβεί κάτι τέτοιο, κι αυτό γιατί τόσο οι Liturgy όσο και οι Deafheaven δεν κάνουν ακραία μουσική, αλλά δομούν την έκφραση της γενιάς τους, χρησιμοποιώντας την ακραία μουσική για να το πετύχουν. Συνεπώς τα επόμενα βήματά αμφότερων θα είναι πιθανότερα στραμμένα σε μια προσπάθεια καθολικής αποδοχής (με όραμα να ζήσουν από την μουσική) παρά να γεννήσουν ένα κομψοτέχνημα για τον ακραίο ήχο.

Ας μην κρυβόμαστε όμως, το μέλλον κάθε μουσικής έγκειται στην διάθεση του νέου, στην προέκταση του εγωισμού του και την επιθυμία να σηκώσει το ανάστημά του απέναντι στον παλιό κι επιτυχημένο. Αυτός ήταν, είναι και θα είναι ο μοναδικός δρόμος. Συνάμα όμως είναι ένα διαχρονικό αγκάθι που έριχνε αυτόβουλα από την θέση τους, αξιόλογους αναλυτές κι ακροατές. Μεγάλωναν βλέπετε κι έχασαν τον εαυτό τους μέσα στα νέα έθιμα της επόμενης και μεθεπόμενης γενιάς. Κατά την δική μου γνώμη, δεν υπάρχει μεγαλύτερος σύμβουλος παραμονής στη μουσική ενασχόληση πέρα από την αισθητική και τη φιλοσοφία της. Το λέω συχνά και νιώθω πως επαναλαμβάνομαι, αλλά δεν το είχα ως οδηγό στο παρελθόν γι’ αυτό και το κουράζω στην εποχή που διανύουμε. Το συμπέρασμά μου είναι πως όσο κι αν μεγαλώσει ο ακροατής με συγκεκριμένη φιλοσοφία κι αισθητική, θα βρει στα πακέτα που του προσφέρουν οι καλλιτέχνες κάτι που του ταιριάζει.

Με χαροποιεί σαν γεγονός, πως η ακραία μουσική έπρεπε να βάλει πουκαμισάκι και να πει εκ των προτέρων πως είναι cool, για να γίνει Pop πρόταση. Συνεπώς δεν ανησυχώ καθόλου για όσα αναφέρουν διάφοροι συνδαιτυμόνες, περί αλλοίωσης και ακίνδυνοτητας του Black Metal μέσα από εφαρμογές τύπου Sunbather. Το Black Metal έχει τόσους απόγονους και τόσα πρόσωπα που δε μπορεί να του κάνει «κακό» μια τέτοια μόδα. Δηλαδή τι πιστεύετε, πως θα έρθουν από τα μέρη μας δεκάδες pop ακροατές και θα θέλουν ν’ ακούσουν Βολιβιανούς αρκουδέηδες; Ή πως η επόμενη μόδα που θα πλασάρει το Pitchfork είναι οι Utuk Xul; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δε πα να λένε Black Metal ότι θέλουν.. σημασία έχει τι είναι Black Metal και όχι τι πλασάρουν πως είναι Black Metal.

Προσωπικά λοιπόν, ελπίζω όλο και περισσότεροι νέοι να παίζουν σαν τους Deafheaven και τους Liturgy, ώστε να γίνουν λιγότερες και οι επικίνδυνες προτάσεις προς μελέτη και συνταύτιση για εμάς. Το μοναδικό πρόβλημα του Είδους είναι η ποσότητα των κυκλοφοριών και κανένα άλλο. Βλέπετε, ένας φανατικός μιας μουσικής σαν εμένα, ποθεί ανηλεώς την συνέχεια της ζωής της. Θεωρώ λοιπόν πως μια τέτοια μόδα είναι σημείο αναμόχλευσης, γιατί μια ακίνδυνη φύση προωθήθηκε στις μάζες ως Black Metal. Τι καλύτερο λοιπόν από την στροφή άλλων (μακάρι νέων) μουσικών προς μια βλοσυρή απάντηση; Συμπερασματικά θέλω να πιστεύω πως από τη μια μεριά μπορεί το Post/Black Metal να τίκτει σαν κατάσταση τα δικά του παιδιά, αλλά εδώ κάτω στα μπουντρούμια θ’ ανάψουν και πάλι φωτιές..το βασίλειο του Isengard σύντομα θα βρυχάται. Μέχρι τότε θα μείνουμε στα σκοτεινά χαζεύοντας τους νέους που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, με χαμόγελο συγκατάβασης, αφιερώνοντάς τους ένα εδάφιο από τη μαύρη βίβλο του Είδους:

Το Black Metal αποκαλύπτει τον ζόφο του αποτρόπαιου, που κοντεύει κάποτε η διάνοια των ανθρώπων. Για τους δόκιμους είναι τρόπος να πανηγυρίζουν την επικινδυνότητά του. Για τους πάσχοντες καταργεί μέσα από την αναβίωση που επιτυγχάνει, τις βλάβες του. Για τους μετέχοντες είναι το φανάρι κατανόησης της ψοφολογιάς και της μονάκριβης θυγατέρας της, που ακούει στ’ όνομα ανυπαρξία..